Σε σταυροδρόμι το μάθημα των Θρησκευτικών;

Του Γεωργίου Στριλιγκά  / Σχολικού Συμβούλου Θεολόγων

Στην επικαιρότητα του μήνα που πέρασε, το ενδιαφέρον του θεολογικού κόσμου επικεντρώθηκε στην Απόφαση 660/2018 του Συμβουλίου της Επικρατείας για το μάθημα των Θρησκευτικών. Ήδη, πριν τη δημοσίευση της Απόφασης, αλλά και μετά από αυτή, εμφανίστηκε στα μέσα ενημέρωσης πληθώρα κειμένων, τα οποία υπερακόντιζαν υπέρ της «έννομης τάξης» έναντι της «χριστομαχίας», την οποία υποτίθεται ότι προωθούν πλέον τα Θρησκευτικά.

Οφείλω να αναφέρω ότι ανήκω στην πολυπληθή ομάδα των θεολόγων που εργάστηκαν για την εκπόνηση και την εφαρμογή των νέων Προγραμμάτων Σπουδών στο πλαίσιο μιας συλλογικής προσπάθειας για τη μορφωτική και παιδαγωγική αναβάθμιση του μαθήματος. Επισημαίνω το αυτονόητο ότι ο σεβασμός στην έννομη τάξη, τις δημόσιες αρχές του τόπου και τις αποφάσεις τους είναι θεμελιώδης δέσμευση για όλους μας. Από την άλλη πλευρά, είναι εύλογο να διατυπώνονται προβληματισμοί, ιδιαίτερα όταν στον διάλογο περί του πρακτέου εμφανίζονται αμφίσημες ή πολωτικές ερμηνείες.

Όπως είναι γνωστό, η συζήτηση για τα Θρησκευτικά διαρκεί πολλά χρόνια, ενώ εντάθηκε ιδιαίτερα μετά το 2008, με αφορμή τις τότε υπουργικές εγκυκλίους για τη δυνατότητα απαλλαγής των μαθητών, οι οποίες μετέτρεπαν το μάθημα σχεδόν σε προαιρετικό. Η εξέλιξη εκείνη είχε προβληματίσει σοβαρά και τις ομάδες που εκπόνησαν τα νέα Προγράμματα Σπουδών, οι οποίες ξεκίνησαν την εργασία τους το 2010, μολονότι δεν ήταν η κύρια αποστολή τους η επίλυση του συγκεκριμένου προβλήματος. Στην αντιμετώπισή του, πάντως, συνέβαλε η Απόφαση 115/2012 του Διοικητικού Εφετείου Χανίων, η οποία είναι σημαντική επειδή στο σκεπτικό της αναλύονται θέματα τα οποία αφορούν ευρύτερα στο μάθημα των Θρησκευτικών. Δεδομένου ότι οι αποφάσεις του εν λόγω δικαστηρίου είναι ισόκυρες με αυτές του Συμβουλίου της Επικρατείας, πολλοί ισχυρίστηκαν ότι η προαναφερθείσα Απόφαση ρύθμιζε αποτελεσματικά και οριστικά όλα τα ζητήματα γύρω από τον σκοπό, τον χαρακτήρα και το πλαίσιο λειτουργίας των Θρησκευτικών. Έχει ενδιαφέρον ότι στο σκεπτικό εκείνης της Απόφασης, μεταξύ άλλων, αξιοποιούνται ακόμη και οι Υπουργικές Αποφάσεις για το νέο Πρόγραμμα Σπουδών στα Θρησκευτικά Δημοτικού-Γυμνασίου (2011), η Σύσταση 1720/2005 της Κοινοβουλευτικής Συνδιάσκεψης του Συμβουλίου της Ευρώπης, ακόμη και μελέτες ορισμένων εκ των δημιουργών του νέου Προγράμματος Σπουδών. Από τα πολλά που θα μπορούσε κανείς να σχολιάσει, επισημαίνω την κομβικού χαρακτήρα αναφορά της Απόφασης ότι η ορθόδοξη πίστη πρέπει να διδάσκεται «προεχόντως» (αναφέρεται 5 φορές) ή «σε επαρκή βαθμό» (αναφέρεται 4 φορές) έναντι των άλλων θρησκειών. Ακόμη, ότι η θρησκευτική αγωγή στο σχολείο «επιβάλλεται να μην είναι άσχετη με την κοινωνική, την πολιτισμική και τη θρησκευτική συνείδηση του τόπου στον οποίο οι μαθητές ζουν και αναπτύσσονται». Επιπλέον, ότι «ανάγεται στο εθνικό περιθώριο εκτίμησης… εάν θα εισαγάγουν το μάθημα των θρησκευτικών στα δημόσια σχολεία και ποιο ειδικότερο σύστημα θα υιοθετήσουν», σύμφωνα και με προγενέστερες αποφάσεις του ΕΔΔΑ. Η Απόφαση 115/2012 ορίζει το βασικό νομικό πλαίσιο λειτουργίας του μαθήματος, κατά τη γνώμη μου, χωρίς να υπεισέρχεται στα ειδικά παιδαγωγικά χαρακτηριστικά της παρεχόμενης θρησκευτικής εκπαίδευσης. Έτσι, προσδιορίζει τον υποχρεωτικό χαρακτήρα του μαθήματος και περιγράφει τη δυνατότητα των ετεροδόξων, αλλοθρήσκων και αθρήσκων να εξαιρούνται για λόγους θρησκευτικής συνείδησης.

Όταν διάβασα την πρόσφατη Απόφαση 660/2018 του Συμβουλίου της Επικρατείας, ως απλός αναγνώστης των κειμένων, το πρώτο πράγμα που μου έκανε εντύπωση ήταν ότι στο εκτενές σκεπτικό της, ανεξάρτητα από το εάν έπρεπε ή όχι, αποσιωπάται απολύτως η αντίστοιχη 115/2012 του Διοικητικού Εφετείου Χανίων. Αίφνης, διαπίστωσα ότι το «προεχόντως» των Χανίων μετατρέπεται πλέον σε «αποκλειστικά», στην πρόσφατη Απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας. Η τελευταία ορίζει ότι η προσβαλλόμενη Υπουργική Απόφαση, δηλαδή το Πρόγραμμα Σπουδών στα Θρησκευτικά, «έπρεπε να απευθύνεται αποκλειστικά στους ορθόδοξους χριστιανούς μαθητές», ότι το μάθημα «απευθύνεται αποκλειστικά… στους μαθητές που ασπάζονται το ορθόδοξο χριστιανικό δόγμα και όχι στους ετεροδόξους, αλλοθρήσκους ή αθέους», ότι οι μαθητές ανάλογα με τη θρησκεία τους έχουν δικαίωμα «να διδάσκονται αποκλειστικώς τα δόγματα της πίστεώς τους (όχι δε και τα δόγματα άλλων θρησκειών)» και ότι «η διδασκαλία του μαθήματος αυτού δεν μπορεί παρά να απευθύνεται αποκλειστικά στους ορθόδοξους χριστιανούς μαθητές». Ο όρος «αποκλειστικά» αναφέρεται στην Απόφαση πάνω από 10 φορές με το παραπάνω ή με συναφές νόημα, ενώ άλλες 10 φορές αναφέρεται ότι στο υφιστάμενο Πρόγραμμα Σπουδών η θεματολογία είναι «όχι αποκλειστικά ορθόδοξη», κοκ.

