Πασχαλινό επιμύθιο

Του ΧΡΗΣΤΟΥ ΓΙΑΝΝΑΡΑ

Πάσχα, η λέξη σημαίνει πέρασμα, διάβαση. Από τη γη της αιχμαλωσίας στη γη της επαγγελίας, από την απολυταρχία του μηδενισμού στην έμπειρη ελπίδα ότι «ο θάνατος πατείται θανάτω». Η επαγγελία δεν έχει οπαδούς, έχει γιορταστές – όσους έχουν ψηλαφήσει ή πολύ διψάσει το θαύμα.

Το θαύμα είναι άσχετο με φαντασιώσεις για το «υπερφυσικό», την αλχημική μετασκευή της επιθυμίας σε ψυχολογική «βεβαιότητα». Άλλο η βιωμένη εμπειρία και άλλο η πληροφορία που την προσπορίζει η κατανόηση ή και η συναισθηματική ετοιμότητα. Το θαύμα της κυοφορίας και της γέννας, λ.χ., είναι γνώση αποκλειστική, μόνο για τη μάνα. Ο άνδρας, έστω και ο άριστος των μαιευτήρων, έχει πληρότατη πληροφόρηση, όχι γνώση της γέννας.

Στις κοινωνίες, τις ίδιες τις δικές μας, πριν τη Νεωτερικότητα, αλήθεια ήταν η βεβαιότητα, γεννημένη όπως το βλαστάρι, από σπόρο. Ξεχώριζε η γνώση από την πληροφορία, από τη συσκευασμένη για να πουληθεί είδηση. Σήμερα οι γνώσεις μας προϋποθέτουν τον συμβιβασμό με τη χρηστικότητα. Μας αρκεί η κατανόηση, περιττεύει η διακινδύνευση της εμπειρίας. Προσπερνάμε τη σχέση, μας εξασφαλίζουν οι «αυθεντίες». Προέχει ή συμβαδίζει με τη γνώση η απλή «ενημέρωση» ή η ψυχολογική μας συναίνεση.

Το Πάσχα του 2020 οδηγήθηκε να συρρικνωθεί στις εντυπώσεις. Καθόλου σχέση, καθόλου μετοχή, επομένως ούτε υποψία για Γιορτή – μόνο θέαμα τηλεοπτικό και ακρόαμα τηλεακουστικό. Στη θέση σώματος λαϊκού που γιορτάζει νίκη καταπάνω στον θάνατο, στήθηκε η solo ψαλμωδία. Ο λειτουργός να ευλογεί ένα κενό απουσίας πιστών, και στη γωνιά της μικρής οθόνης η τέλεια αρλούμπα: μεταφορά ιλιγγιώδους ποίησης και δραματουργίας σε «γλώσσα νοηματική»!

Όλοι οι ναοί κατάκλειστοι, βουβοί, τάφοι σφραγισμένοι «μετά κουστωδίας» (το περιπολικό της Αμεσης Δράσης στην πόρτα) – εξασφαλισμένος ο αποκλεισμός του θαύματος. Έρημοι δρόμοι συμπλήρωναν την εικόνα γενικευμένης συμφοράς ή πολέμου. Ασφαλώς και έπρεπε να ληφθούν μέτρα, να αναχαιτιστεί με κάθε τρόπο το θανατικό. Αλλά με τρόπο τίμιο, ευθύ, λ.χ. με τον εκκλησιαστικό ρεαλισμό του «πένθους», της θυσιαστικής έμπονης στέρησης. Να δηλώνουν πένθος οι κλειστές εκκλησιές, όχι πειθάρχηση σε «προοδευτικές» μηδενιστικές πολιτικές. Η ραδιοτηλεοπτική αναμετάδοση μιας στημένης παντομίμας σίγουρα είναι παρηγοριά για τον άρρωστο, τον κατάκειτο, τον υπερήλικα. Όμως η εικόνα της οθόνης γυμνώνει το αίνιγμα: Αν είναι έγνοια για τους αναγκεμένους ή φτηνιάρικη πολιτική επίδειξη «μέριμνας».

Μοιάζει παρακμιακός εκφυλισμός να παίρνει η εξουσία μέτρα «για την αποφυγή συνωστισμού», πιο βάναυσα στις εκκλησιές από αυτά που καθόρισε για τα σούπερ μάρκετ. Δυο μέτρα η απόσταση ανάμεσα στους πελάτες των υπεραγορών, αποκλεισμός ολοκληρωτικός των πιστών από την εκκλησιά τους. Στο φετινό Πάσχα ψηλαφήσαμε, χειροπιαστά, τι σημαίνει η τερατώδης αλλοτρίωση του εκκλησιαστικού στην Ελλάδα σώματος σε «επικρατούσαν εν Ελλάδι θρησκείαν»: Επίσκοποι και πρεσβύτεροι ήταν οι απλοί διεκπεραιωτές των κρατικών εντολών, υπάλληλοι της εξουσιαστικής γραφειοκρατίας.

Το κράτος έκανε τη δουλειά του, εξυπηρέτησε τους στόχους του, η Εκκλησία ήταν, άλλη μια φορά, ανύπαρκτη, αλλοτριωμένη, εκούσια θρησκειοποιημένη. Αυτό είμαστε, μια αποτυχία – η νίκη καταπάνω στον θάνατο «ουκ έρχεται μετά παρατηρήσεως, ουδέ ερούσιν ιδού ώδε ή ιδού εκεί». Πορευόμαστε με ελπίδα, αλλά ταυτόχρονα κοινωνούμε τον πόνο μας. Λέμε: θα μπορούσε να μαρτυρηθεί το «κάτι άλλο», το διαφορετικό που είναι η Εκκλησία, η ελευθερία της από τη θρησκευτική τυπολατρεία και τον νομικισμό. Για παράδειγμα:

Να πουν κάποιοι επίσκοποι με συνείδηση ρεαλιστικής, όχι αλληγορικής «πατρότητας»: Σεβόμαστε τον τρόμο του αδύναμου ανθρώπου για τον κορωνοϊό, για βασανιστικό θάνατο από πνιγμό. Γι’ αυτό επιστρέφουμε (προσωρινά ή μόνιμα) στο αρχαίο λειτουργικό τυπικό: Οι πιστοί να δέχονται τη «μερίδα των αγιασμάτων» στην παλάμη και όχι με κοχλιάριο από το κοινό ποτήριο. Αλλά είναι φανερό, είμαστε πολύ, πάρα πολύ μακριά από την αγάπη που ελευθερώνει.

Το Πάσχα του 2020 συρρικνώθηκε στις εντυπώσεις. Ωστόσο, έστω και στο γήπεδο των εντυπώσεων, η σύγκριση του υποταγμένου στην επαρχιωτική μειονεξία κρατικού Ελλαδισμού με την κοσμοπολίτικη αρχοντιά του μαρτυρικού Φαναρίου ήταν ζωηφόρα αποκάλυψη. Η τηλεοπτική εικόνα επέτρεπε τη σύγκριση και γεννούσε την οδύνη. Από το 1862, που εγκαινιάστηκε το αρχιτεκτονικό ανοσιούργημα του Γάλλου Boulanger, με σχέδια του Γερμανού Hansen, δεν βρέθηκε ένας (μα ούτε ένας) Έλληνας αρχιεπίσκοπος που να απαιτήσει την εξάλειψη – απόσβεση τουλάχιστον της ζωγραφικής θρησκευτικής παιδαριωδίας που «διακοσμεί» τον μητροπολιτικό ναό (έργα του Γερμανού Alexander Seitz).

Η τηλεοπτική αναμετάδοση προκαλούσε τη σύγκριση: της αρχοντιάς στο Φανάρι με την επαρχιωτίλα της Αθήνας. Εικόνες, λειτουργικά σκεύη, άμφια, ιεροτελεστικό τυπικό. Οι Ελλαδίτες με στολές σαν από καλογυαλισμένες φανταχτερές λαμαρίνες, οι Φαναριώτες με φινέτσα αισθητικής καλλιέργειας σε κάθε λεπτομέρεια.

Τι έχασε ο Έλληνας, τι έχει, τι του πρέπει.

