Ένα δώρο για αυτούς που αγαπάμε

Συνεχίζοντας να μιλάμε για τα συναισθήματα μας δώσαμε   στα παιδιά πρόσωπα χωρίς χαρακτηριστικά και το καθένα του έδωσε   την ανάλογη έκφραση  ανάλογα με το συναίσθημα που ένιωθε.

Στην συνεχεία το έβαλαν στο πρόσωπο τους  και μας είπαν για ποιο λόγο νιώθουν έτσι.

“Είμαι χαρούμενη γιατι έπαιξα με τα παιχνίδια μου.”

“Είμαι λυπημένη γιατι έκανα μια ζημιά και με μάλωσαν οι γονείς μου.”

“Είμαι θυμωμένη με την μαμά μου γιατι δεν με άφησε να κάνω ποδήλατο.”

Στην συνέχεια έκοψαν εικόνες από παλιά παραμύθια και ομαδοποίησαν τους ηρωες ανάλογα με το πώς νιώθουν φτιάχνοντας την αφίσα των συναισθημάτων.

Χαρά, λύπη, φόβος, ντροπή, θυμός και αγάπη.

Θέλοντας να εκφραστούμε μέσα από το παιχνίδι φτιάξαμε ένα ζαρι που σε κάθε πλευρά έχει ένα συναίσθημα. Κάθε παιδί το ρίχνει και όποιο συναίσθημα δείχνει μιλάει γι αυτό.Ετσι θέλοντας να ρίξουν όλοι το ζάρι πήραν τον λόγο και τα πιο συνεσταλμένα. Αν κάποιος δεν ήθελε το συγκεκριμένο συναίσθημα έριχνε πάλι το ζάρι.

Φόβος: Κάποια μέρα φοβήθηκα πολύ όταν κάποιος ξένος χτύπησε την πόρτα δυνατά.

Ντροπή :Ένιωσα ντροπή όταν χτύπησα ένα παιδάκι και ντρεπόμουν να το πω στην μαμά μου.

Αγάπη:Nιώθω αγάπη για τη Αγγελική γιατί είναι φίλη μου και μου κάνει δώρα.

Παίρνοντας αφορμή από την αγάπη αποφασίσαν να χαρίσουν ένα δώρο σε όποιον αγαπάνε.

Έκαναν μια ζωγραφιά και γράψαμε σε ποιον την χαρίζουν. Για να γίνει πιο εντυπωσιακό το δώρο πέρασαν σε ένα κορδόνι πολύχρωμα μακαρόνια και έφτιαξαν ένα  διακοσμητικό για την ζωγραφιά.

Την χαρίζω στην μαμά μου που την αγαπώ γιατι μου παίρνει δώρα.

Αγαπώ την μαμά γιατι μου δίνει φιλάκια και αγκαλίτσες.

Θα την χαρίσω στον μπαμπά γιατι με προσέχει.

Αγαπώ τον μπαμπά γιατι μ’ αγαπάει κι αυτός.

Συναισθήματα και τέχνη

Παίρνοντας αφορμή από τις εναλλαγές των συναισθημάτων των παιδιών που  ακόμη και σήμερα   μιλούσαν για το ποσό μεγάλη χαρά τους έδωσε το παιχνίδι με το χιόνι αλλά και ποσό λυπηθήκαν που έλιωσε  αποφασίσαμε να ασχοληθούμε με τα συναισθήματα.

Επιλέξαμε κάποιους πίνακες ζωγραφικής που απεικόνιζαν πρόσωπα με διαφορετικά συναισθήματα και αφού τα παρατήρησαν ζωγράφισαν τα αντίγραφα τους και προσπάθησαν να καταλάβουν πως νιώθουν τα πρόσωπα και γιατί.Οι απαντήσεις ήταν ποικίλες και ενδιαφέρουσες.

          

 

Η γιαγιά νιώθει χαρούμενη και αγαπάει το εγγονακι  της γιατι το φροντίζει και το κοριτσάκι δεν φοβάται γιατι το έχει στην αγκαλιά της.

