«Καρτέρι της θάλασσας.

Όρθια Παναγιά στα μπλέ όπου αποβραδίς γονατίζει το πράσινο.

Ολόγυρά της βουίζουν ανθάκια βουνίσια τάματα

                 που ξωκείλαν απ’ τις στενές νερομάννες.

Ροδιά ανθομάντιδα τα λουλούδια της στρέφει

                με τα χωνάκια γυρημανούσα φάρων πληθύς

Κι’ αδειάζουν τον Ήλιο στης αρμύρας το μεταξωτό φωτοστέφανο.

Άσπρο φως που ταξιδεύει ένα μέτρο πάνω απ’ τα κύματα

               με διπλό του Φωτοφόρου το άστραμμα

Η Κυρά λυγερόκορμη με δίφορη στο Βρέφος αγάπη αγάπη

              στον πυρετό η λεχώνα Ελλάδα…»

Δια χειρός ΜΑΡΚΟΥ ΑΝΤΩΝΙΟΥ,  Ιερή Γεωγραφία, εκδ. Συνάντηση, Θεσσαλονίκη 1992, σ. 9.

Του ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑ

Προανάκρουσμα 

Γιατί φευγαλέες ματιές οι παρακάτω επιστολικές διδαχές; Ίσως, αναρωτηθεί ο αναγνώστης. Απαντώ: γιατί δεν τις συναντούμε συχνά σήμερα, σπανίζουν. Είναι ειπωμένες από έναν Διδάσκαλο του Γένους και μάλιστα ιερωμένο και άγιο της Εκκλησίας μας, που στα δύσκολα χρόνια της σκλαβιάς του 17ου αιώνα στον Οθωμανό κατακτητή, ως «επιφανής και θείος διδάσκαλος / βίου σεμνότητος / και πάσης γνώσεως θείος εκφάντωρ», όπως λέει και το απολυτίκιό του, έχοντας το μοναχικό σχήμα, ενώ έκαμε συνεχή γκέλ με τα επουράνια, όπως άλλωστε έκαμαν και οι βυζαντινοί προπάτορές του, ταυτόχρονα λειτουργούσε και ως άριστος πνευματικός πατέρας. Και λέω γκέλ, χωρίς ελπίζω να παρεξηγηθώ. Βρήκα τη λέξη γραμμένη σ’ ένα βιβλίο που κυκλοφόρησε πριν δύο χρόνια, του οποίου ο συγγραφεύς είναι υιός πιστού τέκνου της Εκκλησίας μας, με συγγραφική δράση που παραπέμπει σε βυζαντινούς συγγραφείς. Ομιλώ για τον Γαβριήλ Νικολάου Πεντζίκη, υιό του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη.

Αξιοζήλευτη πράγματι η δράση και αξιοζήλευτος ο βίος του Διδασκάλου του Γένους, του Ευγενίου Γιαννούλη ή Ιωαννουλίου επί το λογιότερον.

Ο Ευγένιος Γιανούλης, ρήτορας και πνευματικός πατέρας του κάλλους, της αγάπης και της παιδείας

Πρόπερσυ ετοιμάζοντας μερικές αρχικές σημειώσεις για ένα Συνέδριο που είχα προσκληθεί να συμμετάσχω στη Ναύπακτο, ομιλώντας σ’ αυτό για τη θέση του Ευγενίου Γιαννούλη στη θεολογική σκέψη του 17ου αιώνα, με βάση τα επιστολικά του κείμενα, στο περιθώριο εκείνων των σημειώσεων κράτησα και κάποιες άλλες, για τις ανάγκες ενός άρθρου, στις απαιτήσεις ενός ιστολογίου.

Ο όσιος Ευγένιος Γιαννούλης, υπήρξε μια ιδιαίτερα χαρισματική προσωπικότητα. Ανακηρυχθείς την 1η Ιουλίου 1982 από το Οικουμενικό Πατριαρχείο άγιος της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας,  ταυτόχρονα υπήρξε κι ένας από τους σημαντικότερους Διδάσκαλους του Γένους μας, αλλά κι ένας διαπρεπής μοναχός και πνευματικός πατέρας. Μολονότι το συγγραφικό του έργο δεν είναι εφάμιλλο άλλων συγχρόνων του λογίων, όπως ο διδάσκαλός του Θεόφιλος Κορυδαλλέας –εδώ θα ήθελα να υπομνήσω το εξής: κι τούτος ο λόγιος κληρικός υπήρξε κορυφαία προσωπικότητα, με καλή γνώση του Αριστοτέλη, εξ’ ου και ο ορισμός νεοαριστοτελιστής· δύστροπος όμως χαρακτήρας, στον οποίο ο όσιος Ευγένιος έκαμε υπομονή και πιστά τον διακονούσε – η πυκνή αλληλογραφία του με επιφανείς λογίους της εποχής του, μαρτυρούν έναν πολυδύναμο λόγιο, που ακολούθησε τη μακρόσυρτη πορεία της πατερικής παράδοσης, τοποθετώντας «το διαφωτιστικό του έργο σε άλλη βάση: στην άσκηση, την ταπείνωση, την κάθαρση της καρδιάς, την πατερική σοφία, συνδέοντας έτσι αγιοπατερικά την παιδεία με την εκκλησιαστικότητα», όπως γράφει σε μια μελέτη του ο αγαπητός και σεβαστός καθηγητής πανεπιστημίου παπα-Γιώργης Μεταλληνός. Αν και η προσωπικότητα του οσίου Ευγενίου επαρκώς από την ιστορική και θεολογική επιστήμη έχει μελετηθεί, εκείνο που εδώ αξίζει να τονιστεί είναι το γεγονός ότι έζησε και έδρασε σε μια εποχή όπου ο υπόδουλος Ελληνισμός, συνεχώς βρισκόταν κάτω από την εκβιαστική και πολλές φορές βίαιη επιρροή της προπαγάνδας της Δυτικής Εκκλησίας. Η προσπάθεια της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας να διεισδύσει στον ευρύτερο μεσογειακό χώρο, που τότε βρισκόταν υπό τον οθωμανικό ζυγό, μετά την εμφάνιση της Μεταρρύθμισης και της Αντιμεταρρύθμισης τον 15ο αιώνα, πήρε διαστάσεις κυριολεκτικά μιας ακόμη «άλωσης» του ορθόδοξου πληθυσμού, πνευματικής τούτη τη φορά και όχι με τα όπλα, όπως οι δύο προηγούμενες του 1204 και του 1453, που σήμαιναν και το θάνατο της Βυζαντινής Οικουμένης. Στην άριστα καλά οργανωμένη «ιεραποστολική» προσπάθεια της Δυτικής Εκκλησίας, υπό το πρόσχημα ότι η υπόδουλη Ορθόδοξη Ανατολική Χριστιανοσύνη, είχε ανάγκες διδαχής και στήριξης στην πίστη, και οι δύο πόλοι (Ρωμαιοκαθολικισμός και Προτεσταντισμός), μέσω πολλαπλών τεχνασμάτων προσηλυτισμού, στόχο είχαν την προσέγγιση ή ακόμη και την ένωση με την Ορθόδοξη Ανατολική Εκκλησία.

