Ο φυλλομετρητής σας δεν υποστηρίζει προβολή PDF. Κατεβάστε το αρχείο PDF.
Ο φυλλομετρητής σας δεν υποστηρίζει προβολή PDF. Κατεβάστε το αρχείο PDF.
Πρβλ. Θρησκευτικά επί το αυτό
Ο φυλλομετρητής σας δεν υποστηρίζει προβολή PDF. Κατεβάστε το αρχείο PDF.
Ο φυλλομετρητής σας δεν υποστηρίζει προβολή PDF. Κατεβάστε το αρχείο PDF.
Πρβλ. Θρησκευτικά επί το αυτό
Του ΜΑΝΩΛΗ Γ. ΒΑΡΔΗ
Είναι σχεδόν μάταιο να προσπαθήσει να πείσει ή να επιχειρηματολογήσει κανείς με ανθρώπους φοβισμένους, στα όρια της υστερίας σε κάθε στιγμή κινδύνου, για την θεολογική σημασία της Θείας Κοινωνίας. Το να προσέρχεται ο πιστός στο Μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας είναι, πέρα από κάθε θεολογική ανάλυση, κοινωνικό γεγονός σωτηρίας: αυτό σημαίνει ότι ο λαός του Θεού καλείται να συμμετέχει, προσφέροντας την φθαρτότητά του στη θέωση της φύσης εν Πνεύματι Αγίω. Οπότε το ζήτημα είναι εάν έχουμε πλέον στην χώρα μας «λαό του Θεού».
Αν προσέξει κανείς τις αντιδράσεις για την Θεία Κοινωνία ως του τρόπου μετάδοσης του κορονοϊού, εύκολα θα διαπιστώσει ότι αυτές προέρχονται από τις γνωστές ομάδες των «φωτισμένων» οπαδών της «αυτονομίας» του ατόμου και των πολλαπλών δικαιωμάτων του. Στις αντιδράσεις τους χρησιμοποιούν ως αυτονόητα επιχειρήματα την κατ’ αυτούς κοινή λογική, πάντα επιστημονική (!), της μετάδοσης του επικίνδυνου ιού μέσω της Μετάληψης. Από την πλευρά τους είναι λογική αυτή η επιχειρηματολογία, διότι για αυτούς ο άρτος και ο οίνος είναι, στην καλύτερη περίπτωση, ένα τελετουργικό, που δεν έχει να κάνει με καμία μυστηριακή μεταβολή σε Σώμα και Αίμα Χριστού. Το πολύ πολύ, φθάνουν μέχρι το σημείο να σέβονται απλά το τελετουργικό αυτό, φροντίζοντας βέβαια να το περιχαρακώνουν στα όρια του «δικαιωματισμού» επιμέρους ομάδων πολιτών, που είναι ελεύθεροι να πιστεύουν ό,τι θέλουν, αλλά δεν μπορούν να θέτουν σε κίνδυνο την υγεία του κοινωνικού συνόλου. Είναι, τελικά, η αντίληψη μίας κοινωνίας που δεν υπάρχει ως ενιαία οντότητα, αλλά είναι επιμερισμένη σε πολλές ομάδες και για αυτό καλούνται αυτές οι «κοινωνικές μερίδες» να σέβονται τα όρια της δράσης τους.
Στην ουσία πρόκειται για μία ακόμη εκδοχή ενός ακήρυχτου ιδεολογικού πολέμου ανάμεσα σε δύο εντελώς διαφορετικές περί κοινωνίας αντιλήψεις. Από τη μία είναι η πίστη σε μία κοινωνία που υπάρχει ενιαία, με τις αξίες και τα πιστεύω της, και από την άλλη η αντίληψη ότι κάτι τέτοιο ενιαίο ή δεν υπάρχει ή είναι καταπιεστικό και, μερικές φορές, «φασιστικό». Η μία πλευρά του ιδεολογικού πολέμου χρεώνεται με την αφέλεια να πιστεύει ότι η κοινωνία του 2020 είναι ίδια με την κοινωνία των προηγούμενων δεκαετιών, η άλλη όμως πλευρά χρεώνεται με μία βαθύτατη υποκρισία: στο όνομα του «κοινού καλού» και της υγείας των πολιτών, με την επίκληση δηλαδή υπερατομικών, συλλογικών αξιών που ούτως ή άλλως δεν πιστεύουν στην πραγματικότητα, παραθεωρούν (δεν τους νοιάζουν) φαινόμενα κοινωνικής και εργασιακής αυθαιρεσίας, που τελικά είναι δυνατόν να προκαλούν πολύ μεγαλύτερο πρόβλημα στη διάδοση του ιού. Εστιάζουν στην Θεία Κοινωνία, διότι εκεί είναι ο ιδεολογικός τους εχθρός, και όχι η όποια επιχείρηση, εταιρεία, εκδήλωση, εκδρομή, διασκέδαση που μπορεί να αποτελέσει το πλαίσιο της διάδοσης αυτού του κινδύνου. Μάλιστα, αστειεύονται με χώρες και καθεστώτα που είτε δεν αναφέρουν κανένα κρούσμα είτε εφαρμόζουν απάνθρωπες μεθόδους καραντίνας (Β. Κορέα, Κίνα), ουσιαστικά αποφεύγοντας να αντιμετωπίσουν στη δική τους ζωή αυτή την ζοφερή πραγματικότητα. Με άλλα λόγια, το πρόβλημα του κορονοϊού είναι οι Εκκλησίες και όχι, ενδεχομένως, οι διασυνοριακές μετακινήσεις, η απόκρυψη στοιχείων, τα ελλιπή μέτρα σε νοσοκομεία και άλλους χώρους, και ό,τι άλλο.
Είναι άνθρωποι που δεν μπορούν να φανταστούν πόσο μεγάλη είναι η κοινωνική και αξιακή παρακμή που παράγουν σε όλα τα επίπεδα. Θυμίζουν τις εκστρατείες για τα πλαστικά και τα καλαμάκια στις ακτές, όταν ολόκληρες βιομηχανίες και λύματα μολύνουν σε απίστευτο βαθμό τις θάλασσες. Η κοινωνική τους ευαισθησία είναι αντιστρόφως ανάλογη της αξίας του μοντέλου ζωής που προβάλλουν. Η κοινωνία της ασφάλειας που επιθυμούν είναι η ψευδαίσθηση που τους επιτρέπει να επιβιώνουν σε κοινωνίες αποσαθρωμένες και ετοιμόρροπες. Για αυτό και ο ενστικτώδης πανικός στην οποιαδήποτε απειλή της υλικής τους υπόστασης, διότι γνωρίζουν κατά βάθος ότι δεν έχουν κάτι για να την υπερβούν, για να κάνουν το άλμα στην άλλη πλευρά της συνείδησης.
