Αρχείο κατηγορίας Χωρίς κατηγορία

Το χρέος του Λόγου

Του ΠΑΝΤΕΛΗ ΜΠΟΚΑΛΑ

Όσες φορές κι αν μιλήσουμε για το Ολοκαύτωμα, όσα ιστορικά, κοινωνιολογικά και φιλοσοφικά δοκίμια και αν δημοσιευθούν, όσες λογοτεχνικές αναψηλαφήσεις και αν επιχειρηθούν, όσες ταινίες και αν γυριστούν, όσες εκδηλώσεις τιμής και αν γίνουν, πάντοτε θα υπολειπόμαστε δραματικά από το χρέος. Το χρέος του Λόγου, της ομιλίας και της γραφής, για ένα γεγονός που, ακριβώς επειδή χαρακτηρίστηκε «ανείπωτο», μας υποχρεώνει και θα μας υποχρεώνει εσαεί να μιλάμε γι’ αυτό. Κι αν όχι για να κατορθώσουμε κάποια στιγμή αυτό που εξακολουθεί να φαίνεται ακατόρθωτο, δηλαδή να το καταλάβουμε, τουλάχιστον για να δικαιούμαστε να λέμε πως κάνουμε ό,τι μπορούμε ώστε να μην το επαναλάβουμε.

Μα, θα αναρωτηθεί κανείς, «μπορεί να υπάρξει Αουσβιτς μετά το Αουσβιτς;», παραφράζοντας τη γνώμη του Τέοντορ Αντόρνο ότι δεν μπορεί να υπάρξει ποίηση μετά το Αουσβιτς, θα ήταν βαρβαρότητα. Μπορεί να υπάρξει Τρεμπλίνκα μετά την Τρεμπλίνκα; Μαουτχάουζεν μετά το Μαουτχάουζεν; Μπορεί μετά τα πενήντα πανευρωπαϊκώς διεσπαρμένα ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης ή/και εξόντωσης να λειτουργήσει ξανά μια φρικαλέα εργοστασιακή αλυσίδα θανάτου, με επιστημονική καθοδήγηση (πόσοι γιατροί ορκισμένοι στον Ιπποκράτη) αλλά και με ανατριχιαστικά ψυχρή καταγραφή των ημερήσιων «επιτυχιών»: τόσες κατσαρίδες στο κρεματόριο, τόσα χρυσά δόντια και χρυσά δαχτυλίδια, τόσα ασημένια μενταγιόν πεντάλφα, τόσοι ασημένιοι σταυροί. Γιατί στα στρατόπεδα αυτά υπήρχαν και Εβραίοι και χριστιανοί –καθολικοί, προτεστάντες, ορθόδοξοι– και «παγανιστές» Τσιγγάνοι. Και όλοι τους αναρωτιόνταν πού είναι ο Θεός τους – πού είναι ο Θεός. Όπως συνεχίζουμε να αναρωτιόμαστε όλοι μας, πιστεύοντες και μη. 

Η πρώτη, αυθόρμητη απάντηση είναι αρνητική: Όχι, δεν μπορεί, είναι αδύνατο να υπάρξει Αουσβιτς μετά το Αουσβιτς, επειδή είναι αδιανόητο. Την αρνητική απάντηση δεν την υπαγορεύει η Ιστορία ή η πεποίθηση ότι, εφόσον τώρα πια ξέρουμε, έχουμε λάβει τα μέτρα μας, ή τέλος πάντων θα τα λάβουμε αν χρειαστεί. Τη συντάσσει η επιθυμία μας ή, καλύτερα, η βαθιά ανάγκη μας να εμπιστευθούμε εκ νέου τον άνθρωπο και την ανθρωπότητα, τον εαυτό μας δηλαδή. Να εμπιστευθούμε τη μνήμη του, που σημαίνει την ικανότητά του να μεταφράζει όντως σε μάθος το πάθος, όπως παραμυθητικά μάς διαβεβαιώνει ο Αισχύλος.

Πολλά όμως επιτρέπουν τον φόβο ότι ούτε καν το κορυφαίο πάθημα, το Άουσβιτς, δεν έγινε μάθημα ικανό να αλλάξει ριζικά, οικουμενικά και διά παντός το πνεύμα μας. Γι’ αυτά όμως αύριο.

ΠΗΓΗ

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

«1800», ο εθνομηδενισμός σε κόμικς

Του Μανώλη Εγγλέζου Δεληγιαννάκη· Δικηγόρου / Ιστορικού

«Οι φόβοι (ότι οι εορτασμοί για το ’21 θα λάβουν το χαρακτήρα μιας πανηγυρτζίδικης εθνοκεντρικής φιέστας) εντείνονται με την αναγγελία της νέας, συντηρητικής υπουργού Παιδείας, ότι στόχος είναι το μάθημα της Ιστορίας «να πάψει να είναι κοινωνικού χαρακτήρα» και «να αναπτύσσει την εθνική συνείδηση».

Το παραπάνω απόσπασμα είναι από την εισαγωγή του τρίτου βιβλίου της σειράς κόμικς «1800», την οποία υπογράφει ο Γιάννης Αντωνόπουλος (John Antono), σκιτσογράφος/ιστορικός.

Η σειρά «1800», με τέσσερα προς το παρόν τεύχη, μπορούσε να είναι μια προσπάθεια που εμπνέεται από θέματα της ελληνικής ιστορίας. Άρα που αντλεί από την παράδοσή μας, για να δημιουργήσει πνευματικό έργο μέσα από σύγχρονους και δημοφιλείς τρόπους έκφρασης, όπως το κόμικ. Η συγκεκριμένη σειρά μάς μεταφέρει στη Δυτική Ελλάδα του Αλή Πασά, όπου μέσα από τη ζωή του κεντρικού ήρωα, Δήμου Καραμάνου, παρουσιάζονται οι περιπέτειες των Σουλιωτών και τα γεγονότα της Λευκάδας. Τη σειρά υπογράφει ο Θ. Καραμπάλιος, που σε αυτό το χωροχρονικό υπόβαθρο στήνει με δεξιοτεχνία την ιστορία του, ενδιαφέρουσα, δραματική, με παραστατική εικονογράφηση και δυνατή σκιαγράφηση χαρακτήρων.

Ένα κόμικς εμπνευσμένο από αυτή την περίοδο είναι κατ’ αρχήν καλοδεχούμενο. Γιατί, σε έναν τομέα που η δυτική τέχνη κυριαρχεί κι επιβάλλει τη θεματολογία της, το να βλέπεις τους ήρωες του ’21 σε δράση, χρόνια μετά τα Κλασσικά Εικονογραφημένα, συνιστά από μόνο του θετικό πρόσημο. Βάζει την ιστορία μας στο επίκεντρο και εμείς, ως αναγνώστες, ταυτιζόμαστε με αυτά που διαβάζουμε, μας είναι οικεία, προέκταση του εαυτού μας στο παρελθόν. Δεν είμαστε κάποιοι τρίτοι που απλώς διαβάζουν και συναρπάζονται ίσως από μιαν ιστορία, είμαστε οι ίδιοι κομμάτι των τεκταινομένων.