ΠΗΓΗ

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Προαιώνια ασπίδα στις επιδημίες η θρησκευτική πίστη

Του ΣΤΑΥΡΟΥ ΤΖΙΜΑ

Το Χριστιανικό Πάσχα έγινε φέτος από την τηλεόραση και το διαδίκτυο, ο Ραβίνος στην Αθήνα διάβασε το βιβλίο της Εξόδου, παραμονή του Πεσάχ (Εβραϊκό Πάσχα) σε απευθείας σύνδεση με του πιστούς  μέσω  You tube και στην Ξάνθη ο μουφτής ευχήθηκε στους μουσουλμάνους «καλό ραμαζάνι» δια του Facebook.

Χριστιανοί, μουσουλμάνοι, Εβραίοι ξόρκισαν το «κακό του κορωνοϊού» στις κορυφαίες θρησκευτικές τελετές του προσευχόμενοι, όχι στις εκκλησίες, τα τζαμιά και τις συναγωγές που ήταν κλειστά, αλλά στο ψηφιακό σύμπαν, σε μια «πρόγευση» για τις ηλεκτρονικές θρησκευτικές τελετές του… μέλλοντος.

Από την εποχή της Βίβλου ακόμα, οι θρησκείες στην ιστορική τους διαδρομή προσέφευγαν στην επίκληση του Θείου ως ασπίδα  προστασίας της  ανθρώπινης ζωής από ασύμμετρα  απειλητικά φαινόμενα, όπως οι θανατηφόρες πανδημίες.

Αναγορεύονταν Άγιοι προστάτες – στην Ευρώπη υπάρχει και «Αγία Κορωνίδα» – αναγείρονταν εκκλησίες, αναπέμπονταν δεήσεις, οι πιστοί ήλπιζαν σε άνωθεν θαύματα.  

Τρεις καθηγητές πανεπιστημίου μιλούν στην «Κ» για πως οι τρεις μονοθεϊστικές θρησκείες, προσέγγιζαν ανά τους αιώνες επιδημικές απειλές και βεβαίως την τωρινή του κορωνοϊού.

«Οι επιδημικές καταστάσεις στον Χριστιανισμό, με βάση την αυθεντική της διδασκαλία αντιμετωπίζονταν κατά βάση με την πίστη (εμπιστοσύνη) στο Θεό, αυταπάρνηση προς τον πλησίον, αλλά και την λογική», λέει ο ομότιμος καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του ΑΠΘ κ. Πέτρος Βασιλειάδης.

«Οι Πατέρες της Εκκλησίας ανέτρεχαν στην διδασκαλία του ιδρυτή της, προκειμένου να ερμηνεύσουν με την απόλυτη δυνατή ακρίβεια την εν χρόνω αποκεκαλυμμένη αλήθεια. Χρησιμοποιώντας τη γλώσσα της εποχής τους, απέβλεπαν σε μια «λογική» παρουσίαση της «υπέρ λόγον» αποκαλύψεως του «Θεού Λόγου». Στις περιόδους επιδημιών εν μέσω διωγμών την θυσιαστική προσφορά προς τους πληγέντας έθετε ως κύριο μέλημά του. Βέβαια, σε περιόδους ειρήνης εκφράστηκε κατά κύριο λόγο ως «λατρεύουσα» κοινότητα, στην ουσία ως «κοινωνία» των μελών της, με το Θεό αλλά και με τους συνανθρώπους, με την Ευχαριστία, κέντρο και προσδιοριστικό στοιχείο της λατρείας του, να προσδιορίζει την ταυτότητά του. Η Ευχαριστία άρχισε ως ένα κοινό δείπνο πρόληψης και αναλαμπής της εσχατολογικής Βασιλείας, ενός κόσμου δηλαδή διαφορετικού του συμβατικού πραγματικής αδελφικής κοινωνίας αγάπης, δικαιοσύνης, ειρήνης, αλλά και θυσιαστικής προσφοράς και αλληλεγγύης προς όλο τον κόσμο κατά  την «λειτουργία μετά την (λατρευτική) Θεία Λειτουργία».

Βιώνοντας, όμως, το μεγαλείο αυτής της εμπειρίας, και έχοντας ανυπέρβλητη συναισθηματική φόρτιση, όσο περνούσαν τα χρόνια στις μεγάλες επιδημίες πολλοί, ακόμη και σε θεσμικό επίπεδο, διολίσθησαν σε μαγικές συνταγές και συμπεριφορές, χωρίς όμως να πάψουν μέλη του να βοηθούν, ακόμη και με κίνδυνο της ζωής τους, τα θύματα των επιδημιών σε Δύση και Ανατολή».

Το Ισλάμ

«Ίσως, ένα από τα δυσκολότερα πράγματα τις ημέρες της Πανδημίας του Κορωνοϊού για τα πλειοψηφικώς μουσουλμανικά κράτη είναι η αποχή από οικογενειακές συνάξεις, μεγάλες κατά κανόνα, παρά η μη συνάθροιση για τέλεση θρησκευτικών καθηκόντων στα τζαμιά. Κι αυτό, διότι οι μουσουλμάνοι μπορούν να προσεύχονται από όπου κι αν βρίσκονται, αρκεί να τηρούν το θρησκευτικό αυτό καθήκον πέντε φορές την ημέρα και σε καθορισμένη ώρα», εξηγεί η αναπληρώτρια καθηγήτρια στο Τμήμα Εισαγωγικής Κατεύθυνσης Μουσουλμανικών Σπουδών του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου κ. Αγγελική Ζιακα. «Στο Ισλάμ, θρησκεία που δεν χρειάζεται τη διαμεσολάβηση ιερατείου, ο κάθε πιστός τίθεται ενώπιον του Θεού και του θελήματός του δια μέσου της προσευχής. Ομοίως, δεν υπάρχουν μυστήρια, όπως στον Χριστιανισμό.

H ονοματοδοσία, ο γάμος αλλά και η κηδεία γίνονται μεν με τρόπο θρησκευτικό, αλλά χωρίς την υποχρεωτική τέλεσή τους στα τζαμιά. Για την προσευχή όμως της Παρασκευής και για τα προσκυνήματα, οι μουσουλμάνοι παραδοσιακά συναθροίζονται από κοινού στα τζαμιά και τα ιερά τους λίκνα, πρακτική που ενδυναμώνει την εγγύτητα και το σφρίγος τους ως φορέων της μαρτυρίας της ενότητας της μουσουλμανικής κοινότητας. Μπρος στην Πανδημία του κορωνοϊού η Σαουδική Αραβία, όπως και άλλες χώρες, προέβη άμεσα σε απαγόρευση συναθροίσεων στα τζαμιά αλλά και σε αναβολή της έλευσης προσκυνητών στους ιερούς τόπους, Μέκκα και Μεδίνα. Δεν είναι άλλωστε κρυφό στα ιατρικά πρακτικά των τελευταίων τριάντα χρόνων, η ύπαρξη πνευμονικών κυρίως μολύνσεων κατά το διάστημα του προσκυνήματος, όπου συγχρωτίζονται πάνω από 10.000.000 πιστοί.

Ομοίως, ανά τους αιώνες και κατά το μεγάλο προσκύνημα (Χατζ), πολλαπλασιαζόταν η δημιουργία δικτύων διάδοσης της πίστης, τα οποία διασπείρονταν σε όλο τον κόσμο τάχιστα, όπως και οι διάφορες ασθένειες, κυρίως χολέρα και πανώλη. Οι αποικιοκρατικές δυνάμεις, με ανταγωνιστικές μεταξύ τους προτεραιότητες κυριαρχίας στο εμπόριο αλλά και ελέγχου των ανθρώπινων δικτύων και της εξάπλωσης των νόσων, έθεταν τότε πολλούς από τους προσκυνητές σε υποχρεωτική καραντίνα και επίβλεψη σε απίθανα γεωγραφικά σημεία/περάσματα από την Ανατολή στη Δύση, όπως στη νήσο Kamaran, νότια της Υεμένης, σημείο ελέγχου εισόδου/εξόδου από την Ερυθρά Θάλασσα στον Ινδικό Ωκεανό».

Ο Ιουδαϊσμός

«Παρά τις δυσκολίες ορισμένων ομάδων, ο σύγχρονος Ιουδαϊσμός υιοθέτησε έγκαιρα τις επιταγές των Υπουργείων Υγείας και αποδέχτηκε την προσαρμογή, εξαιτίας της σοβαρότητας της αιτίας», εξηγεί αναφερόμενος στον Ιουδαϊσμό, ο  επίκουρος καθηγητής της Θεολογικής σχολής του ΑΠΘ  κ. Τιμολέων Γαλάνης.