Το αγόρι είναι λυπημένο γιατι χτύπησε το κεφάλι του.

Είναι λυπημένο γιατι έλιωσε το χιόνι και δεν μπορεί να παίξει.

Γιατί έχει μαλώσει με κάποιον.

Γιατί έφυγαν οι γονείς του.

Γιατί πέθανε η γιαγιά του.

Γιατί δεν έχει να φάει και είναι φτωχό.

 Ο πιερότος είναι θυμωμένος γιατι κάποιος έχει ντυθεί πιο ωραία .

Νιώθει θυμό γιατι ο φίλος του δεν ήθελε να χορέψει μαζί του.

Γιατί χάλασε η μάσκα του.

Το κοριτσάκι αγαπάει το περιστέρι και το φροντίζει γιατι δεν έχει κανέναν άλλο.

Ίσως να μην έχει γονείς και νιώθει μοναξιά.

Αγαπάει το περιστέρι γιατι μεταφέρει το μνήμα της αγάπης . 

 

 

Επιστροφή στο σχολείο!

 Μετά από αρκετές ημέρες κακοκαιρίας που μας κράτησαν στο σπίτι επιστρέψαμε στο σχολείο γεμάτοι  από εμπειρίες που μας έδωσε το υπέροχο χιονάκι.Τα παιδιά έπαιξαν ,έφτιαξαν χιονάνθρωπους και μας είπαν ότι τους άρεσε πάρα πολύ.

Μας είπαν ότι στεναχωρέθηκαν που έλιωσε γιατί χάλασε τους χιονάνθρωπους τους.Παίρνοντας αφορμή από τα συναισθήματα τους διαβάσαμε τον “χιονάνθρωπο που δεν ήθελε να λιώσει”

Μέσα από την ιστορία κατάλαβαν ότι οι χιονάνθρωποι δεν χάνονται αλλά όπως είχαμε μάθει στον κύκλο του νερού θα γίνουν νερό που θα εξατμιστεί ,θα γίνει σύννεφο και αυτό πάλι κάποια μέρα θα γίνει πάλι χιόνι που κάποια άλλα παιδιά θα το κάνουν χιονάνθρωπο.

Ο χιονάνθρωπος που δεν ήθελε να λιώσει”, από τον Μάνο Κοντολέων

Μια φορά κι έναν καιρό, στην κορυφή ενός ψηλού, χιονισμένου βουνού, ζούσε ένας χιονάνθρωπος.
Για μάτια είχε δυο κουκουνάρια, για μύτη ένα βελανίδι, τα χέρια του ήταν δυο ξερά κλαριά από πεύκο, το στόμα του —μια φού­ντα θυμαριού — το είχε χάσει. Ήταν χειμώνας, έκανε κρύο πάνω στο βουνό κι ένας τέτοιος καιρός άρεσε πολύ στον χιονάν­θρωπο.
Μα κάποιος αγριοκούνελος τον πληροφόρησε πως σε λίγο θα τε­λείωνε ο χειμώνας, θα ερχότανε η άνοιξη με τον ήλιο της και το χιόνι θα έλιωνε.
“Που να πάω για να σωθώ;” ρώ­τησε ο χιονάνθρωπος τον αετό. Αυτός άπλωσε τη φτερούγα του και του έδειξε κατά το βοριά.
Βρήκε ο χιονάνθρωπος ένα ζευ­γάρι παλιά, ξεχασμένα πέδιλα του σκι, τα φόρεσε και κίνησε προς τα εκεί που του έδειξε ο αετός.
Έφτασε σε μια πολιτεία, τον εί­δανε τα παιδιά που παίζανε στην πλατεία, τον πήρανε μαζί τους. “Δες τα μάτια του!” φώναξε η Κατερίνα.
“Τι αστεία χέρια που έχει!” γέλα­σε ο Στέφανος.
Κι ο Κωστής του κόλλησε ένα καπάκι από Κόκα Κόλα για στόμα.
Ο χιονάνθρωπος διασκέδαζε με τα καμώματα των παιδιών, μα δεν ξεχνούσε πως έπρεπε να συ­νεχίσει το ταξίδι του.
 Σα νύχτωσε, λοιπόν, κι άδεια­σε η πλατεία, πήρε πάλι τους δρόμους.
“Από εδώ πάνε για το βοριά;” ρώτησε ένα λεωφορείο. 