Το «1800» είχε όλες τις προδιαγραφές να συμβάλλει, με μόνη τη θεματολογία του, στο ρεύμα αποκατάστασης της σχέσης με το παρελθόν μας, ταλαιπωρημένο από «νέες» αναγνώσεις, που σαν το λάστιχο το ξεχειλώνουν προς εξυπηρέτηση νεοταξικών σκοπών. Αλλά δεν το καταφέρνει. Διαπερνάται από έναν εθνομηδενισμό που διακριτικά κι εύπεπτα, χωρίς τυμπανοκρουσίες, αναπαράγει το αποδομητικό αφήγημα.

Ένα αποδομητικό αφήγημα

Ο διάχυτος αντικληρικαλισμός του εμπεδώνεται στη σκηνή του πρώτου τεύχους, όπου ο παπάς, σ’ ένα σκίτσο που θυμίζει έντονα το «Κρυφό Σχολειό» του Γύζη, αναφέρεται στους χρησμούς του Αγαθάγγελου και τονίζει στα παιδιά που τον ακούν ότι, εφόσον το ξανθό γένος θα μας σώσει, δεν πρέπει οι Έλληνες να επιδιώξουν την ελευθερία της πατρίδας μόνοι τους. Γι’ αυτό, «χαΐνηδες σαν τον Νικοτσάρα δεν είναι ήρωες αλλά κακούργοι». Το ότι αυτό φαίνεται να το λέει ένας απλός παπάς οδηγεί σε μια συλλήβδην απαξίωση του ρόλου της Εκκλησίας, καθώς δεν αρκείται καν στο σχήμα αντιπαράθεσης κατώτερου (και επαναστατικού) κλήρου και ανώτερου, που είναι συμβιβασμένος και υποτακτικός της Πύλης.

Η αρνητική παρουσίαση της Εκκλησίας συνεχίζεται με την παρουσίαση του Ιγνατίου (μετέπειτα Ουγγροβλαχίας) ως υπεύθυνου για την επιστροφή των Ελλήνων της Πρέβεζας στην πόλη τους, πράξη που οδήγησε στη σφαγή τους: Η πιθανότητα να έπεσε εκείνος θύμα εξαπάτησης δεν λαμβάνεται υπόψη. Οι αρνητικές συμπαραδηλώσεις ως προς την Εκκλησία συνεχίζονται με την έμφαση στον αφορισμό των Κολοκοτρωναίων, μετά τη ληστεία κατά του πρωτοσύγκελου της Τρίπολης, με αντικείμενο τα δοσίματα του Πατριαρχείου.

Άλλη σταθερά του κόμικς είναι τα γρόσια ως κινητήριος δύναμη των δραστηριοτήτων των πρωταγωνιστών: Ο Καραμάνος θα μεσολαβήσει στον Αλή Πασά για τον Νικοτσάρα έναντι χιλίων γροσίων, πετύχει δεν πετύχει την αποστολή του. Οι Κολοκοτρωναίοι θα κλέψουν λεφτά της Εκκλησίας. Οι επιτιθέμενοι κατά των Τούρκων ενδιαφέρονται πολύ για τα λάφυρα κ.ο.κ.

Παραπέρα, οι Ρωμιοί έχουν κοινή δράση με τους Τουρκαλβανούς, ο Οδυσσέας Ανδρούτσος είναι βασιλικότερος του βασιλέως στην αυλή του Αλή Πασά, όπου κυκλοφορεί και ο Καραϊσκάκης. Τα Γιάννινα του Αλή Πασά είναι χωνευτήρι κι όχι τόπος με υπόδουλους Ρωμιούς, οι οπλαρχηγοί είναι υπηρέτες του Αλή, ή ζητούν την εύνοιά του. Η αρματολική δράση είναι κοινή χριστιανών και μουσουλμάνων ενόπλων, ο Νικοτσάρας παρακαλάει τον Αλή για ένα αρματολίκι.

Το ιδεολογικό πλαίσιο του «1800»

Σύμφωνα με την εισαγωγή του 3ου τεύχους, η ελληνική επανάσταση υπήρξε «πολυετής εκρηκτική κοινωνική, στρατιωτική και διπλωματική διεργασία» (εισαγωγή 3ου τεύχους), αλλά όχι εθνική. Η Οθωμανική Αυτοκρατορία είναι «πολυεθνοτική» (εισαγωγή 3ου τεύχους), κι έχει «πολυπολιτισμικό μωσαϊκό» (εισαγωγή 1ου τεύχους), όχι τουρκική με υπόδουλους καταπιεζόμενους λαούς.

Από όλα αυτά, δε λείπει και η απαραίτητη ταύτιση του εθνικού με τη Χρυσή Αυγή: «Όσο ο εθνικιστικός λόγος κερδίζει έδαφος, οποιαδήποτε αναφορά σε σύμβολα και πρόσωπα που συνδέονται με την επανάσταση του 1821 μπορεί λανθασμένα να θεωρηθεί από πατριωτική -με την απολύτως διαστρεβλωμένη έννοια του όρου- και ελληνοκεντρική, έως και εθνικιστική» (εισαγωγή 1ου τεύχους). Και έρχεται το «1800» να μας δώσει την -μη διαστρεβλωμένη προφανώς- πατριωτική προσέγγιση που επιβάλλει η αποδομητική ιστοριογραφία, δηλαδή με την έννοια της πατρίδας απούσα.

Τελικά, η προσπάθεια είναι αυτό που λέει και η εισαγωγή του 3ου τεύχους, η οποία, σε μια φανταστική και αυθαίρετη ανάγνωση της πραγματικότητας της παγκοσμιοποίησης και της επίθεσης στις τοπικές ταυτότητες, θεωρεί το «1800» ως αντίπραξη σε μιαν ιδεολογική εργαλειοποίηση της ιστορίας, προσάπτοντας στην επιτροπή της Γιάννας και του Χατζή …εθνικιστικά χαρακτηριστικά(!), και θεωρώντας πως «οι εθνικές επέτειοι ολοένα και περισσότερο χρησιμοποιούνται ως αφορμή για επίδειξη μισαλλοδοξίας». Χρειάζεται να απαντήσει κάποιος ότι αυτό που εμπεδώνει το «1800» και οι εισαγωγές του είναι όντως η ιδεολογική εργαλειοποίηση της ιστορίας μας, αλλά προς την αντίθετη κατεύθυνση, αυτή της αποδόμησής της με όχημα μια δημοφιλή μορφή τέχνης.

ΠΗΓΗ

Άρδην

Το τέλος της ελληνικής διαφοράς

Του ΧΡΗΣΤΟΥ ΓΙΑΝΝΑΡΑ

Είπε κάποτε ο Διονύσης Σαββόπουλος: «Λένε (ορισμένοι πολιτικοί) ότι θέλουν να χωρίσουν την Εκκλησία από το κράτος. Αν μπορούσαν να χωρίσουν και τον λαό από το κράτος θα ήταν το τέλειο!» (η παράθεση από μνήμης).

