Αφιέρωση

Προβολή εικόνας πλήρους μεγέθους

Με τέτοια θλίψη λυγίζουν τα βουνά
Και το ποτάμι ορμητικό πια δεν κυλά
Της φυλακής τα σίδερα κλειστά
Πίσω απ’ αυτά, των «αιχμαλώτων τρύπες τα κελιά»
Θανατερή απλώνεται η συμφορά.
Για άλλον φυσάει αέρας δροσερός,
Για άλλον ο ήλιος που δύει είναι τερπνός-
Δεν ξέρουμε, οι ίδιοι είμαστε πάντα εδώ
Μόνο ακούμε τον ήχο του κλειδιού τραχύ
Και των φρουρών το βήμα το βαρύ.
Σάμπως και σηκωνόμασταν για Θεία Λειτουργία
Την άγρια πόλη σχίζαμε, μακριά πεζοπορία
Και συναντιόμασταν εκεί,  ξεψυχισμένοι σα νεκροί.
Ο ήλιος είναι χαμηλά και ο Νέβας φαίνεται θαμπά
Μα η ελπίδα τραγουδά, ακούγεται από μακριά.
Δάκρυα χύνει στη στιγμή… Καταδικασμένη
Κι ήδη απ’ όλους πια, ξεχωρισμένη
Σαν την καρδιά της να ρημάξουν, ύστερα να την πετάξουν
Σαν κτήνη να τη σπρώξουν, φαρδιά πλατιά να την ξαπλώσουν,
Μα εκείνη όμως συνεχίζει… μόνη… τρεκλίζοντας βαδίζει…
Πού να’ ναι οι φίλες μου άραγε οι τυχαίες
Από τα διαβολικά, τα χρόνια εκεί τα δυο;
Στης Σιβηρίας τις θύελλες άραγε τι βλέπουν
Τι να τους φανερώνεται στον δίσκο της σελήνης τον λευκό;
Τον ύστατο, σε όλες τους, στέλνω χαιρετισμό.

Αννα Αχμάτοβα