Ο Γραικός, ο Ρωμιός και ο Έλληνας

Του ΠΑΝΤΕΛΗ ΜΠΟΥΚΑΛΑ

Α​​πό τον Αριστοτέλη και την «Ποιητική» του ξέρουμε πως η ποίηση, που ασχολείται με το «καθόλου», είναι «φιλοσοφότερη» της ιστορίας, που καταπιάνεται με το «καθ’ έκαστον». Μπορεί και να ισχύει. Αλλά όπως οι κανόνες έχουν τις εξαιρέσεις τους, έτσι οι αφορισμοί έχουν τους περιορισμούς τους. Χωρίς την ιστοριογραφία πάντως, η φιλοσοφία που αποσκοπεί στη διερεύνηση των ανθρωπίνων, στην ατομική και τη συλλογική φανέρωσή τους, θα είχε πολύ λιγότερα ερείσματα, και λιγότερο στέρεα.

Τμήμα διακριτό και σπουδαίο της ιστορίας των ανθρώπων, η ποίηση αποτελεί επιπλέον και ένα ευαίσθητο ιστοριογραφικό δεδομένο η ίδια, μια μαρτυρία που εκτιμάται σε συνάρτηση με τα στοιχεία που παρέχουν οι μη λογοτεχνικές πηγές. Ιδιαίτερα η δημοτική ποίηση, με την ανιδεολογική αθωότητα που εν γένει τής αναγνωρίζεται, μπορεί να εμπλουτίσει τις ιστορικές και ανθρωπολογικές γνώσεις μας, σαν συμπληρωματική αλλά αυτοτελής πηγή. Το βλέπουμε αυτό και με τα λεγόμενα ιστορικά δημοτικά τραγούδια, όσα πλάστηκαν κατά τη διάρκεια της Επανάστασης του 1821, για να ιστορήσουν συγκεκριμένα επεισόδια του Αγώνα ή εξέχουσες μορφές του. Αν τα ρωτήσουμε με σεβασμό, χωρίς να τα θεωρούμε κατώτερης στάθμης κείμενα, θα μας δώσουν ενδιαφέρουσες απαντήσεις για κάποιους δείκτες συνδεόμενους με την ελληνογνωσία μας. Ας μείνουμε εδώ στον εθνωνυμικό δείκτη.

Στα προεπαναστατικά δημοτικά τραγούδια το εθνώνυμο Έλληνας απαντά σπανιότατα, και κυρίως στα ποντιακά άσματα (Τραντέλλενας). Απαξιωμένο όπως ήταν επί αιώνες, στη διάρκεια τη Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, αφού οι ηγεμονεύοντες χριστιανοί το ταύτισαν με τους παγανιστές, τους εθνικούς, τους ειδωλολάτρες, υποχώρησε μπροστά στα ονόματα Γραικός και το Ρωμιός, ακόμα και το χριστιανός. Στα τραγούδια που συντέθηκαν μέσα στην Επανάσταση, το Έλληνας εμφανίζεται πλέον συχνότερα, σαν ισότιμο των άλλων δύο εθνωνύμων, γεγονός που δεν μπορεί να είναι άσχετο με την όλη συζήτηση περί του πρέποντος ή του πιο ταιριαστού ιστορικά εθνωνύμου (ο «Διάλογος δύο Γραικών» του Αδαμάντιου Κοραή είχε εκδοθεί το 1805), όση απόσταση κι αν υποθέσουμε ότι υπήρχε ανάμεσα σε «επώνυμους» λόγιους και «ανώνυμους» πολεμιστές.

Ο Μακρυγιάννης λοιπόν χρησιμοποιεί το όνομα Έλληνας σε γύρισμα που ενθέτει σε ένα τραγούδι που λέει στην παρέα του, παίζοντας τον περίφημο ταμπουρά του, πολιορκημένος στην Ακρόπολη, το 1826. Ο καπετάνιος τραγουδάει μισό αυτοσχεδιάζοντας, μισό αναπλάθοντας παλαιότερα μοτίβα, όπως είχε πράξει σε άλλη περίσταση και ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης. Διαβάζουμε στα «Απομνημονεύματα» του Στρατηγού:

«Τότε έκατσε ο Γκούρας και οι άλλοι και φάγαμεν ψωμί· τραγουδήσαμεν κι εγλεντήσαμεν. Με περικάλεσε ο Γκούρας κι ο Παπακώστας να τραγουδήσω· ότ’ είχαμεν τόσον καιρόν οπού δεν είχαμεν τραγουδήσει – τόσον καιρόν, οπού μας έβαλαν οι ‘διοτελείς και γγιχτήκαμεν διά να κάνουν τους κακούς τους σκοπούς. Τραγουδούσα καλά.

Τότε λέγω ένα τραγούδι: Ο ήλιος εβασίλεψε, / -Eλληνά μου εβασίλεψε- / και το Φεγγάρι εχάθη / κι ο καθαρός Αυγερινός που πάει κοντά την Πούλια / τα τέσσερα κουβέντιαζαν και κρυφοκουβεντιάζουν. / Γυρίζει ο Hλιος και τους λέει, γυρίζει και τους κρένει· / “Εψές οπού βασίλεψα πίσου από μια ραχούλα, / άκ’σα γυναίκεια κλάματα κι αντρών τα μοιργιολόγια / γι’ αυτά τα ‘ρωικά κορμιά στον κάμπο ξαπλωμένα, /και μες στο αίμα το πολύ είν’ όλα βουτημένα /. Για την πατρίδα πήγανε στον Aδη, τα καημένα”».

«Ο μαύρος ο Γκούρας αναστέναξε και μου λέγει: “Αδελφέ Μακρυγιάννη, σε καλό να το κάμει ο Θεός· άλλη φορά δεν τραγούδησες τόσο παραπονεμένα. Αυτό το τραγούδι σε καλό να μας βγει”. – Είχα κέφι, τού ειπα, οπού δεν τραγουδήσαμεν τόσον  καιρόν. Oτι εις τα ‘ρδιά πάντοτες γλεντούσαμεν». Στη μάχη που ακολούθησε ο Γκούρας σκοτώθηκε.