Είναι φανερό, από σωρεία ενδείξεων, ότι το 1821 οι Έλληνες δεν ξεσηκώθηκαν για να ιδρύσουν έθνος – κράτος ευρωπαϊκού τύπου. Στόχος αυτονόητος ήταν «να πάρουνε την Πόλη και την Αγιά-Σοφιά». Ο ίδιος ο Όθωνας, με την είδηση θανάτου του σουλτάνου Μαχμούτ (1839), ήταν έτοιμος να πάει στην Κωνσταντινούπολη και να στεφθεί αυτοκράτορας! Όμως το κατεπείγον, από την πρώτη κιόλας Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου, ήταν να διακηρυχθεί, με την ορολογία της εποχής, η συγκρότηση πολιτειακού σχήματος που να πραγματώνει την επανένταξη των Ελλήνων στην κοινωνία των εθνών.

Η καθολικευμένη στην Ευρώπη ορολογία-γλώσσα της εποχής έλεγε «θρησκεία» και εννοούσε Ρωμαιοκαθολικισμό και Προτεσταντισμό – η Ορθοδοξία αφορούσε στα σλαβικά φύλα, όχι στην κυρίως Ευρώπη, όπου διεκδικούσαν θέση οι Έλληνες. Επιπλέον, όταν τα «Συντάγματα» των εξεγερμένων Ελλήνων χρησιμοποιούσαν την έκφραση «Η επικρατούσα εν Ελλάδι θρησκεία είναι η της Ανατολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας», ήταν αδύνατο να έχουν διαγνώσει τον αντιθετικό νοηματικό χαρακτήρα που εύστοχα προσδόθηκε στις λέξεις «εκκλησία» και «θρησκεία» περίπου στα μέσα του 20ού αιώνα.

Ας μου επιτραπούν τηλεγραφικές διευκρινίσεις: Η λέξη «θρησκεία» παραπέμπει σε ένα απολύτως ατομοκεντρικό γεγονός: ατομικές πεποιθήσεις, ατομική πειθάρχηση σε ηθικές εντολές, ατομική συμμετοχή στη λατρεία, τελικά και ατομική «σωτηρία»: συνέχιση της ατομικής ύπαρξης σε έναν «υπερβατικό», αέναο χρόνο. Η λέξη «εκκλησία» σήμαινε αρχικά τη σύναξη, μάζωξη, συνάθροιση των πολιτών, που αποφάσιζε για τον συλλογικό βίο. Και, στη συνέχεια, έναν τρόπο ύπαρξης και βίου, που πραγματώνει τη ζωή ως σχέση, ως κοινωνία αναγκών, ελπίδων, στόχων. Μια αληθινή σχέση που ελευθερώνει την ύπαρξη από τον χρόνο, όπως την ελευθερώνει και ο έρωτας.

Διακόσια χρόνια τώρα, το μικρό κομμάτι του Ελληνισμού που ελευθερώθηκε, ζει μέσα σε ένα ψέμα αυτοκαθορισμού του. Αποτυπωμένο το ψέμα σε όλα τα Συντάγματα, από το πρώτο, της Επιδαύρου (1822), ως τον σημερινό πασοκικό τραγέλαφο, επαναλαμβάνουν το ίδιο «θεμελιώδες» άρθρο: «Επικρατούσα θρησκεία εις την ελληνικήν επικράτειαν είναι η της Ανατολικής Ορθοδόξου του Χριστού Εκκλησίας».

Το «επικρατούσα θρησκεία» κραυγάζει ότι είναι δάνειο από τη Δύση. Σημαίνει μια ατομική επιλογή που υπερτερεί αριθμητικά, δεν σχετίζεται με την ταυτότητα του Έλληνα.

Γι’ αυτό και στα τρία πρώτα Συντάγματα (Επιδαύρου, Άστρους, Τροιζήνας) είναι σαφής η ανάγκη να καθοριστεί ποιος είναι ο Έλληνας – τι κάνει τον Έλληνα να είναι Έλληνας: η φυλή, η γεωγραφία, μια κοινή ιδεολογία; Ορίζουν λοιπόν και τα τρία πρώτα Συντάγματα ότι:

«Όσοι αυτόχθονες κάτοικοι της Επικρατείας της Ελλάδος πιστεύουσιν εις Χριστόν, εισίν Έλληνες και απολαμβάνουν άνευ τινός διαφοράς όλων των πολιτικών δικαιωμάτων» (Επίδαυρος, 1822).

– Ακριβής επανάληψη και στο Σύνταγμα του Άστρους (1823).

«Έλληνες είναι, όσοι αυτόχθονες της Ελληνικής Επικρατείας πιστεύουσιν εις Χριστόν. Όσοι από τους υπό τον Οθωμανικόν ζυγόν, πιστεύοντες εις Χριστόν, ήλθαν και θα έλθωσιν εις την Ελληνικήν Επικράτειαν διά να συναγωνισθώσιν ή να κατοικήσωσιν εις αυτήν. Όσοι εις ξένας Επικρατείας είναι γεννημένοι από πατέρα Ελληνα» (Τροιζήνα, 1827).

Η λέξη «πολιτισμός» σημαίνει τον «τρόπο βίου στην πόλη» και κατά προέκταση τον κοινό «τρόπο βίου». Σήμερα η σημασία των λέξεων (δηλαδή, η νοο-τροπία, ο τρόπος-του-νοείν) έχει αλλάξει ριζικά. Όταν τότε οι Έλληνες έλεγαν πιστεύω, έχω πίστη, εννοούσαν: εμπιστεύομαι, έχω εμπιστοσύνη. Η πίστη δεν ήταν εγωτική πεποίθηση, ατομική επιλογή ιδεολογίας και ηθικού κώδικα, ήταν τρόπος ζωής, τρόπος σχέσεων. Όπως αγαπάς τη μητέρα σου ή η μητέρα το παιδί της, όπως η φιλία, όπως ο έρωτας δεν είναι επιλογές «πεποιθήσεων» ή καλλιέργεια συναισθημάτων, έτσι και η μετοχή στην Εκκλησία ήταν σχέσεις, τρόπος ύπαρξης, πράξη αυθόρμητη, καθημερινή – σταυροκόπημα, αναμμένο καντήλι, κοινή όλων νηστεία, διάλογος με τους αγίους (όπως ο Μακρυγιάννης με τον Αϊ-Γιάννη), μετοχή στη γιορτινή χαρά της Κυριακής και κάθε πανηγύρεως.

Ζούμε σε άλλη κοινωνία από αυτήν που έσωζε κάποτε ελληνική ιδιαιτερότητα, αυτήν που προϋπέθεταν τα πρώτα Συντάγματα της ανεξαρτησίας. Σήμερα έχει αλλάξει και η σημασία των λέξεων, η νοο-τροπία (τρόπος-του-νοείν). Με απλοϊκό ορθολογισμό πρέπει να παραδεχτούμε ότι γι’ αυτό το σαφέστατο ιστορικό τέλος της Ελληνικής Διαφοράς, τέλος της Ελληνικότητας, ευθύνη καίρια έχει ο ελλαδικός κλήρος, οι επίσκοποι.