Χωρίς να διεκδικώ το νομικό αλάθητο, στο σημείο αυτό αρχίζουν οι δικοί μου προβληματισμοί. Και εξηγούμαι:

Σε γενικές γραμμές, κατηχητικό μάθημα Θρησκευτικών είναι η μορφή θρησκευτικής εκπαίδευσης η οποία απευθύνεται σε πιστούς του ίδιου δόγματος και αποβλέπει στην ανάπτυξη της θρησκευτικής πίστης τους, ενώ ομολογιακό μάθημα αναγνωρίζεται η θρησκευτική εκπαίδευση η οποία επικεντρώνεται σε μια ορισμένη θρησκευτική παράδοση. Σύμφωνα με την Απόφαση 115/2012, η κατά τη συνταγματική επιταγή του άρθρου 16 παρ. 2 ανάπτυξη της θρησκευτικής συνείδησης των ορθόδοξων μαθητών πρέπει να γίνεται «προεχόντως» κατά τη χριστιανική διδασκαλία «και αυτό υπάγεται στην διακριτική ευχέρεια των ελληνικών αρχών (περιθώριο εκτίμησης)». Επομένως, το μάθημα των Θρησκευτικών οφείλει να επικεντρώνεται στην επικρατούσα χριστιανική θρησκευτική παράδοση. Από την άλλη πλευρά η Απόφαση 660/2018 ορίζει ότι το μάθημα «απευθύνεται αποκλειστικά στους ορθόδοξους χριστιανούς μαθητές» και ότι «δεν εμποδίζεται η πολιτεία να περιλαμβάνει στα σχολικά προγράμματα, στο πλαίσιο άλλων μαθημάτων απευθυνομένων στο σύνολο των μαθητών, (ανεξαρτήτως δηλαδή της θρησκευτικής τους εντάξεως), και εκπαίδευση «θρησκειολογικού» χαρακτήρος με πληροφορίες και γνώσεις και για άλλες, πέραν της Ορθοδοξίας, θρησκείες και δόγματα «κατά τρόπο αντικειμενικό, κριτικό και πλουραλιστικό, χωρίς να επιδιώκει κατηχητικό σκοπό» (σ.σ.: η υπογράμμιση δική μου).

Τελικά, τα διδακτικά θέματα των Θρησκευτικών οφείλουν να είναι «αμιγώς» και «αποκλειστικώς» ορθόδοξα ή ενδείκνυται και η διδασκαλία ορισμένων θρησκειολογικών και άλλων στοιχείων; Άραγε, με ποιο κριτήριο μπορεί να χαρακτηριστεί ένα διδακτικό θέμα ή υλικό ως ορθόδοξο; Με το κριτήριο της προέλευσής του ή μήπως της μαθησιακής στόχευσης, της διδακτικής χρήσης και του μαθησιακού αποτελέσματος; Μια διδασκαλία μπορεί να χρησιμοποιεί ορθόδοξα υλικά και να είναι αντορθόδοξη και αντίθετα να αξιοποιεί μη ορθόδοξα υλικά και να είναι ορθοδοξότατη. Επιπλέον, η διερεύνηση εκφάνσεων της θρησκευτικής ετερότητας είναι αποστολή άλλων μαθημάτων; Ο ορθόδοξος χριστιανός δεν πρέπει να γνωρίζει τίποτε για το θρησκευτικό περίγυρο που τον περιβάλλει; Ή μήπως πρέπει να δημιουργηθούν και «άλλα» μαθήματα που θα ασχολούνται με αυτό το πεδίο;

Η Απόφαση 660/2018 αποφαίνεται ότι «η εν λόγω απόφαση κλονίζει την ορθόδοξη χριστιανική συνείδηση, την οποία, ήδη πριν από την έναρξη του σχολικού βίου διαμορφώνουν οι μαθητές αυτοί στο πλαίσιο του οικογενειακού τους περιβάλλοντος, είναι δε ικανή η εισαγόμενη με την προσβαλλόμενη απόφαση διδασκαλία ως επέμβαση στον ευαίσθητο ψυχικό κόσμο των μαθητών αυτών που δεν διαθέτουν την ωριμότητα και την κριτική αντίληψη των ενηλίκων, να τους εκτρέψει από την ορθόδοξη χριστιανική συνείδησή τους». Άραγε, ο ψυχικός κόσμος των μαθητών, η κριτική σκέψη, τα στάδια ανάπτυξης και μαθησιακής ωρίμανσης και εν τέλει ο τρόπος ανάπτυξης της θρησκευτικής συνείδησης είναι νομικά ή παιδαγωγικά θέματα; Το νομικό πλαίσιο, ασφαλώς, είναι αναγκαίο για τη θεμελίωση ορίων και κανόνων στη λειτουργία του θεσμού. Όμως, ο τρόπος οικοδόμησης της μάθησης είναι καθαρά παιδαγωγικό ζήτημα. Η ταπεινή μου γνώμη είναι ότι το καθόλα σεβαστό ανώτατο ακυρωτικό δικαστήριο δεν απέφυγε τον σκόπελο της εισπήδησης σε καθαρά παιδαγωγικά χωράφια, εντάσσοντας στο σκεπτικό της Απόφασης τετριμμένα επιχειρήματα ενίων επικριτών του νέου Προγράμματος Σπουδών, με αποτέλεσμα την πλημμελή χρήση παιδαγωγικών όρων (λ.χ. «αναστοχασμός», «διδακτέα ύλη», «διδακτικοί στόχοι», «κριτική αντίληψη», κ.ά.), την παραθεώρηση της θεωρίας γύρω από την εξέλιξη και τη διαμόρφωση των Αναλυτικών Προγραμμάτων και των Προγραμμάτων Σπουδών, την αποσπασματική προβολή ορισμένων διδακτικών θεμάτων έναντι άλλων, την ερμηνεία ορισμένων προσδοκώμενων μαθησιακών αποτελεσμάτων αποκομμένα από το παιδαγωγικό πλαίσιό τους, την εξαγωγή παιδαγωγικών συμπερασμάτων («είναι δε ικανή…») χωρίς τεκμηρίωση με συγκεκριμένα εκπαιδευτικά στοιχεία, κ.ά. Παρ’ όλα αυτά, τα τελευταία ζητήματα δεν είναι το μείζον στην υπόθεσή μας. Άλλωστε τα Αναλυτικά Προγράμματα και τα Προγράμματα Σπουδών έρχονται και παρέρχονται.