Οι συναγωγές έκλεισαν έγκαιρα τις πόρτες τους, απαγορεύτηκαν οι συναθροίσεις, περιορίστηκε ο αριθμός των εισερχομένων στο δυτικό τείχος του Ναού των Ιεροσολύμων, το γνωστό «τείχος των δακρύων»  και απαγορεύτηκαν οι ασπασμοί των λίθων του, αν και επιτρέπονται από κοινού προσευχές στο ύπαιθρο τηρουμένων των αποστάσεων ασφαλείας, μόνο με το ελάχιστο όριο των δέκα  συμμετεχόντων.

Και αυτό, επειδή εκείνο που προέχει στον θρησκευτικό, ιουδαϊκό νόμο είναι η αρχή «Pikuach Nefesh», δηλαδή η διάσωση της ανθρώπινης ζωής.

Η εντολή αυτή βασίζεται στην απαγόρευση του βιβλίου του Λευιτικού 19,16: «Δεν θα σταθείς πάνω στο αίμα του πλησίον σου». Η εντολή αυτή ανήκει σε ένα από τα πιο σημαντικά κείμενα της Πεντατεύχου, επειδή ο θεός προτρέπει τον λαό μέσα από την τήρηση των εντολών στην αγιότητα. Η  σοβαρότητα της εντολής είναι σαφής, δεν είναι αποδεκτό να γίνει ο άνθρωπος υπαίτιος να χαθεί ανθρώπινη ζωή, επειδή, όπως τονίζεται η ζωή είναι το υψηλότερο αγαθό. Η τήρηση του θρησκευτικού  νόμου σημαίνει ζωή και η απειλή της ζωής μπορεί να σημαίνει και αναστολή της τήρησης κάποιων διατάξεων, ακόμα και των λατρευτικών.

Στη νομική συλλογή της Μισσνά τον κανόνα διατυπώνει ο ραββί Ματθίας μπεν Χαράς λέγοντας ότι οποιαδήποτε απειλή κατά της ανθρώπινης ζωής υπερισχύει του Σαββάτου(Γιομά 8,6). Και το Σάββατο  είναι εξ ορισμού το κέντρο της θρησκευτικής ζωής του Ιουδαϊσμού, της λατρείας και της τήρησης του θρησκευτικού νόμου.

Σε μια περίοδο κρίσης, όπως αυτή, αναδύεται περισσότερο από ποτέ η ανάγκη της προσευχής: «Γιάτρεψέ μας Κύριε και θα θεραπευτούμε, σώσε μας και θα σωθούμε… γιατί εσύ είσαι θεός ιατρός, ελεήμων και πιστός» (Αμιδά, 8η ευλογία).

ΠΗΓΗ

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

«Ζούμε μια παρατεταμένη Μεγάλη Παρασκευή»

O Καθηγητής Θεολογίας του ΑΠΘ και συγγραφέας Χρυσόστομος Σταμούλης απαντά στις ερωτήσεις του ΣΑΚΗ ΙΩΑΝΝΙΔΗ

Eρχεται καιρός δοκιμασίας, λέει στην «Κ» ο καθηγητής Θεολογίας του ΑΠΘ και συγγραφέας Χρυσόστομος Σταμούλης, ο οποίος εκτιμά ότι η Εκκλησία δεν πρέπει να κρυφτεί πίσω από επισφαλείς βεβαιότητες και πρακτικές μπροστά στις αλλαγές που φέρνει η επόμενη μέρα της επιδημίας.

– Οι αλλαγές που προκάλεσε ο κορωνοϊός στην κοινωνία θα επηρεάσουν την Εκκλησία μετά την πανδημία;

– Ουσιαστικά, η πανδημία σηματοδοτεί το τέλος της αθωότητας του νεότερου πολιτισμού. Αλλαγές θα συμβούν –ήδη συμβαίνουν– τόσο στην Ορθόδοξη Εκκλησία όσο και στις θρησκευτικές κοινότητες όλου του κόσμου. Η Εκκλησία αντλεί τον λόγο, αλλά και τον τρόπο υπάρξεώς της, από τα έσχατα «ουκ εκ του κόσμου», αλλά λειτουργεί και δρα εντός της ιστορίας, καθώς υφίσταται «εν τω κόσμω». Είναι μέρος μιας κοινωνίας, αλλά και μέλος συγκεκριμένης πολιτείας και ως εκ τούτου διέπεται από τους νόμους που αυτή ορίζει όσον αφορά τη λειτουργία των δομών της. Οι πραγματικές αλλαγές, όμως, δεν θα προέλθουν από τις πολιτειακές επιταγές, αλλά από τη θεολογική αρχή της ανάγκης, η οποία αφουγκράζεται τις ανάγκες του σώματος, εκκλησιαστικού και κοινωνικού, και αποτελεί τον καθοριστικό παράγοντα που ορίζει τον τρόπο της ύπαρξής της.

– Μπορεί αυτή η κρίση να γίνει ευκαιρία ώστε οι ιεράρχες να έρθουν πιο κοντά στον καθημερινό άνθρωπο και τα προβλήματά του;

– Κάθε κρίση, πολύ δε περισσότερο αυτή που κλονίζει το σύνολο των βεβαιοτήτων του σύγχρονου ανθρώπου και του ιεροποιημένου πολιτισμού του, οδηγεί σε επαναπροσδιορισμό της ζωής. Θέλω να πιστεύω πως και οι ιεράρχες, μετέχοντας σε αυτό το νέο πάθος, θα μεταλάβουν την αγωνία και τους καημούς των καθημερινών ανθρώπων, θα γονατίσουν ενώπιον της ζωής, η οποία βιώνεται «εν ταις αγοραίς και εν ταις πλατείαις».

– Βλέπετε αλλαγές στην τέλεση μυστηρίων, π.χ. γάμων και κηδειών, και σε παραδόσεις που περιλαμβάνουν ευρεία κοινωνική συναναστροφή;

– Ο καιρός που έρχεται θα είναι καιρός δοκιμασίας. Οι αλλαγές που θα επέλθουν –και θα επέλθουν–, θα περάσουν διά πυρός και σιδήρου. Δυστυχώς, η Εκκλησία κρύβει μέσα της ένα κομμάτι που αντιστέκεται μετά μανίας σε κάθε αλλαγή. Πρέπει να παραδεχτούμε επιτέλους πως υπάρχει και ορθόδοξος φονταμενταλισμός, ο οποίος είναι άγριος και άκρως επιθετικός. Ετσι, μοιάζει να έχει δίκαιο ο Γιάννης Τσαρούχης όταν λέγει πως «όσο αυξάνει η Εκκλησία», και εννοεί προφανώς την άσαρκη μεσσιανική καθοδηγητική ιδεολογία, τόσο «μικραίνει ο Χριστός». Θα αλλάξουν, λοιπόν, παραδόσεις που δεν αλλοιώνουν τον βασικό πυρήνα της πίστης.

– Θα συνεχιστεί και την επόμενη μέρα η συζήτηση για τη Θεία Ευχαριστία και την προστασία από την επιδημία;

– Βεβαίως και θα συνεχιστεί. Εχουμε μπει σε μια καινούργια στροφή της ζωής μας και η Εκκλησία δεν θα πρέπει να κρυφτεί πίσω από επισφαλείς βεβαιότητες ή πρακτικές μιας συγκεκριμένης ιστορικής περιόδου. Ο τρόπος μετάδοσης της Θείας Ευχαριστίας ποικίλλει στην αρχαία Εκκλησία. Ακόμα και στα Ευαγγέλια βλέπουμε ότι δεν σώζεται μια κοινή παράδοση. Οσον αφορά τα σημερινά, ήδη πολλοί ιεράρχες και θεολόγοι δείχνουν προς την κατεύθυνση της πρακτικής που στηρίζεται εν μέρει στη Θεία Λειτουργία του αγίου Ιακώβου του Αδελφοθέου και προτείνουν τη δι’ εμβαπτισμού του σώματος στο αίμα Θεία Ευχαριστία. Κάτι αντίστοιχο ίσχυε, σύμφωνα με την παλιότερη Διάταξη της Προσκομιδής (12ος αι.), και για τους «εν όρεσι» αναχωρητές, οι οποίοι έπαιρναν μαζί τους και κοινωνούσαν θείο άρτο βαπτισμένο στο αίμα. Aκόμα και αν δεν υπήρχαν αυτές οι λύσεις, η Εκκλησία, ως ζωντανός οργανισμός που μετέχει στις άκτιστες ενέργειες του τριαδικού Θεού και παράγει συνεχώς θεολογία, θα έπρεπε να τις δημιουργήσει.