 “Πήγαινε στο λιμάνι και τα κα­ράβια θα σου πούνε!” του απά­ντησε το λεωφορείο.

Ο χιονάνθρωπος έψαξε για το λιμάνι, το βρήκε, είδε τα αραγ­μένα καράβια, τα ρώτησε αν ξέ­ρουν πώς πάνε στα βορινά.

“Θα σε πηγαίναμε εμείς, μα έχει τρικυμία αυτές τις μέρες και δε σαλπάρουμε” τον απογοήτεψαν τα καράβια.

“Και τώρα τι θα κάνω;” δάκρυσε ο χιονάνθρωπος κι έκανε μια γκριμάτσα και ξεκόλλησε το κα­πάκι της Κόκα Κόλα κι έμεινε ξανά χωρίς στόμα.
Τον είδε έτσι λυπημένο μια βαρκούλα –ΠΑΝΑΓΙΤΣΑ- τη λέγανε.
“Άντε να σε πάω εγώ!” του είπε κι ο χιονάνθρωπος καταχάρη­κε. Βολεύτηκε κάπου στην πλώ­ρη κι ανοίχτηκαν στο πέλαγο. Η φουρτούνα ήταν δυνατή.
Να κάτι θεόρατα κύματα χτυπάγανε τη βάρκα κι έτριζαν τα γέρικα ξύλα, “κριτς!” ράγισε το σκαρί. Μπήκαν νερά.
Πάει, βούλιαξε η ΠΑΝΑΓΙΤΣΑ, βρέθηκε στο βυθό ο χιονάνθρωπος. Τον είδανε τα ψάρια, τα μικρά τρομάξανε, τα πιο μεγάλα ξαφνιαστήκανε.
Ήταν κι ένας καρ­χαρίας που όρμηξε και “χαπ!” κό­βει ένα κομμάτι από την κοιλιά του χιονάνθρωπου.
Μα ήταν παγωμένη η μπουκιά και του πονέσανε οι αμυγδαλές και το ‘βαλε στα πόδια ο καρ­χαρίας.
Ο χιονάνθρωπος κοιτούσε γύρω με τα δυο κουκουναρομάτια του, κοιτούσε και χάζευε τα ψάρια, τα φύκια, τα όστρακα και τα κο­χύλια.
Μετά, άρχισε να λιώνει. “Βοήθεια!” φώναξε, αλλά δεν υπήρχε κανείς στον βυθό που θα μπορούσε να τον σώσει. Έλιωσε, λοιπόν, κι έγινε νερό.
Ένα αυλάκι παγωμένο, που κά­ποτε ήταν χιονάνθρωπος. Πέρασαν πολλές μέρες, πέρα­σαν μήνες και το νερό αυτό που κάποτε ήταν χιονάνθρωπος,
βρέ­θηκε σε μιαν άλλη παραλία. Το έριξαν τα κύματα στα βρά­χια, κύλησε σε μια λακκούβα κι έμεινε εκεί.
 Βγήκε ο ήλιος και το ζέστανε, το έκανε μικρές σταγόνες, π’ ανα­σηκώθηκαν ψηλά, μέχρι τον ου­ρανό φτάσανε, ενώθηκαν όλες μαζί, φτιάξανε ένα σύννεφο.
Ο άνεμος έσυρε μαζί του το σύν­νεφο, το έφερε πάνω από το βου­νό το χιονισμένο, απ’ όπου ο χιο­νάνθρωπος είχε ξεκινήσει κι εκεί το σύννεφο έπεσε σα χιόνι πάνω στην κορυφή.
Κάτι περαστικοί ορειβάτες άρ­χισαν τον χιονοπόλεμο και μετά φτιάξανε ένα χιονάνθρωπο.
Του βάλανε δυο κουκουνάρια για μάτια, ένα βελανίδι για μύτη, δυο ξερά κλαριά από πεύκο για χέρια. Μετά φύγανε και ξεχάσανε το στόμα.
Μα αυτό δεν στενοχώρησε τον χιονάνθρωπο. . Ήταν τόσο χα­ρούμενος, που δεν χάθηκε ούτε στην πλατεία, ούτε στη μανια­σμένη θάλασσα,
ούτε και στο βυθό με τα κοχύλια του, τα ψά­ρια του κι εκείνον τον απαίσιο, τον κακό καρχαρία του.
 
