ΚΑΛΗ ΣΑΡΑΚΟΣΤΗ!

Ενα έθιμο που εχει σχεδόν χαθεί ειναι αυτό της Κυρά Σαρακοστής. Την χρησιμοποιούσαν σαν ενα ιδιόμορφο ημερολόγιο για να μετράνε τις βδομάδες της νηστείας.

40 μέρες κράταγε η νηστεία πριν το Πάσχα, επειδή τόσες νήστεψε και ο Χριστός στην έρημο.

Παλιά, μερικές γυναίκες, τις τρεις πρώτες μέρες της Σαρακοστής δεν έβαζαν στο στόμα τους τίποτα, ούτε καν ψωμί ή νερό. Την τέταρτη έτρωγαν μόνο ειδικά φαγητά – καρυδόπιτα, σούπα με φασόλια, πετιμέζι.

Η «κυρά Σαρακοστή» ήταν το ημερολόγιό τους.

Την παρίσταναν ως καλογριά. Έπαιρναν μια κόλλα χαρτί και σχεδίαζαν μια γυναίκα. Δεν της έκαναν στόμα γιατί συνέχεια νήστευε και τα χέρια της ήταν σταυρωμένα γιατί όλο προσευχόταν. Είχε 7 πόδια, τις 7 βδομάδες της Σαρακοστής. Κάθε Σάββατο έκοβαν και ένα πόδι. Αυτό το κομμάτι χαρτί το κρύβουν ή σε ένα ξερό σύκο ή στο ψωμί της Ανάστασης. Σε όποιον τύχαινε έφερνε γούρι!!!!

Σε κάποια μέρη την έκαναν και πάνινη την «κυρά Σαρακοστή» τους και τη γέμιζαν με πούπουλα.

Την Κυρά Σαρακοστή

που ‘ναι έθιμο παλιό οι γιαγιάδες μας την φτιάχναν

με αλεύρι και νερό.

Για στολίδι της φορούσαν
στο κεφάλι εναν σταυρό
μα το στόμα της ξεχνούσαν
γιατι νήστευε καιρό.
Και τις μέρες της μετρούσαν
με τα πόδια της τα επτά.
Κόβαν ένα την βδομάδα
μέχρι ‘νάρθει η Πασχαλιά.
 
H Σαρακοστή μας

Αν ήμουν χαρταετός…..

Ο χαρταετός

Το πέταγμα του χαρταετού είναι επινόηση των αρχαίων λαών της Άπω Ανατολής. Φαίνεται να άνοιξε τα πολύχρωμα και εύθραυστα φτερά του πριν από τρεις χιλιάδες χρόνια, περίπου στα 1.000 π.Χ., στην Ανατολή. Στη Κίνα φτιάχνεται από μετάξι και μπαμπού, με τη μορφή του δράκου.
Στην Ιαπωνία, παίρνει τη μορφή των Σαμουράι !
Στην Ελλάδα, πολύ πριν τον 4ο π.Χ. αιώνα, συναντάμε αητούς σε απεικονίσεις αγγείων οι όποίοι μάλλον φτιάχνονταν από πανί.
Πολύ πολύ αργότερα, θα έρθει ο χαρταετός στη Μεσαιωνική Ευρώπη από τον εξερευνητή Μάρκο Πόλο.
Το πέταγμα του χαρταετού συμβόλιζε την κάθαρση της ψυχής μετά το ξεφάντωμα της Αποκριάς.
Ο χαρταετός στο παρελθόν χρησιμοποιήθηκε για :
– μέτρηση της θερμοκρασίας
– μέτρηση της ταχύτητας των ανέμων
– για μελέτες της ατμόσφαιρας
– για μελέτη του ηλεκτρισμού
– για αεροφωτογραφίσεις
Επίσης, έχουμε μαρτυρίες ότι χαρταετοί έσωσαν ναυαγούς.
Παλιότερα στον τόπο μας , οι χαρταετοί κατασκευάζονταν πάντα από παιδιά με υλικά από χαρτί, καλάμι, σπάγκο και εφημερίδες ή από αποκριάτικες κορδέλες.
Σήμερα, αντί γι αυτά, αγοράζονται έτοιμοι, πλαστικοί … χαρταετοί .
 
 
 
 

Tο Παιδί κι ο Χαρταετός (ή Το Παιδί και το Αεροπλάνο*)

[* Οι λέξεις «χαρταετός» και «αεροπλάνο» είναι ίδιες στα Αραβικά.] 