– Αύριο οι πιστοί δεν θα γιορτάσουν όλοι μαζί την Ανάσταση στις εκκλησίες. Θα επηρεάσει αυτό τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε την Ορθόδοξη πίστη;

– Ζούμε εδώ και καιρό μια παρατεταμένη Μεγάλη Παρασκευή, όπου δίπλα μας όλα καταρρέουν. Η Εκκλησία των ακανθών και του Σταυρού οφείλει να σταθεί στο πλευρό όλων των τραυματισμένων από το πάθος αυτό ανθρώπων και να δείξει για μια ακόμα φορά πως το κακό δεν μπορεί να είναι αιώνιο. Η Ανάσταση θα έλθει.

ΠΗΓΗ

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Ανάσταση και Επανάσταση! Ας το σκεφτούμε…

Του Θανάση Ν. Παπαθανασίου / Δρ. Θεολογίας – Διευθυντής του περιοδικού Σύναξη

«Καλή Ανάσταση!»

Ξεχείλισε γύρω μας η ευχή, καθώς ζύγωνε το Πάσχα! Και προσοχή: Την διατύπωναν και ένθεοι και άθεοι. Άλλοι κυριολεκτικά, άλλοι μεταφορικά, πάντως όλοι έδωσαν την ευχή, κι αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία: Φανερώνει κάτι πολύ περισσότερο από την στεγνή ευχή «χρόνια πολλά», που απλώς μιλούν για στεγνή επιβίωση. Η «Καλή Ανάσταση» όμως μαρτυρά δίψα για ζωή της προκοπής, ελπίδα για ζωή αληθινή, απελευθερωμένη από κάθε θανατίλα!

Δυο σκέψεις έχω, ωστόσο:

Και η έννοια της Ανάστασης και η έννοια της Επανάστασης (θυμίζω ότι η επανάσταση νοείται ως ανατολή ενός νέου κόσμου, όπου το άδικο θα τερματιστεί) είναι αδιανόητες δίχως τον Χριστιανισμό. Είτε δέχεται είτε δεν δέχεται κάποιος τη χριστιανική πίστη, η έννοια της Ανάστασης και της ποθούμενης κατάργησης του κακού (σε κάθε του μορφή) αποτελεί χριστιανική συμβολή στην ιστορία της ανθρωπότητας. Εξηγούμαι:

Οι «αναστάσεις» που παρουσιάζονται σε άλλες θρησκείες και φιλοσοφίες είναι εντελώς άλλο πράγμα. Σ’ αυτές ο χρόνος είναι κυκλικός, πράγμα που σημαίνει ότι ο κόσμος για πάντα θα υπάρχει με τον τρόπο που υπάρχει τώρα. Η Περσεφόνη «ανασταίνεται» μεν κάθε άνοιξη, αλλά αυτό σημαίνει ότι ξαναπεθαίνει άλλες τόσες φορές! Ο κύκλος είναι αιώνιος κι αδιάρρηκτος, και ο θάνατος ακατάργητος. Αντίστοιχα, αιώνια συνυπάρχουν το δίκιο και η αδικία. Στο κυκλικό μοντέλο, το δίκιο αντιπαλεύει μεν την αδικία, αλλά δεν κυριαρχεί οριστικά ποτέ. Με δυο λόγια, στο μοντέλο αυτών των πεποιθήσεων, ένας   ά λ λ ο ς     κόσμος    δ ε ν   είναι εφικτός.

Αντιθέτως, η Βίβλος και ο Χριστιανισμός έφεραν την έννοια της ευθύγραμμης (ή μάλλον: της σπειροειδούς) πορείας του χρόνου, δηλαδή της πορείας του κόσμου προς ένα μέλλον το οποίο δεν έχει ξαναϋπάρξει. Έφεραν δηλαδή την έννοια της πορείας προς το απόλυτα καινούργιο! Κι επειδή όλοι οι κόποι του ανθρώπου (ακόμα και οι πιο υπέροχοι) υποτάσσονται τελικά στον θάνατο, γι’ αυτό η Ανάσταση επιτεύχθηκε από τον κορυφαίο αλληλέγγυο, από έναν Θεό ο οποίος δεν επισκέφθηκε απλώς τον κόσμο, αλλά έκανε τον κόσμο εαυτό του (αυτό σημαίνει η ευαγγελική επιμονή ότι η ενανθρώπιση ήταν πραγματική, και όχι περαντζάδα ή virtual reality). H Ανάσταση πραγματώθηκε από τον συμπάσχοντα και αλληλέγγυο Θεό ο οποίος, μέσω της πράξης του, θανατώνει τον θάνατο και προσφέρει στους ανθρώπους μια δυνατότητα, η οποία δεν μπορεί να προκύψει από την ανθρώπινη φθαρτότητα. Και είναι μια δυνατότητα, την οποία ο άνθρωπος καλείται να τη δεχτεί όχι μοιρολατρικά, αλλά με την απόφασή του και με την πράξη του! Να την κάνει τρόπο ζωής. Ναι! Ένας άλλος κόσμος είναι εφικτός! Αυτό σημαίνει σπάσιμο του κύκλου και τίναγμα του ταξιδιώτη κόσμου προς το ακατόρθωτο. Ιδού η έννοια της επ-ανάστασης!

Η χριστιανική ιδιαιτερότητα έγκειται στο ότι δεν αφορά απλώς ένα όραμα για αλλαγή του κόσμου, αλλά συνδέει αυτό το όραμα με την ύπαρξη και τη δράση Θεού. Τι σημαίνει αυτό; Σημαίνει ότι η ανθρώπινη ιστορία ανοίγεται σ τ ο  ά π ε ι ρ ο ! Ξέρουμε πολύ καλά ότι, όποτε οι άνθρωποι μάνιασαν, μέσα σε μια ναρκισσιστική επαναστατικότητα, να ορίσουν και να επιβάλουν το τέρμα της ιστορίας, γεννήθηκαν τυραννίες. Το ζήτημα, λοιπόν, είναι ένας τρόπος ζωής στην καθημερινότητα, εμπνευσμένος από τη ρήξη με τον θάνατο, ένας τρόπος ζωής που να φέρνει στο σήμερα το φως της Ανάστασης, ένας τρόπος ζωής ανοιχτός στην ελευθερία, τη δημιουργικότητα, την ευθύνη και τον αναστοχασμό. Να έχει δηλαδή μια επαναστατικότητα που να μην ξεψυχά δημιουργώντας ένα νέο κατεστημένο (άντε πάλι κύκλος!), αλλά που να κρίνει κάθε νέο κατεστημένο, και που να μη θέλει με το στανιό να φράξει την ιστορία. Είναι πάρα πολύ σημαντικό το να μη είναι η Δευτέρα Παρουσία στο τσεπάκι κανενός, αλλά να αποτελεί εξορισμού την έκπληξη.

Όσοι δηλώνουν Χριστιανοί, είναι τραγικό αν γιορτάζουν την Ανάσταση σαν ξόρκι που δεν διαποτίζει τη ζωή, και σαν φολκλόρ ανώδυνο. Τόσο ανώδυνο, που να μην τους εμποδίζει να στρατεύονται καθημερινά με τις δυνάμεις της μισαλλοδοξίας, της αδικίας και του αποκλεισμού (δηλαδή με τις δυνάμεις του θανάτου). Οι φριχτές αυτοαναιρέσεις είναι βαρύ ποινικό-πνευματικό μητρώο για μας τους θρήσκους!

Κι όσοι δηλώνουν άθεοι και πρόθυμοι για επανάσταση, ας σκεφτούν τη σκέψη μου αυτή. Πιθανολογώ ότι θα ακουστεί πολύ στρατευμένη, αλλά είναι απλώς βγαλμένη απ’ την ψυχή μου, προς ανθρώπους ψυχωμένους: Αν το άπειρο του Θεού δεν υπάρχει, τότε η επανάσταση θα είναι απλώς επαναστασούλα, προορισμένη να συντριβεί στο μπετόν αρμέ του τέλους μας. Από τη μια να θέλεις το σπάσιμο του φυσιοκρατικού κύκλου, κι από την άλλη να μην αντέχεις το άνοιγμά του, είναι τουλάχιστον αυτοτραυματισμός, φίλοι!