Στην υπόγεια διαμάχη της Μεταρρύθμισης και της Αντιμεταρρύθμισης, η Ορθοδοξία βρέθηκε σε μια πρωτοφανή για τον εαυτό της ιστορική και εκκλησιαστική αμηχανία. Πλειάδα Ελλήνων λογίων, οι περισσότεροι ανήκαν στον ανώτερο κλήρο, σπουδασμένοι στη Δύση, προκριμένου να εξασφαλίσουν ένα αξιοπρεπές μορφωτικό επίπεδο των υπόδουλων Ελλήνων, εκ των πραγμάτων θητεύοντας στις νεωτερικές ουμανιστικές ιδέες της Εσπερίας, εσκεμμένα συμπορεύτηκαν με αυτές, διακινδυνεύοντας ωστόσο πολλές φορές την ορθόδοξη πίστης τους.  Οι περιπτώσεις είναι πολλές. Αρκούμε μόνο σε μια. Σ’ αυτή του Κυρίλλου Λουκάρεως, Οικουμενικού Πατριάρχη από το 1620 μέχρι τον μαρτυρικό του θάνατο το 1638 (με μικρά χρονικά διαστήματα εκλέχθηκε πέντε φορές). Στην ηγετική αυτή μορφή, την τόσο πλούσια σε παιδεία και δράση, για μια εικοσαετία σχεδόν, σαρκώθηκε ολάκερο το δράμα του υπόδουλου Ελληνισμού του πρώτου μισού του 17ου αιώνα. Η μέχρι σήμερα θεολογική και ιστορική έρευνα, αποδίδει στον Κύριλλο Λούκαρι εκείνη την τεράστια μάχη να διασωθεί το Γένος από τον ιστορικό αφανισμό του. Ωστόσο, εκείνο που βάρυνε ιδιαίτερα την προσωπικότητά του, ήταν η επίμαχη Ομολογία που εκδόθηκε στη λατινική γλώσσα το 1629 στην Γενεύη. Τούτη και για τους Προτεστάντες και για τους Ρωμαιοκαθολικούς, έγινε το «λάβαρο μια εκπληκτικής σε έκταση και μεθοδικότητα προπαγανδιστικής εκστρατείας» προς την Ορθόδοξη Ανατολή, με κύριο στόχο τον προσηλυτισμό όλων των ορθόδοξων πληθυσμών. Τί ωστόσο συνέβη κι αν πράγματι ο Λούκαρις υπέγραψε την περίφημη Ομολογία, νομίζω ότι η άποψη που θέλει τον μαρτυρικό Οικουμενικό Πατριάρχη να τρέφει μια «συμπάθεια» προς τον Προτεσταντισμό, αλλά να μην «αφίσταται από τη θέση της Ορθοδοξίας», είναι ορθή, γεγονός που ενισχύεται και από το σεβασμό που έτρεφαν προς αυτόν, τον άγιο πια Κύριλλο Λούκαρι, στο σύνολό του ο υπόδουλος Ελληνισμός και πολλοί λόγιοι κληρικοί, όπως ο όσιος Ευγένιος Γιαννούλης που συνέγραψε το βίο και σχετική ακολουθία του.

Ο Ευγένιος Γιαννούλης ως επιστολογράφος

Αδιαμφισβήτητο παραμένει το γεγονός ότι τα επιστολικά κείμενα των χρόνων της Τουρκοκρατίας, αποτελούν ένα ιδιότυπο ιστορικό και γραμματειακό τεκμήριο, μέσω του οποίου με ακρίβεια εικονογραφείται η εποχή όπου ζει και δρα ο λόγιος επιστολογράφος συγγραφέας. Στο αχανές και εξαιρετικά πλούσιο επιστολογραφικό υλικό, που είναι διασκορπισμένο σε πολλές βιβλιοθήκες της Ελλάδας και του εξωτερικού, το κατά καιρούς εκδιδόμενο είτε σε συλλογές, είτε μεμονωμένο, μεγάλη μερίδα Ελλήνων λογίων επάξια συνέχισαν τη βυζαντινή επιστολική παράδοση. Οι επιστολές του οσίου Ευγενίου διακρίνονται για την άριστη ελληνική παιδεία που είχε, αλλά και καλή γνώση του γραμματειακού αυτού είδους, και βέβαια, για το λογοτεχνικό τους ύφος. Ένα μακρύς κατάλογος λογίων που σχετίσθηκαν μαζί του – αναφέρω εδώ ενδεικτικά τον Ιωάννη Καρυόφυλλη, τον Μανολάκη Καστοριανό, τον άγιο Αναστάσιο Γόρδιο, τον Διονύσιο Λαρίσης, τον Νεόφυτο Αδριανουπόλεως, τον Παναγιώτη Νικούσιο, τον Οικουμενικό Πατριάρχη Παρθένιο Δ΄, κ. ά. –  με τους οποίους είχε πυκνή αλληλογραφία, αποδεικνύουν πόσο ισχυρή προσωπικότητα ήταν ο όσιος κληρικός των Βραγγιανών Αγράφων, μολονότι διακρινόταν για την ταπεινοφροσύνη του.

Λέγω ταπεινοφροσύνη παραπέμποντας στα όσα επισημαίνει ο ίδιος σε μια επιστολή του προς τον τότε Επίσκοπο Δημητριάδος, τον Οκτώβριο 1662: «οι μεγάλοι, δεσπότα, θρόνοι και οι λαμπροί και οι πολυπρόσοδοι βαθμοί και τα λοιπά αξιώματα μετά φρονήσεως, αρετής και λόγου οικονομούμενα πολλά τους τοιαύτους ωφέλησεν οικονόμους και σχεδόν ισοθέους πεποίηκε· τους κατά τας αυτών ορέξεις και πεπλανημένας θελήσεις τα της εκκλησίας φθείροντες και τα κοινά ως ίδια ιδιοποιούντας συμβαίνει το εναντίον. Θαρρώ να ήκουσε ποτέ προσευχήν τινός ιερωμένου “Μη με, λέγων παντεπίσκοπε Λόγε, ως ιερωμένον και μυστηρίων αγίων υπηρέτην εξετάσης ή βασανίσης, μήτε να έλθης ποτέ εις κρίσιν μετά του δούλου σου”. Φρόντιζε, δέσποτα, των καλών έργων και προτίμα πάντα των ρεόντων τα μένοντα· γίνου πιστός και φρόνιμος οικονόμος· ευλαβού της επισκοπής το αξίωμα και της ιερωσύνης το ύψος· μνημόνευε αεί των εσχάτων· συλλογίζου την απόδοσιν της οικονομίας και του αρχιποίμενος Χριστού την μέχρι και αργού λόγου εξέτασιν, όστις σου διατηροίη τον βαθμόν επηρείας δαιμονικής εκτός και επιβουλής εχθρών υψηλότερον, μετά δε την εντεύθεν του βίου τούτου απαλλαγήν να την αξιώση της των σωζομένων μερίδος και της χοροστασίας των εκλεκτών· αμήν».