του Marcel Khalife, απόδοση στα ελληνικά: thalassaki

Ήταν κάποτε ένα μικρό αγόρι
Έπαιζε στο χωριό, ψάχνοντας για σπάγγο να πετάξει χαρταετό
Κοίταξε τριγύρω και είπε, «δεν ξέρω τι ‘ναι αυτό που λάμπει»
«Δείτε, κοιτάξτε ένα χαρταετό»
«Έρχεται προς τα εμένα»

«Είναι μεγάλος χαρταετός, δε χρειάζομαι σπάγγο»
«Κι έχει φτερά πιο μεγάλα απ’ το σπίτι του γείτονα»
Τρεμούλιασε η καρδιά του, πέταξε στα φτερά του χαρταετού
Κι ολάκερος ο ουρανός τού ‘πε τα μυστικά του

Σταμάτησε στην πλατεία και φώναξε τους φίλους
Ο βρυχηθμός του αεροπλάνου πιο δυνατός απ’ όλες τις φωνές

Μαζευτήκαν τα παιδιά κι έπαψαν το παιχνίδι
Τραντάχτηκε ο τόπος, μια ιστορία σαν ψέμα
Κι ο βρυχηθμός έγινε σύννεφο καπνού, δεν ξέρω τι συνέβη
Ακούστηκε σειρήνα
Το αεροπλάνο που μετέφερε ιστορίες και ποιήματα
Έβαλε φωτιά στη γη και κατέστρεψε το σπίτι
Κατέστρεψε το σπίτι, το σπίτι

Και πέταξε μακριά, ίσια μες στα σύνορα
Τα σύνορα που με γέννησαν, αστραπές βροντές βομβάρδισαν τον κόσμο
Το παιχνίδι πέταξε, μαζί του η ιστορία
Κι έγιναν τα παιδιά της ιστορίας θραύσματα

Της ιστορίας που γράφτηκε στα πεζούλια του χωριού
Ταπεινό χωριό που άναψε σαν το κερί

Και το κερί άναψε λαμπρό, κι η κραυγή αντήχησε…

 

 
 Αφού μιλήσαμε για την ιστορία του χαρταετού και τα παιδιά  είπαν τις δικές τους εμπειρίες από το πέταγμα του, αποφασίσαμε να φτιάξουμε τον δικό μας χαρταετό .

Έβαλαν την φαντασία τους και ξεκίνησαν.

Κάποιο παιδι την ώρα που εργαζόταν είπε:

Θα ήθελα να ήμουν χαρταετός για να πετούσα πάνω από τα σύννεφα και να έβλεπα τον κόσμο.

Έτσι πήραμε το ερέθισμα και ρωτήσαμε όλα τα παιδιά  πως θα ένιωθαν αν ήταν χαρταετοί.

Τα συναισθήματα των παιδιών ήταν διαφορετικά.

Θα μου άρεσε να πετάω και να βλέπω τον ήλιο.

Θα ήμουν χαρούμενη γιατι θα πέταγα σαν τα πουλιά.

Θα ένιωθα χαλιά γιατι θα με πέταγαν στα σκουπίδια.

Αν δεν είχε αέρα θα ήμουν λυπημένη γιατι θα έπεφτα και θα σκιζόμουν.

Δεν θα μου άρεσε γιατι ένα παιδάκι θα με κατέβαζε στην γη.

Θα ήμουν χαρούμενη γιατι θα με κρατούσε ένα παιδάκι.

Θα έβλεπα όλο τον κόσμο και τον ουρανό

ΚΑΛΕΣ ΑΠΟΚΡΙΕΣ

ΑΠΟΚΡΙΕΣ

Η λέξη Αποκριά σημαίνει αποχή από το κρέας και σηματοδοτεί την έναρξη της τυρινής εβδομάδας στην οποία επιτρέπονται, κατά τη θρησκεία μας, μόνο τα γαλακτοκομικά προϊόντα. Οι Απόκριες αποτελούν ουσιαστικά την εισαγωγή στην περίοδο της νηστείας και προετοιμασίας για τη μεγαλύτερη γιορτή της χριστιανοσύνης, το Πάσχα. Συνώνυμη της λέξης Αποκριά είναι και η λέξη Καρναβάλι (Carnival) που προέρχεται από το λατινικό carnem levare (αποχή από το κρέας).

 Οι ρίζες των εκδηλώσεων αυτών βρίσκονται στην αρχαία Ελλάδα, στη Διονυσιακή λατρεία. Ο Διόνυσος, κατά το δωδεκάθεο, ήταν ο θεός της γονιμότητας και οι αρχαίοι `Ελληνες τον τιμούσαν με μεγάλους εορτασμούς, τα Διονύσια. Κατά τους εορτασμούς αυτούς, στην αρχαία Αθήνα, γινόταν παρέλαση άρματος . Το άρμα ακολουθούσαν χορευτές και τραγουδιστές μεταμφιεσμένοι με προσωπίδες που τραγουδούσαν σατυρικά τραγούδια. Οι εορτασμοί αυτοί, πέρασαν από πολιτισμό σε πολιτισμό δεχόμενοι επιρροές από διάφορες κουλτούρες.