Ζητώ, λοιπόν, το ασύνηθες. Ζητώ από όσους εύχονταν «Καλή Ανάσταση», να σκεφτούν πόσο ουσιαστικό θα είναι, από την Κυριακή του Πάσχα, να λένε: «Χριστός Ανέστη!». Το «Χριστός Ανέστη» δεν είναι ευχή! Είναι δήλωση. Είναι κατάφαση του ότι, ναι, η ευχή που μέχρι χθες έδινα («καλή Ανάσταση») δεν ήταν κενή από νόημα, δεν ήταν κούφιο σχήμα λόγου για θνησιγενείς ομορφιές και για ελπίδες με ημερομηνία λήξης. Είναι, αντιθέτως, διαβεβαίωση ότι η Ανάσταση είναι κυριολεκτικά το μέλλον.  

ΠΗΓΗ

Αποικία Ορεινών Μανιταριών

Ωδή στη Χαρά της Κοινωνίας

Της ΕΥΗΣ ΒΟΥΛΓΑΡΑΚΗ – ΠΙΣΙΝΑ / Δρ.  Θεολογίας – Συγγραφέα – ΕΔΙΠ στη Θεολογική Σχολή ΕΚΠΑ

Τις ώρες που γράφονται αυτές οι αράδες οδεύουμε προς το Πάσχα, ένα Πάσχα που θα το βιώσουμε διαφορετικά από κάθε άλλη φορά, καθώς η πανδημία του κορωνοϊού έχει μεταβάλει βασικές ορίζουσες του βίου, ιδίως στο πεδίο των κοινωνικών μας σχέσεων. Έχει εξάλλου οδηγήσει τον σύγχρονο άνθρωπο σε μια βιωματικά πρωτόγνωρη μνήμη θανάτου και μέσω αυτής σε μια συνειδητή κατάφαση της ζωής, που απειλείται, δεν είναι δεδομένη, και δοξολογείται. Τούτη την ώρα δεν γνωρίζουμε ποια θα είναι η εξέλιξη της πανδημίας στη χώρα μας, ήδη όμως είναι ορατά τα όρια των δυνατοτήτων των υπηρεσιών υγείας, καθημαγμένων σε βάθος δεκαετίας. Παρά ταύτα, η άνοδος της καμπύλης μεταδοτικότητας είναι σχετικά ομαλή, και τα έγκαιρα μέτρα κοινωνικής αποστασιοποίησης μοιάζουν να αποτρέπουν τα χειρότερα.

Στο πλαίσιο αυτών των μέτρων, και η κυβερνητική απόφαση για τη μη τέλεση ιεροπραξιών και τη δυνατότητα «ατομικής προσευχής» και μόνο στους ναούς είναι σε πλήρη εφαρμογή, ενώ δεν προβλέπεται καν δυνατότητα μετάβασης στον ναό μετά την απαγόρευση της κυκλοφορίας, μήτε γνωρίζει κανείς πότε τυχόν θα μεταβληθεί αυτή η κατάσταση προς μια θετικότερη εξέλιξη – ασφαλώς μετά το Πάσχα. Στο πλαίσιο της ζοφερής ατμόσφαιρας των ημερών έλαβε χώρα στη δημοσιότητα και μια εκτεταμένη συζήτηση για τη λειτουργία της Εκκλησίας, την κοινή προσευχή στους ναούς και ακόμα την ίδια τη θεία Λειτουργία και Κοινωνία. Το χριστεπώνυμο πλήρωμα κατηγορήθηκε από πολύ νωρίς και με σφοδρότητα ως παράγων διάδοσης του ιού, παράγων μολυσματικός, που χαρακτηρίζεται από ιδεοληψία και κοινωνική ανευθυνότητα, καθώς αδιαφορεί για την έκθεση του πλησίον σε κίνδυνο. Εκφράστηκε η απαίτηση να απαγορευτεί η λατρεία, που είναι βλαπτική ακόμα και για όσους δεν μετέχουν σε αυτή, εξαιτίας του κινδύνου διάδοσης του ιού, και βέβαια λοιδορήθηκε ιδίως η συμμετοχή των πιστών στη θεία Κοινωνία μέσα από την κοινή λαβίδα.

Είναι προφανής η πολλαπλότητα των κινήτρων όσων έθεταν τέτοια ζητήματα, ενώ η πολυπλοκότητα της κοινωνικής αντίδρασης συσχετίζεται επίσης και με τους χρόνους και την ένταση με την οποία διατυπώθηκαν κάθε λογής επιφυλάξεις. Δεν μπορεί να μη σημειώσει κανείς την ηχηρή εμφάνιση ενός ρατσιστικού λόγου, που μαζί με χαρακτηρισμούς και ρητορικά σχήματα υπερβολής ζητούσε και την άρση της ελευθερίας της λατρείας από τους χριστιανούς, μαζί και με την εγγραφή τους στο πεδίο της ανηλικιότητας και ανευθυνότητας – συνθήκης που θα έπρεπε να τύχει κοινωνικής επιτήρησης από τους ενήλικες θιασώτες του «ορθολογισμού». Ας σημειωθεί πάντως ότι στο ίδιο πεδίο ανηλικιότητας έχει από χρόνους πολλούς κατατάξει το ποίμνιο και μέρος της ποιμένουσας εκκλησίας, που ενθαρρύνει την κηδεμόνευση και τον πατερναλισμό, και με ιδιαίτερη έμφαση εμμένει εξίσου στην αέναη σιωπή των λογικών της προβάτων. Αυτό είναι όμως μια συζήτηση λίγο διαφορετική, αν και όχι ασύνδετη.

Πολλοί συνάνθρωποι εξάλλου είχαν απλώς μια υγιή ανησυχία και περίσκεψη ή έστω μια κάπως οξυμένη αίσθηση φόβου ή ακόμα και πανικού.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου [εδώ] και [εδώ]

Η νέα πραγματικότητα, οι προκλήσεις και οι κίνδυνοι με το τέλος της πανδημίας

Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΟΝΤΟΓΙΩΡΓΗ· πρώην Πρύτανη του Παντείου Πανεπιστημίου