Στην περίοδο των εχθρικών περικυκλώσεων και των τρομακτικών λοιμωδών ασθενειών στο Βυζάντιο, ο λαός συγκεντρωνόταν και προσευχόταν στις Εκκλησίες. Δεν γνωρίζω αν έτσι γίνονταν περισσότερο ευάλωτοι στον κίνδυνο, άλλωστε δεν υπήρχαν τότε οι επιστημονικές αναλύσεις της εποχής μας, όμως ως κοινωνίες εν κινδύνω έδειχναν τον τρόπο υπέρβασης της φθαρτότητας και, τελικά, της προσωπικής ασημαντότητας. Άνθρωποι της εποχής μας μπροστά στην οθόνη του υπολογιστή ή της τηλεόρασης δίνουν «μάχες» εκ του ασφαλούς, μάχες γεμάτες δηλητήριο εχθρότητας προς κάθε αληθινή και γνήσια κοινωνία ζωής και πίστης.
ΠΗΓΗ
http://Αντίφωνο
Του ΧΡΗΣΤΟΥ ΓΙΑΝΝΑΡΑ
Το πρόβλημα το ζούμε όλοι κατάσαρκα. Το ξέρουμε, ξέρουμε όλοι και τη λύση του. Κανένας μας δεν τολμάει να πει τη λύση. Όπως σε αποτυχημένο γάμο κανένας δεν μιλάει για διαζύγιο, στον καρκίνο κανένας δεν μιλάει για θάνατο. Συνεχίζουμε να διχογνωμούμε παθιασμένοι για το πρόβλημα, ενώ ξέρουμε τη λύση. Όπως στη δικτατορία: πολυσέλιδες οι εφημερίδες, καμιά δεν ονομάτιζε το πρόβλημα, οι δημόσιοι αγορητές το ίδιο.
Τότε μίλησε ο Σεφέρης. Με γλώσσα άλλη, «έξω από τα πολιτικά του τόπου» (Δήλωση, 28.3.1969). Ονομάτισε «δικτατορικές καταστάσεις» και τις όρισε σαν «κατάσταση υποχρεωτικής νάρκης όπου, όσες πνευματικές αξίες κατορθώσαμε να κρατήσουμε ζωντανές, με πόνους και κόπους, πάνε κι αυτές να καταποντιστούν μέσα στα ελώδη, στεκάμενα νερά». Προμήνυσε την «τραγωδία που περιμένει αναπότρεπτη στο τέλος» και σίγουρα δεν εννοούσε μόνο τη βίαιη αποκοπή της Κύπρου από τον ενιαίο κορμό της ελληνικής ιστορικής παρουσίας.
Σήμερα δεν υπάρχει Σεφέρης για να σπάσει τη σιωπή, και αν υπήρχε, τη γλώσσα του την έχει αχρηστέψει, την κάνει ακατανόητη, ο διακομματικός «προοδευτικός» μηδενισμός της μεταπολίτευσης – ίδια «ελώδη, στεκάμενα νερά», από τον Λευτέρη Βερυβάκη ώς τη Νίκη Κεραμέως. Συνεχίζουμε ανέκφραστοι να ζούμε το πρόβλημα, διαιωνίζουμε την «κατάσταση υποχρεωτικής νάρκης» σαν αναπότρεπτη μοίρα ή ριζικό.
Πολυώνυμο το πρόβλημα, αλλά ένα και μοναδικό. Για κάποιες μέρες ή εβδομάδες (όσο ορίσουν τα «μέσα») το λέμε «φορολογικό». Στη συνέχεια το μετονομάζουμε σε «ασφαλιστικό». Μετά σε «μεταναστευτικό». Ύστερα, σε πρόβλημα «εθνικής άμυνας». Και τα χρόνια κυλάνε, με μια καινούργια τραγωδία να περιμένει σε κάποια απρόβλεπτη στιγμή, που όλοι την απευχόμαστε και όλοι την προετοιμάζουμε με την αδράνεια ή την ανημπόρια μας.
Κάθε Έλληνας πολίτης με στοιχειώδη νοημοσύνη, προσπαθεί να μειώσει με τεχνάσματα ή να αποφύγει εντελώς την καταβολή φόρου. Φράσεις όπως: «με απόδειξη, εκατό, χωρίς απόδειξη, σαράντα» συνοδεύουν τις περισσότερες δοσοληψίες.
Οι δυνάστες μας, στο καθεστώς της κομματοκρατίας, προσπαθούν να «πατάξουν» τη φοροδιαφυγή, με αυξημένους ελέγχους, αστυνομικές μεθοδεύσεις. Ταιριάζει κι εδώ ο βιβλικός χαρακτηρισμός: «μωροί και τυφλοί»: Δεν καταλαβαίνουν, επειδή δεν θέλουν να καταλάβουν, ότι η φοροδιαφυγή είναι λογικά τετράγωνη αυτοάμυνα. Θα πλήρωναν οι πολίτες ολοπρόθυμα τους φόρους τους, αν ήταν φανερό και ψηλαφητό ότι οι φόροι ξαναγυρίζουν στον πολίτη ως υπηρεσίες μέσω των θεσμών – λειτουργιών του κράτους. Ότι χρηματοδοτούν οι φόροι την ηλεκτροδότησή μας, την ύδρευση, τις συγκοινωνίες, την καθαριότητα των οικισμών, σχολειά για τα οποία να καμαρώνουμε, πανεπιστήμια να τα ’χουμε καύχημα.
Σήμερα οι πολίτες ξέρουμε ότι οι φόροι είναι ωμή ληστεία που υπηρετεί, προκλητικά και χυδαία, το πελατειακό κράτος των κομμάτων: Αναρίθμητους αυθαίρετους διορισμούς στο Δημόσιο (εξαγορασμένη ψηφοθηρία), διαπλοκή της εξουσίας με έναν δαιδαλώδη υπόκοσμο εργοληπτών και προμηθευτών του Δημοσίου. Όλα τα κοινωνικά λειτουργήματα έχουν παραδοθεί στην αδηφαγία της ιδιωτικής κερδοσκοπίας: το ηλεκτρικό, το πετρέλαιο, οι δρόμοι, τα λιμάνια, τα αεροδρόμια, τα τρένα, το ταχυδρομείο, η πληροφόρηση – όλα τα χρειώδη του βίου ο πολίτης πρέπει να τα αγοράσει, οπότε οι φόροι που απαιτεί το κράτος είναι μόνο «κεφαλικοί», χαράτσι για να του επιτρέπει η εξουσία να υπάρχει.