Δεν καινοτόμησε πάντως ο Μακρυγιάννης. Το όνομα Έλληνας το συναντάμε σε δημοτικό τραγούδι που πλάστηκε ήδη στον πρώτο χρόνο της Επανάστασης, για να απαθανατίσει τη μάχη της Αλαμάνας, τη γενναιότητα του Διάκου και το μαρτυρικό του τέλος. Το τραγούδι αυτό, όπως υπογραμμίζει και ο Νικόλαος Πολίτη στις «Εκλογές», «εποιήθη μήνάς τινας μετά τον θάνατον του Διάκου». «Είχα δύο αντίγραφα αυτού του τραγουδιού», σημειώνει σχετικά ο Κλοντ Φοριέλ, που το δημοσίευσε το 1824 στο Παρίσι. «Το ένα το οφείλω στις φροντίδες ενός Eλληνα πολύ αγαπητού φίλου, ο οποίος το μάζεψε στα ίδια τα μέρη όπου βγήκε το τραγούδι».

Οι κρίσιμοι στίχοι στην εξακριβωμένης αυθεντικότητας παραλλαγή του Γάλλου νεοελληνιστή: «Στην Αλαμάνα έφθασαν, κι έπιασαν τα ταμπόρια. / “Καρδιά, παιδιά μου”, φώναξε, “παιδιά μη φοβηθείτε. / Ανδρεία ωσάν Έλληνες, ωσάν Γραικοί σταθείτε”».

Ο Διάκος τα λέει αυτά, ο οποίος, και στη συγκεκριμένη την παραλλαγή του τραγουδιού, λίγο παρακάτω, αλλά και σ’ εκείνη που δημοσίευσε ο Πολίτης, αυτοπροσδιορίζεται ως Γραικός:

«Χίλιοι τον πήραν απ’ εμπρός και δυο χιλιάδες πίσω, / κι Ομέρ Βριόνης μυστικά στον δρόμον τον ερώτα: / “Γίνεσαι Τούρκος, Διάκο μου, την πίστιν σου ν’ αλλάξεις, / να προσκυνάς εις το τζαμί, την εκκλησιάν ν’ αφήσεις;” / Κι εκείνος τ’ απεκρίθηκε και με θυμόν τού λέγει: / “Πάτε κι εσείς κι η πίστις σας, μουρτάτες, να χαθείτε· εγώ Γραικός γεννήθηκα, Γραικός θέλ’ απεθάνω”».

Κανένας ψυχικός ή πνευματικός διχασμός βέβαια. Έλληνας και Γραικός, αλλά και Ρωμιός, είναι ισοδύναμα πλέον, και εναλλάξιμα, όπως ισοδύναμα είναι τα ονόματα Αχαιοί, Αργείοι και Δαναοί στα ομηρικά έπη, όπου δεν απαντά το εθνικό όνομα Eλλην. Eξι χρόνια άλλωστε μετά τον θάνατο του Διάκου, ο λαϊκός τραγουδιστής βάζει στο στόμα του θνήσκοντος Γεωργίου Καραϊσκάκη την ίδια προτροπή, με επουσιώδεις λεκτικές διαφορές. Πληγωμένος ο Καραϊσκάκης, στον κάμπο της Αθήνας, νιώθει το τέλος του και «ψιλή φωνίτσα βάζει»: «Έλληνες μην κιοτέψετε, παιδιά μη φοβηθείτε, / και πάρ’ το γιούχα η Τουρκιά κι ερθεί και μας χαλάσει. / Σαν Έλληνες βαστάξετε κι ωσάν Γραικοί σταθείτε».

Να ήταν άραγε κάποιος λόγιος, κάποιος γραμματιζούμενος, ο πρώτος δημιουργός του μοτίβου, αν κρίνουμε από το επίρρημα «ανδρεία», ίσως και από το «ωσάν»; Δεν είναι απίθανο, αυτή η μέθοδος άλλωστε ήταν αρκετά συχνή στη σύνθεση των δημοτικών τραγουδιών. Αν όμως ο δήμος δεν ένιωθε δική του την πρόταση, ως προς το γράμμα και ως προς το πνεύμα της, δεν θα την ενστερνιζόταν. Θα την άφηνε να σβήσει άδοξα. Δεν θα την έκανε δηλαδή δημοτική, τραγουδώντας την και ξανατραγουδώντας την, και απαλείφοντας εντέλει το επιρρηματικό «ανδρεία», πιθανόν σαν περιττό. Ή πάλι επειδή, όπως το ξέρουμε και από τον Γιάννη Αποστολάκη, στο δημοτικό –το κλέφτικο ιδίως, καθώς και ο άμεσος γόνος του, το ιστορικό τραγούδι– προτιμούν το ρήμα και τον γυμνό πλούτο του, όχι το επίθετο και το επίρρημα.

Ομιλία στην εκδήλωση «Ποίηση και Ιστορία» του Ιστορικού Αρχείου του Πανεπιστημίου Αθηνών (19.5.2018).

ΠΗΓΗ

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Με αφορμή τη δημόσια συζήτηση που οργάνωσε η Εταιρεία Εκκλησιαστικού και Κανονικού Δικαίου και ο ΄Ομιλος “Αριστόβουλος Μάνεσης”, την Τετάρτη 9 Μαΐου, με θέμα «Το μάθημα των Θρησκευτικών υπό το φως της πρόσφατης απόφασης 660/2018 Ολομ. του Σ.τ.Ε»