Παλιότερα στη χώρα μας , τον εορταστικό τόνο έδιναν οι παρέες των μεταμφιεσμένων, που κυκλοφορούσαν στους δρόμους και γύριζαν τα βράδια στις γειτονιές τραγουδώντας. Αυτού του είδους, όμως, οι καρναβαλικές εκδηλώσεις χάθηκαν σε μικρό ή μεγάλο βαθμό με το πέρασμα του χρόνου για να επικρατήσουν οργανωμένες από τις τοπικές κοινωνίες και τυποποιημένες εορταστικές εκδηλώσεις με αποκριάτικες στολές και άρματα.

Το καρναβάλι όμως είναι στενά συνδεμένο με την πολιτισμική κληρονομιά κάθε περιοχής της Ελλάδας. Τα τελευταία χρόνια μάλιστα γίνεται προσπάθεια να αναβιώσουν παραδοσιακά αποκριάτικα έθιμα σε πολλά μέρη της χώρας. Κυρίαρχα στοιχεία σε αυτά αποτελεί η σάτιρα, η οποία συνδέεται άμεσα με τα τοπικά δρώμενα ή επικεντρώνεται σε επίκαιρα θέματα .

   

  

ΤΟ ΕΘΙΜΟ ΤΟΥ ΒΛΑΧΙΚΟΥ ΓΑΜΟΥ

Βλάχικος Γάμος στη Θήβα

Στη Θήβα την Καθαρή Δευτέρα αναβιώνει ένα από τα πιο παλιά έθιμα της πατρίδας μας, ο Βλάχικος γάμος. Είναι ένα παλιό και ζωντανό ελληνικό έθιμο, που διατηρήθηκε στις ορεινές περιοχές της Μακεδονίας, της Ηπείρου, της Θεσσαλίας και της Ρούμελης, και μεταφέρθηκε στη Νότιο Ελλάδα, μετά την απελευθέρωση, γύρω στα 1830, από τους ίδιους τους Βλάχους, οι οποίοι, εγκαταλείποντας την άγονη περιοχή τους, κατέβηκαν νοτιότερα. Την Τσικνοπέμπτη το βράδυ «πιάνονται τα προζύμια», γλεντοκόπι και ξενύχτι για τις χαρούμενες μέρες που θα ‘ρθουν.
Την Κυριακή της Τυρινής, οι «Καπεταναίοι» με τον «Πανούση» (υπηρέτη), το φλάμπουρο και τα τοπικά όργανα (νταούλι και πίπιζα), φέρνουν βόλτα στα βλάχικα κονάκια και συναθροίζουν τα παλικάρια του «μπουλουκιού», τους βλάχους Μακεδόνες και Λιάπηδες. Συγκεντρώνονται τα «μπουλούκια» στους κεντρικούς δρόμους και στην πλατεία και χορεύουν.
Το βράδυ της Κυριακής, στο δρόμο του Επαμεινώνδα, γίνονται το «προξενιό» και τα «αρραβωνιάσματα», και ο χορός και το τραγούδι συνεχίζονται μέχρι τα χαράματα της άλλης μέρας.
Το πρωί της Καθαρής Δευτέρας » σκούζει ο σκάρος» (εγερτήριο) και κάθε μπουλούκι χωριστά ανάβει τη φωτιά του όπου και ψήνεται η «προπύρα» (πίτα) της νύφης ενώ τα παλικάρια χορεύουν τον «Πυρρίχιο» χορό.
Το μεσημέρι της ίδιας μέρας τα «μπουλούκια» που στο μεταξύ έχουν συγκεντρωθεί στο εξωκλήσι της Αγίας Τριάδας, ξεκινούν την «πομπή» για το κέντρο της Θήβας όπου και θα γίνει ο γάμος.
Αφήνονται τα «προικιά» της νύφης στην πλατεία , τα «μπουλούκια» αρχίζουν το χορό και αρχίζει το ξύρισμα του γαμπρού.
Ακολουθεί ο «Βλάχικος γάμος» και «ο χορός του πεθαμένου» (προχριστιανικό κατάλοιπο).
Το ξεφάντωμα της χαράς (κέφι – γλέντι – χορός) κρατάει μέχρι τα ξημερώματα της Τρίτης.

 

 

 

 

ΚΑΛΩΣ ΗΡΘΕΣ ΚΑΡΝΑΒΑΛΙ!

Το καρναβάλι


Έφτασε και φέτος πάλι
το τρελό το καρναβάλι.
Όλοι ας μασκαρευτούμε
και στους δρόμους να βρεθούμε !

Κάθε χρόνο μια φορά,
φτάνει τούτη η χαρά
και γι’ αυτό ας τη χαρούμε
όσο πιο πολύ μπορούμε !

Ας χορέψουμε με κέφι,
με νταούλια και με ντέφι
κι ας μας διώξει μακριά
κάθε λύπη η αποκριά

Μπαίνοντας στο κλίμα της αποκριάς  διαβάσαμε την συγκινητική  ιστορία του αρλεκίνου που η αγάπη της μητέρας του τον έκανε τον βασιλιά του καρναβαλιού.