Ανέχθηκαν και ανέχονται να χαρακτηρίζεται στο Σύνταγμα η Εκκλησία σαν «επικρατούσα θρησκεία». Αυτή τη θρησκειοποίηση τη θέλουν, τους βολεύει. Είναι υπάλληλοι του κράτους, τους μισθοδοτεί, για τις δικές του σκοπιμότητες, το επίσημα και υποχρεωτικά άθεο κράτος. Η επισκοπική ηγεσία της Εκκλησίας συνήθως από κοινωνικά στρώματα πολύ χαμηλής καλλιέργειας, ζουν σαν μαικήνες και άρχοντες, με στόλο ιδιωτικών αυτοκινήτων, επαύλεις, παραθαλάσσια θέρετρα, σωρεία υποκόμων – κάποιοι απαιτούν μέχρι και 4.000 ευρώ για να λειτουργήσουν σε ενορία της επισκοπής τους! Ίσως οι λιγότεροι. Αλλά οι υπόλοιποι σιωπούν.

Το χειρότερο από όλα: Έχουν αλλοτριώσει το περιεχόμενο της εκκλησιαστικής ζωής και αλήθειας σε, χυδαία χρησιμοθηρικό, κηρυγματικό ηθικισμό. Κήρυγμα, ιδεολογική προπαγάνδα, ωφελιμολογία – ούτε λέξη για το νόημα της ζωής και του θανάτου.

ΠΗΓΗ

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Ο Χριστός και οι περιθωριοποιημένοι άνθρωποι

Του ΙΩΑΝΝΗ ΚΑΡΑΒΙΔΟΠΟΥΛΟΥ· Ομότιμου Καθηγητή της Θεολογικής Σχολής Α.Π.Θ.

Η περιθωριοποίηση ορισμένων ανθρώπων για κοινωνικούς λόγους ή για λόγους υγείας αποτελεί σύμπτωμα του εκπεσόντος από την αρχική φυσιολογική κατάσταση της δημιουργίας του «καλού λίαν» ανθρώπου. Βέβαια σήμερα, εποχή πανδημίας, οι λόγοι υγείας δεν οδηγούν σε ταπεινωτική συμπεριφορά εκ μέρους των υπολοίπων. Δεν ήταν το ίδιο όμως την εποχή του Χριστού,  όπως φαίνεται στην περίπτωση των λεπρών (των πασχόντων από τη νόσο του Hansen, κατά τη σημερινή επιστημονική ορολογία). Είναι τρομερό να φανταστούμε για μια στιγμή τον εαυτό μας απομακρυσμένο από όλους τους άλλους ανθρώπους, με απαγόρευση κάθε δυνατότητας επαφής και συναντήσεως, με άρρωστο και συνεχώς φθειρόμενο κορμί από κάποια μεταδοτική αρρώστια και επί πλέον συνοδευμένο με τη μόνιμη καταφρόνια της κοινωνίας ότι η αρρώστια που έχουμε, κατά τις αντιλήψεις ορισμένων κύκλων της τότε εποχής, αποτελεί τιμωρία για την αμαρτωλή ζωή μας. Και ξαφνικά κάποιος μας πλησιάζει αψηφώντας τους κιν­δύνους, καταπατώντας τις επικρατούσες κοινωνικές προ­καταλήψεις, δείχνοντας άφοβα και απεριόριστα την αγά­πη του. Δεν θα αισθανθούμε άπειρη ευγνωμοσύνη γι’ αυ­τόν;

Μια τέτοια περίπτωση δέκα τραγικών ασθενών μας παρουσιάζει η διήγηση του ευαγγελιστή Λουκά, τους οποίους άγγιξε η σωστική χάρη και η θεραπευτική δύναμη του Χριστού. Ας δούμε σε μετάφραση την ευαγγελική διήγηση:

«Εκείνο τον καιρό καθώς έμπαινε ο Ιησούς σ’ ένα χωριό, τον συνάντησαν δέκα λεπροί· στάθηκαν λοιπόν από μακριά  και του φώναζαν δυνατά: ‘Ιησού, Δάσκαλε, ελέησέ μας!’  Βλέποντάς τους εκείνος τους είπε: ‘Πηγαίνετε να σας εξετάσουν οι ιερείς’. Και καθώς πήγαιναν, καθαρίστηκαν από τη λέπρα.  Ένας απ’ αυτούς, όταν είδε ότι θεραπεύτηκε, γύρισε δοξάζοντας με δυνατή φωνή τον Θεό, έπεσε με το πρόσωπο στα πόδια του Ιησού και τον ευχαριστούσε. Κι αυτός ήταν μάλιστα Σαμαρείτης.  Τότε ο Ιησούς είπε: ‘Δεν θεραπεύτηκαν και οι δέκα; Οι άλλοι εννιά πού είναι; Κανένας τους δεν βρέθηκε να γυρίσει να δοξάσει τον Θεό παρά μόνο τούτος εδώ ο αλλοεθνής;’  Και σ’ αυτόν είπε: ‘Σήκω και πήγαινε στο καλό· η πίστη σου σε έσωσε’» (Λουκ. 17, 12-19).

Η αγάπη του Θεού που σαρκώνει μέσα στον κόσμο και αποκαλύπτει με τη ζωή και τον θά­νατό του ο Χριστός δεν περιορίζεται στους ολίγους, στους εκλεκτούς, στους υγιείς, στους δικούς του. Εκτείνεται σε όλους, ακόμη – ή μάλλον ιδιαίτερα – σε αυτούς που οι «σοβαροί» και «ευσεβείς» άνθρωποι της εποχής του θεωρούν μολυσμένους και αμαρτωλούς. Δεν γνωρίζει ο Χριστός όρια κοινωνικά, πολιτικά ή θρησκευτι­κά. Εκδηλώνεται η αγαθότητά του κατά τη διήγησή μας σε δέκα ανθρώπους που τους ένωσε ο πόνος της μολυσματικής αρρώ­στιας, της λέπρας. Ο Ιησούς τους συναντά και διαλέγεται μαζί τους, ξεπερνώντας τον Μωσαϊκό Νόμο που απαγορεύει τη συνάντηση και επαφή με λεπρό. Σε ανάλογη περίπτωση θεραπείας λεπρού οι ευαγγελιστές χρησιμοποιούν το ρήμα «ήψατο αυτού» (Ματθ. 8,3). Ο ένας μάλιστα από αυτούς ήταν αλλοεθνής, ήταν Σαμαρείτης.