Γράφει ο Α. Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ

Αρκετά blogs αναπαράγουν την είδηση: “Ο Μητροπολίτης Πειραιώς έβαλε στη θέση του τον προκλητικό συνταγματολόγο Σωτηρέλη στο θέμα των Θρησκευτικών”, κατά τη δημόσια συζήτηση που οργάνωσε η Εταιρεία Εκκλησιαστικού και Κανονικού Δικαίου και ο Όμιλος “Αριστόβουλος Μάνεσης”, την Τετάρτη 9 Μαΐου, με θέμα «Το μάθημα των Θρησκευτικών υπό το φως της πρόσφατης απόφασης 660/2018 Ολομ. του Σ.τ.Ε».  Και μάλιστα πανηγυρίζουν για τη στάση που κράτησε ο Μητροπολίτης Πειραιώς Σεραφείμ. Δυστυχώς εις τους κόλπους της θεσμικής Εκκλησίας, αυτή η στάση φαίνεται να κυριαρχεί. Πρέπει να απελπιστούμε; Όχι βέβαια. Η ανθρώπινη ψυχή είναι περισσότερο πλούσια απ’ ό,τι τη νομίζουμε. Καταπώς λέγει κι ο Γ. Σεφέρης στο ποίημά του «Διάλειμμα χαράς»: «κι άνοιξες τα μεγάλα σου τα μάτια κοιτάζοντας / τον αρχάγγελο να γυμνάζεται με μια πύρινη ρομφαία. / “Ανεξήγητο” είπες “ανεξήγητο” / δεν καταλαβαίνω τους ανθρώπους…», Ποιήματα, εκδ. Ίκαρος, Αθήνα 1998, σ. 167.

Αποτέλεσμα εικόνας για φίκος wasted love

Wasted Love, δια χειρός Φίκου

Ο ΠΑΤΗΡ ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ ΚΑΝΙΑΣ ΚΑΙ ΟΙ ΚΑΘΗΓΗΤΕΣ ΠΟΛΥΚΑΡΠΟΣ ΚΑΡΑΜΟΥΖΗΣ ΚΑΙ ΝΙΚΟΣ ΤΣΙΡΕΒΕΛΟΣ ΜΙΛΟΥΝ ΓΙΑ ΤΟ ΝΕΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΤΟΥ ΜΑΘΗΜΑΤΟΣ ΤΩΝ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΩΝ.

ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΑΝΘΙΒΟΛΑ· τχ. 2ο: “Εκκλησία και Τέχνη”

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

Οι εκδόσεις ΕΝ ΠΛΩ διοργανώνουν την Κυριακή 6 Μαΐου στις 13:30 μ.μ. στο πλαίσιο της 15ης ΔΕΒΘ (Περίπτερο 15 Stand 20-24) παρουσίαση του νέου τεύχους της ετήσιας έκδοσης διαλόγου και πολιτισμού ΑΝΘΙΒΟΛΑ.

Ομιλητές:

– Θούλη Μισιρλόγλου, Διευθύντρια του Μακεδονικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης..
– Γιώργος Ζωγραφίδης, Αναπληρωτής καθηγητής, Τμήμα Φιλοσοφίας και Παιδαγωγικής ΑΠΘ.
– Παναγιώτης Υφαντής, Αναπληρωτής καθηγητής, Τμήμα Θεολογίας ΑΠΘ.
– Δημήτρης Κόκορης, Επίκουρος καθηγητής νεοελληνικής γραμματείας, Τμήμα Φιλοσοφίας και Παιδαγωγικής ΑΠΘ.

Τα περιεχόμενα του τεύχους εδώ: ΙΔΙΩΤΙΚΗ ΟΔΟΣ

Δυστυχώς δεν υπάρχει ελπίδα…

Γράφει ο Α. Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ

Αποτέλεσμα εικόνας για nulla spes δυστυχώς δεν υπάρχει ελπίδα

Πανελλαδικώς εξεταζόμενη η Γ΄ Λυκείου σε λίγο καιρό… εξαφανισμένη από το σχολειό. Καθημερινά την ώρα που λειτουργεί το σχολειό κάμει «προσκυνηματική εκδρομή» στο φροντιστήριο. Τρόπος ζωής αυτό χρόνια τώρα, με κύριους υπεύθυνους εμάς τους δασκάλους αλλά και τους γονείς. Με θύματα τους ίδιους τους μαθητές, αφού η παραπαιδεία κατά κράτος έχει εκτοπίσει την Παιδεία και μεγαλοπρεπώς έχει θρονιαστεί στην έδρα· και μάλιστα με επίσημα διεπιστευτήρια.  Όλοι κι όλα πια, κατά τους μήνες Απρίλιο και Μάιο, κάθε χρόνο, κινούνται στην αιχμή του δόρατος, που άλλη δεν είναι από τις γοργώπιδες Πανελλαδικές Εξετάσεις, με κύριο όμως πρωταγωνιστή όχι το σχολειό αλλά το φροντιστήριο. Ποιος, όμως, θα σώσει την αξιοπρέπεια του σχολείου; Ποιος θα πει και θα ξαναπεί τους στίχους της κορυφαίας σήμερα εν ζωή ποιήτριας Κικής Δημουλά; «Όταν μιλάει η αταξία, η τάξη να σωπαίνει / – έχει μεγάλη πείρα ο χαμός». «Κονιάκ μηδέν αστέρων», στο: Ποιήματα, εκδ. Ίκαρος, Αθήνα  1998.

Επιστημονική Ημερίδα με θέμα: «Η Ορθοδοξία διαλεγόμενη: Αναζητώντας το Όραμα της Παιδείας στο Μάθημα των Θρησκευτικών Σήμερα»

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

Το Τμήμα Θεολογίας ΑΠΘ και το Εργαστήριο Παιδαγωγικής του ιδίου Τμήματος διοργανώνουν την Παρασκευή 27 Απριλίου 2018 Επιστημονική Ημερίδα με θέμα: «Η Ορθοδοξία διαλεγόμενη: Αναζητώντας το Όραμα της Παιδείας στο Μάθημα των Θρησκευτικών Σήμερα».

Ώρα Έναρξης: 17:45′.

Αίθουσα: Β΄ Αμφιθέατρο Θεολογικής Σχολής ΑΠΘ.

Μετά το τέλος της ημερίδας θα χορηγηθούν βεβαιώσεις συμμετοχής.

Δείτε το αναλυτικό πρόγραμμα.