Στην συνέχεια ζωγράφισαν εικόνες της ιστορίας και έφτιαξαν τον χιονάνθρωπο που δεν λιώνει από πυλό και ζυμάρι.
 

2 Φεβρουαρίου – Η Υπαπαντή του Κυρίου

 

Στην αυλή του μεγαλόπρεπου ναού του Σολομώντος πηγαινοέρχεται πολύς κόσμος. 

Άλλοι παίρνουν προσφορές στο ναό κι άλλοι προσεύχονται. Οι ιερείς απασχολημένοι.

 Ποιος είναι ο γέροντας που κάθεται στην άκρη της βεράντας; Τι να περιμένει άραγε;  Είναι ο Συμεών, ο σεβάσμιος ιερέας.

Πολλά χρόνια πριν, ο θεός του’ χε δώσει μια υπόσχεση. Πως δηλαδή πριν πεθάνει θα δει το Χριστό,  το Σωτήρα του κόσμου.  

 Θα έχει το μοναδικό προνόμιο να τον υποδεχτεί στο ναό αυτό.  Και να! Ξαφνικά κάτι νιώθει. Κοιτάζει   με τα’ αδύνατα μάτια του.

  Βλέπει ένα ζευγάρι φτωχών ανθρώπων να έρχονται δειλά στο ναό για ν’  αφιερώσουν το μικρό αγόρι τους στο Θεό,  όπως ήταν συνήθεια των Εβραίων.

Ήταν ο Ιωσήφ και η Μαρία. Η Μαρία κρατούσε το νεογέννητο Ιησού που ήταν πια σαράντα ημερών

. Ο Ιωσήφ κρατούσε ένα ζευγάρι περιστέρια, για θυσία στο ναό.

—  Έλα κόρη μου,  δώσε μου το παιδί.  Θα το οδηγήσω εγώ μπροστά στο ναό. Παίρνει στα γέρικά του χέρια το μικρό Ιησού και τον οδηγεί μπροστά στην πύλη του ναού. 

 Νιώθει να πλημμυρίζει η ψυχή του από χαρά.  Συγκινημένος άρχισε να δοξάζει το Θεό:

«  Νυν απολύεις τον δούλον σου Δέσποτα, κατά το ρήμα σου εν ειρήνη,  ότι είδον οι οφθαλμοί μου το σωτήριόν   σου …  Φως εις αποκάλυψιν εθνών και δόξαν λαού σου Ισραήλ».

Δηλαδή:

«Τώρα,  Κύριε,  μπορείς να με πάρεις ειρηνικά,  όπως μου υποσχέθηκες, διότι είδαν τα μάτια μου το Σωτήρα, που είναι φως για να φανερωθεί στα έθνη και δόξα του λαού σου του Ισραήλ». 

 Κατόπιν στράφηκε προς την Παναγία:

« Αυτό εδώ το παιδί θα γίνει αιτία να σωθούν,  αλλά και να χαθούν πολλοί από το Ισραήλ.  Όσοι θα πιστέψουν σ’  αυτόν θα αναστηθούν,  όσοι δεν πιστέψουν θα χαθούν. 

 Τη δική σου όμως καρδιά    θα τη διαπεράσει σα μαχαίρι ο πόνος.»

Στο ναό ήταν και η Άννα, μια γριά ογδόντα τεσσάρων χρόνων που ζούσε με νηστείες και προσευχές.