Μπορεί να συναγάγει κανείς ότι, σε μία τέτοια κρίση με πολυσήμαντες διαστάσεις, όπως αυτή που έφερε η επιδημία την οποία επικαλείται η πολιτική ηγεσία -και βεβαίως πολύ σωστά- για να ζητήσει τη συλλογική μας ευθύνη και συστράτευση, αντιφάσκει με τα μηνύματα που μας εξέπεμψε με την αφορμή της 25ης Μαρτίου που ήταν πολύ διχαστικά. Και αυτό μου προκαλεί μία σημαντική απορία. Πρώτα πρώτα βρισκόμαστε μπροστά σε έναν διχαστικό πολιτικό λόγο που εστιάζεται σε αυτό που θα έπρεπε να ενώνει τους Έλληνες (όπως και οποιονδήποτε άλλο λαό), δηλαδή στην πολιτισμική του συνοχή και στην ιστορικότητά της. Επιπλέον δεν έχουμε να κάνουμε με έναν μόνο από τους πολιτειακούς παράγοντες. Πρόκειται για μία ομοβροντία διχαστικών λόγων από την πολιτειακή ηγεσία, την κυβέρνηση, την προεδρία και την αντιπολίτευση. Η κυρία Σακελαροπούλου ως πρόεδρος, στον πρώτο της δημόσιο λόγο, μας μίλησε για έναν «νέο πατριωτισμό». Πώς τον αντιλαμβάνεται; Τι ενοχλεί άραγε από τον «παλαιό πατριωτισμό» και τι περιέχει άραγε ο νέος; Να υποθέσω ότι στον «νέο πατριωτισμό» περιλαμβάνεται και η ψήφο της που απάλλαξε τον κύριο Παπακωνσταντίνου για μία καίριας σημασίας υπόθεση που αφορούσε το δημόσιο συμφέρον; Και ποιο ρώτησε αλήθεια για να εξαγγείλει την αναθεώρηση του πατριωτικού προτάγματος της κοινωνίας; Είναι υπεράνω του νόμου κατά το Σύνταγμα. Να υποθέσω ότι είναι και υπεράνω του λαού;  Ο κύριος πρωθυπουργός, από την πλευρά του, ο οποίος δικαίως εξελέγη διότι εφέρετο να εκφράζει και νομίζω με πολιτισμικό πρόσημο σημαντικά διαφορετικό από εκείνο του κυρίου Τσίπρα, μια διαφορετική οπτική του εθνικού συμφέροντος, διαπιστώνεται ότι σε ένα καίριο ζήτημα όπως η εθνική ταυτότητα της ελληνικής κοινωνίας, συμπίπτει απολύτως με τον πρώην πρωθυπουργό; Πώς θα διακριθεί λοιπόν ο πολιτικός του λόγος όταν ταυτίζεται σε ένα τόσο κρίσιμο ζήτημα που δεν αφορά την ιστορική περιέργεια αλλά τον πυρήνα της οπτικής του για το μέλλον της χώρας; Το να αναγνωρίσει κανείς ότι υπήρξε ελληνικό έθνος πριν από το νεοελληνικό κράτος και ως εκ τούτου το έθνος συγκρότησε το νεοελληνικό κράτος, ή, αντιθέτως, ότι το κράτος συγκρότησε το έθνος γιατί δεν υπήρχε πριν ελληνικό έθνος αλλά μόνο ελληνόφωνοι, έχει τεράστια σημασία για το σήμερα. Πέραν αυτού αυτοί που διακονούν τα μηρυκάσματα αυτά πρέπει να μας εξηγήσουν γιατί επαναστάτησαν οι Έλληνες αφού δεν είχαν έθνος και κατ’επέκταση συνείδηση συλλογικής ελευθερίας. Δεν επαναστατεί κανείς ξέρετε, για να αλλάξει το σημείο του… καφενέ. Δεν του αρέσει στην μία πλευρά και θέλει να πάει στην άλλη. Επαναστατεί κανείς για μείζονα ζητήματα. Και, όλοι αυτοί που αρνούνται την εθνική αιτία της επανάστασης όφειλαν να γνωρίζουν ότι χύθηκε πολύ αίμα στο όνομα του έθνους της κοινωνίας. Το ερώτημα λοιπόν, έχει διπλή τεράστια σημασία. Πρώτα πρώτα, είναι ανεπίτρεπτο να το λέει κανείς, στο μέτρο που αυτή καθεαυτή η άποψη αυτή συνιστά λογοκρισία έναντι των ιστορικών πηγών που δεν παύουν διαχρονικά να διακηρύσσουν την εθνική ταυτότητα και την βούληση του συνόλου των Ελλήνων για ελευθερία. Να υποθέσω άραγε ότι όλες οι διακηρύξεις οι σχετικές με την επανάσταση αναφέρονται στο έθνος και στον πόθο της απελευθέρωσης; Επιπλέον η διατύπωση ότι το 1821 «συγκροτήσαμε έθνος» είναι ανεπίτρεπτη ως διχαστική αφού η συντριπτική πλειοψηφία του ελληνικού λαού και των πνευματικών του ταγών αποδέχονται ότι οι Έλληνες προεπαναστατικά συγκροτούσαν έθνος και επαναστάτησαν για να συγκροτήσουν κράτος. Από πού αντλεί το δικαίωμα ο πρωθυπουργός της χώρας να έρθει αντιμέτωπος, να προσβάλει ουσιαστικά τον ελληνικό λαό και τις κληρονομιές του. Και για ποιο λόγο το έπραξε άραγε αυτό; Μήπως δεν γνωρίζει έστω ότι το ζήτημα αυτό δίχασε επί μακρόν τα τελευταία χρόνια τον ελληνικό κόσμο καθώς η επιλογή της μιας ή τη άλλης άποψης εμπεριείχε κρίσιμες επιλογές για το μέλλον της χώρας; Αν επρόκειτο για μεμονωμένο περιστατικό θα μπορούσε να υποθέσει κανείς ότι οφείλετο στην άγνοια του πρωθυπουργού. Προφανώς δεν είναι υποχρεωμένος να γνωρίζει ιστορία, είναι υποχρεωμένος όμως να διαλέγεται με την ιστορία. Είναι υποχρεωμένος να διαλέγεται με τους πραγματικούς δημιουργούς της ιστορίας και όχι να συντάσσεται με το μέρος μιας μειοψηφικής μερίδας ιδεολόγων της ιστορίας η οποία κατά έναν περίεργο, για όσους δεν γνωρίζουν, τρόπο μολονότι μειοψηφία, περιφέρεται με όλες τις καταστάσεις στην περίμετρο της εξουσίας. Το να εκφέρεις τον λόγο της ως πρωθυπουργός σημαίνει ότι αποδέχεσαι και το διατακτικό της το οποίο είναι γνωστό στους παρεπιδημούντες στη χώρα αυτή ποια θέση της επιφυλάσσει ή με πόση σφοδρότητα αντιμάχεται την ελληνική κοινωνία. Είναι κρίσιμες οι μέρες που περνάει η χώρα για να προσεγγίζει με αυτόν τον ακραίο διχαστικό και οπωσδήποτε ανεπίτρεπτο εξ επόψεως σκοπούμενης πολιτικής λόγο. Όπως είπα, εάν ήταν ένα μεμονωμένο περιστατικό θα μπορούσε να έχει διαφύγει της προσοχής. Σε ό,τι με αφορά ωστόσο δεν περιήλθε στην αντίληψή μου μια διάψευση εκ μέρους του πρωθυπουργού ή του περιβάλλοντός του. Αντιθέτως, διαπιστώνεται ότι εγγράφεται σε έναν συνδυασμό παραδοχών του ιδίου, που κορυφαία αποτελεί η απόφασή του να συγκροτήσει την επιτροπή για τον εορτασμό της 200σιοστής επετείου από την επανάσταση με γνώμονα την αρχή της ενιαίας σκέψης. Η οποία κατά σύμπτωση δεν κρύβει ότι διακονεί με όρους ενιαίας σκέψης μηρικασμούς ιδεολογικών σκοπιμοτήτων που αντιλέγουν προς την αντίληψη ότι το κράτος δημιούργησε το έθνος  που προάγει επομένως ελληνική ιστορική πραγματικότητα και κατατείνουν στο να δικαιώσουν δύο σημαντικά ζητήματα: Πρώτα πρώτα την ιδεολογία του ηγεμόνα, αυτού που κατήργησε την ελληνική σημειολογία της εξέλιξης και πράγματι τον μείζονα ελληνισμό προκειμένου να δικαιώσει το νεοελληνικό κράτος και τα πεπραγμένα του. Ξέρετε τι σημαίνει αυτό; Ότι στην πραγματικότητα, θα δοξάσουν το κράτος το οποίο με τις πολιτικές του ακύρωσε την εθνική ολοκλήρωση και κατέλυσε τον ελληνικό κόσμο της εποχής με κορυφαία πράξη του την εξαφάνιση του μικρασιατικού ελληνισμού. Με τα χέρια ελεύθερα πια θα πανηγυρίσουν διότι χάρη στο κράτος το ελληνικό έθνος έφθασε τα σύνορά του έως τον Έβρο. Η επιλογή αυτή έχει και μια άλλη εξίσου συγκαιρική σημασία. Από τη στιγμή που αποσυνδέει κανείς την ελλαδική κοινωνία από τις κληρονομιές της καταργείται το συγκριτικό προηγούμενο. Εφεξής η σύγκριση των πεπραγμένων του νεοελληνικού κράτους δεν θα γίνει με τον μείζονα ελληνισμό αλλά με το ομόλογο δυτικό κράτος. Και προφανώς στο κλίμα αυτό θα εμφανισθεί δικαιωμένο στην άποψη ότι για τα κακώς κείμενα φταίει αποκλειστικά η ελληνική κοινωνία. Έτσι παρακάμπτεται και κάτι συνταρακτικά σημαντικό. Το γεγονός ότι αποφεύγει να απολογηθεί για την κατάργηση των κοινών με τα οποία έζησε και μεγαλούργησε ο ελληνισμός από την αρχαιότητα και συνακόλουθα της δημοκρατίας. Διαφορετικά πώς θα εξηγήσει κανείς ότι η κατάλυση της δημοκρατίας στο όνομα της ανωτερότητας μιας καθόλα κατοχικής απολυταρχίας. Με τον ίδιο τρόπο που διακηρύσσουν ως προσαρτήματα του δυτικού διαφωτισμού ότι η σημερινή εκλόγιμη μοναρχία είναι ανώτερη της δημοκρατίας που ο ελληνικός κόσμος βίωνε αδιάπτωτα μέχρι την είσοδο του στο «κράτος έθνος.