Πολυώνυμο το πρόβλημα, αλλά ένα και μοναδικό. Για κάποιες άλλες μέρες ή εβδομάδες το λέμε «ασφαλιστικό»: Ένα τεράστιο ποσοστό του πληθυσμού πληρώνεται από το κρατικό ταμείο, δήθεν υπάλληλοι ή δήθεν συνταξιούχοι, επειδή εφάπαξ πούλησαν την ψήφο τους σε κάποιον αετονύχη πολιτευτή. Το «κράτος» δεν ενδιαφέρεται να ελέγξει ούτε καν τις κατάφωρες αδικίες – για εργασία δεκαπέντε χρόνων (ή και λιγότερων) συνταξιοδοτούνται μυριάδες επί τριάντα, σαράντα, σαράντα πέντε χρόνια. Δίχως στοιχειώδη, έστω, δικαιοκρισία: Αξιωματικός, για δεκαετίες στο χαράκωμα και στις προφυλακές ή πανεπιστημιακοί που εκλέχθηκαν καθηγητές στην τέταρτη ή πέμπτη δεκαετία του βίου τους, έχουν πολλοστημόριο της σύνταξης κλητήρα της Βουλής ή υπαλλήλου της άλλοτε «Ολυμπιακής», της ΔΕΗ, του ΟΤΕ, του ΟΣΕ ή κρατικών Τραπεζών.
Ένα το πρόβλημα, αλλά πολυώνυμο – για κάποια περίοδο το λέμε «εθνική άμυνα». Μας έτυχε γείτονας λαός, σήμερα κάπου ογδόντα εκατομμύρια, που θέλησε και πέτυχε κάποτε να μας απωθήσει στο περιθώριο της Ιστορίας για τέσσερις ολόκληρους αιώνες. Και το ελάχιστο κρατίδιο που ξαναχτίσαμε το πριονίζει αδιάκοπα και το απειλεί αναιδέστατα. Εξάλειψε τον Ελληνισμό από την πανάρχαια μικρασιατική του κοιτίδα, τον ξερίζωσε από τον Πόντο, την Ανατολική Θράκη, την Ιμβρο, την Τένεδο, τη Βόρεια Κύπρο, απέσπασε θρασύτατα συγκυριαρχία στο πέλαγος, στον αέρα, στις βραχονησίδες του Αιγαίου.
Απέναντι σε απειροελάχιστο ενδεχόμενο ανάλογης απειλής, οι πολίτες Ελβετοί ανανεώνουν τη στρατιωτική τους εξάσκηση κάθε χρόνο, από τα δεκαοχτώ ώς τα πενήντα τους, συντηρώντας στο σπίτι τους τον οπλισμό που τους παρέχεται – είναι η πιο ετοιμοπόλεμη κοινωνία της Ευρώπης, και γι’ αυτό απόλεμη. Στη σημερινή Ελλάδα, με καθημερινές και θρασύτατες τις απειλές της Τουρκίας, η στρατιωτική θητεία έχει εξευτελιστεί σε κωμικής διάρκειας (κι όμως απεχθέστατο) μπελά – είμαστε ίσως η πιο τυφλά εθελόδουλη κοινωνία της Ευρώπης.
Το πρόβλημα πολύπτυχο, αλλά ένα: Η κομματοκρατία.
ΠΗΓΗ
Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ
Του ΜΙΛΤΙΑΔΗ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ· Ομότιμου Καθηγητή της Θεολογικής Σχολής ΑΠΘ και Άρχοντος Διδασκάλου του Ευαγγελίου της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας
Οι σχέσεις του Θεού με τον άνθρωπο και οι σχέσεις των ανθρώπων μεταξύ τους αποτελούν το κεντρικό θέμα της παραβολής που περιέχεται στο Λου 15:11-32. Έτσι, θα μπορούσε να πει κανείς ότι η συγκεκριμένη περικοπή συνοψίζει το περιεχόμενο ολόκληρης της Αγίας Γραφής, αφού όλα όσα περιέχονται σ’ αυτήν στο ίδιο θέμα αναφέρονται.
Οι ιστορίες, οι αφηγήσεις, οι θρύλοι και οι παραδόσεις, τα νομικά κείμενα, τα ποιήματα και τα τραγούδια, οι προφητείες, οι παραβολές και τα οράματα, όλα αρμονικά συνταγμένα σε ένα ενιαίο έργο, αποσκοπούν στο να φωτίσουν επιμέρους πλευρές αυτής της μακράς ιστορίας σχέσεων, που αρχίζει από τη δημιουργία του κόσμου και φτάνει μέχρι τα έσχατα. Και είναι γνωστό ότι οι σχέσεις αυτές καθορίζονται από την αρχή ως το τέλος από τους όρους της Διαθήκης. Μέσα στη μακραίωνη ιστορία των σχέσεών του με τους ανθρώπους ο Θεός δεσμεύεται με διάφορες υποσχέσεις απέναντί τους, θέτει όμως ως προϋπόθεση για την εκπλήρωσή τους και τη δέσμευση των ανθρώπων απέναντί του ότι θα τηρήσουν τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τη Διαθήκη που έχουν συνυπογράψει.
Οι υποσχέσεις, που ακολουθούν κάθε πρόσκληση των ανθρώπων από τον Θεό για συνεργασία, δεν έχουν την έννοια της προσφοράς ανταλλαγμάτων, αλλά αποτελούν απόδειξη της αγάπης του Θεού για τον άνθρωπο και του συνεχούς ενδιαφέροντός του γι’ αυτόν. Η πλήρωση των υποσχέσεων προς τους πατριάρχες του Ισραήλ, με την εγκατάσταση στη Χαναάν μετά την έξοδο από την Αίγυπτο, αποτελεί απόδειξη της πιστότητας του Θεού και εγγύηση για την τελική εκπλήρωση όλων των υποσχέσεων που δόθηκαν στους προφήτες. Και στο σημείο αυτό βρίσκεται η ανθρώπινη ευθύνη. Ο Θεός δεν διστάζει να προκαλέσει τους ανθρώπους με το στόμα του προφήτη Ησαΐα: «Ελάτε να κριθούμε μεταξύ μας» (Ησα 1:16). Ο Θεός δέχεται να θέσει όλες του τις ενέργειες υπό τον ανθρώπινο έλεγχο, ενώ είναι προφανές ότι ουδείς άνθρωπος θα τολμούσε ποτέ να προκαλέσει κατ’ αυτόν τον τρόπο τον Θεό.