Μελετώντας εδώ και χρόνια επισταμένως ολάκερο το επιστολικό έργο του οσίου Ευγενίου, έχω διαπιστώσει την ασίγαστη ανάγκη αυτού του ευσεβή «πατριάρχη» της ελληνικής παιδείας του 17ου αιώνα για επικοινωνία με ανθρώπους απλούς, αλλά και ανθρώπους των γραμμάτων και της Εκκλησίας. Κι όχι μόνο την επιθυμία του, αλλά και την αγάπη του να ζει και να απολαμβάνει τη ζωή, με μέτρο πάντοτε. Γράφει σε άγνωστο ιερέα: «η αιδεσιμότης σου όμως γνωρίζεις καλά και δεν την λανθάνει πολλά ο λέγων ότι χωρίς τον χριστευλόγητον οίνον δεν ημπορούμεν εις την σωματικήν ετούτην και κατηραμένην ζωήν να ζήσωμεν, όχι δια την ανάγκην μόνον των ιερών μυστηρίων και της πνευματικής και αναιμάκτου θυσίας τα ιερά σύμβολα αλλά και εις χρείαν εδικήν μας και ανθρωπίνην πόρευσιν. Αυτό τοίνυν το χριστευλόγητον παύει τας λύπας, κοιμίζει τους πονηρούς λογισμούς, φέρνει την καλήν καρδίαν, γεννά την χαράν, δυναμώνει τα νεύρα και τονώνει όλας τας σωματικάς δυνάμεις· µας αναγκάζει να πολυλογούμεν και να πλατύνωμεν τας ευχάς και με την αφορμήν να αναφέρνωμεν και τους γονείς μας και να τους θυμούμεστεν συχνά.

Άφησα προτελευταία τη φευγαλέα ματιά μου στο επιστολικό έργο του οσίου Ευγενίου, άκρως επίκαιρη κι αυτή, μιας και ομιλεί για εκπαιδευτικά ζητήματα. Καλός μελετητής του έργου του επισημαίνει ότι «τόσος ήτο ο διδασκαλικός του ζήλος, ώστε όταν καταλαμβανόμενος από το γήρας δεν ημπορούσε να διδάσκη ο ίδιος, “ουκ επαύετο του προτρέπειν τους δυναμένους λόγων αντέχεσθαι”. Μονίμως συνιστούσε να ιδρύουν σχολεία και ν’ ασκούν με αφοσίωσιν το ιερόν λειτούργημα». Ένα παράδειγμα είναι νομίζω ενδεικτικό της αγάπης του οσίου Ευγενίου για την παιδεία. Σε επιστολή του προς τον Μανολάκη Καστοριανό, τον πρώτο Έλληνα έμπορο που συστηματικά δούλεψε για την ίδρυση σχολείων στον τουρκοκρατούμενο Ελληνισμό, τον παρακαλεί να συνδράμει στη λειτουργία αντίστοιχης σχολής στη γενέτειρα, το  Αιτωλικό: «ηθέλαμεν και ημείς να συνδράμωμεν με κάποιους χριστιανούς φιλαρέτους άμα μικράν τινα σχολήν εις τι χωρίον της Αιτωλίας προκαθεζόμενον των άλλων, Ανατολικόν λεγόμενον· και τούτο το εκάμαμεν δια να μανθάνουσι γράμματα παιδία τινών πατέρων πτωχών, δια να είναι πρώτον εις δόξαν Χριστού και εις υπηρεσίαν των μυστηρίων της εκκλησίας  και εις βοήθειαν μικράν των χριστιανών. Αν είναι γουν ο ορισμός της να ανοίξη πηγήν μικράν εις τοιούτον διψασμένον τόπον, θέλει κάμει πολλά καλόν και θαυμάσιον και εις τον θεόν του ουρανού και της γης ευπρόσδεκτον· ει δε μη γε, ας είναι καλά και ας ευοδούται εις όσα θέλει η παντοδύναμος χάρις του Χριστού η υπερέχουσα πάντα νουν και λογισμόν ανθρώπινον». Ιδρύστε σχολειά έλεγε ο όσιος Ευγένιος, ιδρύστε σχολειά έλεγε κι ένας άλλος άγιος της Εκκλησιάς μας, ο Πατροκοσμάς ο Αιτωλός.

Θα κλείσω το άρθρο μου με έναν ακόμη επίκαιρο λόγο από τα επιστολικά κείμενα του οσίου Ευγενίου. Δεν θα χρειαστεί σχολιασμό. Είναι κατανοητά όσα γράφει. Περιγράφουν την εποχή του, αλλά δίνουν και τον αντίστοιχο τόνο στη δική μας. Σταράτα λόγια προς κάποιον λογιώτατον Αλέξανδρο: «πολλοί πανταχού οι χειμώνες, ασύγκριτα, λογιώτατε τα ναυάγια· εν χρω μάλλον αι συμφοραί, εκύκλωσαν ημάς τα κακά ως αι μέλισσαι κηρίον· αν το θείον επινυστάξει, το παν φευ ανατραπήσεται ταις υπέρ λόγον εισφοραίς και ταις βαρείαις εισπράξεσιν. Η καταδρομή των φορολόγων αδυσώπητος, το υκήκοον επικαλείται τον θάνατον μάλλον ή το ζην».

Από τα όσα εν συντομία παραπάνω ελέχθησαν, άξιο παρατήρησης των επιστολικών κειμένων του οσίου Ευγενίου είναι ότι αυτά υπήρξαν ένα βασικότατο κάτοπτρο, μέσω του οποίου αντανακλάται όχι μόνον η προσωπική μορφωτική και επιστημονική του συγκρότηση, αλλά και το πολύπλευρο εκπαιδευτικό, κοινωνικό και ιερατικό του έργο. Ιδού πως: «μη γένοιτο Χριστέ, και Χριστού κράτος, να ολισθήσω εγώ ποτέ εις τοσαύτην ηλιθιότητα και απάνθρωπον κακίαν να ρίψω εις τον βυθόν της λήθης την ακαπήλευτον φιλίαν της σης αιδεσιμότητος, το άδολον, το φιλάνθρωπον, το επιεικές, το ήμερον, το προσηνές, το απλούν, το άκακον και τα άλλα όσα είναι της φιλίας συστατικά και τον αληθή χαρακτηρίζει φίλον και Θεού άνθρωπον». Ο αποδέκτης αυτών των γραφομένων ήταν ο τότε Άρτης Χριστόδουλος. Κι αυτό, ακόμη μια φευγαλέα ματιά, επίκαιρη, Ανατολής φως.

Γράφει ο ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ

Τέτοιες μέρες του Αυγούστου, κάθε χρόνο, όσο πλησιάζει η γιορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, στο μυαλό μου έρχεται και θρονιάζει η  εικόνα της Παναγίας με το Βρέφος, έργο του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη, εκείνου του ιδιαίτερα ασυνήθιστου ανθρώπου, που γεννημένος στη Θεσσαλονίκη στις αρχές του προηγούμενου αιώνα, υπήρξε πρωτοποριακός για την εποχή του πεζογράφος, αυτοδίδακτος ζωγράφος και φαρμακοποιός στο επάγγελμα. Πολυδιάστατη πράγματι προσωπικότητα. Αφηγητής ρευστού και ιδιαίτερα δύσκολου λόγου. Και βέβαια, βαθύτατα θρησκευόμενος άνθρωπος, όχι όμως εκείνης της θρησκευτικότητας της «ζητοορθοδοξίας» και του ευσεβισμού, που τέτοιες νοοτροπίες, δυστυχώς, ευδοκιμούν πολλές σήμερα στον εκκλησιαστικό και θεολογικό χώρο.