Και όμως, αυτού του τελευταίου η στάση είναι που κάνει εντύπωση και υπογραμμίζεται από τον ευαγγελιστή. Οι εννέα θεραπευμένοι, πλημμυρισμένοι από τη χαρά της υγείας και της συναντήσεως με τους συγγενείς και φίλους, βλέποντας δυνατό και καθαρό το σώμα τους, ξέχασαν να εκφράσουν την ευγνωμοσύνη τους στον ευεργέτη Χριστό – τυπικό παράδειγμα των ανθρώπων όλων των εποχών που επικαλούνται τον Θεό στη θλίψη και τον πόνο, αλλά τον ξεχνούν στη χαρά. που νομίζουν ότι ο Θεός είναι το τελευταίο κατα­φύγιο στην ασθένεια όταν εξαντληθούν όλες οι άλλες αν­θρώπινες δυνάμεις και όχι ο πρώτος φίλος στην υγεία και στη χαρά. Ασφαλώς οι εναγώνιες κραυγές βοήθειας που απευθύνονται στον Θεό καθημερινά είναι περισσότερες από τις προσευ­χές ευχαριστίας και ευγνωμοσύνης! Κι ας προτρέπει ο ιερεύς κάποια στιγμή, «μετά το πιστεύω», στη θεία Λειτουργία «Ευχαρστήσωμεν τω Κυρίω», κι ας απαντάει ο λαός δια των Ιεροψαλτών «Άξιον και δίκαιον». Μήπως, αλήθεια, αυτή η προτροπή  περνάει απαρατήρητη;

Πολλά πράγματα τα θεωρούμε αυτονόητα μέσα στη ζωή, χωρίς να αισθανόμαστε την ανάγκη να ευχαριστήσουμε κανένα για τις καθημερινές δωρεές. Η αυτοτέλεια και η αυτοπεποίθηση δεν αφήνουν περιθώρια ευγνωμοσύ­νης προς τον ευεργέτη Θεό. Τα χείλη μας δύσκολα κι­νούνται για να πουν ένα ευχαριστώ, ενώ πολύ εύκολα, σχεδόν αυθόρμητα, απευθύνουν κραυγές και επικλήσεις βοήθειας στον καιρό της ανάγκης. Και εδώ συμβαίνει το εξής χαρακτηριστικό: Όταν περάσει η ανάγκη, όχι μόνο ξεχνούμε τη στιγμή της αδυναμίας ή ντρεπόμαστε γι’ αυτή, αλλά προσπαθούμε με εκδηλώσεις λεονταρισμού ή αυτοπεποιθήσεως να ισοσταθμίσουμε την επιδειχθείσα αδυναμία.

Η στάση αυτή είναι καθαρά ανθρώπινη και δείχνει την παγίδευσή μας μέσα στα οχυρωματικά έργα του εγωιστικά σκεπτόμενου εαυτού μας. Κι όμως, η λυτρωτική αγάπη του Θεού μας περιβάλλει καθημερινά. Ο σταυρός του Χριστού δεν σημαίνει μόνο το αποκορύφωμα μιας σειράς σωστικών ενεργειών που έκανε ο Θεός για τα πλά­σματά του, αλλ’ είναι η αρχή ατέλειωτων δωρεών που πλημμυρίζουν την ανθρωπότητα. Η σπουδαιότερη δε από αυτές συνίσταται στην κατανίκηση του φόβου του θανά­του και στην άνθηση της ελπίδας της αναστάσεως.

Όταν η οσμή του θανάτου, ιδιαίτερα στην εποχή μας, μας απειλεί συνεχώς, δεν αποτελεί βασικό λόγο ευγνωμοσύνης προς τον Θεό η ανατολή της ελπίδας για μια καινούργια ζωή, χωρίς πόνο, χωρίς θλίψη, χωρίς τρόμο θανάτου; Το κλείσιμο στον εαυτό μας, η φαρισαϊκή αυτάρκεια, η φαινομενικά δυναμική αυτοπεποίθηση, φέ­ρουν τη σφραγίδα της απειλής του θανάτου. Το άνοιγμα της καρδιάς μας στον Θεό είναι η απάντησή μας στις άπει­ρες δωρεές του Θεού, στο δώρο της ζωής που γενναιόδωρα μας προσφέρει, είναι το μεγάλο «ευχαριστώ». Ένα «ευχα­ριστώ» ευγνωμοσύνης που θα συνοδεύεται ασφαλώς από συμπεριφορά αντάξια της θείας δωρεάς. Στη διήγηση που σχολιάζουμε το ευχαριστώ προς τον Ιησού προήλθε από ένα αλλοεθνή, ένα Σαμαρείτη, που περιφρονούσε ο καθαρός Ιουδαίος. Ο πόνος της αρρώστιας ένωσε τους δέκα λεπρούς, η ευγνωμοσύνη του ενός, του Σαμαρείτη, προκαλεί τον έπαινο του Χριστού και την αναγνώριση της πίστης του στο τέλος της διηγήσεως, δίνοντάς μας έτσι ένα υπόδειγμα ευγνώμονος ευχαριστίας.

ΠΗΓΗ

orthodoxia.info

«Ειλικρινισμός»: η σύγχρονη παθολογία της αυτο-λατρείας

Του ΑΝΤΩΝΗ ΣΜΥΡΝΑΙΟΥ· διδάσκοντος Νεοελληνική Ιστορία και Διδακτική της Ιστορίας στο ΠΤΔΕ του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας

Τις τελευταίες, μετανεωτερικές δεκαετίες ιδιαίτερη εντύπωση προκαλεί η εξαιρετική αυτο-πλειοδοσία στην ειλικρίνεια και την αυθεντικότητα, την οποία συνεχώς καλλιεργούν και επαυξάνουν εκπρόσωποι του ποικίλου life-style, διανοούμενοι, δημοσιογράφοι, πολιτικοί ή ιερωμένοι, ενταγμένοι αυτοβούλως και ευφροσύνως στη συνήθη εργολαβία του λόγου, τον εργαλειακό βιοπορισμό του (δια)κηρύττειν. Τόση είναι η, ευκαίρως-ακαίρως, καταγγελία της ανειλικρίνειας των άλλων (πάντοτε…), ώστε οι παραπάνω μοιάζει να πιστεύουν ότι οι εποχές διακρίνονται σε εκείνες της ανειλικρίνειας, της υποκρισίας και του φαρισαϊσμού και σε εκείνες της βαθιάς, ανεπιτήδευτης και άσπιλης ειλικρίνειας. Τα διάσημα βεβαίως αυτής της τελευταίας απονέμονται από αυτούς αυτοδικαίως στη δική μας εποχή κι ακριβέστερα στο λόγο που εκπέμπουν οι συγκεκριμένοι άνθρωποι, ακολουθώντας ενσυνείδητα την πάγια, γραμμική, Wiggish αντίληψη της ιστορίας, που θέλει να κυλά ταχύτατα και λυτρωτικά από τον πολυειδή πρωτογονισμό του παρελθόντος στη υπερ-ραφινάτη διαγωγή παρόντος και μέλλοντος.