Αλλά, το δεύτερο και κυριότερο θέμα ξέρετε είναι αυτό που συνέχεται με τις προεκτάσεις της αναθεωρητικής και όλως διχαστικής αυτής επιλογής που διακινεί η ίδια η πολιτική ηγεσία: Το γεγονός ότι αυτό έχει τεράστια σημασία για τις πολιτικές του σήμερα, την ιδέα που έχει η πολιτική ηγεσία για τη χώρα! Αν όντως επιλέξουμε την ιστόρηση του έθνους δια του κράτους σημαίνει ότι σκοπεύουμε να συνεχίσουμε την αποδόμηση της κοινωνικής και κατά τούτο της πολιτισμικής συνοχής της χώρας και την συρρίκνωσή του λαού της. Δηλαδή, όχι μόνο δεν αποκομήσαμε τα αναγκαία διδάγματα από τις καταστροφές που συσσώρευσε το κράτος των Αθηνών στον ελληνισμό αλλά παραμένει δεσμευμένο στην ίδια γραμμή πλεύσης. Εάν εμείνουμε στην πολιτική αυτή επιλογή μπορούμε με βεβαιότητα να συνομολογήσουμε ότι στο τέλος αυτού του αιώνα δεν θα υπάρχουν Έλληνες στην ελλαδική χώρα. Διότι, αυτό το κράτος που από την Πελοπόννησο έφτασε ως τον Έβρο όπως μας λένε, είναι αυτό το οποίο όχι μόνο αρνήθηκε την εθνική ολοκλήρωση αλλά και συνέβαλε τα μέγιστα στην εξαέρωση του μείζονος ελληνισμού. Αν θελήσουμε να δούμε τι ήταν ο ελληνικός κόσμος μέχρι το κατώφλι του 20ου αιώνα και πού κατήντησε σήμερα αρκεί να ρίξουμε μια ματιά στον ελληνικό εφοπλισμό σήμερα, και συγχρόνως να διερωτηθούμε πώς συμβαίνει αυτός να διατηρεί αυτή τη  θέση υπό διεθνώς ανταγωνιστικές συνθήκες και στην Ελλάδα να μην υπάρχει ούτε ένα ναυπηγείο. Μήπως επειδή διέφυγε από τις δαγκάνες του νεοελληνικού κράτους; Ας μας εξηγήσουν λοιπόν τι σημαίνει αυτό και τότε θα δούμε τι δηλώνει η πρόθεση να ιστορήσουμε το έθνος δια του κράτους. Ωστόσο για την τεράστια σημασία που έχει το διακύβευμα αυτό για την ελληνική κοινωνία αρκεί να αναλογισθούμε γιατί αποδοκιμάσθηκε ο Τσίπρας στις τελευταίες εκλογές. Για τις Πρέσπες προφανώς. Δηλαδή για το γεγονός ότι εχθρευόμενος τις πραγματολογικές παρακαταθήκες της ελληνικής κοινωνίας και έχοντας ως σκοπό του να κοντύνει (γιατί αυτό είναι το διατακτικό του) την εθνική πολιτισμική αναφορά των Ελλήνων με όχημα την υιοθέτηση του εθνικισμού των γειτόνων προκάλεσε το δημόσιο αίσθημα. Εάν λοιπόν ο Τσίπρας αποδοκιμάσθηκε στις πολιτικές του και η διάδοχος κυβέρνηση σπεύδει να τις ακολουθήσει προς τι η αλλαγή του αυθεντικού διακινητή τους;  Προκαλεί πάντως απορία ότι ο πρωθυπουργός επέλεξε το διχαστικό επιχείρημα σε μια περίοδο που βρισκόμαστε σε μία πανδημία, σε ένα καθεστώς αναγκαστικής συστράτευσης των Ελλήνων.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου [εδώ] 

Μολυσματική νόσος

Του GIORGIO AGAMBEN· φιλοσόφου και συγγραφέα

Ο μιαρός! ούστ! ούστ! Διώξτε μακριά τον μιαρό!”, Alessandro Manzoni, Οι αρραβωνιασμένοι

Μια από τις πιο απάνθρωπες συνέπειες του πανικού που επιδιώκεται με κάθε τρόπο να εξαπλωθεί στην Ιταλία με την ευκαιρία της επονομαζόμενης επιδημίας του κορωνοϊού είναι απτή στην ίδια ιδέα της μόλυνσης, βάσει της οποίας διαμορφώθηκαν τα έκτακτα μέτρα που υιοθέτησε η κυβέρνηση. Η ιδέα αυτή, η οποία ήταν ξένη προς την ιατρική του Ιπποκράτη, είχε τον πρώτο ανύποπτο πρόδρομό της κατά τη διάρκεια των λοιμών που κατέστρεψαν ορισμένες ιταλικές πόλεις μεταξύ του 1500 και του 1600. Αυτή είναι η μορφή του μιαρού, του πανουκλιασμένου, που αποθανατίζεται από τον Manzoni τόσο στο μυθιστόρημά του, όσο και στο δοκίμιο για την Ιστορία της μιαρής στήλης. Μια μιλανέζικη “κραυγή” για την πανούκλα του 1576, τους περιγράφει κατ ‘αυτόν τον τρόπο, καλώντας τους πολίτες να τους καταγγείλουν:

“Έχοντας ενημερωθεί από τον κυβερνήτη ότι μερικοί άνθρωποι με λιγοστό ζήλο φιλανθρωπίας προκειμένου να τρομοκρατήσουν και να τρομάξουν τους ανθρώπους και τους κατοίκους αυτής της πόλης του Μιλάνου και να τους παρακινήσουν σε κάποια αναταραχή, αλείφουν με ουσίες που λέγεται ότι είναι λοιμώδεις και μολυσματικές, τις πόρτες και τις κλειδαριές των σπιτιών και τις γωνιές των συνοικιών αυτής της πόλης και άλλες περιοχές, πράγμα που έχει ως αποτέλεσμα να συμβαίνουν πολλά ανάρμοστα και να παρατηρείται όχι μικρή αλλοίωση στις σχέσεις των ανθρώπων, περισσότερο μάλιστα σε όσους πείθονται εύκολα να πιστεύουν τέτοια πράγματα, κάθε άνθρωπος, ανεξαρτήτως τάξης, κατάστασης, βαθμού, ας εννοήσει για λογαριασμό του ότι μέσα σε σαράντα ημέρες θα είναι εφικτό να εντοπίσει το πρόσωπο ή τα πρόσωπα που έχουν ευνοήσει, βοηθήσει ή πληροφορηθεί για αυτήν την υβριστική πράξη, αν θα του δοθούν πεντακόσια σκούντα … »

Με δεδομένες  τις αναντίρρητες, διαφοποιήσεις οι πρόσφατες αποφάσεις (οι οποίες ελήφθησαν από την κυβέρνηση με διατάγματα που θα θέλαμε να ελπίζουμε –  ματαίως ωστόσο- ότι δεν θα επιβεβαιωθούν από το κοινοβούλιο με νόμο εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας) μετατρέπουν πραγματικά το κάθε άτομο σε δυνητικό μολυσματικό φορέα, ακριβώς όπως εκείνες οι αποφάσεις που αφορούν στην τρομοκρατία, υπολαμβάνουν κάθε πολίτη ως εν δυνάμει τρομοκράτη.  Η αναλογία είναι τόσο ξεκάθαρη, ώστε ο δυνητικός μολυσματικός φορέας που δεν συμμορφώνεται με τις υποδείξεις τιμωρείται με φυλακή. Ιδιαίτερα αποτρόπαιη είναι η μορφή του υγιούς ή πρώιμου φορέα, ο οποίος μολύνει μια πληθώρα ατόμων χωρίς να είναι κανένας σε θέση να αμυνθεί εναντίον του, όπως κάποιος θα μπορούσε να προστατέψει τον εαυτό του από έναν πραγματικό μολυσματικό φορέα.