Afisa

ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΑΝΔΡΕΟΠΟΥΛΟΣ, Η Εκκλησία της Ελλάδος στα χρόνια της Δικτατορίας

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

Παρουσιάζεται στη Θεσσαλονίκη το βιβλίο του Θεολόγου Καθηγητή Χάρη Ανδρεόπουλου «Η Εκκλησία κατά τη Δικτατορία 1967-1974. Ιστορική και Νομοκανονική προσέγγιση», σε εκδήλωση της εφημερίδας «Χριστιανική» στη Θεολογική Σχολή του ΑΠΘ.

Η εφημερίδα «Χριστιανική», σε συνεργασία με τις εκδόσεις «Επίκεντρο», διοργανώνει ανοικτή εκδήλωση στη Θεσσαλονίκη με θέμα «Η Εκκλησία στα χρόνια της δικτατορίας 1967-1974» στο πλαίσιο της οποίας θα γίνει η παρουσίαση του βιβλίου του Χαράλαμπου Μ. Ανδρεόπουλου, θεολόγου καθηγητή, Δρος Εκκλησιαστικής Ιστορίας του ΑΠΘ, «Η Εκκλησία κατά τη δικτατορία 1967-1974. Ιστορική και νομοκανονική προσέγγιση» το οποίο κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «Επίκεντρο» (σειρά «Ιστορία και Κοινωνία») της Θεσσαλονίκης.

Η εκδήλωση θα πραγματοποιηθεί την 25η Απριλίου 2018,  ημέρα Τετάρτη και ώρα 7 μ.μ. στη Θεολογική Σχολή του ΑΠΘ (Α΄ αμφιθέατρο, 2ος όροφος).

Για το βιβλίο θα μιλήσουν οι:

–   Ανδρέας Νανάκης, Μητροπολίτης Αρκαλοχωρίου, καθηγητής Θεολογικής Σχολής ΑΠΘ

Μανώλης Μηλιαράκης, Φυσικός, επίτιμος Πρόεδρος της «Χριστιανικής Δημοκρατίας»

Κλήμης Πυρουνάκης, Θεολόγος, συντονιστής Δικτύου Στήριξης Φυλακισμένων και Αποφυλακισμένων Γυναικών

–   Ανδρέας Αργυρόπουλος, Θεολόγος καθηγητής, M.Th., Δ/ντής Γυμνασίου, και ο συγγραφέας.

Θα ακολουθήσουν ελεύθερες παρεμβάσεις και διάλογος. Την εκδήλωση θα συντονίσει ο Μανώλης Τασόγλου, μέλος της Κ.Ε. της «Χριστιανικής Δημοκρατίας».

ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ

Λίγα λόγια για το βιβλίο (σημείωμα του εκδοτικού οίκου):

«Σε μια από τις πλέον σκοτεινές και δυσερμήνευτες περιόδους της σύγχρονης εκκλησιαστικής ιστορίας αναφέρεται το παρόν βιβλίο που έρχεται να ρίξει φώς στις σχέσεις της διοικούσας Εκκλησίας και της Πολιτείας της περιόδου 1967 – 1974, όπως αυτές διαμορφώθηκαν υπό το κράτος της εγκαθιδρυθείσας την 21η Απριλίου 1967 επτάχρονης δικτατορίας. Με ενδελεχή έρευνα πηγών και βιβλιογραφίας ο Χάρης Ανδρεόπουλος πραγματεύεται το πρόβλημα, εξετάζοντας και αναλύοντας ζητήματα της εν λόγω περιόδου που αφορούσαν την νομοκανονική αυτοσυνειδησία της Εκκλησίας και τον βαθύ τραυματισμό της (σήμερα συνταγματικά κατοχυρωμένης) αυτοδιοικήσεώς της από σωρεία παρεμβάσεων της δικτατορίας στα εσωτερικά της, που αποσκοπούσαν στον έλεγχο της εκκλησιαστικής διοικήσεως ώστε να υπηρετηθούν οι ιδεολογικές σκοπιμότητες του καθεστώτος.

Προσεγγίζοντας το όλο ζήτημα επί τη βάσει ιστορικών και νομοκανονικών κριτηρίων, ο συγγραφέας αναδεικνύει, αξιολογεί και ερμηνεύει τις ποικίλες διαστάσεις και προεκτάσεις που είχε η προβληματική αυτή σχέση στη διοίκηση και στη ζωή της ελλαδικής Εκκλησίας καθ΄ όλη τη διάρκεια της Επταετίας και σε αμφότερες τις φάσεις της, ήτοι τόσο επί Γ. Παπαδοπούλου (και αρχιεπισκοπείας Ιερωνύμου Κοτσώνη, Μάϊος 1967- Δεκέμβριος 1973) όσο και επί Δ. Ιωαννίδη (και  αρχιεπισκοπείας Σεραφείμ Τίκα, Ιανουάριος 1974 – Ιούλιος 1974).

 Ως ιδιαίτερης σημασίας ζητήματα αντιμετωπίζονται το θέμα της διαταραχθείσας κατά το διάστημα της πρώτης φάσης της δικτατορίας (1967 – 1973) νομοκανονικής σχέσης της ελλαδικής Εκκλησίας με το Οικουμενικό Πατριαρχείο και το θέμα των δώδεκα εκπτώτων – «ιερωνυμικών» λεγομένων – Μητροπολιτών που δημιουργήθηκε στη δεύτερη φάση της δικτατορίας (Νοέμβριος 1973 – Ιούλιος 1974).  

Στο βιβλίο παρουσιάζονται, επίσης, και αναλύονται οι πολιτικές με τις οποίες στα πρώτα κρίσιμα χρόνια της μεταπολίτευσης, επί πρωθυπουργίας Κων/νου Καραμανλή (1974 – 1980), αντιμετωπίσθηκε και εξομαλύνθηκε η κρίση στην Εκκλησία, αλλά και θεμελιώθηκε ο εκδημοκρατισμός της με σειρά συνταγματικών διατάξεων και νομοθετημάτων που ρύθμισαν θετικά τόσο την εσωτερική της λειτουργία, όσο και τις σχέσεις της με την Πολιτεία. Μία σημαντική μελέτη που βοηθά στην εξέταση, κατανόηση και ανάδειξη των αιτίων και των διαδικασιών μέσω των οποίων η Εκκλησία της Ελλάδος επηρεάσθηκε, συμμετείχε, έδρασε και επέδρασε στις πολιτικές εξελίξεις υπό το κράτος της επτάχρονης δικτατορίας 1967-1974». (Από την αναφορά στο οπισθόφυλλο και στην ιστοσελίδα των Εκδόσεων Επίκεντρο).