Από τον ορυμαγδό των ανακοινώσεων από εγνωσμένους επικριτές του Προγράμματος Σπουδών, οι οποίες ακολούθησαν την έκδοση της Απόφασης, αποκόμισα την εντύπωση ότι τους τελευταίους απασχολεί άλλο σπουδαιότερο ζήτημα. Πρόκειται για την προσδοκία ριζικής αναδιοργάνωσης του μαθήματος, με βάση την αντίληψή τους για τον σκοπό, τον χαρακτήρα και τον τρόπο οργάνωσής του. Η εντύπωση αυτή θεμελιώνεται στις σαφείς τοποθετήσεις ορισμένων πρωταγωνιστών της προσφυγής στο Συμβούλιο της Επικρατείας. Για παράδειγμα, ήδη διαβάσαμε σε επίσημη ανακοίνωση: Η Εκκλησία «να διεκδικήσει… αυτό πού δικαιωματικά της ανήκει και πού παρανόμως και αντιδημοκρατικά της αφαιρείται, να συγγράφει ἡ ίδια μέσῳ των Συνοδικών Επιτροπών Χριστιανικής Αγωγής και Νεότητος καί Πολιτιστικής Ταυτότητος τα βιβλία θρησκευτικών που θα διδάσκονται στους Ορθόδοξους Ελληνόπαιδες». Το παζλ συμπληρώνεται από τις δηλώσεις άλλου πρωταγωνιστή της προσφυγής στο Συμβούλιο της Επικρατείας, ο οποίος όταν ρωτήθηκε για τη θρησκευτική εκπαίδευση των μη ορθόδοξων μαθητών στο ελληνικό σχολείο απάντησε: να διδάσκονται την πίστη τους «όπως και εμείς».

Υποθέτω ότι οι παραπάνω απόψεις εντάσσονται στο πλαίσιο μιας ευρύτερης αντίληψης για την οργάνωση του μαθήματος, η οποία ουσιαστικά παραπέμπει στο πολυθρησκειακό μοντέλο των πολλαπλών ομολογιακών μαθημάτων, στα οποία οι θρησκευτικές κοινότητες έχουν την ευθύνη τουλάχιστον της συγγραφής των διδακτικών βιβλίων. Δεν υποτιμώ καθόλου αυτή την πρόταση, ακόμη και αν επί της ουσίας προτείνει να αντιγράψουμε για τους ορθόδοξους ό,τι ισχύει μερικά για τους μουσουλμάνους και τις λοιπές μειονότητες στη χώρα μας, το οποίο είναι άλλης τάξης ζήτημα. Δεν υπεισέρχομαι, ακόμη, στους παιδαγωγικούς προβληματισμούς που έχουν καταγραφτεί από την πολύχρονη εφαρμογή ποικίλων εκδοχών αυτού του συστήματος σε διάφορες ευρωπαϊκές χώρες, αν και ορισμένοι προτείνουν να τις αντιγράψουμε. Προσπερνώ, επίσης, τη διαφαινόμενη καχυποψία, η οποία είναι βάναυσα προσβλητική, έναντι όλων όσοι μέχρι σήμερα έγραψαν διδακτικά βιβλία, Αναλυτικά Προγράμματα και Προγράμματα Σπουδών στα Θρησκευτικά. Οι τελευταίοι δεν είναι ορθόδοξοι, δεν είναι παιδιά της Εκκλησίας;

Τελικά, αυτό είναι το βασικό πρόβλημα των Θρησκευτικών; Αυτό λείπει από το ελληνικό σχολείο στην παρούσα φάση; Αυτό χρειάζονται τα παιδιά μας; Είναι ρεαλιστικά εφαρμόσιμη λύση στο ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα; Είναι καιρός για τέτοιες δοκιμές; Έχουν ερωτηθεί οι θεολόγοι εκπαιδευτικοί και οι δάσκαλοι; Συμφωνούν οι γονείς, ως αρμόδιοι για την επιλογή της θρησκευτικής εκπαίδευσης των παιδιών τους; Συμφωνούν οι επιστημονικές ενώσεις των θεολόγων και οι Θεολογικές Σχολές; Συμφωνεί η Διοικούσα Εκκλησία; Ας τολμήσουμε να ρωτήσουμε δειγματοληπτικά τους άμεσα ενδιαφερόμενους. Ας διδαχθούμε από τα στοιχεία γύρω από τις επιστροφές των Φακέλων (βιβλίων υλικού) των Θρησκευτικών, τα οποία έχουν δημοσιευτεί και είναι ενδεικτικά των τάσεων. Παρά την τεράστια και μονομερή εκστρατεία για το θέμα, οι γονείς μαθητών που επέστρεψαν Φακέλους δεν υπερβαίνουν το 0,4 % του συνόλου των μαθητών. Είναι ένας σαφής δείκτης που φανερώνει τον προσανατολισμό και το περιεχόμενο της παιδαγωγικής διαδικασίας, με την οποία οφείλει το μάθημα να διαχειρίζεται τις σύγχρονες νεανικές ανησυχίες και μαθησιακές ανάγκες.

Άραγε, ποιες θα είναι οι άμεσες επιπτώσεις στην οργάνωση του μαθήματος στο σχολείο, εάν η πολιτεία θελήσει να προχωρήσει σε τέτοιες αλλαγές; Υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι επί της ουσίας θα ανατραπεί ο υποχρεωτικός χαρακτήρας του μαθήματος, ειδικά στο Δημοτικό και το Λύκειο; Οι θιασώτες αυτής της πρότασης συνήθως αποσιωπούν μια σημαντική «λεπτομέρεια». Τυχόν γενίκευση του πολυθρησκειακού μοντέλου χωριστών θρησκευτικών μαθημάτων θα έχει ως πρώτη βασική επίπτωση την επίσημη είσοδο στο ελληνικό σχολείο της ουδετερόθρησκης ηθικής, η οποία φρονώ ότι δεν θα διδάσκεται από τους υπάρχοντες θεολόγους, όπως ήδη γίνεται στο Ευρωπαϊκό Σχολείο Ηρακλείου Κρήτης. Πιστεύει κανείς στα σοβαρά ότι ύστερα από μια τέτοια εξέλιξη οι έλληνες πολίτες και μαθητές θα επιλέξουν με βάση τη θρησκευτική προέλευσή τους; Μπορούμε να αγνοήσουμε την προϊούσα εκκοσμίκευση στην ελληνική κοινωνία και κυρίως τα παιδαγωγικά χαρακτηριστικά των εφήβων, οι οποίοι βιώνουν φάσεις αμφιβολίας και αμφισβήτησης; Στην ευαίσθητη σχολική ηλικία τα παιδιά έχουν αποκρυσταλλώσει τι είναι δικό τους και τι δεν είναι;

