![]() |
Στην κόγχη μιας μπουκαπόρτας
κουρνιασμένη
σ’ ανακάλυψα
κάποιο ξεθυμασμένο καλοκαίρι.
Με μαύρους κύκλους κάτω απ’ τα μάτια
κουτσουρεμένα τα πούπουλά σου
και τουρτούριζες.
Σ’ έκρυψα κάτω απ’ τη ζακέτα μου
και σ’ έτριψα πάνω στο στήθος μου, να συνεφέρεις…
Σου ζέστανα γάλα με μέλι
και σου ‘στρωσα να κοιμηθείς στ’ απάγκιο της αυλής μου.
Ολο το βράδυ
ξήλωνα τα μαξιλάρια μου
κι έλιωνα τις φυλαγμένες άσπρες λαμπάδες της Λαμπρής.
Κι όταν ξημέρωσε
σου κόλλησα με φροντίδα απαράμιλλη
καινούριο φτέρωμα
να κάνεις μια βόλτα ως τα σύννεφα
να ξεμουδιάσεις.
Γέλασες τότε ένα γέλιο γάργαρο, πρωτάκουστο.
έγραψες έναν κύκλο πάνω απ’ το κεφάλι μου,
ένα χάδι στα μαλλιά μου,
κι ήταν αυτή η τελευταία φορά που σε είδα.
Καλά μου το ‘παν τα κύματα πως είσαι αποδημητικό.
Αδικα σε περίμενα ολόκληρο φθινόπωρο
και τώρα πια χειμώνιασε.
Κι ίσως την άνοιξη προτιμήσεις κάποια άλλη χώρα
πιο ζεστή απ’ αυτήν εδώ.
Ελπίζω ακόμα.
Θα τον κοιτάξω τον χρόνο κατάματα
έχουμε τόσα να κουβεντιάσουμε οι δυο μας.
Δε με φοβίζει το πάντα – αρκεί να σε φέρνει μαζί του αγάπη μου.
Το ποτέ σου όμως -τ’ ομολογώ- το τρέμω.
Τάνια Σκραπαλιώρη