* Το βιβλίο προλογίζει ο ομ. Καθηγητής Εκκλησιαστικού Δικαίου της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών κ. Ιωάννης Μ. Κονιδάρης, σημειώνοντας, μεταξύ άλλων, ότι «..έως σήμερα, έχουν γραφεί πολλά και από πολλούς για όψεις και ζητήματα της περιόδου αυτής. Το πρώτον όμως επιχειρείται με την παρούσα διατριβή η συνολική και συστηματική περιγραφή και αποτίμηση της περιόδου αυτής. Η άρτια και λεπτολόγος συγκέντρωση του υλικού, η αναλυτική εκδίπλωσή του, η παρουσίαση όλων των έως σήμερα εξενεχθεισών απόψεων επιμέρους ζητημάτων και η κριτική θεώρησή τους, με οξυδέρκεια και ευθυκρισία, αποτελούν ένα εγχείρημα το οποίο απαιτεί μεγάλη επιμέλεια, άριστη γνώση του πλήθους των πηγών και της βιβλιογραφίας, εδραία επιστημονική κατάρτιση και αντικειμενική κρίση. Τα προαπαιτούμενα αυτά πληροί η συγγραφή του κ. Ανδρεόπουλου έτσι, ώστε η μετά χείρας διατριβή όχι μόνο να αποτελεί ένα έργο-σταθμό για την εκκλησιαστική ιστορία, αλλά και εφαλτήριο για περαιτέρω αναζητήσεις σε συναφείς κλάδους, όπως το εκκλησιαστικό δίκαιο ή/και η πολιτική ιστορία του τόπου μας» (από τον Πρόλογο του βιβλίου ).

ΒΙΒΛΙΟΚΡΙΣΙΕΣ

Για το βιβλίο έχουν γράψει:

«Το βιβλίο αυτό απευθύνεται πέρα από τον νομικό, τον ιστορικό, τον θεολόγο, τον κληρικό, τον ερευνητή και τον κάθε ειδικώς (και όχι μόνο) ενδιαφερόμενο περί τα θέματα αυτά, εξάπαντος και εξόχως στον Nεοέλληνα και δη τον ορθόδοξο χριστιανό, που θέλει να εγκύψει στα δύσκολα και σκανδαλώδη αυτά προβλήματα της εκκλησιαστικής μας ιστορίας χωρίς φόβο και πάθος, με ωριμότητα και πνευματική νηφαλιότητα, προκειμένου να πατήσει πιο γερά στα πόδια της πίστεώς του, μακριά από φανατισμούς, μονομέρειες και ημιμάθειες ή ωραιοποιήσεις της πραγματικότητας (…) Η παράθεση και ανάλυση των πηγών είναι τω όντι εξονυχιστική. Κείνο που έχει επίσης ιδιαίτερο ενδιαφέρον είναι, πέρα από τον βασικό ιστορικό κορμό του πονήματος, η πλούσια παράθεση σχολίων και υποσημειώσεων, οι οποίες αποκαλύπτουν την καθημερινότητα και τα «πάθη» των εκκλησιαστικών και πολιτικών προσωπικοτήτων που εξετάζονται στη συγκεκριμένη χρονική περίοδο», (Κώστας Νούσης, φιλόλογος – θεολόγος (Μ.Τh.) καθηγητής και συγγραφέας, στο επίσημο περιοδικό της Εκκλησίας της Ελλάδος ΘΕΟΛΟΓΙΑ, τομ. 88, τχ. 2/2017 και στο Αmen.gr, 16.11.2017 ).

«Η ενδιαφέρουσα, εστιασμένη στην εποχή της δικτατορίας, μελέτη του Χαράλαμπου Ανδρεόπουλου προσφέρει τη δυνατότητα στον αναγνώστη να προβληματιστεί για μια από τις πλέον σκοτεινές και δυσερμήνευτες περιόδους της σύγχρονης εκκλησιαστικής ιστορίας. Με τη βαθύτατη γνώση των γεγονότων της οχληρής εκείνης περιόδου, των περίπλοκων διοικητικών ζητημάτων και της εν γένει εκκλησιαστικής πραγματικότητας, ο συγγραφέας αποκαλύπτει αναλυτικά μια σωρεία απροκάλυπτων παρεμβάσεων του δικτατορικού καθεστώτος στα εσωτερικά της Εκκλησίας που αποσκοπούσαν στον έλεγχό της και κατά συνέπεια στην πρόσβαση στη μεγάλη κοινωνική επιρροή της, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί για την προώθηση των ιδεολογικών σκοπιμοτήτων της απεχθούς δικτατορίας. Μέσα από μια απολύτως τεκμηριωμένη μελέτη, ο συγγραφέας ερευνά και διατυπώνει τους προβληματισμούς και τα συμπεράσματά του που σχετίζονται με τη φυσιογνωμία της σύγχρονης Εκκλησίας, αναδεικνύοντας την παθογένεια αλλά και την υποκριτική και καιροσκοπική μεταβολή των πεποιθήσεων ιερωμένων και λαϊκών ανάλογα με τη συγκυρία» (Ξενοφών Μπρουντζάκης, δημοσιογράφος – συγγραφέας, εφημερίδα “Το Ποντίκι”, 28.09.2017 ).