Για τα βασικά χαρακτηριστικά της προσωπικότητας και του έργου του ενδεικτικά βλ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΟΣΜΑΤΟΠΟΥΛΟΣ, Λόγος εις τον Νίκον Γαβριήλ Πεντζίκη, εκδ. Ροές, Αθήνα 1988. ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ ΜΟΝΑΧΟΣ ΣΙΜΩΝΟΠΕΤΡΙΤΗΣ, Μνήμης Ένεκεν. Ν. Γ. Πεντζίκης, εκδ. Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη Βεροίας, 1996. Σημαντικό είναι και το αφιέρωμα της ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗΣ / ΕΠΤΑ ΗΜΕΡΕΣ: Ν. Γ. Πεντζίκης. Ένας ασυνήθιστος άνθρωπος, (Κυριακή 2 Μαρτίου 1997). Πρβλ. ΣΟΦΙΑ ΣΚΟΠΕΤΕΑ, Βιβλιογραφία Ν. Γ. Πεντζίκη (1935-1970). Εκδόσεις και δημοσιεύσεις, εκδ. Ερμής, Αθήνα 1971.

ΝΙΚΟΣ ΓΑΒΡΙΗΛ ΠΕΝΤΖΙΚΗΣ, Η Παναγία και το Βρέφος

Π Ρ Ο Σ Ω Π Ι Κ Η   Κ Α Τ Α Θ Ε Σ Η

«Ότι είμαι το οφείλω τόσο στις ρίζες μου όσο και στα βιώματά μου», γράφει σ’ ένα από τα βιβλία του ο αξέχαστος Κωστής Μοσκώφ, (Στα όρια του Έρωτα και τις Ιστορίας, εκδ. Ιανός, Θεσσαλονίκη 1997, σ. 7). Προφανώς, εδώ, ο Μοσκώφ μιλά για ρίζες ελληνορθόδοξες και οικουμενικές συνάμα. Γι’ αυτές, ευτυχώς, οι περισσότεροι από εμάς του θεολόγους που διδάσκουμε το Μάθημα των Θρησκευτικών (ΜτΘ) στα σχολειά μας παλεύουμε καθημερινά να διασώσουμε, ενάντια στα εθνομηδενιστικά και μηδενιστικά τσιτάτα ουκ ολίγων «πληκτικών γεροντοκόρων», καθώς έλεγε κάποτε ο «νιόνιος» Διονύσης Σαββόπουλος, οι οποίες/οι αρέσκονται να μιλούν για εξοβελισμό του Μαθήματος των Θρησκευτικών (ΜτΘ) από τα Προγράμματα Σπουδών της Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης και την παράλληλη θεσμοθέτηση να γίνει μάθημα προαιρετικό.

Το παρακάτω Δελτίο Τύπου του Πανελλήνιου Θεολογικού Συνδέσμου ΚΑΙΡΟΣ για την αναβάθμιση της θρησκευτικής εκπαίδευσης, αποτυπώνει την αγωνία των Θεολόγων Καθηγητών της πατρίδας μας για την ακόμη μια φορά παλινωδία θεσμικών οργάνων της Ελληνικής Πολιτείας γι’ αυτό το ζήτημα. Ορθότατα τονίζεται «ότι κάθε αναψηλάφηση του καθεστώτος απαλλαγής από το μάθημα των Θρησκευτικών, έστω και υπό το κράτος αποφάσεων – συστάσεων ανεξαρτήτων αρχών, θα είναι επιζήμια τόσο για το ίδιο το μάθημα όσο και για την ομαλή λειτουργία των σχολικών μονάδων».

Ελπίζω ότι η νέα σχολική χρονιά που τον Σεπτέμβριο θα αρχίσει να μην ταλαιπωρήσει ξανά διδάσκοντες και διδασκόμενους, για ένα θέμα, αυτό της απαλλαγής μαθητών/τριών, το οποίο μάλιστα έχει διευθετηθεί ικανοποιητικά.

Δ Ε Λ Τ Ι Ο   Τ Υ Π Ο Υ

Χολαργός  4 Αυγούστου 2015

Τα τελευταία χρόνια κάθε καλοκαίρι (συνήθως Αύγουστο) η εκπαιδευτική κοινότητα πληροφορείται νέα μέτρα και νέες ρυθμίσεις που αφορούν σε κρίσιμα για την σχολική ζωή ζητήματα. Ιδιαίτερες «τραυματικές εμπειρίες» έχει αποκομίσει η θεολογική εκπαιδευτική κοινότητα από αιφνίδιες αποφάσεις που σχετίζονται με το πλαίσιο διδασκαλίας και παρακολούθησης του μαθήματος των Θρησκευτικών. Οι εγκύκλιοι του 2008 (περί απαλλαγών) και όσες ακολούθησαν προσπαθώντας να «θεραπεύσουν» τις πληγές που άνοιξαν οι πρώτες, είναι ενδεικτικές της βούλησης του υπουργείου Παιδείας για την ρύθμιση ή απορρύθμιση ενός θέματος που ως μη όφειλε, αναδείχθηκε σε πρώτης γραμμής πρόβλημα για εκπαιδευτικούς (διδάσκοντες και σχολική διοίκηση), γονείς και μαθητές.

Η πρόσφατη – εκ νέου – ανακίνηση μέσω δημοσιευμάτων στον ημερήσιο Τύπο του ζητήματος της απαλλαγής από το Μάθημα των Θρησκευτικών και η «καταιγιστική» ανταλλαγή απόψεων, θέσεων και αντιθέσεων στα μέσα ηλεκτρονικής κοινωνικής δικτύωσης, θέτουν και πάλι, στο προσκήνιο της  εκπαιδευτικής επικαιρότητος ένα ζήτημα, για το οποίο όλες οι θεολογικές ενώσεις είχαν συμφωνήσει ότι είχε με ικανοποιητικό τρόπο διευθετηθεί με την  κοινοποίηση  της τελευταίας εγκυκλίου (23/1/2015),στις σχολικές μονάδες.

Ο σύλλογός μας θεωρεί ότι κάθε αναψηλάφηση του καθεστώτος απαλλαγής από το Μάθημα των Θρησκευτικών, έστω και υπό το κράτος αποφάσεων – συστάσεων ανεξαρτήτων αρχών, θα είναι επιζήμια τόσο για το ίδιο το μάθημα όσο και για την ομαλή λειτουργία των σχολικών μονάδων, όπως έχει ήδη εξηγήσει, μέσω εμπεριστατωμένου υπομνήματος που είχε αποστείλει  στο υπουργείο (Σεπτέμβριος 2014). Εκεί είχαμε με έμφαση τονίσει πως η όποια μελλοντική ρύθμιση του υπουργείου για το θέμα αυτό θα έπρεπε να βασίζεται  σε τρεις βασικούς άξονες: 1. Στην ισονομία των μαθητών μέσα στη σχολική κοινότητα  όσον αφορά τον αριθμό των διδασκόμενων μαθημάτων. 2. Στο σεβασμό της διακριτής ιδιαιτερότητας  κάθε μαθητή, στο πλαίσιο της οποίας μπορεί να ασκεί νομίμως  το δικαίωμα  της   απαλλαγής,  και 3. Στην υψηλή παιδευτική αξία του Μαθήματος των Θρησκευτικών, που σε περιόδους ιδιαίτερα, όπως η σημερινή, της ποικιλώνυμης κρίσης, μπορεί και μέσω του περιεχομένου του αλλά και με την προσωπική συμβολή  όσων το διακονούν μέσα στη σχολική τάξη, να προσφέρει μεγάλες υπηρεσίες στη χειμαζόμενη Ελληνική κοινωνία.