 Κι αυτή,  λοιπόν σαν είδε το Χριστό,  άρχισε να μιλά με χαρά σ’  όλους και να λέει πως αυτός θα φέρει τη σωτηρία στους ανθρώπους. 

 Η υποδοχή του μικρού Ιησού στο ναό από το Συμεών είναι γνωστή ως η Υπαπαντή του Κυρίου.

Γιορτάζεται από την Εκκλησία μας στις 2  Φεβρουαρίου.  Ο εορτασμός της καθιερώθηκε επίσημα από τον αυτοκράτορα Ιουστινιανό τον 6οαιώνα μ.Χ.

Αυτή τη μέρα ο λαός μας τη θεωρεί ακόμα μια γιορτή της Παναγίας.  Με δύο ονόματα ονόμασε ο ευλαβής,  δίκαιος και Θεοδόχος Συμεών τον Κύριο: 

Σωτηρία που ετοίμασε ο θεός για κάθε άνθρωπο και   Φως που θα φωτίσει όλα τα έθνη.

 πηγή:c.cy/klimakio/Themata/Thriskeftika/pdf/ipapanti.pdf

Φλεβάρης ο Κουτσοφλέβαρος

                               

“Το Φλεβάρη μη φυτέψεις, ούτε να στεφανωθείς, Τρίτη μέρα μη δουλέψεις, Σάββατο μη στολιστείς” 

Γιατί ο Φλεβάρης έχει μόνο 28 μέρες;
Μια χρονιά που η παραγωγή του κρασιού ήταν μικρή οι μήνες Γενάρης, Φλεβάρης και Μάρτιος
 συμφώνησαν να ενώσουν σ’ ένα κοινό πιθάρι το κρασί τους και να το χρησιμοποιήσουν στη συνέχεια όλοι εξίσου.
Ο Φλεβάρης που είχε βάλει πρώτος το δικό του το κρασί, άνοιξε μια τρύπα στο πιθάρι για να πιει το δικό του μερίδιο
χωρίς να τον καταλάβουν οι υπόλοιποι.
 Φυσικά μη μπορώντας να χορτάσει και να ελέγξει τον εαυτό του ήπιε και το κρασί των άλλων.
Έτσι, ο Ιανουάριος και ο Μάρτιος θύμωσαν και για να τον τιμωρήσουν του πήραν από μία μέρα
 κι έμεινε με 28 ενώ αυτοί απέκτησαν 31 μέρες.
Ο Φλεβάρης θα διανύσει την πορεία του με τον Άγιο Τρύφωνα των αμπελιών, τον Άγιο Βλάσιο της βλάστησης,
 τον Άγιο Πολύκαρπο των καρπών της γης και την ευτυχία της αποκριάς για να παραδώσει τη σκυτάλη χορευταράς,
 τραγουδώντας κεφάτος στον πρώτο μήνα της άνοιξης
“Κάθε μας λύπη μακριά
κι ανοίξτε τα βαρέλια
και την τρελή Αποκριά
με γέλια και με γλέντια.”
Πηγή: “Με τους μήνες συντροφιά ζωντανεύω τα παλιά

Με αφορμή το παραπάνω βίντεο μιλήσαμε για την ιστορία της φωτιάς από τα αρχαία χρόνια και το πόσο σημαντική ήταν η ανακάλυψη της για τον άνθρωπο.

Η ανακάλυψη της φωτιάς οδήγησε  στον  πολιτισμό το ανθρώπινο είδος .Ένα από  τα  σπουδαιότερα επιτεύγματα ήταν και η ανακάλυψη της επικοινωνίας μεταξύ των ανθρώπων 
με  τον λόγο και την γραφή.Οι βραχογραφίες σε σπηλιές ,που ανακαλύφθηκαν από τους ερευνητές- επιστήμονες,αποδεικνύει πως ο άνθρωπος είχε από τότε  την ανάγκη να γράψει σύμβολα-κώδικες ,προκειμένου να επικοινωνεί καλύτερα .
Τα παιδιά χρησιμοποιώντας το κάρβουνο προσπαθούν να μεταφέρουν το δικό τους μύνημα.
  