Το φαινόμενο έχει πάρει πλέον ιλιγγιώδεις διαστάσεις. Όλοι αυτοί, ως συντευξιαζόμενοι ή (ιερο)κήρυκες, διατείνονται πως δεν μπορούν πια να υποφέρουν την υποκρισία, τη διπλοπροσωπία και τον ιησουιτισμό του κοντινού ή μακρινού περιβάλλοντός τους, τα οποία αντιπαραβάλλουν στη διακηρυγμένη ή μόλις υποκρυπτόμενη ειλικρίνεια, ευθύτητα και τιμιότητα του εαυτού τους. Όταν μάλιστα ρωτιούνται ποιο πράγμα απεχθάνονται περισσότερο στη ζωή, έχουν έτοιμη την απάντηση: εξάπαντος την υποκρισία! Ίσως θα μπορούσαν να επιβιώσουν μισούμενοι ή λοιδορούμενοι, αλλά μηδέποτε υποκείμενοι στη «δολιότητα» των άλλων…

Γιατί άραγε αυτή η σύγχρονη έκρηξη του «ειλικρινισμού»; Πού βρέθηκε και πώς συσσωρεύτηκε τόση δυναμική αν-υποκρισία στη διάφανη εποχή μας; Πώς γίνεται και οι διαθέσεις, οι προθέσεις και οι ενέργειες των ανθρώπων, των συγκεκριμένων βεβαίως ανθρώπων, να δείχνουν ότι αντανακλούν τόση καθαρότητα, τόση ανιδιοτέλεια, τόση διαύγεια, ιδιότητες συνοψισμένες κάτω από τη θελκτική προσηγορία της ειλικρίνειας; Τι κρύβεται κάτω από αυτή την τόσο διευρυμένη διαπόμπευση της υποκρισίας και του δόλου; Και πώς άραγε κατορθώνουν να ιχνηλατούν την υποκρισία σε όλους τους άλλους, παρεκτός του εαυτού τους; Ποιο είναι, τέλος, το μυστήριο της παρρησίας του.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου εδώ: Αντίφωνο

Θεοφάνεια, κράτος και εκκλησία στα όρια των παρεπομένων της ευπείθειας

Γράφει ο ΣΩΤΗΡΗΣ ΜΗΤΡΑΛΕΞΗΣ· Εντεταλμένος Διδάσκων Φιλοσοφίας στο ΕΚΠΑ & Ερευνητικός Εταίρος στο Πανεπιστήμιο του Winchester.

Στον απόκρημνο κόσμο της μελέτης των σχέσεων εκκλησίας – κράτους, πολλοί Έλληνες μελετητές αρέσκονται στο να λένε πως ειδικά στην Ελλάδα, και στις ορθόδοξες μεταβυζαντινές χώρες εν γένει, υφίσταται μια «συναλληλία εκκλησίας και κράτους», ένα μοντέλο που δεν συναντάται στη Δύση αλλά σχετίζεται με τη βυζαντινή κληρονομιά. Σπανίως διατυπώνεται σαφώς το ότι κάτι τέτοιο δε μοιάζει ισχύει με κανέναν τρόπο: καμία απολύτως ιδιαιτερότητα του ελληνικού μοντέλου εν συγκρίσει με την μεγάλη ποικιλία δυνητικών σχέσεων εκκλησίας και κράτους φαίνεται δεν υφίσταται (άλλωστε, σε συγκεκριμένα ευρωπαϊκά πρότυπα δομήθηκαν οι σχέσεις Ορθόδοξων εκκλησιών και νεωτερικών εθνικών κρατών, με πρώτη την Ελλάδα). Το μύθευμα αναπαράγεται στο πλαίσιο μιας ελπιζόμενης, φαντασιώδους γενεαλογίας. Αυτό όμως που σίγουρα υπάρχει στην Ελλάδα είναι μια σχέση υπαλληλίας, όχι συναλληλίας, της εκκλησίας στο κράτος. Ο αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος πάσχισε για χρόνια να διαγράψει μια εναλλακτική, μια διέξοδο και μια απελευθέρωση από αυτό το μοντέλο για το μέλλον της εκκλησίας στην Ελλάδα, αλλά εις μάτην, πολλές φορές συναντώντας την σθεναρή αντίσταση και μήνη της Συνόδου.

Η συνέχεια του άρθρου εδώ: ORTHODOXIA INFO

«Τι θα πη πατρίδα, τι θα ειπή φιλοτιμία, αρετή, τιμιότη»

Του ΧΡΗΣΤΟΥ ΓΙΑΝΝΑΡΑ

Μάλλον θα συμφωνούσαμε όλοι με την απλοϊκή διαπίστωση ότι «θα είναι κρίσιμη η καινούργια χρονιά». Η γενίκευση γίνεται εύκολα παραδεκτή, ο καθένας μας έχει στον νου του και μια διαφορετική πιστοποίηση κρισιμότητας. Δυσκατάποτος είναι ο ρεαλισμός του συγκεκριμένου και η ιεράρχηση προτεραιοτήτων.

Πρέπει να γίνεται όλο και περισσότερο φανερό ότι έχουν μεταλλαχθεί οι όροι (προϋποθέσεις) και οι τρόποι (θεσμικές λειτουργίες) του ανθρώπινου βίου. Κάποτε η ανθρώπινη ύπαρξη λειτουργούσε στο πεδίο των σχέσεων (οικογένεια, κοινότητα, πόλις, πατρίδα), σήμερα επιβιώνει, πρωταρχικά, με θωράκιση του εγώ (χαλαρή έως ανύπαρκτη οικογενειακή συνοχή, χρηστική εκδοχή του σχολείου και της μάθησης, απρόσωπη συνύπαρξη σε πολυκατοικίες και μεγαλουπόλεις, κράτος που εξυπηρετεί πρωτίστως συμφέροντα εξουσιαστικής ολιγαρχίας).

Αυτονόητη και με ακαταμάχητη δυναμική η προτεραιότητα του ατομοκεντρισμού, ως καθολικευμένου τρόπου του βίου. Οι άλλοτε κοινωνίες μεταλλάσσονται σε μάζες, οι λειτουργίες συνοχής αλλοτριώνονται σε θωρακισμένες με «δικαιώματα» αλλοπρόσαλλες συμπεριφορές. Η άλλοτε αστυνομία έχει μετασχηματιστεί σε στράτευμα ενδοαστικό και με εχθρό εντόπιο, νεολαίο συμπολίτη, με νυχθήμερο το πείσμα του για φονικό.

Θα έλεγε κανείς ότι ζούμε, διασωληνωμένοι όλοι, στην «κάψουλα» της εγωτικής, απρόσωπα συλλογικής αυτοάμυνας, έρμαια του ακοινώνητου φόβου, θύματα κάθε παρανοϊκής διαστροφής των «δικαιωμάτων του ατόμου». Και αγωνιώδες το ερώτημα: Υπάρχει δυνατότητα να αντισταθούμε, περιθώριο άμυνας στην καθολικευμένη πια αυτοκαταστροφική υστερία;

Οι γενικολογίες είναι άγονες, τόσο ως διαπιστώσεις όσο και ως υποδείξεις. Να εστιάσουμε λοιπόν την αναζήτηση ελπίδας στη δική μας χώρα, στις δυνατότητες και προοπτικές της.

Ρεαλιστικό δεδομένο της ελλαδικής πραγματικότητας, η ιδιαιτερότητά της: Διακόσια χρόνια τώρα, παλεύει απεγνωσμένα να γίνει κάτι άλλο από αυτό που είναι, και δεν τα καταφέρνει, βυθίζεται όλο και πιο βαθιά στη σύγχυση, στην παραλυτική ανημπόρια, στην ντροπή της ανικανότητας. Γιατί και πού μπερδευόμαστε, πού «μπλοκάρουμε»;

Οι επαναστάτες του 1821 μοιάζει να ήξεραν πολύ καλά ποιοι είναι και τι θέλουν: Ήταν πολίτες – οπλίτες του «μαρμαρωμένου βασιλιά», στόχο είχαν να ξαναπάρουνε την Πόλη και την Αγιά-Σοφιά. Ο Ελληνισμός για τους τότε Έλληνες δεν ήταν «εθνικότητα», ήταν άλλος πολιτισμός, ριζικά άσχετος με τον νομικισμό του θρησκειοποιημένου Χριστιανισμού της Δύσης και την παιδαριώδη μεταφυσική του Ισλάμ. Το πώς διολισθήσαμε οι νεωτερικοί Ελληνώνυμοι από την εμπειρία της πολιτισμικής διαφοράς στα αφελή ιδεολογήματα του εθνικισμού και από την εκκλησιαστική εόρτια κοινωνία στον ηθικισμό και νομικισμό του Αυγουστίνου και του Ακινάτη, ήταν το μεθόδευμα, εκπληκτικό και δόλιο, των «Μεγάλων Δυνάμεων» της Ευρώπης.