Επομένως πιστεύουμε και ελπίζουμε πως το υπουργείο Παιδείας δεν θα «ανοίξει» και πάλι ένα θέμα, εφόσον δεν υφίσταται προφανής αιτία. Οι όποιες γνωματεύσεις των ανεξαρτήτων αρχών, που σημειωτέον λειτουργούν εντός – και με την έγκριση – της συντεταγμένης Πολιτείας, είναι μεν σεβαστές εφόσον στηρίζονται σε αναντίρρητες πραγματικότητες, ωστόσο δεν μπορεί να αποτελούν το μοναδικό σύμβουλο της  βούλησης ενός υπεύθυνου πολιτικού θεσμικού οργάνου, που αποφασίζει και λειτουργεί με γνώμονα την παιδαγωγική  αξία και σκοπιμότητα ενός πολυφωνικού και πλουραλιστικού ωρολογίου εκπαιδευτικού προγράμματος, την ιστορία και το περιεχόμενο της εκπαίδευσης στο νεότερο ελληνικό κράτος και φυσικά την πανθομολογούμενη ιδιαίτερη πολιτισμική παράδοση του τόπου αυτού, αναπόσπαστο στοιχείο της οποίας αποτελεί η σύνδεση της καθημερινότητας με τις ποικίλες εκφράσεις της  εκκλησιαστικής εμπειρίας, όπως αυτή ποικιλότροπα αποκαλύπτεται στη λατρεία, την τέχνη, τη θεολογία  και την ίδια τη ζωή.

Για το Δ.Σ

Ο Πρόεδρος                                                                                                                                                

ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΜΟΣΧΟΣ                                                                                                            

Επικ. Καθηγητής Θεολογικής Σχολής

Ο Γ. Γραμματέας

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ

Διευθυντής Λυκείου

Του ΓΙΑΝΝΗ ΖΕΡΒΟΥ

«Από το χάραμα, το μεσημέρι, ως το σούρουπο / ολημερίς σε υμνώ Μαρία! / Στις χαρές και στις λύπες, στα καλά και στις συμφορές / Μείνε στο πλευρό μου Θεοτόκε! / Όταν οι Ώρες πέταξαν λαμπρά / στον ανέφελο ουρανό / Η χάρη σου οδήγησε σε σένα την αθλία μου ψυχή / Τώρα που της μοίρας οι θύελλες έχουν σκοτεινιάσει το Παρελθόν και το Παρόν μου / Κάνε το Μέλλον μου να λάμψει φωτεινό / με τη γλυκιά ελπίδα που μας δίνεις».

Ποίημα του διάσημου Αμερικανού μυθιστοριογράφου και ποιητή Έντγκαρ Άλλαν Πόε  γραμμένο το έτος 1835.

Ο ποιητής το εμπνεύσθηκε από τη γαλήνη που ένοιωσε, όταν περπατώντας στην πολύβουη πολιτεία άκουσε κωδωνοκρουσίες.

Υ. Γ. Για τον Πόε, αξίζει να διαβάσει κανείς και το κείμενο του Ηλία Βενέζη, «Η Καλύβα του Πόε», Νέα Εστία, τχ. 545 (15/31950)

http://www.ekebi.gr/magazines/flipbook/showissue.asp?file=78884&code=0861

Του ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑ

Ἂν καὶ φέτος συμπληρώνονται πενήντα χρόνια ἀπὸ τὴν κοίμηση τοῦ μακαριστοῦ Κυδωνιέως Φώτη Κόντογλου, ὑπάρχουν πολλοὶ μελετητὲς ποὺ συνεχίζουν νὰ ἀξιολογοῦν καὶ νὰ ἑρμηνεύουν τὸ ἔργο του, εἴτε αὐτὸ ἀφορᾶ στὴ λογοτεχνική, εἴτε στὴν καλλιτεχνική του παραγωγή, χώρια ἀπὸ τὴ συνεχιζόμενη πολλὲς φορὲς ἀνούσια καὶ ἄκριτη πολεμικὴ εἰς βάρος του. Καὶ ἡ θεώρηση αὐτὴ φαίνεται νὰ μὴν ἔχει τελειωμό. Πενήντα σχεδὸν χρόνια δημιουργικῆς πορείας τοῦ Ἀϊβαλιώτη συγγραφέα καὶ καλλιτέχνη, ποὺ ἄφησαν πολύμορφα λογοτεχνήματα καὶ καλλιτεχνήματα, ἐξακολουθοῦν ἄλλοτε νὰ θαμπώνουν τοὺς μελετητές του κι ἄλλοτε νὰ κάμουν πολλοὺς νὰ ἐπαναλαμβάνουν τὰ ἴδια πράγματα.

Δὲν προτίθεμαι ἐδῶ νὰ ἀπαριθμήσω τὸ τί ἔχει γραφεῖ ὑπὲρ καὶ τί κατὰ τοῦ Κόντογλου. Οὔτε, βέβαια, νὰ κάμω ὁποιαδήποτε συνθηματολογία, ἀκόμη καὶ ὡραιολογία, γύρω ἀπὸ τὸ βίο καὶ τὸ ἔργο του. Αὐτὰ σὲ ὅσους ξέρουν γράμματα καὶ ἔχουν καλὴ σπουδὴ στὴ λογοτεχνία καὶ τὴν τέχνη – καὶ ὄχι μόνο, θέλω νὰ πιστεύω καὶ στὴ θεολογία, μιᾶς κι ὁ Κόντογλου κατέδειξε ὅσο κανεὶς ἄλλος ὅτι ἡ ἑλληνορθόδοξη παράδοση δὲν εἶναι οἱ προχειρολογίες ἀρκετῶν διανοουμένων, ἀλλὰ καὶ ῥασοφόρων περὶ ὀρθοδοξίας καὶ ὀρθοπραξίας, ἀλλὰ κάτι τὸ ἁπτὸ καὶ συγκεκριμένο, ὅπως τὸ ψωμὶ καὶ τὸ κρασὶ ποὺ γίνεται Σῶμα καὶ Αἷμα Χριστοῦ – εἶναι νομίζω γνωστά.