Η ιστορία του Αρλεκίνου

Μια φορά κι έναν καιρό στην πόλη με τις γόνδολες, τη Βενετία, ζούσε ένα φτωχό παιδάκι, ο Αρλεκίνος. Τις μέρες της Αποκριάς, στη Βενετία γιορτάζουν το καρναβάλι με παρελάσεις και γιορτές. Όλοι ντύνονται μασκαράδες και κρυμμένοι πίσω από τις μάσκες τους γλεντάνε μέχρι το πρωί.
Ο μικρός Αρλεκίνος, κάθε απόγευμα, καθόταν στο παράθυρο, έβλεπε τους γελαστούς μασκαράδες που περνούσαν παρέες παρέες κάτω από το σπίτι του και μερικές φορές ένα δάκρυ κυλούσε στο μαγουλάκι του.  Θυμόταν πώς ντυνόταν κι αυτός μασκαράς μαζί με τον πατέρα του και τη μητέρα του και κάνανε βόλτες στην πλατεία το Αγίου Μάρκου με τα περιστέρια.  Τώρα πια όλα ήταν διαφορετικά ! Ο πατέρας είχε πεθάνει και η καημένη η μητέρα του με μεγάλη δυσκολία κατάφερνε να πληρώνει τα έξοδά τους.  Σκούπιζε, λοιπόν, το δάκρυ του και χαιρετούσε τους γελαστούς μασκαράδες που του φώναζαν να κατέβει μαζί τους στο γλέντι.
Η μαμά του είδε το κρυφό δάκρυ του Αρλεκίνου και ανέβηκε στη σοφίτα αποφασισμένη να βρει κάτι, έστω κι ένα παλιό ρούχο, για να μασκαρέψει το λυπημένο παιδί της. Κάτι μικρά κουρελάκια από υφάσματα της έδωσαν την ιδία ! Τα μάζεψε όλα, πήρε τα ραφτικά της και δούλεψε  μέχρι το πρωί. Ένωσε τα μικρά κομματάκια, έκανε ένα μεγάλο πολύχρωμο πανί και μ’ αυτό έραψε μια φανταχτερή στολή, που άλλη δεν είχε ξαναγίνει !
Ξύπνησε χαρούμενη το Αρλεκίνο και τον έντυσε με τη στολή. Φούντωσε τα κατσαρά καστανά μαλλάκια του παιδιού και, σαν τελευταία πινελιά, άνοιξε δυο τρύπες με το ψαλίδι της σε μια μαύρη βελούδινη λωρίδα και την έδεσε στα μάτια του παιδιού για μάσκα ! Το αποτέλεσμα ήταν θαυμάσιο !
Ευτυχισμένος ο Αρλεκίνος, με τα δάκρυα απ’ τα παράπονα να λάμπουν στα ματάκια του, έδωσε ένα σκαστό φιλί στη μανούλα του και έτρεξε στην πλατεία.
Τα πυροτεχνήματα έλαμπαν στον ουρανό και τα παιδιά μάζευαν καραμέλες και σοκολάτες που  πετούσαν οι άρχοντες από τα μπαλκόνια.
Όταν έφτασε στην πλατεία ο Αρλεκίνος, όλοι θαύμαζαν τη φορεσιά του, κι εκείνος χαρούμενος άρχισε να χορεύει χωρίς να φανερώνει ποιος είναι.
Ποιος είσαι; τον ρωτούσαν πολλοί. Είσαι από τη Βενετία; Που αγόρασες αυτή τη θαυμάσια στολή;
Ο Αρλεκίνος χαμογελούσε και κρατούσε καλά φυλαγμένο το μυστικό του, ώσπου μια κοπελίτσα τού άρπαξε τη μάσκα.
Είναι ο Αρλεκίνος ! φώναξαν κάποιοι ξένοι. Αυτός είναι ο βασιλιάς του καρνάβαλου, φώναξαν όλοι μαζί και του πρόσφεραν φρούτα και γλυκά χορεύοντας χαρούμενοι γύρω του.
Ο Αρλεκίνος χόρεψε ξέφρενα όλη νύχτα και το πρωί γύρισε στο σπίτι του φορτωμένος με γλυκά.
Ένας χρόνος πέρασε.  Την επόμενη χρονιά, μόλις πλησίαζε η Αποκριά, όλοι έτρεξαν στη μητέρα του Αρλεκίνου και πλήρωναν όσο όσο για να ράψουν μια πολύχρωμη φορεσιά αρλεκίνου!