 
 
 
 
 
 
 
 

Συνεχίζοντας την προσπάθεια να προσεγγίσουμε την ένοια του χρόνου τα παιδιά ζωγράφισαν καρτέλες που συμβολίζουν το πρωί, το μεσημέρι ,το απόγευμα ,και το βράδυ.

Στην συνέχεια προσπάθησαν να τις τοποθετήσουν με χρονική σειρά.Στην αρχή δυσκολεύτηκαν αρκετά παραλείποντας το μεσημέρι ή το απόγευμα.Το κατανόησαν όμως επαναλαμβάνοντας πολλές φορές.

Είπαμε ότι ο ήλιος είναι ένα αστέρι και τα παιδιά προβληματίστηκαν γιατί είναι τόσος μεγάλος ενώ τα αστέρια τόσο μικρά.

Έκαναν υποθέσεις για να δώσουν απάντηση όπως

Επειδή ο ήλιος είναι κάτω.

Επειδή είναι χοντρός.

Επειδή είναι μεγάλος.

Γιατί ο ήλιος είναι πιο κοντά μας.

Για να επιβεβαιώσουμε την σωστή απάντηση κάναμε αναπαράσταση με τα παιδιά που έκαναν την γη,τον ήλιο και τα αστέρια.

Τέλος είπαμε να φτιάξουμε μια ιστορία εμπλέκοντας τις καρτέλες χρονικής διαδοχής .

Κάθε παιδί συμπλήρωνε την δική του ιδέα .Την καταγράψαμε και τέλος την ζωγραφίσαμε δίνοντας τον τίτλο “Η ιστορία μιας ημέρας.”

ΒΙΝΤΕΟ “Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΜΙΑΣ ΗΜΕΡΑΣ”

Φτιάχνουμε την βασιλόπιτα μας

Την Τρίτη   17/01/2012  αποφασίσαμε να φτιάξουμε βασιλόπιτα στο σχολείο μας για να τηρήσουμε το έθιμο  με την βοήθεια μιας μητέρας.

Διαβάσαμε την συνταγή και μετρήσαμε τις ποσότητες των υλικών

Τα παιδιά την έγραψαν και την διάβασαν με την βοήθεια συμβόλων.

Αφού βοήθησαν όλοι την ψήσαμε και την κόψαμε για να βρούμε τον τυχερό της νέας χρονιάς.

Η τυχερή για το 2012 ήταν η Καλιόπη.Μπράβο της!

Γυρίζει γυρίζει η γη !

Με αφορμή το βιβλίο “γυρίζει,γυρίζει ηγη” προσπαθήσαμε να προσεγγίσουμε την εναλλαγή ημέρας και νύχτας.

Είδαμε το σχήμα της γης με την υδρόγειο σφαίρα και μιλήσαμε για την περιστροφή της γης  με τόσο γρήγορη ταχύτητα ώστε να μην το καταλαβαίνουμε.Έχοντας από την μία πλευρά τον ήλιο είδαμε ότι η μία πλευρά φωτίζεται και έτσι έχουμε ημέρα και η άλλη δεν φωτίζεται και έχουμε την νύχτα.Έτσι την ώρα που στην χώρα μας τα παιδιά κοιμούνται κάποια παιδιά σε άλλες χώρες ξυπνάνε.Έβαλαν το χέρι τους επάνω στην γη και ενώ βρίσκεται στην φωτιζόμενη πλευρά καθώς το περιστρέφουν έρχεται στην νύχτα.

Ζωγράφισαν σε καρτέλες έναν ήλιο σαν σύμβολο της ημέρας και ένα φεγγάρι συμβολίζοντας την νύχτα και παίζοντας τοποθέτησαν τις κάρτες σε χρονική διαδοχή.

Ζωγράφισαν την γη χωρίζοντας την στην μέση όπως είναι την ημέρα και την νύχτα.

Είδαμε στον υπολογιστή την περιστροφή της γης γύρω από τον εαυτό της και γύρω από τον ήλιο.