«Ο Χαράλαμπος Ανδρεόπουλος, θεολόγος καθηγητής, μας παρουσιάζει μια εξαιρετικά παραστατική εικόνα των γεγονότων που ταλάνισαν την Εκκλησία την εποχή της δικτατορίας (…) Είναι φανερό ότι τον συγγραφέα βασάνισαν επί μακρόν θέματα που σχετίζονται με τη φυσιογνωμία της σύγχρονης Εκκλησίας και την καιροσκοπική μεταβολή των πεποιθήσεων ιερωμένων και λαϊκών ανάλογα με τη συγκυρία. Όλα αυτά παρουσιάζονται τεκμηριωμένα με άπειρες σημειώσεις, παραπομπές, κανονισμούς του εκκλησιαστικού δικαίου και ιστορικές αναφορές από ένα πλήθος πηγών που καθιστούν τη μελέτη του πραγματικά πρωτοποριακή» (Απόστολος Σπυράκης, καθηγητής και συγγραφέας, στην ιστοσελίδα βιβλίου και τέχνης Diastixo.gr , 16.08.2017 ).

«…Η προκείμενη πραγματεία αποτελεί μία πρωτότυπη εργασία δεδομένου ότι δεν διστάζει να καταπιαστεί με ένα θέμα που πενήντα χρόνια μετά εξακολουθεί να αποτελεί «σημείον αντιλεγόμενον» και να παρουσιάζεται συνήθως μονομερώς και ανεπαρκώς προκειμένου να εξωραϊστούν ή να καταδικαστούν πρόσωπα, καταστάσεις και ενέργειες της περιόδου αυτής. Ο συγγραφέας με την εναργή και λεπτομερή από νομοκανονικής και θεολογικής πλευράς ανάπτυξη του υλικού του αφενός μεν δεν διεκδικεί δάφνες απόλυτης και αποκλειστικής αλήθειας, αφετέρου δε προσφέρει εφαλτήριο περαιτέρω αναζητήσεων για όποιον επιθυμεί να εμβαθύνει με μεθοδικότητα και επιστημονική συνέπεια, όπως και ο ίδιος πράττει, σε μία περίοδο της νεότερης εκκλησιαστικής και πολιτικής ιστορίας μας η οποία αφήνει, όσο μάλιστα παρέρχεται ο χρόνος, πολλά περιθώρια ακόμη για να αποκωδικοποιηθούν και να προβληθούν πτυχές της, που έως σήμερα παραμένουν ανέγγιχτες» (Γεώργιος Κ. Ιατρού, δικηγόρος, Δρ. Εκκλησιαστικού Δικαίου στην Επιθεώρηση Εκκλησιαστικού και Κανονικού Δικαίου «ΝΟΜΟΚΑΝΟΝΙΚΑ» (τχ. 2/2017) και στην εφημερίδα “Ελευθερία” Λαρίσης, 04.01.2018

«….ο συγγραφέας περιγράφει το εύρος των παρεμβάσεων που υπέστη η Εκκλησία από το καθεστώς της Επταετίας με αντικειμενική ματιά, με εξονυχιστική παράθεση πηγών, χωρίς διάθεση «ουδετεροποίησης» ή αντιθέτως πρόθεση «δίκης» – πολλώ δε μάλλον «καταδίκης» – εκπροσώπων της θεσμικής Εκκλησίας για τις πράξεις ή τις παραλείψεις τους. Το ζητούμενο για τον συγγραφέα είναι η ιστορική αλήθεια η οποία φωτίζεται και αποτιμάται από την ίδια την παράδοσης της Εκκλησίας. Στο πλαίσιο αυτό ο συγγραφέας κρίνει τις κανονικές εκτροπές (και τα έκτροπα) τόσο κατά την πρώτη περίοδο της δικτατορίας, επί αρχιεπισκοπείας Ιερωνύμου Κοτσώνη, όσο και κατά την δεύτερη επί αρχιεπισκοπείας Σεραφείμ Τίκα, με κριτήρια θεολογικά και εκκλησιολογικά» (Φωτεινή Οικονόμου, καθηγήτρια θεολόγος [M.Th.] και συγγραφέας, στο περιοδικό “Σύναξη” , τχ. 145, Μαρτίου 2018)

Αξίζει να σημειωθεί ότι το βιβλίο συγκαταλέχθηκε από την τρέχουσα ακαδημαϊκή χρονιά (2017-2018) στην κατηγορία των επιστημονικών συγγραμμάτων (υπηρεσία διαχείρισης συγγραμμάτων «ΕΥΔΟΞΟΣ») ως εγχειρίδιο διδασκαλίας σε ΑΕΙ (στην Ανωτάτη Εκκλησιαστική Ακαδημία Αθηνών / Τμήμα Ιερατικών Σπουδών, ανάμεσα στα επιλεγόμενα συγγράμματα για το μάθημα του 4ου – εαρινού – εξαμήνου “Εκκλησιαστική Ιστορία της Ελλάδος” ).

Αποτέλεσμα εικόνας για Η Εκκλησία κατά τη δικτατορία 1967-1974. Ιστορική και νομοκανονική προσέγγιση

Ο Χαράλαμπος Μ. Ανδρεόπουλος γεννήθηκε και ζει με την οικογένειά του στη Λάρισα. Υπηρετεί στη Β/θμια εκπαίδευση ως θεολόγος καθηγητής. Είναι διδάκτωρ Εκκλησιαστικής Ιστορίας του Α.Π.Θ. και μέλος της Εταιρείας Εκκλησιαστικού και Κανονικού Δικαίου. Τα ερευνητικά του ενδιαφέροντα εστιάζονται στη μελέτη θεμάτων της σύγχρονης πολιτικής και εκκλησιαστικής ιστοριογραφίας. Αρθρογραφεί στην «Ελευθερία» Λαρίσης, στο «Amen.gr » και στο προσωπικό του ιστολόγιο.