Σὲ μερικὰ σημεῖα ἐπιθυμῶ μόνο νὰ σταθῶ. Αὐτὰ σχετίζονται ἄμεσα μὲ τὴν παρουσία τοῦ Κόντογλου στοὺς περίεργους καιροὺς ποὺ ζοῦμε. Ποιά, δηλαδή, εἶναι ἡ μαρτυρία του σήμερα. Πρῶτα ἀπ᾿ ὅλα, ὡστόσο, θὰ ἤθελα νὰ καταγράψω μερικὰ ἐρωτήματα, ποὺ συχνὰ-πυκνὰ ἔρχονται στὸ προσκήνιο. Ἐξακολουθεῖ νὰ εἶναι πονεμένη ἡ ῥωμιοσύνη; Ἐπιβιώνει στὸ ὑποσυνείδητό μας; Ἢ μήπως τὴν καταντήσαμε κι αὐτή, ὅπως τόσα ἄλλα ποὺ παραπέμπουν στὶς πηγὲς καὶ τὶς ρίζες μας φολκλόρ; Γιατὶ σ᾿ ὅ,τι ἀφορᾶ στὴν ἑλληνορθόδοξη ταυτότητα καὶ αὐτοσυνειδησία, μᾶς κατατρέχει πάντοτε τὸ σύνδρομο τῆς ἀπολογητικῆς, αὐτὸ δηλαδὴ ποὺ μᾶς κάμει συνεχῶς νὰ διατρανώνουμε τὴν πιστότητά μας σ᾿ αὐτή; Εἶναι τόσο δύσκολο νὰ κατανοήσουμε, ὄχι τὸ ποιοὶ καὶ τί εἴμαστε, ὅσο νὰ πραγματώσουμε μέσα μας αὐτὸ ποὺ ὄντως εἴμαστε; Τὴν πινδαρικὴ, δηλαδὴ, προτροπὴ τοῦ «μάθε καὶ γίνε αὐτὸ ποὺ εἶσαι», μὲ ἔμφαση στὸ γίγνεσθαι παρὰ στὸ μανθάνειν;

Ἡ πολύχρονη τριβή μου μὲ τὸ ἔργο τοῦ Κόντογλου θέλω νὰ πιστεύω ὅτι μοῦ ἔχει δώσει κάποιες ἀπαντήσεις στὰ παραπάνω ἐρωτήματα. Ἀπαντήσεις ποὺ μὲ κάμουν νὰ μὴν ἐθελοτυφλῶ ἀπέναντι σὲ μιὰ κατάσταση ποὺ θέλει τὴν ἑλληνορθόδοξη παράδοση κλεισμένη στὸν ἑαυτό της. Ὅποτε διαβάζω Κόντογλου, ἀντιστέκομαι σ᾿ ὅλους ἐκείνους πού, ἐνῶ διατρανώνουν τὴν «ὀρθοδοξία τους», στὴν πραγματικότητα δὲν ξεφεύγουν ἀπὸ τὸ πουθενά, ἀλλὰ συνεχίζουν τὴ μάταιη πορεία πώρωσης τοῦ ἴδιου του ἑαυτοῦ τους. Κι ὅποτε, βέβαια, ξαναδιαβάζω Κόντογλου, προσπαθῶ νὰ ἀπεμπλακῶ ἀπὸ τὸν τρόπο ἀνάγνωσης νὰ θηρεύσω ἀπ᾿ αὐτὸν κάποιες ἠθικίζουζες ἢ ἀκόμη καὶ θεολογίζουσες ἰδέες, ὅπως ἄλλωστε κάμουν οὐκ ὀλίγοι μελετητές του. Ἡ θήρα τέτοιων ἰδεολογημάτων, ἁπλῶς γιὰ νὰ ἐπισημάνει ἢ νὰ ἐπιβεβαιώσει κανεὶς τὴν καλή του σχέση μὲ τὸν Ἀϊβαλιώτη πρωτομάστορα τῆς καθ᾿ ἡμᾶς Ἀνατολῆς, οὐδεμία σχέση ἔχει μ᾿ αὐτὸ ποὺ ἤθελε ὁ ἴδιος ὁ Κόντογλου: πέρα ἀπὸ κάθε ὅριο αἰσθητικῆς συγκίνησης, ἐπιζητοῦσε ἀπὸ τοὺς ἀναγνῶστες τοῦ συνοδοιπορία στὸ βίωμα τῆς μακρόσυρτης ἑλληνορθόδοξης παράδοσης. Τούτη τὴν ἔβλεπε ἀνθεκτικὴ στὸ χρόνο καὶ δυναμικά, εἴτε μὲ τὰ γραπτά του, εἴτε μὲ τὰ καλλιτεχνήματά του, τὴ μπόλιασε στὸν κορμὸ τοῦ πολιτισμοῦ ὅπου ἔζησε καὶ ἔπλασε τὰ ἔργα του. Μὲ πάθος ἀφουγκράστηκε ὅ,τι θεωροῦσε ζωντανό. Πολεμοῦσε νὰ ζωντανέψει σὲ σύμβολα καὶ δρώμενα ὁλάκερο τὸν καημὸ τῆς ῥωμιοσύνης. Εἶχε μία ὁλικὴ σύλληψη περὶ τοῦ Γένους. Δὲν τὸ ἔβλεπε στὸ πλαίσιο τοῦ ἑλλαδικοῦ κρατιδίου.

Στὰ τόσα πολλὰ ποὺ ἔχουν γραφεῖ γιὰ τὸν Κόντογλου, ποὺ ὀρθὰ ἔχει χαρακτηριστεῖ ὡς ζωντανὴ ἔκφραση τῆς ῥωμιοσύνης, ποὺ λάτρεψε τὰ γράμματα καὶ ξεχωριστὰ τὴν παράδοση τῆς ἑλληνορθοδοξίας, ὀφείλω νὰ πῶ ὅτι μὲ ἀναπαύουν γραπτὰ ποὺ ἐπιτέλους ἔχουν νὰ ποῦν σημαντικὰ πράγματα. Ὁ Ὀδυσσέας Ἐλύτης φρονῶ ὅτι δίνει τὸν τόνο: «τὴν ἀγάπη μου γι᾿ ὅ,τι ἀποτελεῖ μία καταφρόνεση τῆς στεγνῆς λογικῆς, μιὰ περιπέτεια τοποθετημένη πέρα ἀπὸ τὰ σύνορα τοῦ φρόνιμου καὶ τοῦ γνώριμου, τὸ κέντρισμα γι᾿ αὐτὸ τὸ παιχνίδι τοῦ ῾θαυμαστοῦ᾿ ποὺ λέω νὰ μὴν τὸ σταματήσω ποτέ μου, δὲν μπορῶ νὰ ξεχάσω, μοῦ τό ῾δωσε πρώτη φορὰ ὁ Pedro Cazas τοῦ Κόντογλου, τότε ποὺ μαθητὴς ἀκόμα βυθιζόμουνα μὲ μία παράξενη καὶ ἀλλόκοτη γοητεία στὶς σελίδες του. Σήμερα, ὕστερα ἀπὸ τόσα χρόνια, δὲν παύω νὰ κηρύχνω τὴ μεγάλη σημασία ποὺ ἔχει ὁλόκληρο πιὰ τὸ ἔργο τοῦ Κόντογλου γιὰ τὴ γενιά μας, ἔργο ἀπὸ τὰ λίγα ἐκεῖνα ποὺ ἀφήνουν τὴν ἀπολησμονημένη φωνὴ τῆς Ἀνατολῆς νὰ ξανακουστεῖ καὶ πάλι μ᾿ ὅλα τὰ δικαιώματα καὶ νὰ μᾶς θυμίσει ποιὰ μπορεῖ νάναι ἡ σωστὴ θέση ἑνὸς τόπου ποὺ εἶναι προορισμένος ἀπὸ τὴν ἴδια του τὴν παράδοση νὰ στέκει κυρίαρχα ἀνάμεσα στὰ δυὸ μεγάλα ρεύματα ποὺ τὸ διαπερνᾶνε, νὰ τὰ ζυγιάζει, νὰ τὰ κρίνει, νὰ κρατάει ὅ,τι καλύτερο ἔχουνε, νὰ τὰ συγχωνεύει καὶ τελικὰ νὰ τὰ ξαναδίνει – προσθέτοντας τὸ μεράκι τῆς ψυχῆς του – σὲ μίαν ἀμίμητη καὶ μοναδικὴ σύνθεση». Ἐδῶ εἶναι προφανὴς ἡ σημασία ποὺ δίνει ὁ Ἐλύτης στὸν Κόντογλου καὶ στὸ περιεχόμενο τῶν δυὸ πόλων τῆς παράδοσής μας, τῆς ἑλληνικότητας καὶ τῆς ὀρθοδοξίας, στὴ διαχρονικότητά τους.