Παρ’ όλα αυτά ο Θεός δεν εγκαταλείπει τους ανθρώπους. Όταν θα νιώσει εγκαταλελειμμένος από τον λαό του, θα αναλάβει νέα πρωτοβουλία. Θα εξαγγείλει με το στόμα του προφήτη Ιερεμία τη σύναψη μιας νέας συμφωνίας: «Έρχονται μέρες που θα συνάψω καινούργια διαθήκη με τον λαό του Ισραήλ και του Ιούδα· δεν θα ’ναι όμοια με τη διαθήκη που είχα συνάψει με τους προγόνους τους… επειδή εκείνοι δεν τήρησαν τη διαθήκη μου κι εγώ τους παραμέλησα… Θα βάλω τους νόμους στη συνείδησή τους και θα τους γράψω στην καρδιά τους. Θα είμαι ο Θεός τους κι αυτοί θα είναι ο λαός μου. Δεν θα διδάσκει πια ο καθένας τον συμπολίτη του ή τον συγγενή του προτρέποντάς τον: “Γνώρισε τον Κύριο”· γιατί όλοι τους θα με γνωρίζουν, από τον πιο μικρό μέχρι τον πιο μεγάλο, γιατί θα συγχωρήσω τις αδικίες τους και δεν θα θυμηθώ πια τις αμαρτίες τους» (Ιερ 38:31-34).
Ο Θεός τήρησε και αυτή την υπόσχεσή του. Η νέα συμφωνία υπογράφτηκε μέσω του Ιησού Χριστού με τους μαθητές του. Τις καρδιές των χριστιανών χρησιμοποίησε αυτή τη φορά αντί για πέτρινες πλάκες, προκειμένου να γράψει τους όρους της συμφωνίας και τις αμαρτίες των χριστιανών συγχώρησε. Το ερώτημα όμως είναι αν πράγματι οι χριστιανοί ανταποκρίθηκαν στους όρους της νέας συμφωνίας, αν πράγματι γνώρισαν τον Θεό.
Όπως είναι γνωστό, πολύ συχνά ο Ιησούς, προκειμένου να κάνει το μήνυμά του κατανοητό στους απλούς ανθρώπους, μιλούσε με παραβολές. Έλεγε, δηλαδή, μια ιστορία, από το περιεχόμενο της οποίας μπορούσε να αντλήσει κανείς πολύτιμα ηθικά συμπεράσματα και υψηλές θεολογικές αλήθειες. Συμβαίνει όμως συχνά, επειδή οι ιστορίες αυτές περιέχουν εντυπωσιακές εικόνες, να μένει κανείς στις εξωτερικές περιγραφές και να χάνει από τα μάτια του το βαθύτερο νόημά τους.
Η πολύ γνωστή ““Παραβολή του Ασώτου” είναι ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα αυτής της παρεξήγησης. Περιεχόμενο της παραβολής είναι η παράλληλη ιστορία δύο αδελφών, από τους οποίους ο μικρότερος πήρε το μερίδιο της περιουσίας που του αναλογούσε και το κατασπατάλησε, ενώ ο μεγαλύτερος έμεινε κοντά στον πατέρα του. Όταν ο άσωτος γιος βρέθηκε σε δύσκολη θέση, ξαναγύρισε μετανοιωμένος στον πατέρα του, ο οποίος όχι μόνο δεν τον έδιωξε, αλλά και τον καλοδέχτηκε, με αποτέλεσμα να προκαλέσει τη δυσαρέσκεια του άλλου γιου του.
Αν και το πρόσωπο που φαίνεται να πρωταγωνιστεί στην ιστορία είναι ο άσωτος, στόχος της παραβολής είναι να διδάξει τις συνέπειες που έχει για τη ζωή των χριστιανών η αναγνώριση ότι ο Θεός είναι ο πατέρας τους. Προσεκτικότερη ανάγνωση της παραβολής θα δείξει ότι η μορφή που στην πραγματικότητα κυριαρχεί και στα δύο μέρη της είναι αυτή του σπλαχνικού πατέρα. Αυτός δίνει χωρίς αντίρρηση το μερίδιο στον γιο του που του το ζητάει, σεβόμενος την ελεύθερη επιλογή του. Αυτός είναι που καθημερινά περιμένει να γυρίσει ο γιος του και γι’ αυτό τον διακρίνει από μακριά. Αυτός είναι που δεν έχει την υπομονή να περιμένει να έρθει ο γιος του και να ζητήσει συγγνώμη, αλλά τρέχει πρώτος να τον προϋπαντήσει και να τον σφίξει στην αγκαλιά του χωρίς μνησικακία.
Ούτε για μια στιγμή δεν συζητάει ο πατέρας το αίτημα του γιου του να τον προσλάβει ως υπάλληλό του, αλλά τον αποκαθιστά αμέσως στην αρχική του θέση. Ακόμη και στους στίχους που αναφέρονται στην ασωτία και στη μετάνοια του μικρότερου γιου, στο υπόβαθρό τους βρίσκεται η μορφή του πατέρα. Αν δεν γνώριζε ο άσωτος την απροϋπόθετη αγάπη του πατέρα του, δεν θα αποφάσιζε ποτέ να επιστρέψει. Τόσο το πρώτο όσο και το δεύτερο μέρος της παραβολής τελειώνει με τη φράση: “ήταν νεκρός και αναστήθηκε, ήταν χαμένος και βρέθηκε” που υπογραμμίζει την απέραντη χαρά του πατέρα. Και στο δεύτερο μέρος της παραβολής πάλι ο πατέρας είναι αυτός που βγαίνει για άλλη μια φορά από το σπίτι του για να παρακαλέσει τον μεγαλύτερο γιο του να συμμετάσχει στη χαρά της επιστροφής του αδελφού του. Έτσι, θα ήταν ορθότερο να ονομάζεται η σχετική περικοπή όχι “Παραβολή του Ασώτου” αλλά “Παραβολή του Σπλαχνικού Πατέρα”.
Δεν είναι όμως μόνον οι ζωηρές εικόνες και η εντύπωση που προκαλεί η ιστορία οι αιτίες που συχνά περνά απαρατήρητο το βαθύτερο νόημά της. Επειδή οι ιστορίες αυτές είναι πολύ γνωστές, συνήθως τις προσπερνά κανείς γρήγορα, χωρίς να δίνει χρόνο στον εαυτό του για περισσότερες σκέψεις. Αποκαλώντας καθημερινά οι χριστιανοί στις προσευχές τους, καθώς λένε το “Πάτερ ημών”, τον Θεό “πατέρα” τους, θεωρούν σχεδόν αυτονόητη την αλήθεια αυτήν και σπάνια σκέφτονται τι πραγματικά σημαίνει αυτό για τη ζωή τους.