Το πρόβλημα του ηγέτη

«Το να σε κάνουν αρχηγό με το ζόρι, χωρίς να σε ξέρουν, είναι άγνοια που σημαίνει θα μάθεις να διοικείς στου κασίδη το κεφάλι και αυτοί ας υποστούν τη μοίρα τους. Το να σε κάνουν αρχηγό σπρώχνοντας, ξέροντας με ποιόν έχουν να κάνουν σημαίνει αυξημένο αίσθημα ευθύνης εκ μέρους τους και ότι βρέξει ας κατεβάσει· που σημαίνει εκ μέρους σου, ότι έχεις το δικαίωμα να τους αλλάξεις τον αδόξαστο, μπορείς και να πετύχεις πύρρεια νίκη. Το να σε κάνουν αρχηγό επειδή ήρθε η σειρά σου σημαίνει no fucking choice· στην ανοβρία καλό είναι και το χαλάζι· προσπάθησε να διαψεύσεις κάθε προκατειλημμένη αντίληψη για τον εαυτό σου· μπορεί να αποδειχθείς, ο ηγέτης. Το να σε κάνουν αρχηγό επειδή το αξίζεις αλλά και το ήθελες σημαίνει ότι δεν υπάρχουν αιτιολογίες για αποτυχίες, πρέπει να σε φάνε».

ΣΑΒΒΑΣ ΤΣΙΛΕΝΗΣ, (2002), «Πατρικός μονόλογος ή δεκαπέντε συμβουλές προς ναυτιλλόμενους», στο: Η Κινστέρνα, τχ. 1ο & 2ο (Δεκέμβριος), σσ. 119-120.

Αλεξάντρ Σαντόβνικοφ, Οι Μυροφόρες

“Οι άντρες πιο πολύ φιλοσοφούν / Και μαζί με τον Θωμά αμφιβάλουν, / Οι Μυροφόρες όμως σιωπούν, / Με δάκρυα τα πόδια του Χριστού πλένουν. / Οι άντρες τους στρατιώτες φοβούνται, / Κρύβονται από την οργισμένη τους κακία / Μας οι γυναίκες τολμηρά μ’ αρώματα / Μόλις χαράξει σπεύδουν στο μνήμα”, Μετάφραση από τα Ρωσικά: Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης.

Οι Μυροφόρες, ρωσική εικόνα (14ος αιώνας)

ΠΗΓΗ

ΣΤΕΠΠΑ

Η προτεσταντική αντίληψη για την εργασία και ο Βέγγος

Γράφει ο ΒΑΣΙΛΗΣ ΚΑΡΑΠΟΣΤΟΛΗΣ· Καθηγητής Πολιτισµού και Επικοινωνίας στο Πανεπιστήµιο Αθηνών

Να παράγετε περισσότερα! Να παράγετε ταχύτερα! Η εντολή από τον Βορρά φέρει μέσα της όλη τη βεβαιότητα του εντολέως σχετικά με το τι είδους άνθρωποι είναι αυτοί προς τους οποίους απευθύνεται. Δείχνουν, πράγματι, ράθυμοι και φυγόπονοι οι Νότιοι στα μάτια εκείνων που βιάζονται πολύ να έχουν οφέλη από την εργασία τους. Αλλά τα οφέλη που θέλουν να αποκομίσουν οι Βόρειοι δεν είναι ακριβώς τα ίδια μ’ εκείνα που θέλουν οι Νότιοι. Και εκεί είναι το πρόβλημα.

Για τον Γερμανό και τον Ολλανδό το βασικό προσωπικό του επίτευγμα είναι το προϊόν της εργασίας του. Για τον άνθρωπο της Μεσογείου είναι η πράξη του. Θέλει περισσότερο να πράττει, παρά να παράγει. Θέλει να έχει την ικανοποίηση ότι είναι αυτός που ρυθμίζει τη σχέση του με την αδρανή ύλη, αντί να ικανοποιείται με το να υπακούει στην ύλη ώστε να μπορεί να τη δαμάσει στη συνέχεια.

Βαθιές διαφορές στο πνεύμα, στις στάσεις των λαών. Είναι βαθιές οι διαφορές, αλλά σήμερα που όλα θεωρείται ότι πρέπει επειγόντως να μπουν σε εύχρηστες φόρμουλες, οι διακρίσεις στα ήθη ξεχνιούνται, παραμερίζονται, εγκαταλείπονται για να ασχοληθούν μ’ αυτές οι ιστορικοί και οι φιλόσοφοι – όχι όμως και οι αγέρωχοι μηχανοδηγοί της Ευρώπης.

Μέσα στην πρεμούρα της αναδιοργάνωσης οι ιθύνοντες λησμονούν να αναρωτηθούν για τα μέσα τα οποία διαθέτουν. Ή μάλλον θεωρούν ότι όλα τα μέσα τους είναι μηχανικά. Να πατήσουν ένα κουμπί και αμέσως να γυρίσει ο τροχός. Να σηκώσουν τον μοχλό και να αρχίσει η πολυπόθητη ανάκαμψη. Ποιος, όμως, είναι αυτός που θα θελήσει να σηκώσει τον μοχλό; 

Η μηχανή και ο Νότιος

Οι μηχανές περιμένουν, λαδώνονται, γυαλίζονται. Εκείνο το χέρι, όμως, που θα τις έβαζε μπροστά, κι εκείνο το μυαλό που θα παρακολουθούσε τη λειτουργία τους δείχνουν μουδιασμένα. Οι άνθρωποι του Νότου στέκουν λυπημένοι και δύσπιστοι πλέον μπροστά σ’ αυτά τα κατασκευάσματα, τα οποία χρησιμοποίησαν για μερικές δεκαετίες, με μια προθυμία γεννημένη από τις προηγούμενες στερήσεις τους.

Ζήτησαν να εργαστούν σύμφωνα με τη λογική της βιομηχανικής παραγωγής, προκειμένου να εξασφαλίσουν αυτά που τους έλειπαν. Κοπίασαν, ίδρωσαν, μπήκαν σε μια ορισμένη ρουτίνα. Η αμοιβή τους ήταν: καλύτερη τροφή, καλύτερη κατοικία, καλύτερα ρούχα. Έως εκεί όμως. Δεν θα’ θελαν να προχωρήσουν ακόμη περισσότερο και να ανταλλάσσουν την αφθονία των υλικών αγαθών με την όλο και μεγαλύτερη συμπίεση της ανεξαρτησίας τους.