Τελικά, ποιος επιδιώκει ανατροπές στα ήδη υφιστάμενα; Κακώς πορεύτηκε το ελληνικό σχολείο μέχρι σήμερα; Μήπως και τα προγενέστερα Αναλυτικά Προγράμματα ήταν μη σύννομα; Είναι προφανές ότι εάν πάρουμε τοις μετρητοίς το «αποκλειστικά» της Απόφασης 660/2018 είναι στον αέρα τόσο τα νυν όσο και τα προηγούμενα Αναλυτικά Προγράμματα και διδακτικά βιβλία, καθώς επίσης σύμφωνα με το ίδιο κριτήριο είναι παντελώς ανεφάρμοστη η πολυδιαφημισμένη πρόταση, που υποβλήθηκε στην Ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδος το 2016, χωρίς καμία παιδαγωγική τεκμηρίωση, για εμπλουτισμό των παλιών βιβλίων με διακριτές θρησκειολογικές ενότητες σε ποσοστό 20 %.

Διερωτώμαι: Η τυχόν οργάνωση των Θρησκευτικών σύμφωνα με το πολυθρησκειακό ομολογιακό μοντέλο δεν θα εισάγει, και μάλιστα από την πόρτα, τη λεγόμενη «πολυθρησκεία» ή την «πανθρησκεία» στο ελληνικό σχολείο, την οποία τόσο έντονα στηλιτεύουν ορισμένοι πρωταγωνιστές της προσφυγής; Χρησιμοποιώ τους όρους, με το ίδιο νόημα όπως οι επικριτές των νέων Προγραμμάτων Σπουδών, αποκλειστικά και μόνο για να επισημανθεί η αντίφαση. Άραγε, η Βαβέλ σχετίζεται μόνο με την ατομικιστική βίωση του συγκρητισμού ή αφορά και στις συλλογικότητες εκείνες οι οποίες προωθούν πολλαπλές «αλήθειες», ισότιμα, ταυτόχρονα και παράλληλα; Το σχολείο είναι μια κοινότητα συνεργασίας και μάθησης, που προωθεί συλλογικά τη μόρφωση και την πνευματική καλλιέργεια και δεν είναι συνομοσπονδία μαθητικών ομάδων, όπου οι μαθητές απλά συμβιώνουν μεταξύ τους χωρίς σκοπό, ανεχόμενοι αλλήλων. Δεν είναι αντιφατικό οι επικριτές να καταγγέλλουν το νέο Πρόγραμμα Σπουδών, το οποίο περιέχει ένα μικρό και παιδαγωγικά σταθμισμένο ποσοστό θρησκειολογικών στοιχείων, ως «πολυθρησκειακό» και «πανθρησκειακό», συγχέοντας την παιδαγωγική θεμελίωση και τις διδακτικές διαδικασίες με το θεολογικό περιεχόμενό του, και από την άλλη να προωθούν το πολυθρησκειακό ομολογιακό μάθημα, το οποίο εξισώνει όλες τις «ομολογίες» μεταξύ τους;

Φοβούμαι ότι τέτοιες προσεγγίσεις, όπως η τελευταία, είναι βούτυρο στο ψωμί αυτών που θα έβλεπαν με ευχαρίστηση να παραγκωνίζεται το μάθημά μας. Μια τέτοια λύση, αναμφισβήτητα, είναι βολική και για τους κρατούντες, παρά τις πρόσκαιρες επικοινωνιακές κορώνες, εφόσον τους διευκολύνει να απαλλαγούν άπαξ δια παντός από το ακανθώδες ζήτημα της ισορροπημένης παρουσίας των Θρησκευτικών στο ελληνικό σχολείο. Άπαγε! Προβληματίζομαι μήπως τέτοιες αναφορές προετοιμάζουν συνειδητά το έδαφος για τα χειρότερα. Εάν αληθεύει η πληροφορία ότι η Ένωση Αθέων έχει προσφύγει, επίσης, στο Συμβούλιο της Επικρατείας εναντίον του μαθήματος διεκδικώντας απαλλαγές -με το επιχείρημα ότι το νέο Πρόγραμμα Σπουδών στα Θρησκευτικά είναι ομολογιακό και ορθόδοξο!- δεν θέλει πολλή φαντασία να υποθέσει κανείς ότι το ανώτατο δικαστήριο ενδέχεται να κατοχυρώσει στους καθόλα σεβαστούς συμπολίτες μας το δικαίωμα να διεκδικήσουν και αυτοί «το δικό τους» μάθημα, σε συνέχεια της αντίστοιχης «ομολογιακής» γραμμής, η οποία τηρήθηκε για τους επικριτές της άλλης πλευράς. Τα υπόλοιπα είναι θέμα χρόνου. Όλα κανονικά και με τον νόμο!

Στο πλαίσιο μιας τάχα «καθαρής» νομικής λύσης, θα ρισκάρουμε με οποιοδήποτε κόστος την οργάνωση μιας παιδαγωγικά υπεύθυνης και σωστά προετοιμασμένης και δομημένης θρησκευτικής εκπαίδευσης; Μέχρι σήμερα, τα Θρησκευτικά στο δημόσιο σχολείο καλύπτουν το μεγαλύτερο μέρος των παιδιών -τα οποία βεβαίως στην πλειοψηφία τους είναι ορθόδοξα-, προσεγγίζοντας αυθεντικές παιδαγωγικές προσδοκίες και ανάγκες τους, και ταυτόχρονα παρέχουν, έστω στους λίγους, τη δυνατότητα εξαίρεσης για λόγους θρησκευτικής συνείδησης. Μάλιστα, στα πρόσφατα χρόνια μαρτυρείται μείωση του φαινομένου των απαλλαγών.

Συμπερασματικά, το μοντέλο της πολυθρησκειακής ομολογιακής εκπαίδευσης, μολονότι έχει ερείσματα στο ισχύον νομικό πλαίσιο, δεν είναι η μοναδική λύση. Αυτό δείχνει η πολύχρονη δημιουργική εμπειρία του ελληνικού σχολείου, την οποία μπορούμε να βελτιώσουμε -άλλωστε, αυτό επιδιώκουν και τα νέα Προγράμματα Σπουδών-, ενώ θα ήταν αφροσύνη εάν την ανατρέψουμε.