Και όμως, μια πιο προσεκτική μελέτη της Αγίας Γραφής θα δείξει ότι για να φτάσει η ανθρωπότητα σ’ αυτήν την τόσο αυτονόητη για τους σύγχρονους πιστούς αλήθεια χρειάστηκε να περάσει από πολλές περιπέτειες για πάρα πολλούς αιώνες. Οι αρχαίοι λαοί φαντάστηκαν και περιέγραψαν τους θεούς τους ως τρομερούς και φοβερούς, ως παντοδύναμους κυρίαρχους και ακατανίκητους πολεμιστές και απέδωσαν σ’ αυτούς απεριόριστες αγαθές ή καταστροφικές δυνάμεις. Ακόμη και ο Ισραήλ, παρά τη ζωντανή εμπειρία της παρουσίας του Θεού του στην ιστορία του, παρά την πεποίθησή του ότι έχει τον Θεό συμπαραστάτη και προστάτη του σε όλες τις δύσκολες στιγμές του, ποτέ δεν τον αισθάνθηκε τόσο οικείο, ώστε να τον αποκαλέσει “πατέρα”. Μόνο μετά την τρομερή καταστροφή του 587 π.Χ., όταν τα βαβυλωνιακά στρατεύματα θα ερημώσουν τη χώρα του, όταν η Ιερουσαλήμ θα μεταβληθεί σε ένα σωρό καμένων ερειπίων και ο λαός θα οδηγηθεί αιχμάλωτος στην Μεσοποταμία, τότε θα εμφανιστεί και πάλι ο Θεός στον προφήτη Ιερεμία, για να του αποκαλύψει μια νέα αλήθεια.
Οι λανθασμένες αντιλήψεις του λαού για τη σχέση του με τον Θεό τον οδήγησαν στην καταστροφή. Τώρα ο Θεός τους δίνει μια νέα ευκαιρία, αποκαλύπτοντας μέσω του προφήτη του ότι η καταστροφή δεν ήταν το τέλος, αλλά μια παιδαγωγική τιμωρία του Θεού-πατέρα προς τα παραστρατημένα παιδιά του. Ο μετανοιωμένος λαός, που γνώρισε τον Θεό ως τιμωρό, θα τον γνωρίσει τώρα ως στοργικό πατέρα που ξέρει να συγχωρεί και να κρατά πάντα ανοιχτή την αγκαλιά του περιμένοντας την επιστροφή των παιδιών του. Ο ίδιος ο Θεός προτρέπει με το στόμα του προφήτη τον λαό του: «Χαρείτε και αγαλλιάστε… διαλαλείστε και ψάλτε· διακηρύξτε: “Ο Κύριος τον λαό του έσωσε᾽᾽… Θα τους φέρω από τις χώρες του βορρά και από τα πέρατα της γης θα τους συνάξω… Έφυγαν κλαίγοντας από τη χώρα τους, μα θα τους παρηγορήσω επαναφέροντάς τους… γιατί έγινα πατέρας για τους Ισραηλίτες…» (Ιερ 38:7-9).
Το ίδιο παρήγορο μήνυμα θα εξαγγείλει λίγα χρόνια αργότερα εξ ονόματος του Θεού και ένας άλλος προφήτης που έζησε μαζί με τους αιχμαλώτους στην Βαβυλώνα: «Εγώ είμαι μαζί σου, μη φοβάσαι· από την Ανατολή θα φέρω πίσω τους απογόνους σου και από τη Δύση θα σας συναθροίσω. Και στον Βορρά θα πω “Δώσε τους πίσω”· θα πω στον Νότο “Πια μη τους κρατάς”. Φέρτε τους γιους μου από τη μακρινή τη χώρα, τις θυγατέρες μου από τα πέρατα της γης…». (Ησα 43:5-6).
Αυτό που οι αρχαίοι εκείνοι προφήτες οραματίστηκαν ως μελλοντική προοπτική για τον λαό του Ισραήλ έρχεται ο Ιησούς με την παραβολή του να το εξαγγείλει ως βέβαιη πραγματικότητα για όλους τους ανθρώπους. Αυτό που θέλει να τονίσει ο Χριστός με την παραβολή του είναι ότι η αγάπη του Θεού, όπως άλλωστε και κάθε πατέρα, δεν γνωρίζει όρια. Ό,τι και να κάνουν τα παιδιά του, όσο και να τον πικράνουν, πάντα κρατάει μια σπίθα αγάπης γι’ αυτά και είναι έτοιμος να τα συγχωρέσει και να τα συμπαρασταθεί μόλις του το ζητήσουν.
Στο σημείο όμως αυτό χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή γιατί η παρεξήγηση είναι εύκολη. Όπως διαβεβαιώνει ο απόστολος Παύλος στο αποστολικό ανάγνωσμα της ημέρας από την Α´ Προς Κορινθίους Επιστολή του: «Όλα μου επιτρέπονται, αλλά δεν είναι όλα προς το συμφέρον μου. Όλα μου επιτρέπονται, εγώ όμως δεν θα αφήσω τίποτε να με κυριέψει» (6:12). Ο Θεός, όπως και ο πατέρας της παραβολής, δεν βάζει όρους, δεν θέτει κανέναν περιορισμό στα παιδιά του. Τα πάντα επιτρέπονται, όλες οι δυνατότητες είναι ανοιχτές μπροστά στον άνθρωπο. Γνώμονας όμως για τις επιλογές του χριστιανού είναι η υπόμνηση, με την οποία τελειώνει η αποστολική περικοπή: «Δεν ανήκετε στον εαυτό σας. σας αγόρασε ο Θεός και πλήρωσε το τίμημα. Αυτόν, λοιπόν, να δοξάζετε με το σώμα σας και με το πνεύμα σας που ανήκουν στον Θεό» (6:19-20). Ό,τι έχουν οι άνθρωποι προέρχεται από τον Θεό και ανήκει σ’ αυτόν. Ο άνθρωπος, επομένως, είναι διαχειριστής των αγαθών που του δίνει ο Θεός, και ως διαχειριστής οφείλει να κάνει τις επιλογές του· να δοξάσει τον Θεό, χρησιμοποιώντας τα αγαθά που του προσφέρει ή να κυριευτεί από αυτά και να χάσει τον προσανατολισμό του.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα απώλειας του προσανατολισμού είναι η αντίδραση του μεγαλύτερου γιου της παραβολής, την οποία ίσως και να συμμερίζονται πολλοί ευσεβείς χριστιανοί. Δεν είναι λίγοι οι πιστοί εκείνοι που θεωρούν ότι ο Θεός πρέπει να είναι ακριβοδίκαιος, τιμωρώντας τον αμαρτωλό όπως του αξίζει και αμείβοντας τον ενάρετο. Αυτός είναι προφανώς ο λόγος που η συγκεκριμένη παραβολή διαβάζεται, σύμφωνα με τη λειτουργική παράδοση της Ορθόδοξης Εκκλησίας, αμέσως μετά την Παραβολή του Τελώνου και Φαρισαίου. Γιατί τονίζει ότι η δικαιοσύνη του Θεού δεν εξαντλείται στην ικανοποίηση ενός αισθήματος δικαίου, αλλά εκδηλώνεται πρωτίστως ως αγάπη που προτρέπει κάθε αμαρτωλό άνθρωπο σε μετάνοια και επιστροφή στην πατρική οικία. Τονίζει ακόμα ότι η επιστροφή αυτή, ενώ σημαίνει την πλήρη αποκατάσταση εκείνου που καταφεύγει στη θεία προστασία, δεν στερεί τίποτε από εκείνον που βρίσκεται συνεχώς κάτω από αυτήν. Από τη στιγμή που αναγνωρίζει κανείς τον Θεό ως πατέρα του, αναγνωρίζει και όλους τους ανθρώπους ως αδέλφια του. Και από τη στιγμή που διαπιστώνει πόσο απλόχερα προσφέρει ο Θεός-πατέρας τα αγαθά του, κατανοεί ότι δεν μπορεί να χρησιμοποιεί τα αγαθά αυτά για την ατομική του προβολή και καταξίωση.