Το να είναι δούλος ενός ωραρίου που συνεχώς επεκτείνεται, το να κυριαρχεί ο χρόνος της εργασίας πάνω σ’ ένα χρόνο που θα τον ήθελε «δικό του», αυτό ήταν μια εξέλιξη που ο Νότιος δεν την περίμενε, και τελικά με τον τρόπο του την αρνήθηκε. Φυσικά, η άρνησή του δεν ήταν απολύτως συνειδητή. Πώς θα μπορούσε από τη μια να επιθυμεί να απολαμβάνει, και από την άλλη να μη δέχεται να δουλέψει σκληρά για τις απολαύσεις του;

Η λύση την οποία εφηύρε αποτελούσε μια προσπάθεια συμβιβασμού. Ήταν σαν να έλεγε μέσα του: «Να απολαμβάνω, αλλά να μη γίνω υπηρέτης της απόλαυσής μου. Να δουλεύω, αλλά να μην ξεπατώνομαι στη δουλειά».

 Η «πανουργία της τεμπελιάς»

Για τον άτεγκτο θιασώτη της παραγωγικότητας, η στάση αυτή συνδυάζει την πονηριά, την υπεκφυγή και την φιληδονία. Πάνω απ’ όλα φανερώνει την πανουργία της τεμπελιάς. Δεν είναι όμως έτσι. Δεν είναι οκνηρία το να μη θέλει κάποιος να ενεργεί με έναν ρυθμό ο οποίος του επιβάλλεται.

Είναι, πράγματι, ζήτημα ρυθμού η απόδοση της εργασίας, αλλά ποιος από τους υπουργούς οικονομικών, τους τραπεζίτες και τους συμβούλους για την περιλάλητη ανάπτυξη σκοτίζεται γι’ αυτό; Λίγο περισσότερο, όμως, να σκεφτεί κανείς θα μπορέσει να δει τι σαλεύει κάτω από τους αριθμούς, τους δείκτες, τα μεγέθη. Θα δει ότι για κάτι άλλο πασχίζουν κυρίως οι άνθρωποι, για κάτι που δεν είναι προς αγορά ή προς πώληση, που δεν συσκευάζεται, που δεν τυποποιείται.

Φέρτε στο νου σας τις ταινίες του Ζακ Τατί. Ο ήρωας σκοντάφτει κάθε τόσο πάνω σε μια αλυσίδα συμβάντων και πραγμάτων που γυρίζει ασταμάτητα, κι εκείνος δεν καταφέρνει να βρει τον λόγο που γίνεται αυτό. Γυρίζουν τα γρανάζια του κόσμου συνεχώς, χωρίς διακοπή. Αυτό που πιο πολύ εντυπωσιάζει τον ήρωα είναι ότι οι άλλοι γύρω του βρίσκουν μια παράξενη ευχαρίστηση στο να γίνονται και οι ίδιοι γρανάζια, λες κι αυτό τους γλυτώνει από το να πρέπει να επιλέγουν και να αποφασίζουν.

Ο κύριος Υλό γίνεται, έτσι, μάρτυρας της ηθελημένης μηχανοποίησης της ζωής, πράμα ριζικά αφύσικο. Διότι μηχανή ίσον επανάληψη, ενώ ζωή ίσον εναλλαγή, εξέλιξη. Μελαγχολεί ο ήρωας απ’ αυτή την ελάττωση της ορμητικής πλαστικότητας, της ζωικής φοράς, όπως θα ‘λεγε ο Μπερξόν, απ’ αυτή την αναπηρία μες τη μονότονη δράση, την οποία ο δυτικός άνθρωπος διαλέγει ώστε να έχει το κεφάλι του ήσυχο. Σε άλλα κεφάλια, όμως, μια τέτοια ησυχία δεν έχει κανένα νόημα.

 Οι ήρωες της ελληνικής κωμωδίας

Πάρτε, για παράδειγμα, την παλιά ελληνική κωμωδία. Εκεί ο ήρωας δεν στέκεται όπως ο κύριος Υλό απορημένος και θλιμμένος με όσα συμβαίνουν. Δεν είναι παρατηρητής ο ντόπιος πρωταγωνιστής. Βρίσκεται ολόκληρος μέσα στην αναστάτωση που επικρατεί. Ο ρυθμός των κινήσεων του Χατζηχρήστου ή του Βέγγου είναι ο ρυθμός του ανθρώπου που μπαινοβγαίνει στον ρου των πραγμάτων.

Τον βλέπουμε να ανασκουμπώνεται, να πατάει γκάζι στις ενέργειές του, να στριφογυρίζει σαν σβούρα και ξαφνικά η σβούρα να σταματάει. Είναι επειδή το θέλησε αυτός. Δεν ήρθε ένας απόλυτος εξαναγκασμός απ’ έξω για να τον προστάξει. Το παν λοιπόν είναι να διαφοροποιεί κανείς το τέμπο, με το οποίο πορεύεται στη ζωή.

Όταν το απαιτεί η ανάγκη να ρίχνεται στη δράση, αλλά όταν παύει η ανάγκη να μην έχει γίνει θύμα της κεκτημένης του ταχύτητας. Η παλιά ελληνική συνταγή ήταν: δουλειά κι ανάπαυλα, πορεία και στάση, στάση απαραίτητη για να θυμηθούμε τον λόγο, για τον οποίο ξεκινήσαμε την πορεία. Και ακόμη τον σκοπό για τον οποίο αγκομαχάμε.

Οι καιροί άλλαξαν βέβαια, το βλέπουμε σήμερα. Αλλά ότι πρέπει να ξέρει ένας λαός τον σκοπό για τον οποίο μοχθεί, αυτό δεν μπορεί να αλλάξει. Και ίσως κάποτε στις πλατείες υψωθεί το πανό με το νέο αίτημα: «ούτε παράσιτα θέλουμε να είμαστε, ούτε είλωτες».

ΠΗΓΗ

SLpress.gr