Κάθε πτυχή και βήμα αυτής της διολίσθησης απαιτεί κοπιώδη σπουδή, το τελικό κατόρθωμα παραποίησης της Ιστορίας ήταν κατάληξη ευφυέστατης στρατηγικής. Θα άξιζαν ίσως μια απόπειρα τιτλοφόρησης οι πτυχές και τα βήματα: Η αρχική, οργισμένη αντίδραση της ευρωπαϊκής «Ιερής Συμμαχίας» σε μια ακόμα εξέγερση των Ελλήνων. Η ταυτόχρονη έκρηξη σε Μολδοβλαχία και Πελοπόννησο, που βεβαίωνε τη συνοχή του ενιαίου ελληνικού χώρου. Οι πρώτες νίκες των εξεγερμένων, παρά τη φρικωδία της οθωμανικής αντεκδίκησης. Πώς άρχισε να τεχνουργείται, σαν αυτονόητος, ο διχασμός των Ελλήνων – «να πάρουμε την Πόλη και την Αγιά-Σοφιά» ή να μιμηθούμε «τα πεφωτισμένα και λελαμπρυσμένα της Εσπερίας έθνη-κράτη»;

Τα βαρβαρικά στίφη, που είχαν εισβάλει στην Ευρώπη, από τον 4ο κιόλας μ.Χ. αιώνα, διεκδικούσαν, όχι μόνο τους τίτλους της άλλοτε ρωμαϊκής κυριαρχίας και της εκκλησιαστικής πρωτοκαθεδρίας, αλλά και το κύρος των συνεχιστών της αρχαίας ελληνικής κληρονομιάς. Με αυτή την αξίωση σχεδίασαν λύση συμβιβασμού με τους εξεγερμένους «Γραικούς»: Να γίνει ανεκτό ένα ελληνώνυμο κρατίδιο, τυπικά ανεξάρτητο, στην πραγματικότητα υποτελές (οικονομικά, πολιτικά, ιδεολογικά) προτεκτοράτο της Δύσης. Να περιλαμβάνει τις ένδοξες αρχαιοελληνικές τοπωνυμίες: Αθήνα, Ελευσίνα, Κόρινθο, Αργος, Μυκήνες, Σπάρτη, Ολυμπία, Θήβα, Δελφούς, Χαιρώνεια κ.λπ.

Καταγωγικά εξαρτημένο από ευρωπαϊκά δάνεια.

Επιλέγεται ο Καποδίστριας ως πρώτος Κυβερνήτης, αποδείχνεται δύσχρηστος, η αγγλική στρατιωτική αποστολή οργανώνει άψογα τη δολοφονία του. Επόμενη κίνηση είναι η ωμή και απροσχημάτιστη καθυπόταξη του κρατιδίου σε βαυαρική διακυβέρνηση – η Ελλάδα παραδίνεται στη δυναστεία των Βίττελσμπαχ αρχικά, των Γλύκσμπουργκ στη συνέχεια.

Εδαφικά καθηλωμένο στη δυτική όχθη του Αιγαίου, το παντελώς μεταπρατικό, ελληνώνυμο κρατίδιο, αποκύημα της ευρωπαϊκής αυθαιρεσίας και κάποιων αιώνων αχαλίνωτου φθόνου, θα γιορτάσει φέτος (2021) τα διακόσια χρόνια από το πηγαίο θαύμα του 1821. Θα γίνουν εορτασμοί, με κατασκευασμένο το «εόρτιο» κλίμα από διάσημους, χρυσοπληρωμένους τεχνουργούς του εντυπωσιασμού – το πόπολο, χωρίς λύπην, χωρίς αιδώ, κυρίως χωρίς περίσκεψιν, θα καταναλώνει «εθνική περηφάνια». Αν γινόταν ένα θαύμα, και σε κάθε έκφανση του πανηγυριώτικου εορτασμού να υπήρχε ένα χαμίνι, όπως στο παραμύθι του Άντερσεν, να φωνάξει την αλήθεια – «ο βασιλιάς είναι γυμνός»! Κοντολογίς, να επαναλάβει τον σπαραγμό του Μακρυγιάννη: «Αν μας έλεγε κανένας αυτήνη τη λευτεριά οπού θα γευόμαστε, θα περικαλούσαμε τον Θεόν να μας αφήσει εις τους Τούρκους άλλα τόσα χρόνια, να γνωρίσουν οι άνθρωποι τι θα πη πατρίδα, τι θα ειπή θρησκεία, τι θα ειπή φιλοτιμία, αρετή, τιμιότη».

ΠΗΓΗ

Χρήστος Γιανναράς. Ιστοσελίδα: Χάρισμα Φίλων

Ο φόβος παραφυλάει τα έρημα. Να συγκρατήσουμε τα δεδομένα της περιπέτειας και να πλουτίσουμε από την εμπειρία της κλεισούρας

Του ΣΤΕΛΙΟΥ ΡΑΜΦΟΥ

Το 2020 ήταν ένας χρόνος ανοίκειος. Μας τρόμαξε κυρίως με την πλανητική πανδημία του κορωνοϊού, μας υποχρέωσε να βάλουμε εντός παρενθέσεως την κοινωνική μας ζωή και να τραβηχτούμε, κάποτε πανικόβλητοι, στη σκιά μιας σκυθρωπής στενότητος. Η απειλή του θανατηφόρου ιού αποσταθεροποιητική καθ’ εαυτήν, αφύπνισε βαθύτερες εσωτερικές εγγραφές, διαλυτικές για τη συναισθηματική μας ισορροπία και ενότητα. 

Ωστόσο και αν παραχώσουμε τη δοκιμασία στις αναμνήσεις μας, όπως υπόσχονται τα εμβόλια, οι φοβίες θα παραμένουν, έτοιμες να επανέλθουν με ανάλογα αίτια. Δεν έχει ιδιαίτερη σημασία εάν, μετά την πανδημία, για κάποιο διάστημα ξεδώσουμε αγχολυτικά επιδιδόμενοι στην κατανάλωση, στα γενετήσια ή στην υπερτίμηση των γηίνων εις βάρος του υπερφυσικού. Τέτοιες συμπεριφορές δεν αλλάζουν τίποτε, καθώς αποτελούν άλλη όψη του ίδιου νομίσματος. Απεναντίας ενδιαφέρει να συγκρατήσουμε τα δεδομένα της περιπέτειας και να πλουτίσουμε από την εμπειρία της κλεισούρας και του φόβου, εκτιμώντας πράγματα τα οποία προηγουμένως υποτιμούσαμε, όπως τη συνυπευθυνότητα. 