Η Παραβολή του Σπλαχνικού Πατέρα θέτει τον χριστιανό απέναντι σε μια σειρά από ερωτήματα, στα οποία επείγει να δώσει αμέσως μια απάντηση. Η συμπεριφορά του χριστιανού δεν μπορεί να ταυτίζεται ούτε με την ασωτία του ενός γιου ούτε με τη μικροψυχία του άλλου. Η περίοδος της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, που έρχεται, είναι η καταλληλότερη για περισυλλογή και αυτοέλεγχο. Ό,τι και να προκύψει από τον αυτοέλεγχο αυτόν, ο Χριστός βεβαιώνει ότι ο πλούτος του πατέρα όλων των ανθρώπων είναι ανεξάντλητος και ότι η πόρτα του σπιτιού του παραμένει πάντα ανοιχτή.
ΠΗΓΗ:
Του ΙΩΑΝΝΗ ΚΑΡΑΒΙΔΟΠΟΥΛΟΥ· Ομότιμου Καθηγητή της Θεολογικής Σχολής ΑΠΘ
Η Αποστολική περικοπή, που διαβάζεται στη Θεία Λειτουργία τη B΄ Κυριακή του Τριωδίου μαζί με την Ευαγγελική παραβολή του ασώτου υιού ή ορθότερα του Εύσπλαχνου Πατέρα, είναι από την Α΄ προς Κορινθίους επιστολή 6, 12-20 που σε μετάφραση είναι η εξής:
«Αδελφοί, μερικοί μεταξύ σας λένε: “Ολα μού επιτρέπονται”. Σωστά· όλα όμως δεν είναι προς το συμφέρον μου. ‘Ολα μού επιτρέπονται, εγώ όμως δε θα αφήσω τίποτε να με κυριέψει. 13 Λένε επίσης: “Οι τροφές προορίζονται για την κοιλιά και η κοιλιά είναι καμωμένη για τις τροφές”· ο Θεός όμως θα τα αχρηστέψει και το ένα και το άλλο. Το σώμα δεν έγινε για να πορνεύουμε, αλλά για να δοξάζουμε τον Κύριο, και ο Κύριος θα δοξάσει το σώμα. 14 Και ο Θεός που ανέστησε τον Κύριο, με τη δύναμή του θα αναστήσει κι εμάς. 15 Δεν ξέρετε ότι τα σώματά σας είναι μέλη του σώματος του Χριστού; Μπορώ, λοιπόν, να πάρω κάτι που είναι μέλος του σώματος του Χριστού και να το κάνω μέλος του σώματος μιας πόρνης; Ποτέ τέτοιο πράγμα! 16 ‘Η μήπως δεν ξέρετε ότι αυτός που ενώνεται με μια πόρνη γίνεται ένα σώμα μαζί της; Γιατί, καθώς λέει η Γραφή, οι δύο θα γίνουν ένα σώμα. 17 ‘Οποιος όμως ενώνεται με τον Κύριο, γίνεται ένα πνεύμα μαζί του. 18 Μακριά λοιπόν από την πορνεία! Κάθε άλλο αμάρτημα που μπορεί να διαπράξει κανείς βρίσκεται έξω από το σώμα του· αυτός όμως που πορνεύει βεβηλώνει το ίδιο του το σώμα. 19 ‘Η μήπως δεν ξέρετε ότι το σώμα σας είναι ναός του Αγίου Πνεύματος που σας το χάρισε ο Θεός και βρίσκεται μέσα σας; Δεν ανήκετε στον εαυτό σας· 20 σας αγόρασε ο Θεός πληρώνοντας το τίμημα. Τον Θεό λοιπόν να δοξάζετε με το σώμα σας και με το πνεύμα σας, που ανήκουν σ’ εκείνον».
Κεντρική έννοια στην περικοπή είναι το σώμα υπό το πρίσμα της ελευθερίας και ευθύνης. Πρόκειται για βασική έννοια στην ανθρωπολογία και την εκκλησιολογία του Αποστόλου Παύλου. Το σώμα χαρακτηρίζει την ανθρώπινη ύπαρξη στο σύνολό της. Διαρχικές απόψεις, που διακρίνουν το σωματικό-υλικό στοιχείο που πρόκειται να καταστραφεί με τον θάνατο και το ψυχικό-άυλο που είναι αθάνατο, προέρχονται από την Πλατωνική φιλοσοφία, δεν παρατηρούνται όμως στις επιστολές του Παύλου, εφόσον ο άνθρωπος για τον Απόστολο είναι ενιαίος. Το σώμα ιδιαίτερα είναι βασικό στοιχείο της Παύλειας ανθρωπολογίας, και δεν νοείται ύπαρξη του ανθρώπου είτε τωρινή είτε μελλοντική χωρίς σώμα. Είναι φυσικό λοιπόν η τοποθέτηση έναντι του σώματος, τόσο του Παύλου όσο και της χριστιανικής θεολογίας γενικότερα, να είναι θετική.
Τον βασικό αυτό ανθρωπολογικό όρο χρησιμοποιεί ο Παύλος και στην εκκλησιολογία του. Η Εκκλησία, γράφει, αποτελεί Σώμα Χριστού. Πράγματι ο όρος αυτός προσφέρεται για να εκφράσει τη συλλογικότητα και την ενότητα των μελών της Εκκλησίας, η οποία ως σώμα έχει στενή και οργανική σχέση με την κεφαλή του σώματος που είναι ο Χριστός καθώς και με τα υπόλοιπα μέλη του σώματος που είναι οι πιστοί. Επιπλέον η θετική αξιολόγηση του σώματος σε ανθρωπολογικό επίπεδο τονίζεται ακόμη περισσότερο με τη διδασκαλία του Απ. Παύλου ότι αυτό αποτελεί ναό του Αγίου Πνεύματος «Η μήπως δεν ξέρετε ότι το σώμα σας είναι ναός του Αγίου Πνεύματος που σας το χάρισε ο Θεός και βρίσκεται μέσα σας;», (στίχ. 19 του αναγνώσματος).