Παρ’ όλα αυτά, εάν αυτή είναι η επιδίωξη όλων όσοι τα τελευταία χρόνια θορυβούν τόσο έντονα γύρω από το μάθημα των Θρησκευτικών, πρέπει να το πουν με ειλικρίνεια και σαφήνεια, καθώς επίσης να αναλάβουν την ευθύνη της πρότασής τους. Αυτονόητο είναι ότι πρωταρχικά οφείλει να ξεκαθαρίσει τη θέση της η Πανελλήνια Ένωση Θεολόγων.

ΠΗΓΗ

Ιδιωτική Οδός

Οι χριστιανικές πηγές της Ευρώπης

Του ΣΤΑΥΡΟΥ ΖΟΥΜΠΟΥΛΑΚΗ

thema--10

Μ​​αύρη μαυρίλα έχει πλακώσει πάλι τα εκκλησιαστικά πράγματα. Φασίστας δεσπότης κηρύττει το μίσος, το αρμόδιο δικαστήριο τον απαλλάσσει, ενώ δεν βρίσκεται κανείς επίσκοπος, ιερέας ή μοναχός να κάνει μια δήλωση αποδοκιμασίας. Το Συμβούλιο της Επικρατείας δείχνει να μην καταλαβαίνει σε ποιον κόσμο ζούμε, ενώ η Αρχιεπισκοπή Αθηνών και το Οικουμενικό Πατριαρχείο μάχονται στα δικαστήρια για το ποιος έχει δικαίωμα να τελεί ακολουθίες σε ένα ναΰδριο. Τούτη τη στιγμή, πάντως, ας με συγχωρήσουν οι αναγνώστες της στήλης, δεν έχω διάθεση να ασχοληθώ με όλα αυτά, με τόση βλακεία και τόσο σκοτάδι. Έχω ανάγκη από κάτι πιο φωτεινό.

Θα μιλήσω λοιπόν για το συνέδριο που διοργάνωσε η Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος, μαζί με το Ινστιτούτο Ανθρωπιστικών Επιστημών (ανήκει στην κοινότητα των Ιησουιτών της Αθήνας), το Institut des Sources Chrétiennes και άλλους τέσσερις ευρωπαϊκούς και ελληνικούς φορείς, στις 23-24 Φεβρουαρίου 2018, στις νέες κτιριακές εγκαταστάσεις της στο ΚΠΙΣΝ. Τίτλος του ελληνογαλλικού συνεδρίου: «Sources Chrétiennes: ελληνική και λατινική συμβολή στον ευρωπαϊκό πολιτισμό».

Η συλλογή Sources Chrétiennes, που συμπληρώνει φέτος 75 χρόνια ζωής, είναι σήμερα η μεγαλύτερη συλλογή έκδοσης έργων Πατέρων της Εκκλησίας και εκκλησιαστικών συγγραφέων στη γαλλική γλώσσα και μία από τις μεγαλύτερες και εγκυρότερες σε όλο τον κόσμο. Ιστορικά, αποτελεί το τρίτο μεγάλο εκδοτικό εγχείρημα αυτού του είδους στη Γαλλία, αν λογαριάσουμε ως πρώτο εκείνο των Βενεδικτίνων του αγίου Μαύρου, των mauristes, κατά το 17ο αιώνα (με κορυφαίους, ανάμεσά τους, τον Jean Mabillon και τον Bernard de Montfaucon), και δεύτερο του αββά Migne το 19ο αιώνα, ο οποίος σε μέγα μέρος συμπεριέλαβε στη δική του σειρά εκδόσεις των mauristes. Τεκμήριο για τη σημασία της συλλογής των Sources Chrétiennes είναι το γεγονός ότι αποτελεί ήδη αντικείμενο ιστορικής έρευνας και μελέτης. Μετράμε μέχρι τώρα τρία τέτοια βιβλία.

Η σειρά ξεκίνησε τον χειμώνα του 1942-43 (το πρώτο βιβλίο, «Περί του Βίου Μωυσέως» του Γρηγορίου Νύσσης, τυπώθηκε τον Νοέμβριο 1942, αλλά κυκλοφόρησε στις αρχές του 1943), αριθμεί σήμερα 600 τόμους, και συνεχίζει ακάθεκτη με ρυθμό 10 τόμων τον χρόνο. Ιδρυτές της ήταν τρεις σπουδαίοι θεολόγοι (οι δύο πρώτοι από τους μεγαλύτερους του 20ού αιώνα): Jean Daniélou, Henri de Lubac, Claude Mondésert. Η συλλογή αυτή θέλησε να γίνει στη Γαλλία, όχι εξαρχής ίσως, αλλά οπωσδήποτε από ένα χρονικό σημείο και έπειτα, ό,τι ήταν οι εκδόσεις Budé για την ελληνική και ρωμαϊκή αρχαιότητα, να μπει δηλαδή στη βιβλιοθήκη κάθε μορφωμένου Γάλλου.

Η επιδίωξη αυτή ξεκινούσε από την πικρή διαπίστωση ότι ο γαλλικός διανοούμενος κόσμος αγνοούσε, στην καλύτερη περίπτωση, όταν δηλαδή δεν περιφρονούσε, τις χριστιανικές πηγές του κοινού ευρωπαϊκού πολιτισμού. Επιπλέον, η συλλογή εμπνεόταν ευθύς εξαρχής από το πνεύμα του οικουμενικού διαλόγου, όπως φαίνεται καθαρά από την επιλογή των τίτλων και τις εισαγωγές. Τα πρώτα χρόνια, μάλιστα, η συλλογή συνειδητά δεν περιελάμβανε έργα Λατίνων συγγραφέων, επειδή τα θεωρούσε πιο γνωστά, αλλά μόνο Ελλήνων. Σήμερα γνωρίζουμε καλά τον ρόλο που έπαιξε στη Β΄ Βατικανή Σύνοδο η γνωριμία αυτή των Γάλλων θεολόγων και κληρικών με τους Έλληνες Πατέρες. Οι στόχοι και οι επιδιώξεις των Sources Chrétiennes άλλαξαν στο πέρασμα του χρόνου. Ο αρχικός στόχος ήταν κυρίως εκκλησιαστικός, οι ιδρυτές τους επιδίωκαν μια αναβάπτιση της Εκκλησίας στις πηγές της, ήθελαν να επηρεάσουν τη ζωή και τη σκέψη των χριστιανών και όποιου άλλου ανθρώπου με θρησκευτική αναζήτηση.

Σήμερα που η ήττα του χριστιανισμού στις δυτικές κοινωνίες παίρνει όλο και μεγαλύτερες διαστάσεις, η επιδίωξη γίνεται όλο και περισσότερο ακαδημαϊκή. Το αγοραστικό κοινό των εκδόσεων είναι πια κατά κύριο λόγο οι βιβλιοθήκες (το τιράζ σήμερα είναι 1.500 αντίτυπα –αντί 2.500 και 3.000 που ήταν αρχικά– και από αυτά τα μισά αγοράζονται από βιβλιοθήκες). Τον ακαδημαϊκό στόχο τους, πάντως, οι Sources Chrétiennes τον έχουν πετύχει από καιρό. Τα βιβλία τής σειράς έχουν μπει σε πολλές σχολές, δίπλα στον Θουκυδίδη και στον Πολύβιο έχει βρει τη θέση του και ο Ευσέβιος Καισαρείας.