……………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………

Τα παιδιά  ενθουσιασμένα  από την ιστορία θέλησαν να φτιάξουμε τον αρλεκίνο για να στολίσουμε το σχολείο. Έτσι αφού ζωγραφίσαμε το περίγραμμα του σώματος ενός παιδιού ξεκινήσαμε. Με πινέλο ζωγράφισαν το πρόσωπο και το σώμα Του έβαλαν ένα καπέλο και μια μάσκα σαν του αρλεκίνου. Στην συνέχεια χρησιμοποίησαν τον ρόμβο από το οικοδομικό υλικό και το σχεδίασαν πάνω σε κόλες γλασέ   διαφόρων  χρωμάτων. Τα εκοψαν και τα κόλλησαν πάνω στο σώμα του φτιάχνοντας του μια υπεροχή στολή.

Ένα δώρο για αυτούς που αγαπάμε

Συνεχίζοντας να μιλάμε για τα συναισθήματα μας δώσαμε   στα παιδιά πρόσωπα χωρίς χαρακτηριστικά και το καθένα του έδωσε   την ανάλογη έκφραση  ανάλογα με το συναίσθημα που ένιωθε.

Στην συνεχεία το έβαλαν στο πρόσωπο τους  και μας είπαν για ποιο λόγο νιώθουν έτσι.

«Είμαι χαρούμενη γιατι έπαιξα με τα παιχνίδια μου.»

«Είμαι λυπημένη γιατι έκανα μια ζημιά και με μάλωσαν οι γονείς μου.»

«Είμαι θυμωμένη με την μαμά μου γιατι δεν με άφησε να κάνω ποδήλατο.»

Στην συνέχεια έκοψαν εικόνες από παλιά παραμύθια και ομαδοποίησαν τους ηρωες ανάλογα με το πώς νιώθουν φτιάχνοντας την αφίσα των συναισθημάτων.

Χαρά, λύπη, φόβος, ντροπή, θυμός και αγάπη.

Θέλοντας να εκφραστούμε μέσα από το παιχνίδι φτιάξαμε ένα ζαρι που σε κάθε πλευρά έχει ένα συναίσθημα. Κάθε παιδί το ρίχνει και όποιο συναίσθημα δείχνει μιλάει γι αυτό.Ετσι θέλοντας να ρίξουν όλοι το ζάρι πήραν τον λόγο και τα πιο συνεσταλμένα. Αν κάποιος δεν ήθελε το συγκεκριμένο συναίσθημα έριχνε πάλι το ζάρι.

Φόβος: Κάποια μέρα φοβήθηκα πολύ όταν κάποιος ξένος χτύπησε την πόρτα δυνατά.

Ντροπή :Ένιωσα ντροπή όταν χτύπησα ένα παιδάκι και ντρεπόμουν να το πω στην μαμά μου.

Αγάπη:Nιώθω αγάπη για τη Αγγελική γιατί είναι φίλη μου και μου κάνει δώρα.

Παίρνοντας αφορμή από την αγάπη αποφασίσαν να χαρίσουν ένα δώρο σε όποιον αγαπάνε.

Έκαναν μια ζωγραφιά και γράψαμε σε ποιον την χαρίζουν. Για να γίνει πιο εντυπωσιακό το δώρο πέρασαν σε ένα κορδόνι πολύχρωμα μακαρόνια και έφτιαξαν ένα  διακοσμητικό για την ζωγραφιά.

Την χαρίζω στην μαμά μου που την αγαπώ γιατι μου παίρνει δώρα.

Αγαπώ την μαμά γιατι μου δίνει φιλάκια και αγκαλίτσες.

Θα την χαρίσω στον μπαμπά γιατι με προσέχει.

Αγαπώ τον μπαμπά γιατι μ’ αγαπάει κι αυτός.

Συναισθήματα και τέχνη

Παίρνοντας αφορμή από τις εναλλαγές των συναισθημάτων των παιδιών που  ακόμη και σήμερα   μιλούσαν για το ποσό μεγάλη χαρά τους έδωσε το παιχνίδι με το χιόνι αλλά και ποσό λυπηθήκαν που έλιωσε  αποφασίσαμε να ασχοληθούμε με τα συναισθήματα.

Επιλέξαμε κάποιους πίνακες ζωγραφικής που απεικόνιζαν πρόσωπα με διαφορετικά συναισθήματα και αφού τα παρατήρησαν ζωγράφισαν τα αντίγραφα τους και προσπάθησαν να καταλάβουν πως νιώθουν τα πρόσωπα και γιατί.Οι απαντήσεις ήταν ποικίλες και ενδιαφέρουσες.

          

 

Η γιαγιά νιώθει χαρούμενη και αγαπάει το εγγονακι  της γιατι το φροντίζει και το κοριτσάκι δεν φοβάται γιατι το έχει στην αγκαλιά της.

Το αγόρι είναι λυπημένο γιατι χτύπησε το κεφάλι του.

Είναι λυπημένο γιατι έλιωσε το χιόνι και δεν μπορεί να παίξει.

Γιατί έχει μαλώσει με κάποιον.

Γιατί έφυγαν οι γονείς του.

Γιατί πέθανε η γιαγιά του.

Γιατί δεν έχει να φάει και είναι φτωχό.