Δεδομένης λοιπόν της μεγάλης αξίας και θετικής εκτιμήσεως του σώματος από τη χριστιανική σκέψη, συνάγονται από το αποστολικό ανάγνωσμα οι ακόλουθες πρακτικές συνέπειες:
1. Ο άνθρωπος είναι υπεύθυνος για το σώμα του. Οι Κορίνθιοι επικαλούνται την εν Χριστώ ελευθερία για να δικαιολογήσουν κάποιες επιλογές τους. Βέβαια ο Παύλος τονίζει ιδιαίτερα στις επιστολές του την ελευθερία του χριστιανού ως δώρο του Χριστού, στην περικοπή μας ωστόσο θέτει ένα όριο στην ελευθερία: κι αυτό είναι η ευθύνη του ανθρώπου που πρέπει να την συνοδεύει. Στο «’Ολα μού επιτρέπονται» που διατείνονται οι Κορίνθιοι και ενδεχομένως κι άλλοι χριστιανοί, ο Παύλος απαντά με το «όλα όμως δεν είναι προς το συμφέρον» και με το «εγώ όμως δεν θα αφήσω τίποτε να με κυριέψει». Η απάντηση αυτή του Παύλου δείχνει την ευθύνη του ανθρώπου. Η ελευθερία δεν συνεπάγεται με κανένα τρόπο ασυδοσία αλλά ευθύνη.
2. Οι σεξουαλικές παραβάσεις και υπερβάσεις προσβάλλουν το σώμα του ανθρώπου και ως εκ τούτου προσβάλλουν τον Θεό δημιουργό του σώματος. Ο Παύλος ζητάει από τους χριστιανούς αναγνώστες της επιστολής να δοξάζουν τον Θεό με όλο το είναι τους («λοιπόν να δοξάζετε με το σώμα σας και με το πνεύμα σας, που ανήκουν σ’ εκείνον», στίχ. 20).
3. Η ιερότητα του σώματος οφείλεται όχι μόνο στο ότι δημιουργήθηκε από τον Θεό αλλά και στο ότι αποτελεί ναό του Αγίου Πνεύματος. Αυτό το χαρακτηριστικό συνδέει ανθρωπολογία και εκκλησιολογία του Παύλου: Το ίδιο Άγιο Πνεύμα που «όλον συγκροτεί τον θεσμόν της εκκλησίας», κατά τον ύμνο της Πεντηκοστής, κατοικεί μέσα στον άνθρωπο.
4. Η σημασία, τέλος, του σώματος υπογραμμίζεται από το γεγονός ότι τόσο ο Παύλος όσο και η Εκκλησία δεν νοούν μελλοντική μεταθανάτιο ύπαρξη του ανθρώπου χωρίς σώμα, το χαρακτηρίζουν όμως στην περίπτωση αυτή «σώμα πνευματικόν». Όταν το σύμβολο πίστης της Εκκλησίας τελειώνει με τη φράση «Προσδοκώ ανάστασιν νεκρών», δεν εννοεί ανάσταση ενός μόνο μέρους του ανθρώπου (π.χ. της ψυχής) αλλά συνόλου του ανθρώπου.
Τέλος, διάφορες τάσεις υποτιμήσεως του σώματος εκ μέρους ορισμένων χριστιανών δεν στηρίζονται στην Αγία Γραφή και στη θεολογία της Εκκλησίας αλλά οφείλονται σε επίδραση διαρχικών φιλοσοφικών απόψεων, ξένων προς τη χριστιανική ανθρωπολογία. Κι ακόμη κάτι σημαντικό: Η άσκηση του σώματος στον Μοναχισμό δεν γίνεται για να καταστραφεί το σώμα αλλά για να απαλλαγεί από τα πάθη και να γίνει αντάξιο του Δημιουργού του.
ΠΗΓΗ:
Του ΧΡΗΣΤΟΥ ΓΙΑΝΝΑΡΑ
Μπήκε στον καινούργιο χρόνο η ζωή μας, ζούμε στο 2020. Ο συλλογικός μας χαρακτήρας και η καλλιέργειά μας δεν μας αφήνουν περιθώρια να βλέπουμε κατάματα την πραγματικότητα – δεν την αντέχουμε. Αυτό το ξέρουν καλά οι δυνάστες μας, κομματάνθρωποι και τηλεπερσόνες. Έτσι, εκλείπει εντελώς η κοινωνική αυτοκριτική, η αναγνώριση λαθών, άρα και οι ρεαλιστικές προοπτικές.
Σταματάμε σε αστοχίες χειρισμών, κρίνουμε και τις επικαιρικές στραβοτιμονιές, εκεί τελειώνει ο δημόσιος προβληματισμός μας. Η μάζα (λέξη ταπεινωτική αλλά δυστυχώς ρεαλιστική) προτιμάει το ψέμα, αρκεί να είναι ευφραντικό: να ζει με «εντυπώσεις», όχι με πιστοποιήσεις.
Αυτό είναι που ξέρουν καλά οι δυνάστες μας, θύματα και αυτοί, αλλά της αυτοχειρίας τους. Το δικό τους ντοπάρισμα θέλει διαφορετικό αφιόνι, πανάκριβο, και η στέρησή του βασανιστική: δεν μπορούν να ζήσουν χωρίς δημοσιότητα. Το αποδείχνουν, άθελά τους, δέκα χρόνια τώρα που ο τόπος ρημάζει, λαφυραγωγείται χυδαία από τα ευρωπαϊκά μας ινδάλματα, η νεολαία φεύγει, η στέρηση και η ανελπιστία συντρίβουν το δυναμικότερο κομμάτι του πληθυσμού. Όμως οι κομματικές αντιμαχίες συνεχίζονται ερήμην της τρομακτικής συμφοράς και με αναστήματα όλο και πιο ασήμαντα έως και σπιθαμιαία.