Το συνέδριο στην Εθνική Βιβλιοθήκη για το οποίο κάνουμε λόγο εδώ ήταν μια φωτεινή στιγμή υψηλής πνευματικής απαιτητικότητας και φιλίας, όπου Γάλλοι και Έλληνες, Καθολικοί και Ορθόδοξοι, συζήτησαν για Ελληνες και Λατίνους Πατέρες, χωρίς απολογητική ή πολεμική διάθεση, χωρίς θριαμβολογικούς τόνους για την αιώνια σοφία των Πατέρων, αλλά με τη σεμνότητα που επιβάλλει η αληθινή γνώση. Όταν εκδοθούν τα πρακτικά, θα φανεί ότι οι παραπάνω διατυπώσεις δεν είναι υπερβολικές. Ένα πράγμα αποτέλεσε κοινή διαπίστωση: όσα θεωρούμε ως διαφορές ανάμεσα στους Έλληνες και στους Λατίνους Πατέρες είναι κατά βάση προϊόν άγνοιας και πηγάζουν από προειλημμένες θεολογικές θέσεις, ερήμην των κειμένων. Θα δώσω ένα μόνο παράδειγμα: πολλοί Ορθόδοξοι, ανάμεσά τους και σοβαροί άνθρωποι, ισχυρίζονται ότι ο Αυγουστίνος δεν κάνει λόγο για τη θέωση του ανθρώπου, αλλά για τη λύτρωσή του, με δικανικούς όρους. Η εισήγηση της Isabelle Bochet έδειξε –ακολουθώντας και άλλους που έχουν προηγηθεί– πόσο μεγάλη θέση κατέχει στο έργο του Αυγουστίνου η ιδέα της θέωσης.

Η Ορθόδοξη Εκκλησία εγκαυχάται ότι είναι πατερική. Πού θεμελιώνεται αυτό; Στο γεγονός τάχα ότι οι ιερείς στο κήρυγμά τους χρησιμοποιούν συχνά-πυκνά τη φράση «όπως λένε οι Πατέρες» ή στο ότι οι ορθόδοξες θεολογικές μελέτες είναι διάστικτες με πατερικά παραθέματα; Το «όπως λένε οι Πατέρες» αποτελεί αψευδές τεκμήριο ότι εκείνος που το λέει δεν τους έχει διαβάσει, γιατί αν τους είχε διαβάσει θα γνώριζε ότι δεν λένε όλοι το ίδιο. Τα πατερικά παραθέματα στις θεολογικές μελέτες εξασφαλίζουν εύκολα διαπιστευτήρια ορθοδοξίας και οχυρώνουν το κείμενο έναντι της κριτικής ότι παρουσιάζει σχετικό έλλειμμα. Πολύ συχνά οι συγγραφείς τα αναζητούν και τα προσθέτουν εκ των υστέρων, αφού έχουν ολοκληρώσει το κείμενό τους.

Οι Πατέρες δεν αποτελούν για τους περισσότερους Ορθόδοξους θεολόγους πηγή έμπνευσης της σκέψης τους, αλλά ένα ταμπούρι πίσω από το οποίο προφυλάσσονται και αμύνονται απέναντι στους χριστιανούς των άλλων Εκκλησιών και απέναντι στον σύγχρονο κόσμο. Με την πυκνή παράθεση πατερικών χωρίων προσπαθούν απλώς να συγκαλύψουν την απουσία της δικής τους σκέψης.

ΠΗΓΗ

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Καλόν παράδεισο Δάσκαλε

Εκδημία Ομότιμου Καθηγητή Αντωνίου – Αιμίλιου Ταχιάου

Ταχιάος

Μέσα στο αναστάσιμο κλίμα της Διακαινησίμου εβδομάδος εξεδήμησε προς Κύριον, πλήρης ημερών, ο διαπρεπής σλαβολόγος, ομότιμος καθηγητής του Τμήματος Θεολογίας ΑΠΘ και ακαδημαϊκός Αντώνιος-Αιμίλιος Ταχιάος. Ο εκλιπών άφησε πίσω του μια μεγάλη οικογένεια και ένα πλούσιο ερευνητικό έργο. Η εξόδιος ακολουθία του αείμνηστου δασκάλου θα τελεστεί αύριο Τετάρτη 11 Απριλίου 2018 στον Μητροπολιτικό Ναό του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά (Θεσσαλονίκη) στις 11:30 π.μ. Τον Οικουμενικό Πατριάρχη θα εκπροσωπήσει ο Μητροπολίτης Ἀρκαλοχωρίου, Καστελλίου καί Βιάννου και Καθηγητής του Τμήματος Θεολογίας του ΑΠΘ κ. Ανδρέας.

ΠΗΓΗ

ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ ΔΡΩΜΕΝΑ

Θρησκευτικά για όλους

Της Αγγελική Ζιάκα / Αναπληρώτριας Καθηγήτριας Θρησκειολογίας της Θεολογικής Σχολής ΑΠΘ

Με αφορμή τον θόρυβο που δημιουργήθηκε και πάλι γύρω από το μάθημα των Θρησκευτικών είναι ίσως ωφέλιμο να ξαναθυμηθούμε κάποια από τα γεγονότα και να ξανασκεφτούμε το τι πραγματικά διακυβεύεται.

Για τους νέους φακέλους του προγράμματος των Θρησκευτικών συνεργάστηκαν διάφοροι άξιοι θεολόγοι της Τριτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης από όλη την Ελλάδα και υπό την επίβλεψη, κατόπιν ανοιχτής πρόσκλησης, του Ινστιτούτου Εκπαιδευτικής Πολιτικής. Μεταξύ αυτών ήταν, ήδη από το 2011, πολλοί εξαίρετοι συνάδελφοι που άρχισαν από τότε ακόμη να δουλεύουν τα προγράμματα του Γυμνασίου. Αργότερα, γύρω στα τέλη του 2014, προστεθήκαμε κι άλλοι στον αγώνα για την ανανέωση του μαθήματος των Θρησκευτικών. Ένας αγώνας ωραίος, αλλά και αρκετά δύσκολος λόγω των διαφόρων υπόγειων συκοφαντιών και αντιστάσεων, αμείωτων ακόμη και έως σήμερα. Ένας αγώνας ο οποίος ποτέ δεν υποτίμησε την Εκκλησία και τις διάφορες ομολογίες και λοιπές θρησκευτικές κοινότητες της χώρας, με τις οποίες και διαλέχθηκε, αλλά ούτε και τους μαθητές και τον δημόσιο χαρακτήρα του μαθήματος των Θρησκευτικών και της αδήριτης ανάγκης ανανέωσής του, λόγω των ραγδαίων αλλαγών στην κοινωνία μας.