Σύμφωνα μὲ ἕναν ἀπὸ τοὺς καλύτερους μελετητές του, ποὺ μάλιστα δέχθηκε καὶ πολλὲς ἐπιρροὲς ἀπ’ αὐτόν, ἐννοῶ τὸν Π. Β. Πάσχο, ὁ Κόντογλου «γράφοντας ζωγραφίζει καὶ ζωγραφίζει γράφοντας», πάνω σὲ μιὰ παράδοση, ποὺ ὑπαρκτικὰ τὴ βίωνε στὸ τρίσημο σχῆμα της, Ἀρχαιότητα-Βυζάντιο-Νέος Ἑλληνισμός. Πρόκειται γιὰ μία συνειδητὴ καὶ ὄχι πατριδοκαπηλικὴ ἑλληνικότητα καὶ ὀρθόδοξη αὐτοσυνειδησία ποὺ «συναιρεῖ στὴ μήτρα της ὁλάκερη τὴν ἑλληνικὴ ἱστορία καὶ ζωή»», ὅπως γράφει σ’ ένα μελέτημά του ὁ Κ. Τσιρόπουλος. Ὅταν ὁ Κόντογλου ἔγραφε γιὰ τὸν Ἑλληνισμό, τὴν Ὀρθοδοξία, τὸ Βυζάντιο, τὴν παράδοση, δὲ μασοῦσε τὰ λόγια του. Χωρὶς φανατισμὸ καὶ δίχως ἴχνος προκατάληψης, ἀλλὰ μὲ γνώση, συνέπεια καὶ πάθος, πάθος ποὺ ἔβγαινε μέσα ἀπὸ τὰ σωθικὰ τοῦ Ἀνατολίτη, μαχόταν, γιὰ νὰ προβάλει τὸν πλοῦτο τοῦ Γένους μας, τὸν πλοῦτο ποὺ κρύβουμε ὅλοι μέσα μας, τὸν πλοῦτο μιᾶς «ἀνανεούμενης ἑλληνικότητας», ποὺ ὡς τρόπο ζωῆς ὁ ἴδιος ὁ Κόντογλου, στὸ ἔργο του, ἀπὸ τὸν Πέδρο Καζᾶς, τὴ Βασάντα, Τὰ δαιμόνια της Φρυγίας, Ἐξ Ἀνατολῶν πνεύματα ὀργισμένα, Ἡ ξεχασμένη Ἀνατολή, Ὁ Γιαβᾶς ὁ Θαλασσινός, ἴσαμε τὰ ἀμέτρητα, ἀξεπέραστα θαλασσογραφήματά του, ἀνίχνευσε στὸ λαϊκὸ ἦθος, στὴ λαϊκὴ μουσική, στὴν ἐκκλησιαστικὴ πίστη, στὸν τρόπο ποὺ ὁ λαός μας ἔχτιζε καὶ εἰκονογραφοῦσε τὶς ἐκκλησίες του, μακριὰ ἀπὸ ἰδεολογικὰ καὶ φυλετικὰ κριτήρια. Γι᾿ αὐτό, καθ᾿ ὅλη τὴ διάρκεια τοῦ βίου του παρέμεινε ἀκλόνητος, πιστὸς στὰ λόγια τῶν παππούδων του, πιστὸς στὸ μεγαλεῖο τῆς καθ᾿ ἡμᾶς Ἀνατολῆς. Οἱ ὁποιεσδήποτε «ἀκρότητές» του πάνω σὲ ζητήματα πίστης, ἂν καὶ ἀδικοῦσαν πολλούς, δὲν προδίδουν κάποια ἀνακολουθία. Ὁ ἴδιος, ἐξάλλου, φρονοῦσε ὅτι ἡ ὀρθοδοξία τίποτε ἄλλο δὲν εἶναι ἀπὸ μία «ἀκρότητα».

Ὑπὸ τὸ παραπάνω πρίσμα, ὁ ἐπαρκὴς καὶ προσεκτικὸς ἀναγνώστης τοῦ ἔργου τοῦ Κόντογλου, ἀπὸ τὸν πρωτόλειο Πέδρο Καζὰ ὡς τὰ τελευταία δοκιμιακοῦ χαρακτήρα κείμενά του, ἀλλὰ καὶ τὰ ζωγραφικὰ ἔργα του, διαπιστώνει ὅτι σ᾿ ὅλη τὴ δημιουργικὴ παραγωγή του, ἂν καὶ ἐπαναλαμβάνει πολλὰ κοινὰ σημεῖα, αὐτὰ ἄλλοτε ἐξαίρονται περισσότερο καὶ ἄλλοτε λιγότερο. Ὁ ἐντοπισμός τους εἶναι εὔκολος, μὰ χρειάζεται προσεκτικὴ μελέτη ὄχι μόνον αὐτῶν, ἀλλὰ καὶ τῶν πηγῶν ἀπ᾿ ὅπου ἀντλεῖ ὁ συγγραφέας καὶ καλλιτέχνης Κόντογλου. Αὐτὸ εἶναι ἰδιαίτερα σημαντικὸ τόλμημα, γιατὶ ὁ Κόντογλου δὲν εἶχε μόνο τὸ χάρισμα νὰ φτιάχνει μύθους, εἰκόνες καὶ σύμβολα, τὰ ὁποῖα σάρκωνε σὲ ὑπαρκτὰ πρόσωπα, ἀλλὰ ἀπὸ γεννησιμιοῦ του κατάφερε νὰ ἀφομοιώσει πάμπολλα στοιχεῖα τῶν μνημείων τῆς ἑλληνορθόδοξης παράδοσης. Πέραν ἀπὸ τὶς σχέσεις του μὲ τὸν ἔξω κόσμο, ὁ βυζαντινὸς Κόντογλου μέσα του ἦταν ἕνας ἀναχωρητής. Θρεμμένος καὶ μυημένος στὸ κλίμα τῆς ὀρθῆς ἀνάγνωσης τῆς «ὀρθόδοξης ἑλληνικότητας», κατὰ τὸν Π. Β. Πάσχο, ἔδωσε στὸ ἔργο του μιὰ μεταφυσικὴ χροιὰ καὶ ὄχι μιὰ ἠθική. Καὶ ὅταν λέγω μεταφυσική, δὲν ἐννοῶ κάτι τὸ δύσκαμπτο ποὺ μᾶς πάει σὲ ἕνα ἀπρόσιτο ὑπερπέραν, ἐννοῶ μία δημιουργικὴ καὶ συνθετικὴ κίνηση ποὺ διευρύνει τὰ ὅρια τῆς ἑλληνικότητας καὶ τῆς ὀρθοδοξίας καὶ τὰ κάμει οἰκουμενικά.

ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ

«Θα ξαναβρούμε τους ρυθμούς εκεί που τους αφήσαμε
Στην αμμουδιά με τους αφρούς του περασμένου χρόνου
Στα ξύλα που τα σφήνωσαν κατάβραχα φουρτούνες
Στα φύκια τα ξασπρόθωρα στο ασίγαστο νερό.

Θα ξαναβρούμε τους ρυθμούς παντού. Μονάχα εσένα
Δε θα σε βρούμε πουθενά της νιότης αστραπή
Πιο γρήγορη απ’ το τρέξιμο πιο λίγη απ’ το δελφίνι
Στο πήδημά του, μια στιγμή στο πέλαγο αν φανεί» […]

(Απόσπασμα στίχοι 1-8)

ΖΗΣΙΜΟΣ ΛΟΡΕΝΤΖΑΤΟΣ, Ποιήματα. Μικρά Σύρτις. Αλφαβητάρι. Συλλογή, εκδ. Ίκαρος, Αθήνα 2006, 149.

Άγιος Ερμογένης, Λέσβος.

«Τί δηλοί ο μύθος; Θ΄ απαντήσω. Πρώτον· εμπιστοσύνη στο φωτάκι· που παρακάμπτει με άλματα τις εγκεφαλικές διεργασίες και πιάνει με την πρώτη αυτά που ο μελετητής χρειάζεται χρόνια για να ξεκαθαρίσει μέσα του και να τα κατατάξει. Δεύτερον· ότι η αγάπη προς την ύλη δεν έχει καμιά σχέση με την υλιστική αντίληψη της ζωής. Και τρίτον· ότι αυτό που εννοούσαν οι προπάτορές μας όταν έλεγαν «καθένας όπως νιώθει» εξακολουθεί να ισχύει, έστω και αν οδηγεί μερικές φορές σ’ έναν φ α ι ν ο μ ε ν ι κ ά (επιμένω στο όρο) απαράδεκτο παραλογισμό. Έτσι είναι. Καθένας όπως νιώθει, όπως αισθάνεται».

Ιδιωτική Οδός, εκδ. Ύψιλον, Αθήνα 1990, 23-24.

JOSEPH ROTH και ROBERT MUSIL για μια καλή σπουδή του πρώτου μισού του 20ού αιώνα. Κλασικά πια λογοτεχνικά έργα, με ερμηνευτικό ιστορικό εύρος· άλλωστε θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν και λίαν προφητικά, για όσα σήμερα συμβαίνουν στην Ευρώπη, μιας και με ακρίβεια περιγράφουν τις δικτατορίες του περασμένου αιώνα.

Πού να πάω εγώ, ένας Τρόττα;

Η «Kρύπτη των Καπουτσίνων, το μυθιστόρημα που συμπληρώνει το αριστούργημα του Γιόζεφ Ροτ «Το Εμβατήριο του Ραντέτσκυ», είναι μια μελαγχολική, συγκινητική ελεγεία για τον χαμένο κόσμο της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας. Εξιστορεί την ανέμελη ζωή ενός μέλους τρίτης γενιάς της περίφημης οικογένειας Τρόττα στα χρόνια πριν τον Πρώτο Παγκόσμιο πόλεμο, την ενθουσιώδη στράτευση και την άδοξη σύλληψή του και εξορία στην Σιβηρία, την απόδρασή του, την απώλεια των ψευδαισθήσεων για τα στρατιωτικά ιδεώδη, την επιστροφή του και την αποστράτευσή του. Σε μια μεταπολεμική Βιέννη που μαστίζεται από οικονομική κρίση, όπου οι παλιές οικογένειες έχουν χάσει όλα τα προνόμιά τους, ο Τρόττα προσπαθεί να αναβιώσει έναν προβληματικό γάμο και να συμβιβαστεί με τη σκληρή και περίπλοκη κοινωνική πραγματικότητα της Βιέννης, καθώς εμφανίζονται τα πρώτα σημάδια της ναζιστικής ωμότητας που καταφθάνει απειλητικά.

Το τέλος είναι μια γυμνή αυτοπροσωπογραφία του Γιόζεφ Ροτ. Δεν είναι το πρόσωπο ενός μυθιστορηματικού ήρωα σε κάποια φανταστική κατάσταση. Είναι το συναίσθημα στο οποίο ο Ροτ δίνει φωνή in propria persona σε όλα τα γραπτά του εκείνης της εποχής: η ατμόσφαιρα της οριστικής κατάρρευσης και της απελπισίας, όπως βιώνεται κι εκφράζεται στα κείμενά του του 1935 με 1938.

ΔΥΟ ΑΞΙΟΠΡΟΣΕΚΤΕΣ ΚΡΙΤΙΚΕΣ:

  • http://www.kathimerini.gr/820021/article/politismos/vivlio/o-atelhs-8rhnos–enos-megaloy-syggrafea
  • http://www.kathimerini.gr/803500/article/politismos/vivlio/mia-elegeia-gia-to-xameno-parel8on

«Οι αναστατώσεις του οικότροφου Ταίρλες» υπήρξε το πρώτο βιβλίο του Ρόμπερτ Μούζιλ και, παρ’ όλο που το έγραψε σε ηλικία είκοσι πέντε ετών, συγκαταλέγεται, σύμφωνα με την έγκυρη εφημερίδα «Die Zeit», ανάμεσα στα εκατό αριστουργήματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Πρόκειται για ένα βιβλίο προφητικό, γιατί περιγράφει με ακρίβεια τις δικτατορίες του εικοστού αιώνα, αλλά αποτελεί και μια θαυμάσια ανάλυση της εφηβείας, που στηρίζεται σε αληθινά γεγονότα.
Ο νεαρός Ταίρλες ανακαλύπτει συνεχώς τον εαυτό του και τον κόσμο, τρομάζει και απορεί. Μέσα σ’ ένα αυστηρό ίδρυμα των αρχών του εικοστού αιώνα, όπου εκπαιδεύονται τα παιδιά των καλύτερων οικογενειών της Αυστρίας, συμβαίνουν τρομερά πράγματα. Μέσα στο ημίφως, σε μικρά καμαράκια κάτω από τη στέγη ή κάτω από τη γη, συνυπάρχει ένας άλλος κόσμος, που για να τον βρεις δε χρειάζεται παρά να χρησιμοποιήσεις μια σκάλα αυτού του «αξιοπρεπούς κτιρίου».

ΜΙΑ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΥΣΑ ΚΡΙΤΙΚΗ: 

  • http://rnbnet.gr/details.php?id=11262