Ακόμη πιο λυπηρός από τους περιορισμούς των ελευθεριών, που συνεπάγονται οι πρόσφατες αποφάσεις, είναι, κατά τη γνώμη μου, ο εκφυλισμός των σχέσεων μεταξύ των ανθρώπων που δύνανται αυτές να προκαλέσουν. Ο άλλος άνθρωπος, όποιος κι αν είναι, ακόμα και ένας αγαπημένος, δεν πρέπει να πλησιαστεί ή να αγγιχθεί και μάλιστα προκρίνεται να τεθεί, ανάμεσα σε εμάς και σε εκείνον, μια απόσταση, που σύμφωνα με ορισμένους είναι ένα μέτρο, αλλά σύμφωνα με τις τελευταίες υποδείξεις των λεγόμενων εμπειρογνωμόνων θα πρέπει να είναι 4,5 μέτρα (ενδιαφέροντα τα πενήντα εκατοστά!). Η έννοια του πλησίον έχει καταργηθεί. Είναι δυνατόν, δεδομένης της ηθικής ασυνέπειας των κυβερνώντων, αυτές οι αποφάσεις να απευθύνονται σε εκείνους που τις εκλαμβάνουν και τις εφαρμόζουν με τον ίδιο φόβο που είναι θεμιτό να προκαλέσουν, αλλά είναι δύσκολο να μην σκεφτεί κανείς ότι η κατάσταση που δημιουργούν είναι ακριβώς εκείνη που όποιος μας κυβερνά προσπάθησε -όχι λίγες φορές- να πραγματοποιήσει: τα πανεπιστήμια και τα σχολεία να κλείνουν και τα μαθήματα να γίνονται μόνο διαδικτυακά, να πάψουμε, μια και καλή, να συναντιώμαστε και να μιλάμε για πολιτικά ή πολιτιστικά θέματα, να ανταλλάσσουμε μόνο ψηφιακά μηνύματα και, οπουδήποτε είναι εφικτό, τα μηχανήματα να αντικαθιστούν κάθε επαφή – αποτρέποντας οποιαδήποτε μολυσματική ασθένεια – μεταξύ των ανθρώπων.

Διασαφηνίσεις

Ένας Ιταλός δημοσιογράφος καταπιάστηκε, σύμφωνα με την καλή συνήθεια του επαγγέλματός του, να παραμορφώσει και να παραποιήσει τις σκέψεις μου για τη σύγχυση, ηθικής τάξεως, στην οποία η επιδημία ρίχνει τη χώρα, όπου δεν έχουμε πλέον σεβασμό ούτε για τους νεκρούς. Όπως ακριβώς δεν κρίνει απαραίτητο να αναφέρει το όνομά του, δεν μπαίνει ομοίως στον κόπο να διορθώσει τα αυτονόητα και δεδομένα που διατυπώνει με έκδηλες χειριστικές προθέσεις. Όποιος θέλει  μπορεί να διαβάσει το κείμενο του άρθρου μου με τίτλο: “Μολυσματική νόσος” στον ιστότοπο του εκδοτικού οίκου Quodlibet. Δημοσιεύω εδώ ορισμένες άλλες σκέψεις, οι οποίες, παρά τη σαφήνεια τους, πιθανότατα θα παραποιηθούν και αυτές.

Ο φόβος είναι κακός σύμβουλος, αλλά φανερώνει πολλά πράγματα που προσποιούμαστε ότι δεν βλέπαμε. Το πρώτο πράγμα που αποκαλύπτει το κύμα πανικού που παραλύει τη χώρα είναι ότι η κοινωνία μας δεν πιστεύει πλέον σε τίποτα εκτός από τη γυμνή ζωή. Είναι σαφές ότι οι Ιταλοί είναι πρόθυμοι να θυσιάσουν σχεδόν τα πάντα, τις συνήθεις συνθήκες διαβίωσης, τις κοινωνικές σχέσεις, την εργασία, ακόμα και τις φιλίες, τα συναισθήματα και τις θρησκευτικές και πολιτικές πεποιθήσεις, μπροστά στον κίνδυνο να αρρωστήσουν. Η γυμνή ζωή -και ο φόβος της απώλειάς της- δεν είναι κάτι που ενώνει τους ανθρώπους, αλλά τους τυφλώνει και τους χωρίζει. Τα άλλα ανθρώπινα όντα, όπως στον λοιμό που περιγράφεται από τον Manzoni, θεωρούνται τώρα μόνον ως πιθανοί μολυσματικοί φορείς (“πανουκλιασμένοι”), οι οποίοι πρέπει να αποφεύγονται πάση θυσία και οι οποίοι πρέπει να διατηρούνται σε απόσταση τουλάχιστον ενός μέτρου. Οι νεκροί – οι νεκροί μας – δεν έχουν δικαίωμα σε κηδεία και δεν μας είναι σαφές τι συμβαίνει στα πτώματα των αγαπημένων μας. Η έννοια του πλησίον ακυρώνεται και είναι περίεργο ότι οι εκκλησίες σωπαίνουν γι ‘αυτό. Τι γίνονται οι ανθρώπινες σχέσεις σε μια χώρα που συνηθίζει να ζει με αυτόν τον τρόπο χωρίς να γνωρίζει κανείς για πόσο καιρό; Και τι είναι μια κοινωνία που δεν έχει άλλη αξία από την επιβίωση;

Το άλλο πράγμα, όχι λιγότερο ανησυχητικό από το πρώτο, που η επιδημία καθιστά ολοφάνερο είναι ότι η έκτακτη κατάσταση, στην οποία οι κυβερνήσεις μάς έχουν συνηθίσει εδώ και καιρό, έχει γίνει πραγματικά η φυσιολογική κατάσταση. Υπήρξαν πιο σοβαρές επιδημίες στο παρελθόν, αλλά κανείς δεν είχε σκεφτεί ποτέ να δηλώσει γι ‘αυτό μια κατάσταση έκτακτης ανάγκης, όπως η σημερινή, η οποία μας εμποδίζει ακόμη και τη μετακίνηση. Οι άνθρωποι έχουν τόσο εθιστεί να ζουν σε συνθήκες πολυετούς κρίσης και πολυετούς έκτακτης ανάγκης που δεν φαίνεται να αντιλαμβάνονται ότι η ζωή τους έχει μειωθεί σε καθαρά βιολογική κατάσταση και έχει χάσει κάθε διάσταση όχι μόνο κοινωνική και πολιτική, αλλά και ανθρώπινη και συναισθηματική. Μια κοινωνία που ζει διηνεκώς σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης δεν μπορεί να είναι μια ελεύθερη κοινωνία. Στην πραγματικότητα ζούμε σε μια κοινωνία που έχει θυσιάσει την ελευθερία στους λεγόμενους «λόγους ασφαλείας» και, ως εκ τούτου, καταδικάστηκε να ζήσει σε μια μόνιμη κατάσταση φόβου και ανασφάλειας.

Δεν μας εκπλήσσει που αναφορικά με τον ιό μιλάμε για πόλεμο. Τα μέτρα έκτακτης ανάγκης μας υποχρεώνουν να ζούμε σε συνθήκες απαγόρευσης κυκλοφορίας. Αλλά ένας πόλεμος με έναν αόρατο εχθρό, που μπορεί να κρύβεται σε οποιονδήποτε άλλον άνθρωπο, είναι ο πιο παράλογος των πολέμων. Είναι, μάλιστα, ένας εμφύλιος πόλεμος. Ο εχθρός δεν είναι έξω, είναι μέσα μας.

Εκείνο που προκαλεί ανησυχία δεν είναι τόσο ή όχι μόνο το παρόν, αλλά το μετά. Ακριβώς όπως οι πόλεμοι έχουν αφήσει μια σειρά δυσοίωνων και επιτευγμάτων ως κληρονομιά στην ειρήνη, από αγκαθωτά σύρματα έως πυρηνικούς σταθμούς, είναι πολύ πιθανό ότι θα καταβληθούν προσπάθειες να συνεχιστούν, ακόμη και μετά την έκτακτη ανάγκη για την υγεία, τα πειράματα που οι κυβερνήσεις δεν είχαν πραγματοποιήσει πρωτύτερα, ώστε τα πανεπιστήμια και τα σχολεία να κλείνουν και τα μαθήματα να γίνονται μόνο διαδικτυακά ή, μια και καλή πλέον, να πάψουμε να συναντιώμαστε και να μιλάμε για πολιτικά ή πολιτιστικά θέματα και να ανταλλάσσουμε μόνο ψηφιακά μηνύματα και, οπουδήποτε είναι εφικτό, τα μηχανήματα να αντικαθιστούν κάθε επαφή – αποτρέποντας οποιαδήποτε μολυσματική ασθένεια – μεταξύ των ανθρώπων.

ΠΗΓΗ

Αντίφωνο