Τα σημαντικότερα σημεία αυτής της ανανέωσης στόχευαν σε:

* Ένα μάθημα το οποίο θα απευθύνεται σε όλους τους μαθητές χωρίς διακρίσεις χρώματος, καταγωγής, γλώσσας, θρησκευτικής παράδοσης ή κοινωνικής θέσης.

* Ένα μάθημα που θα καλλιεργεί ανοικτό πνεύμα, γνώση και σεβασμό στον καθένα χωρίς να διαχωρίζει τους μαθητές. Διότι ο διαχωρισμός στο σχολείο μπορεί να συμβάλει στην ενδυνάμωση του θρησκευτικού κοινοτισμού, και έτσι να δυσχεράνει τη συμβίωση στον κοινό δημόσιο χώρο ανθρώπων διαφορετικού θρησκεύματος. Αυτό είναι άλλωστε ένα τεράστιο πρόβλημα σε πολλές χώρες του κόσμου, τόσο της «Δύσης» όσο και της «Ανατολής», όπου το μάθημα των Θρησκευτικών είτε δεν υφίσταται στο δημόσιο σχολείο είτε κλείνεται στα στενά όρια των «ομολογιακών ταυτοτήτων», μετατρέποντας σε πεδίο θρησκευτικών μαχών πολλές σύγχρονες πρωτεύουσες αλλά και ολόκληρα κράτη, λόγω ή της αγνωσίας και αμηχανίας μπρος στο φαινόμενο της θρησκείας ή της πολιτικής εργαλειοποίησής της.

* Ένα μάθημα το οποίο δεν θα είναι στατικό. Θα αναδιαμορφώνεται, εμπλουτίζεται και αφουγκράζεται τις ποικίλες και ραγδαία εξελισσόμενες ανάγκες της κοινωνίας και των ανθρώπων της με συνεχείς επιμορφώσεις διδασκόντων.

* Ένα μάθημα που θα ‘χει ως υλικό όχι ένα «κλειστό» βιβλίο, αλλά «ανοιχτούς» φακέλους, οι οποίοι θα βρίσκονται στα χέρια του κάθε διδάσκοντος προς «καλή» χρήση, αναλόγως με τις εκπαιδευτικές ανάγκες της τάξης και τις ικανότητές του.

* Ένα μάθημα το οποίο δεν θα είναι κατήχηση, διότι κάτι τέτοιο αντιβαίνει στις αρχές της εκπαίδευσης, στα δικαιώματα του παιδιού και στον σεβασμό της προσωπικότητας του κάθε μαθητή.

* Ένα μάθημα το οποίο, σεβόμενο τον πλούτο της ορθόδοξης παράδοσης και προβάλλοντας την πολύχρονη μαρτυρία της στον κόσμο, δεν θα προσκολλάται σε στενές κατανοήσεις του παρελθόντος και σε μια μονοδιάστατη ορθόδοξη ιδιοπροσωπία του παρόντος, αλλά θα την αξιοποιεί ως εφαλτήριο διαλόγου με τον υπόλοιπο κόσμο, την ιστορία, τη θρησκεία, τον πολιτισμό και την κοινωνία.

* Ένα μάθημα το οποίο θα συμβάλλει στην αλληλεπίδραση του σύγχρονου μαθητή με τον δάσκαλο και θα καλλιεργεί πνεύμα ευγένειας, αγάπης και κριτικής περιέργειας για την ανθρωπότητα και τις αξίες της.

Φαίνεται ότι το Νέο Πρόγραμμα Σπουδών το αποδέχονται με ενθουσιασμό αλλά και συμμετοχή τα παιδιά, διότι είναι διαδραστικό και ευχάριστο, με ελάχιστες κατευθυνόμενες εξαιρέσεις διαμαρτυριών και «επιστροφής φακέλων», εσκεμμένα προβαλλόμενες.

Φαίνεται επίσης πως σε μεγάλο βαθμό οι ταγοί του «κατηχητικού/ομολογιακού» μαθήματος των Θρησκευτικών διακρίνονται από δυσπεψία προς κάθε τι διαφορετικό, μια δυσπεψία που προδίδει τις άφιλες διαθέσεις τους και την παιδεία τους, συμπεριλαμβανομένης και της θρησκευτικής.

Φαίνεται, τέλος, πως η έριδα δεν γίνεται τόσο για την ουσία του μαθήματος αλλά για λόγους εξουσίας. Εξουσίας η οποία εκκινεί από πολύ συγκεκριμένους κύκλους που αλληλοτροφοδοτούνται εδώ και χρόνια, θέλουν να ελέγχουν τον κοινωνικό ιστό με ένα μονοδιάστατο αφήγημα, το οποίο όχι σπάνια το τρέφουν, για τη βιωσιμότητά του, με συκοφαντίες, στρεβλούς ζηλωτισμούς, διαπλεκόμενες σχέσεις και ακοινωνησία.

Εδώ είμαστε πάντως και θα συνεχίσουμε, με σεβασμό στην ορθόδοξη παράδοση αλλά και την ετερότητα. Όχι όμως με συνένοχη σιωπή στις συκοφαντίες, τις ύβρεις και στον υποβιβασμό της Εκκλησίας σε άντρο φονταμεταλιστών και εκφοβιστών, και με ομήρους τη χώρα, την παιδεία και τους πολίτες της.

Καλή Ανάσταση!

ΠΗΓΗ

Η ΑΥΓΗ

[…] “η μεταρρύθμιση δεν έγινε ακόμη”

Γράφει ο Α. Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ

[…] «μένουμε με τη διαπίστωση πως πολλά μπορεί να άλλαξαν στη νεοελληνική εκπαίδευση, αλλά το πνεύμα και η ουσία της μένουν εκεί που ήταν στα χρόνια του Όθωνα: η μεταρρύθμιση δεν έγινε ακόμη».

Με αυτή τη βασική διαπίστωση, στα 1984, ο Αλέξης Δημαράς τελειώνει το εισαγωγικό του σημείωμα, στο δεύτερο τόμο τού μνημειώδους πια έργο του, Η μεταρρύθμιση που δεν έγινε: Τεκμήρια Ιστορίας (1895 – 1965), Αθήνα: Ερμής, σ. ξδ΄. Και μόνον αυτή η διαπίστωση, με αφορμή το θόρυβο που έχει προκαλέσει η απόφαση του ΣτΕ για τα Νέα Προγράμματα Σπουδών του μαθήματος των Θρησκευτικών (μτΘ), μπορεί να ζωντανέψει τη συζήτηση για τα ποια θρησκευτική παιδεία θέλουμε σήμερα, μακριά βέβαια, από φονταμενταλιστικές νοοτροπίες, που όλο και περισσότερο γιγαντώνονται στο θεολογικό και εκκλησιαστικό χώρο.