Καίριος παράγων γι’ αυτή τη δραματική, ανέλπιδη έκπτωση είναι, κατά το «κοινό αίσθημα», η θεσμοποιημένη ατιμωρησία και τα ΜΜΕ: Η έγκαιρη και σκόπιμη μεσολάβηση πρωτόγονης νομοθεσίας που αμνηστεύει, σε ελάχιστο χρόνο, εξόφθαλμα εγκλήματα πρωθυπουργών και υπουργών, επιτρέπει, προκλητικότατα, να δημοσιεύουν άρθρα, να κάνουν βαρύγδουπες δηλώσεις και να μας δίνουν αφ’ υψηλού συμβουλές «πολιτικοί» ένοχοι, τουλάχιστον για τον εξωφρενικό δανεισμό της χώρας. Κατάφωρα ένοχοι για εξαγορά ψήφων με αντάλλαγμα τον διορισμό στο Δημόσιο εκατοντάδων χιλιάδων περιττών υπαλλήλων. Ένοχοι για παραγραφές χρεών του κόμματός τους. Για εύνοια (καταστροφική της δημόσιας οικονομίας) σε μεγιστάνες του πλούτου. Ατιμωρησία για τους υπουργούς με ακέραιη την ενοχή που η υποχρεωτική σχολική Παιδεία παράγει κάθε χρόνο ποσοστό, πολύ πάνω από 50%, λειτουργικώς αναλφαβήτων.
Δεύτερος παράγων για τη δραματικά ανέλπιδη έκπτωση του Ελληνισμού και του ελλαδικού κρατιδίου, είναι, στην κοινή πια συνείδηση, τα ΜΜΕ. Δεν χρειάζεται ανάλυση, τα ΜΜΕ στη σημερινή Ελλάδα είναι κοινή ντροπή. Τα μη κρατικά κανάλια έχουν μεταβληθεί, με ελάχιστες εξαιρέσεις, σε μικρομάγαζα ευτελισμένου γιουσουρούμ – πουλάνε κοφτερά μαχαίρια και μαλακές παντούφλες, ματογυάλια, βερνίκια και εσώρουχα, θαυματουργές αλοιφές και πάσης χρήσεως ράφια, μαζί με αναρίθμητες άλλες άθλιες μικροπραμάτειες. Είναι η εικόνα μιας κοινωνίας που έχει παραδώσει τη ραδιοτηλεοπτική πληροφόρηση και την ψυχαγωγία των πολιτών στην πιο φτηνιάρικη αγοραία ασυδοσία, σε λιανοπουλητές της «ευκαιρίας».
Όσα κανάλια έχουν Δελτία «Ειδήσεων» και όσες εφημερίδες επιβιώνουν μέσα στην πλημμυρίδα των «λειτουργικώς αναλφαβήτων», μιλάνε για την εκρηκτική δυναμική του τουρκικού μεγαλοϊδεατισμού, τις εξωφρενικές επεκτατικές διεκδικήσεις της Τουρκίας, το σοβαρό ενδεχόμενο να χαθούν για την Ελλάδα νησιά πανάρχαιης ελληνικής καταγωγής ή και χερσαία εδάφη. Όμως δεν μοιάζει να διερωτάται κανείς: με ποιο ψυχολογικό σθένος, με ποιο «ηθικό» (φρόνημα και αυταπάρνηση) θα υπερασπίσουμε οι σημερινοί Ελληνώνυμοι τη γη μας και τις θάλασσές μας;
Σαράντα χρόνια τώρα, οι «προοδευτικές δυνάμεις» έχουν μεθοδικά ξεριζώσει από το σχολείο και από την κωμική (λίγων μηνών) στρατιωτική θητεία κάθε εκτίμηση και αξιολόγηση της ελληνικότητας (γλώσσας, Ιστορίας, Τέχνης που πήγασε από την εμπειρία της μεταφυσικής, όχι από ιδεολογίες). Το ΠΑΣΟΚ εμπέδωσε στην Παιδεία τον «προοδευτικό» μηδενισμό – πήγαινε πακέτο με τον πολιτικό αμοραλισμό του. Η Ν.Δ. πιθήκιζε πάντοτε το ΠΑΣΟΚ και πλειοδότησε στον αφελληνισμό της ελλαδικής κοινωνίας, τρέμοντας μη χαρακτηριστεί «Ακροδεξιά». Ο ΣΥΡΙΖΑ, μεθοδικός στην πανουργία, ξερίζωσε «σύριζα» (εκ βαθέων) κάθε βιωματική συνέχεια πατρίδας. Ο πατριωτισμός ταυτίζεται πια με κόμματα «της πλάκας».
Λογικά πιθανότερο μοιάζει, ότι σε περίπτωση τουρκικής εισβολής, σε οποιοδήποτε σημείο της κρατικής εδαφικής μας υπόστασης, η αντίδραση των Ελλαδιτών θα είναι επανάληψη του υποδείγματος των Ελληνοκυπρίων: Θα επιβιβαστούν στα Ι.Χ. τους και θα φύγουν, για να εγκατασταθούν στο λεκανοπέδιο της Αττικής. Αυτό οι Τούρκοι το ξέρουν και τα ευρωπαϊκά μας ινδάλματα έκδηλα το ποθούν. Ο «πόθος» τους δεν μοιάζει άσχετος και με τη στελέχωση των υπουργείων Παιδείας και Εξωτερικών – η σύνθεση των κυβερνήσεων αντανακλά τις «φιλοευρωπαϊκές» προτεραιότητες, καθόλου την αγωνία ιστορικής επιβίωσης του Ελληνισμού.
Εξάλλου, τα πατρογονικά χωράφια, ακόμα και αρχοντόσπιτα στα χωριά δεν γοητεύουν όσο ένα «τριάρι» ή και «δυάρι» στην ατιμασμένη βάναυσα και τερατοπλασμένη Αττική. Η αυτοδιαχειριζόμενη κοινότητα (το χωριό) πνίγηκε μεθοδικά και αφανίστηκε με απαίτηση των ευρωπαϊκών «αγορών». Οι εκπαιδευτικές «μεταρρυθμίσεις» καταστρέψανε, επίσης μεθοδικά, τη γλώσσα και στρέβλωσαν εξαμβλωματικά τη διδασκαλία της Ιστορίας. Το σχολείο έγινε θανατερά χρηστικό, βαρετό συμπλήρωμα ή υποκατάστατο του κερδοσκοπικού φροντιστηρίου.
Το όραμα του Κοραή και των Ευρωπαίων Διαφωτιστών ήταν μια Ελλάδα «πολιτισμικό» προτεκτοράτο της «πεφωτισμένης» Ευρώπης, περιορισμένο στα εδάφη που φέρουν αρχαιοελληνικά ονόματα: Αθήνα, Ελευσίνα, Θήβα, Μυκήνες, άντε και Δελφοί. Κυρίως, να κοπεί ο λώρος που συνέδεε τους Έλληνες με την «Πόλη και την Αγιά-Σοφιά», την αυτοκρατορική μνήμη και αρχοντιά.
Μοιάζει το όραμα να πλησιάζει στην πραγμάτωσή του.
ΠΗΓΗ