 Ο πιερότος είναι θυμωμένος γιατι κάποιος έχει ντυθεί πιο ωραία .

Νιώθει θυμό γιατι ο φίλος του δεν ήθελε να χορέψει μαζί του.

Γιατί χάλασε η μάσκα του.

Το κοριτσάκι αγαπάει το περιστέρι και το φροντίζει γιατι δεν έχει κανέναν άλλο.

Ίσως να μην έχει γονείς και νιώθει μοναξιά.

Αγαπάει το περιστέρι γιατι μεταφέρει το μνήμα της αγάπης . 

 

 

Επιστροφή στο σχολείο!

 Μετά από αρκετές ημέρες κακοκαιρίας που μας κράτησαν στο σπίτι επιστρέψαμε στο σχολείο γεμάτοι  από εμπειρίες που μας έδωσε το υπέροχο χιονάκι.Τα παιδιά έπαιξαν ,έφτιαξαν χιονάνθρωπους και μας είπαν ότι τους άρεσε πάρα πολύ.

Μας είπαν ότι στεναχωρέθηκαν που έλιωσε γιατί χάλασε τους χιονάνθρωπους τους.Παίρνοντας αφορμή από τα συναισθήματα τους διαβάσαμε τον «χιονάνθρωπο που δεν ήθελε να λιώσει»

Μέσα από την ιστορία κατάλαβαν ότι οι χιονάνθρωποι δεν χάνονται αλλά όπως είχαμε μάθει στον κύκλο του νερού θα γίνουν νερό που θα εξατμιστεί ,θα γίνει σύννεφο και αυτό πάλι κάποια μέρα θα γίνει πάλι χιόνι που κάποια άλλα παιδιά θα το κάνουν χιονάνθρωπο.

«Ο χιονάνθρωπος που δεν ήθελε να λιώσει», από τον Μάνο Κοντολέων

Μια φορά κι έναν καιρό, στην κορυφή ενός ψηλού, χιονισμένου βουνού, ζούσε ένας χιονάνθρωπος.
Για μάτια είχε δυο κουκουνάρια, για μύτη ένα βελανίδι, τα χέρια του ήταν δυο ξερά κλαριά από πεύκο, το στόμα του —μια φού­ντα θυμαριού — το είχε χάσει. Ήταν χειμώνας, έκανε κρύο πάνω στο βουνό κι ένας τέτοιος καιρός άρεσε πολύ στον χιονάν­θρωπο.
Μα κάποιος αγριοκούνελος τον πληροφόρησε πως σε λίγο θα τε­λείωνε ο χειμώνας, θα ερχότανε η άνοιξη με τον ήλιο της και το χιόνι θα έλιωνε.
«Που να πάω για να σωθώ;» ρώ­τησε ο χιονάνθρωπος τον αετό. Αυτός άπλωσε τη φτερούγα του και του έδειξε κατά το βοριά.
Βρήκε ο χιονάνθρωπος ένα ζευ­γάρι παλιά, ξεχασμένα πέδιλα του σκι, τα φόρεσε και κίνησε προς τα εκεί που του έδειξε ο αετός.
Έφτασε σε μια πολιτεία, τον εί­δανε τα παιδιά που παίζανε στην πλατεία, τον πήρανε μαζί τους. «Δες τα μάτια του!» φώναξε η Κατερίνα.
«Τι αστεία χέρια που έχει!» γέλα­σε ο Στέφανος.
Κι ο Κωστής του κόλλησε ένα καπάκι από Κόκα Κόλα για στόμα.
Ο χιονάνθρωπος διασκέδαζε με τα καμώματα των παιδιών, μα δεν ξεχνούσε πως έπρεπε να συ­νεχίσει το ταξίδι του.
 Σα νύχτωσε, λοιπόν, κι άδεια­σε η πλατεία, πήρε πάλι τους δρόμους.
«Από εδώ πάνε για το βοριά;» ρώτησε ένα λεωφορείο. 

 «Πήγαινε στο λιμάνι και τα κα­ράβια θα σου πούνε!» του απά­ντησε το λεωφορείο.

Ο χιονάνθρωπος έψαξε για το λιμάνι, το βρήκε, είδε τα αραγ­μένα καράβια, τα ρώτησε αν ξέ­ρουν πώς πάνε στα βορινά.

«Θα σε πηγαίναμε εμείς, μα έχει τρικυμία αυτές τις μέρες και δε σαλπάρουμε» τον απογοήτεψαν τα καράβια.