Θα επανέλθω, εν ευθέτω χρόνω, αφού πρώτα κοπάσουν οι πανηγυρισμοί και οι κραυγές κάποιων από το θεολογικό σινάφι, οι οποίοι νομίζουν ότι η απόφαση του ΣτΕ – όποτε αυτή επισήμως ανακοινωθεί – δικαιώνει το μτΘ, μεταφέροντας έτσι τη συζήτηση από καθαρά παιδαγωγική και θεολογική που πρωτίστως οφείλει να είναι, σε πολιτική και νομική.

Και μιας αύριο γιορτάζουμε τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου, νομίζω πως το παρακάτω έργο τού σκηνογράφου και ζωγράφου Βασίλη Φωτόπουλου, αντλημένο από το ενδιαφέρον ιστολόγιο του συναδέλφου κ. Παναγιώτη. Αντ. Ανδριόπουλου, Ιδιωτική Οδός ταιριάζει απόλυτα με το περιρρέον κλίμα, που τις τελευταίες ημέρες έχει διαμορφωθεί γύρω από το μτΘ.

ΒΑΣΙΛΗΣ ΦΩΤΟΠΟΥΛΟΣ· “Ευαγγελισμός”, όπου η Παναγία παριστάνεται μαυροντυμένη.

Ιερωμένοι και ιερωμένοι

Του ΣΤΑΥΡΟΥ ΤΖΙΜΑ

Την επομένη της φετινής «πορείας μνήμης στη Θεσσαλονίκη», με αφορμή τη συμπλήρωση 75 χρόνων από την αναχώρηση του πρώτου από τους δεκατρείς συρμούς που μετέφεραν Εβραίους της πόλης προς εξόντωση στο Άουσβιτς – Μπίρκεναου, έλαβα ένα e-mail: «Αγαπητέ κ. Τζίμα. Έμεινα έκπληκτος όταν είδα στις ειδήσεις ότι στην εκδήλωση στον Σιδηροδρομικό Σταθμό της Θεσσαλονίκης έλειπαν εκπρόσωποι της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Τι μπορούμε να κάνουμε για να διορθώσουμε αυτή την απαράδεκτη, για μένα, συμπεριφορά; Ως εκπρόσωπος της Ιεράς Μητροπόλεως Γερμανίας στα Βαυαρικά Στρατόπεδα Συγκέντρωσης και ως αρμόδιος ορθόδοξος κληρικός για  το Στρατόπεδο Νταχάου, αισθάνομαι λύπη και οργή. Πατήρ Απόστολος».

Τον αποστολέα, πρωτοπρεσβύτερο στη Βαυαρία της Ορθοδόξου Μητροπόλεως Γερμανίας, Απόστολο Μαλαμούση, τον είχα γνωρίσει στο Μόναχο και είχα εκπλαγεί από την ακάματη δράση του για τον συνάνθρωπο. Πρώτος στο πλευρό των εχόντων ανάγκη, ανεξαρτήτως χρώματος, θρησκείας, εθνικότητας. Όταν έφταναν οι πρόσφυγες από τη Συρία στην ιστορική «γραμμή 11», στον σταθμό του Μονάχου –όπου κατά τη δεκαετία του ’60 αποβιβάζονταν οι αποστολές με τους Έλληνες gastarbeiter–, αυτός ήταν εκεί, για να μοιράσει τρόφιμα και να εμψυχώσει τους κατατρεγμένους.

Σπεύδει με κάθε ευκαιρία στα ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης για να τελέσει τρισάγιο υπέρ αναπαύσεως των ψυχών που εξοντώθηκαν εκεί. Μαζί με τον μουφτή και τον ραββίνο του Μονάχου οργανώνουν εκδηλώσεις, διαλέξεις και πορείες εναντίον του ρατσισμού. Φαίνεται όμως ότι αλλιώς «διαβάζει» η Ορθόδοξη Εκκλησία στη Γερμανία το Ευαγγέλιο και αλλιώς στην Ελλάδα.

Ο ίδιος φρόντισε να μου υπενθυμίσει την «γκρίζα» στάση της Εκκλησίας στο θέμα των Εβραίων, αποστέλλοντας απόσπασμα από πρόσφατη ομιλία του μητροπολίτη Δημητριάδος Ιγνατίου. «Με ελάχιστες εξαιρέσεις, οι χριστιανικές κοινότητες, οι εκκλησίες στη Δύση και την Ανατολή, ελάχιστα έπραξαν, αν δεν συνεργάστηκαν ανοιχτά με τους χιτλερικούς δολοφόνους. Η Ορθόδοξη Εκκλησία, δυστυχώς, δεν ξέφυγε κατά πολύ από αυτό τον κανόνα. Οι φωτεινές μορφές του Αρχιεπισκόπου Αθηνών Δαμασκηνού, του μητροπολίτη Ζακύνθου Χρυσοστόμου, του μητροπολίτη Χαλκίδας Γρηγορίου και του προκατόχου μας μητροπολίτη Δημητριάδος Ιωακείμ φωτίζουν τα σκότη εκείνα και μας γεμίζουν ελπίδα». Και του π. Απόστολου, θα προσθέταμε εμείς, αναφερόμενοι στο σήμερα.

ΠΗΓΗ

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

18 Μαρτίου 1996· Μνήμη Οδυσσέα Ελύτη

«Εξαποθρησκευμένος ο χώρος όπου ακεραιώνεται η τελειότητα, θα μπορούσε να ονομασθεί Παράδεισος. Με την ίδια έννοια που η μεταξύ τιμονιέρη και Ικτίνου ακριβής στιγμή θα μπορούσε να ονομασθεί δικαιοσύνη».

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ, (1998), Εκ του πλησίον, Αθήνα: Ίκαρος, σ. 20.

ΠΩΣ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ Ο ΔΑΣΚΑΛΟΣ ΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΤΑΞΗ

7:29 λεπτά μουσικής πανδαισίας, ΟΡΙΖΟΥΝ πώς πρέπει να είναι ο δάσκαλος μέσα στην τάξη…

ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΕΠΙΓΕΥΣΗ

«Οσμή ψυχής που καίγεται στο λόφο

Και βαθαίνει τα μέσα διαστήματα

Ιριδωμένα από το μάτι του Αγγέλου».

ΜΑΡΙΑ ΛΑΜΠΑΔΑΡΙΔΟΥ – ΠΟΘΟΥ, (1995), Επί πτερύγων ανέμων,
Αθήνα: Καλέντης, σ. 21.