![]() |
Ω ναέ του Σωτήρα,
τα φρύδια σου τα σκυθρωπά και του καμπαναριού σου
το αποστεωμένο δάχτυλο
μου γνέφουνε στο σπίτι να γυρίσω,
την ώρα που όλο σκουντουφλώ
με ψηλοτάκουνα, πηγμένη στο αλκοόλ.
Πασάλου είσαι εσύ η αιχμή-
κρανίο αρουραίου.
Eχεις προσηλωθεί,
έχεις τα πεθαμένα μάτια σου στυλώσει
σε έναν σωρό επινίκια και κλαυθμούς,
σε ακολασίες και αμαρτήματα –
του Αντεροβγάλτη οι μαχαιριές,
του Ρόζενμπεργκ τα μάτια
υψώνονται ώς εσένα την ύστατη στιγμή.
Ω είσαι βέβηλος και είσαι θελκτικός-
της στάρπης την απόχρωση φοράς
κάτω από το φως της πρωίας
ή στέκεις καλυμμένος με δέρμα κυανό
μπρος στους γκρεμούς της νύχτας-
ραμφώδες τέρας,
κήτος λευκό!
Σε λατρεύω εδώ και τόσα χρόνια
και μου το ανταποδίδεις
πότε με ευφροσύνη και πότε με την πορσελάνη του προσώπου σου,
όμως φέρεις το χρώμα του πιο παγερού μου ιδρώτα-
είσαι αυτό που πασχίζουμε να ξεχάσουμε.
Πάντοτε κάτεχα εγώ το νόημά σου.
Clare Pollard