«Και τώρα τι θα κάνω;» δάκρυσε ο χιονάνθρωπος κι έκανε μια γκριμάτσα και ξεκόλλησε το κα­πάκι της Κόκα Κόλα κι έμεινε ξανά χωρίς στόμα.
Τον είδε έτσι λυπημένο μια βαρκούλα –ΠΑΝΑΓΙΤΣΑ- τη λέγανε.
«Άντε να σε πάω εγώ!» του είπε κι ο χιονάνθρωπος καταχάρη­κε. Βολεύτηκε κάπου στην πλώ­ρη κι ανοίχτηκαν στο πέλαγο. Η φουρτούνα ήταν δυνατή.
Να κάτι θεόρατα κύματα χτυπάγανε τη βάρκα κι έτριζαν τα γέρικα ξύλα, «κριτς!» ράγισε το σκαρί. Μπήκαν νερά.
Πάει, βούλιαξε η ΠΑΝΑΓΙΤΣΑ, βρέθηκε στο βυθό ο χιονάνθρωπος. Τον είδανε τα ψάρια, τα μικρά τρομάξανε, τα πιο μεγάλα ξαφνιαστήκανε.
Ήταν κι ένας καρ­χαρίας που όρμηξε και «χαπ!» κό­βει ένα κομμάτι από την κοιλιά του χιονάνθρωπου.
Μα ήταν παγωμένη η μπουκιά και του πονέσανε οι αμυγδαλές και το ‘βαλε στα πόδια ο καρ­χαρίας.
Ο χιονάνθρωπος κοιτούσε γύρω με τα δυο κουκουναρομάτια του, κοιτούσε και χάζευε τα ψάρια, τα φύκια, τα όστρακα και τα κο­χύλια.
Μετά, άρχισε να λιώνει. «Βοήθεια!» φώναξε, αλλά δεν υπήρχε κανείς στον βυθό που θα μπορούσε να τον σώσει. Έλιωσε, λοιπόν, κι έγινε νερό.
Ένα αυλάκι παγωμένο, που κά­ποτε ήταν χιονάνθρωπος. Πέρασαν πολλές μέρες, πέρα­σαν μήνες και το νερό αυτό που κάποτε ήταν χιονάνθρωπος,
βρέ­θηκε σε μιαν άλλη παραλία. Το έριξαν τα κύματα στα βρά­χια, κύλησε σε μια λακκούβα κι έμεινε εκεί.
 Βγήκε ο ήλιος και το ζέστανε, το έκανε μικρές σταγόνες, π’ ανα­σηκώθηκαν ψηλά, μέχρι τον ου­ρανό φτάσανε, ενώθηκαν όλες μαζί, φτιάξανε ένα σύννεφο.
Ο άνεμος έσυρε μαζί του το σύν­νεφο, το έφερε πάνω από το βου­νό το χιονισμένο, απ’ όπου ο χιο­νάνθρωπος είχε ξεκινήσει κι εκεί το σύννεφο έπεσε σα χιόνι πάνω στην κορυφή.
Κάτι περαστικοί ορειβάτες άρ­χισαν τον χιονοπόλεμο και μετά φτιάξανε ένα χιονάνθρωπο.
Του βάλανε δυο κουκουνάρια για μάτια, ένα βελανίδι για μύτη, δυο ξερά κλαριά από πεύκο για χέρια. Μετά φύγανε και ξεχάσανε το στόμα.
Μα αυτό δεν στενοχώρησε τον χιονάνθρωπο. . Ήταν τόσο χα­ρούμενος, που δεν χάθηκε ούτε στην πλατεία, ούτε στη μανια­σμένη θάλασσα,
ούτε και στο βυθό με τα κοχύλια του, τα ψά­ρια του κι εκείνον τον απαίσιο, τον κακό καρχαρία του.
 
Στην συνέχεια ζωγράφισαν εικόνες της ιστορίας και έφτιαξαν τον χιονάνθρωπο που δεν λιώνει από πυλό και ζυμάρι.
 

 

2 Φεβρουαρίου – Η Υπαπαντή του Κυρίου

 

Στην αυλή του μεγαλόπρεπου ναού του Σολομώντος πηγαινοέρχεται πολύς κόσμος. 

Άλλοι παίρνουν προσφορές στο ναό κι άλλοι προσεύχονται. Οι ιερείς απασχολημένοι.

 Ποιος είναι ο γέροντας που κάθεται στην άκρη της βεράντας; Τι να περιμένει άραγε;  Είναι ο Συμεών, ο σεβάσμιος ιερέας.

Πολλά χρόνια πριν, ο θεός του’ χε δώσει μια υπόσχεση. Πως δηλαδή πριν πεθάνει θα δει το Χριστό,  το Σωτήρα του κόσμου.  

 Θα έχει το μοναδικό προνόμιο να τον υποδεχτεί στο ναό αυτό.  Και να! Ξαφνικά κάτι νιώθει. Κοιτάζει   με τα’ αδύνατα μάτια του.

  Βλέπει ένα ζευγάρι φτωχών ανθρώπων να έρχονται δειλά στο ναό για ν’  αφιερώσουν το μικρό αγόρι τους στο Θεό,  όπως ήταν συνήθεια των Εβραίων.