Στην ιστορία της πανδημίας, ο φόβος ήταν διπρόσωπος. Φόβος να μη χάσουμε τη ζωή μας, αλλά και άρνηση να φερόμαστε προσεκτικά ώστε να μην κινδυνεύσουν άλλοι, δηλαδή φόβος να μη στερηθούμε την ελευθερία μας. Ο μεγάλος αριθμός των ανθρώπων ακολούθησε τα μέτρα προστασίας, ενώ αισθητά λιγότεροι, αρκετοί όμως για να διευκολύνουν τη διασπορά του ιού, «αντιστάθηκαν», αρνούμενοι τη μασκοφορία είτε συμμετέχοντας σε ιδιωτικές γιορτές και δημόσιες συγκεντρώσεις. Αφήνω όσους θεώρησαν υπερβολικές τις προφυλάξεις. 

Πρόκειται για δύο αντιθετικά φοβικές συμπεριφορές με κοινό χαρακτηριστικό απωθημένες αρχαϊκές επιθυμίες, οι οποίες υπό την πίεση του κινδύνου της λοιμώξεως επανέρχονται με διαφορετικό μήνυμα, καθοριστικό των μορφών και της εντάσεως του φόβου: Tην άμυνα της απομονώσεως και την άμυνα των δημοσίων και ιδιωτικών μουσικοχορευτικών συνάξεων. 

Στον φόβο τους για τις συνέπειες της ασθένειας, πολλοί από την πρώτη κατηγορία προέβαλαν το άγχος μιας εσωτερικής καταστροφής. Οσο για τους θωρακισμένους στο απυρόβλητο, υποτίθεται, της νεότητος και διαφόρων ψευδαισθήσεων, αντιρρησίες της ατομικής και της κοινωνικής ευθύνης, κι αυτοί από φόβο αντέδρασαν – τον ανυπόφορο εκείνο φόβο της ελευθερίας. Αρνήθηκαν την επιλογή του αυτοπεριορισμού, για να εγκλειστούν στις στιγμές του παρόντος και στην ταραχή της προσωρινότητος. 

Και οι δύο στάσεις είναι αμυντικές, είτε για εγκλεισμό πρόκειται είτε για διαμαρτυρομένη διασκέδαση. Η εύλογη, ψυχαναγκαστική όμως απομόνωση, όπως και παρορμητική εξανάσταση της αγνοίας κινδύνου, αφαιρούν εξίσου από τη ζωή τη συνεκτική της δύναμη και πλήττουν τη συνύπαρξη, παροδικά οι πρώτοι, στρατηγικά οι δεύτεροι. Το επιρρωνύουν οδυνηρά τα φαινόμενα ενδοοικογενειακής βίας, όπου ο σύντροφος γίνεται αντίπαλος ή εχθρός, και η άμεση βία των βομβιστικών διαδηλώσεων είτε η συγκεκαλυμμένη των παραβιάσεων. Και τις δύο περιπτώσεις υποκινούν αγχώδεις παλινδρομήσεις απωθημένων ενορμήσεων, ως μονιμότερων ψυχικών δομών τόσο των φοβικά απειλουμένων ατόμων όσο και των ιδεολογικά εγκλείστων ελευθεριακών ή συνωμοσιολογικών κινήσεων. 

Τι παίζεται στην κλεισούρα, όποια κι αν είναι αυτή; Το πάθος για επιβεβαίωση και αναγνώριση φουσκώνει και οι εντάσεις ανέρχονται. Ο φόβος εγκαθίσταται ως συνήθης και ανυποχώρητη διάθεση, εφόσον οι απωθημένες επιθυμίες δεν κατονομάζονται ώστε να βρουν εκπλήρωση. Επανέρχονται όμως φαντασιωσικά στις ψυχικές δομές της ανασφάλειας ή της αμφισβητήσεως. Στην τελευταία μάλιστα περίπτωση, ο φόβος πάει με αδυναμία να νοιάζομαι και να αγαπώ και την ίδια στιγμή να αισθάνομαι αδύνατος και απροστάτευτος. 

Ελλείψει εμβολίου, ο εγκλεισμός ήταν το μόνο δραστικό φάρμακο κατά του κορωνοϊού. Μιλάμε για επιλογή με τις δικές της ενέργειες και παρενέργειες, η οποία όμως θα μπορούσε να γίνει παραγωγική υπό τον όρο να αναρωτιόμαστε στη συνθήκη της για το νόημα της ζωής μας και της ζωής των άλλων. 

Εκείνος που απομονώνεται φοβικά και εκείνος ο οποίος αμφισβητεί αναγνωρίζουν στη στάση τους μια προέκταση του Εγώ τους. Εντούτοις το Εγώ μόνο του, ως έλλογη εσωστρέφεια, μπορεί να καταντήσει καθρέφτης ψευδαισθήσεων για να κοιτάζεσαι ναρκισσιστικά και να χάνεις τον εαυτό σου. Το παθαίνουμε σαν άτομα, το έχουμε πάθει σαν λαός, κατ’ εικόνα του παρελθόντος μας. Η εξωστρέφεια του Εγώ εκδηλώνεται με την ορμή· Στην αναστοχαστική εσωστρέφεια του Εγώ κατοικεί ο εαυτός μας. Εαυτός είναι η υπέρβαση του Εγώ από τον ψυχισμό μας. Λέμε αυτοσεβασμός, 
όχι εγωσεβασμός. 

Ο νάρκισσος στη θέση του εαυτού βάζει ένα Εγώ με διαστάσεις Υπερεγώ και γι’ αυτό μαζί με τη μοναδικότητά του έχει πάντοτε δίκιο. Δεν έχει δρόμο προς τον αυτογνωρισμό. Με δεδομένη την αδυναμία του να αγαπήσει άλλον από το Εγώ του, μένει να ανακαλύψει τον εαυτό του και να τον πάρει θεραπευτικά στα χέρια του. Να αντιτάξει στα παραληρήματα του μεγαλείου την αυτοπεποίθηση. 

Αυτοπεποίθηση δεν δίνει το «ξέρεις ποιος είμαι εγώ;» ούτε το Εγώ ως παράμετρος του Εμείς. Στην τελευταία περίπτωση έχουμε αγέλη με την ψυχολογία της, όχι ανοιχτή κοινωνία. Αυτοπεποίθηση δίνει ένα Εγώ με ορίζοντα τον εαυτό του, κάτι που εν προκειμένω ενσαρκώνουν οι γιατροί και οι νοσηλευτές, δότες ζωής με κίνδυνο της ζωής τους. Υπαγορεύουν με τον τρόπο τους μια πολιτική με κοινό παρονομαστή όλων των επιμέρους στόχων της την αυτοπεποίθηση. Μια στρατηγική με πολιορκητικό κριό των τειχών της κλεισούρας την παιδεία και τον πολιτισμό και αρχή σταθερή να νικήσει η ζωή, σαν αγάπη για όλα, τη φοβία του θανάτου. 

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