Ήταν ο Ιωσήφ και η Μαρία. Η Μαρία κρατούσε το νεογέννητο Ιησού που ήταν πια σαράντα ημερών

. Ο Ιωσήφ κρατούσε ένα ζευγάρι περιστέρια, για θυσία στο ναό.

—  Έλα κόρη μου,  δώσε μου το παιδί.  Θα το οδηγήσω εγώ μπροστά στο ναό. Παίρνει στα γέρικά του χέρια το μικρό Ιησού και τον οδηγεί μπροστά στην πύλη του ναού. 

 Νιώθει να πλημμυρίζει η ψυχή του από χαρά.  Συγκινημένος άρχισε να δοξάζει το Θεό:

«  Νυν απολύεις τον δούλον σου Δέσποτα, κατά το ρήμα σου εν ειρήνη,  ότι είδον οι οφθαλμοί μου το σωτήριόν   σου …  Φως εις αποκάλυψιν εθνών και δόξαν λαού σου Ισραήλ».

Δηλαδή:

«Τώρα,  Κύριε,  μπορείς να με πάρεις ειρηνικά,  όπως μου υποσχέθηκες, διότι είδαν τα μάτια μου το Σωτήρα, που είναι φως για να φανερωθεί στα έθνη και δόξα του λαού σου του Ισραήλ». 

 Κατόπιν στράφηκε προς την Παναγία:

« Αυτό εδώ το παιδί θα γίνει αιτία να σωθούν,  αλλά και να χαθούν πολλοί από το Ισραήλ.  Όσοι θα πιστέψουν σ’  αυτόν θα αναστηθούν,  όσοι δεν πιστέψουν θα χαθούν. 

 Τη δική σου όμως καρδιά    θα τη διαπεράσει σα μαχαίρι ο πόνος.»

Στο ναό ήταν και η Άννα, μια γριά ογδόντα τεσσάρων χρόνων που ζούσε με νηστείες και προσευχές.

 Κι αυτή,  λοιπόν σαν είδε το Χριστό,  άρχισε να μιλά με χαρά σ’  όλους και να λέει πως αυτός θα φέρει τη σωτηρία στους ανθρώπους. 

 Η υποδοχή του μικρού Ιησού στο ναό από το Συμεών είναι γνωστή ως η Υπαπαντή του Κυρίου.

Γιορτάζεται από την Εκκλησία μας στις 2  Φεβρουαρίου.  Ο εορτασμός της καθιερώθηκε επίσημα από τον αυτοκράτορα Ιουστινιανό τον 6οαιώνα μ.Χ.

Αυτή τη μέρα ο λαός μας τη θεωρεί ακόμα μια γιορτή της Παναγίας.  Με δύο ονόματα ονόμασε ο ευλαβής,  δίκαιος και Θεοδόχος Συμεών τον Κύριο: 

Σωτηρία που ετοίμασε ο θεός για κάθε άνθρωπο και   Φως που θα φωτίσει όλα τα έθνη.

 πηγή:c.cy/klimakio/Themata/Thriskeftika/pdf/ipapanti.pdf

Φλεβάρης ο Κουτσοφλέβαρος

                               

«Το Φλεβάρη μη φυτέψεις, ούτε να στεφανωθείς, Τρίτη μέρα μη δουλέψεις, Σάββατο μη στολιστείς» 

Γιατί ο Φλεβάρης έχει μόνο 28 μέρες;
Μια χρονιά που η παραγωγή του κρασιού ήταν μικρή οι μήνες Γενάρης, Φλεβάρης και Μάρτιος
 συμφώνησαν να ενώσουν σ’ ένα κοινό πιθάρι το κρασί τους και να το χρησιμοποιήσουν στη συνέχεια όλοι εξίσου.
Ο Φλεβάρης που είχε βάλει πρώτος το δικό του το κρασί, άνοιξε μια τρύπα στο πιθάρι για να πιει το δικό του μερίδιο
χωρίς να τον καταλάβουν οι υπόλοιποι.
 Φυσικά μη μπορώντας να χορτάσει και να ελέγξει τον εαυτό του ήπιε και το κρασί των άλλων.
Έτσι, ο Ιανουάριος και ο Μάρτιος θύμωσαν και για να τον τιμωρήσουν του πήραν από μία μέρα
 κι έμεινε με 28 ενώ αυτοί απέκτησαν 31 μέρες.
Ο Φλεβάρης θα διανύσει την πορεία του με τον Άγιο Τρύφωνα των αμπελιών, τον Άγιο Βλάσιο της βλάστησης,
 τον Άγιο Πολύκαρπο των καρπών της γης και την ευτυχία της αποκριάς για να παραδώσει τη σκυτάλη χορευταράς,
 τραγουδώντας κεφάτος στον πρώτο μήνα της άνοιξης
«Κάθε μας λύπη μακριά
κι ανοίξτε τα βαρέλια
και την τρελή Αποκριά
με γέλια και με γλέντια.»
Πηγή: «Με τους μήνες συντροφιά ζωντανεύω τα παλιά«