Άρθρα ανά μήνα: Δεκέμβριος 2014
“Ο έρωτας στα χιόνια” του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη
Χριστουγεννιάτικη Ιστορία
“Η υπηρέτρα” του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη
Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης
Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης (Σκιάθος, 4 Μαρτίου 1851 – Σκιάθος, 3 Ιανουαρίου 1911), «η κορυφή των κορυφών» κατά τον Κ. Π. Καβάφη, είναι ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες λογοτέχνες, γνωστός και ως «ο άγιος των ελληνικών γραμμάτων». Έγραψε κυρίως διηγήματα, τα οποία κατέχουν περίοπτη θέση στη νεοελληνική λογοτεχνία.
Ο Οδυσσέας Ελύτης στο « Ἄξιoν Ἐστί»:
«Ὅπου καὶ νὰ σᾶς βρίσκει τὸ κακό, ἀδελφοί, ὅπου καὶ νὰ θολώνει ὁ νοῦς σας μνημονεύετε Διονύσιο Σολωμὸ καὶ μνημονεύετε Ἀλέξανδρο Παπαδιαμάντη».
Ο ίδιος σε ένα σύντομο αυτοβιογραφικό σημείωμα ιστορεί τη ζωή του:
Ἐγεννήθην ἐν Σκιάθῳ, τῇ 4 Μαρτίου 1851. Ἐβγήκα ἀπὸ τὸ Ἑλληνικὸν Σχολεῖον εἰς τὰ 1863, ἀλλὰ μόνον τῷ 1867 ἐστάλην εἰς τὸ Γυμνάσιον Χαλκίδος, ὅπου ἤκουσα τὴν Α΄ καὶ Β΄ τάξιν. Τὴν Γ΄ ἐμαθήτευσα εἰς Πειραιᾶ, εἴτα διέκοψα τὰς σπουδάς μου καὶ ἔμεινα εἰς τὴν πατρίδα. Κατὰ Ἰούλιον τοῦ 1872 ὑπήγα εἰς τὸ Ἅγιον Ὅρος χάριν προσκυνήσεως, ὅπου ἔμεινα ὀλίγους μῆνας.
Τῷ 1873 ἤλθα εἰς Ἀθήνας καί ἐφοίτησα εἰς τὴν Δ΄ τοῦ Βαρβακείου. Τῷ 1874 ἐνεγράφην εἰς τὴν Φιλοσοφικὴν Σχολήν, ὅπου ἤκουα κατ’ ἐκλογὴν ὀλίγα μαθήματα φιλολογικά, κατ’ ἰδίαν δὲ ἠσχολούμην εἰς τὰ ξένας γλώσσας.
Μικρὸς ἐζωγράφιζα Ἁγίους, εἴτα ἔγραφα στίχους, καί ἐδοκίμαζα να συντάξω κωμῳδίας. Τῷ 1868 ἐπεχείρησα νὰ γράψω μυθιστόρημα. Τῷ 1879 ἐδημοσιεύθη Ἡ Μετανάστις ἔργον μου εἰς τὸ περιοδικὸν Σωτήρα. Τῷ 1882 ἐδημοσιεύθη Οἱ ἔμποροι τῶν Ἐθνῶν εἰς τὸ Μὴ χάνεσαι. Ἀργότερα ἔγραψα περὶ τὰ ἑκατὸν διηγήματα, δημοσιευθέντα εἰς διάφορα περιοδικὰ καί ἐφημερίδας.
Ταυτισμένος με τα Χριστούγεννα ο κυρ Αλέξανδρος ας μας οδηγήσει σε αλλοτινούς καιρούς μέσω διηγημάτων του, στην ξεχασμένη ελληνική ύπαιθρο με τα ήθη και τα έθιμά της.
Ας διαβάσουμε λοιπόν:
Για ένα παιδί που κοιμάται

ΔΗΜΗΤΡΑ Χ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ
Για ένα παιδί που κοιμάται
Στη διάρκεια της τελευταίας δεκαετίας του εικοστού αιώνα, μετά την κατάρρευση των καθεστώτων των ανατολικών χωρών, μεγάλο μέρος του πληθυσμού τους μετακινήθηκε σε ευρωπαϊκές χώρες, με σκοπό την εξεύρεση εργασίας. Από την εποχή αυτή και ως τις μέρες μας ζουν και βιοπαλεύουν στη χώρα μας χιλιάδες οικονομικοί μετανάστες, όπως το παιδί του ποιήματος, που κερδίζει το ψωμί του στα φανάρια της λεωφόρου και κοιμάται στο μηχανοστάσιο του εργοστασίου. Το ποίημα περιλαμβάνεται στη συλλογή Το κυπαρίσσι των εργατικών (1995).
Νύχτα. Η κίνηση αραιή στη λεωφόρο.
Μες στο κλειστό, το φωτισμένο εργοστάσιο,
Οι μηχανές, αποσταμένες* μα άγρυπνες,
Επιβλέπουν σαν άκακοι γίγαντες
Τον ύπνο του μικρού. Στριμωγμένος
Κοντά στη σκάρα του ατμού,*
Με του αδερφού του το παλτό σκεπασμένος
Ξεκουράζεται.
Όλη τη μέρα δουλεύει στα φανάρια*
Σκουπίζει τζάμια βιαστικά με το κόκκινο.
Εισπράττει κέρματα ή την εύλογη* αγανάκτηση. Περιμένει το επόμενο φανάρι.
Τίμια κερδίζει έτσι το ψωμί
Και το μερίδιο του νυχτοφύλακα,
Που τον αφήνει να κοιμάται εκεί μέσα.
Τα χιονισμένα βουνά της πατρίδας του,
Τα χέρια της μάνας του που τύλιγαν γύρω του
Γυναίκειο μαντίλι για το κρύο,
Το δάσκαλο που πληρωνότανε με γάλα
Μόλις θυμάται.
Θυμάται κάτι ελληνικά από το στόμα του,
Που τώρα εδώ ακούγονται αλλιώτικα.
Όχι σαν βότσαλα γυαλιστερά μεγάλης θάλασσας,
Όχι σαν ποδοβολητό του αλόγου
Ενός ανίκητου στρατηλάτη,*
Αλλά να, σαν τα κέρματα στην τσέπη,
Σαν το φτύσιμο στο βλέμμα του πελάτη.
Καμιά φορά πιο εγκάρδια
Σαν τούτο δω το βουητό της σκάρας,
Που όλο ανεβάζει το θερμό ατμό.
Δ. Χ. Χριστοδούλου, Το κυπαρίσσι
των εργατικών, Καστανιώτης
* αποσταμένες: κουρασμένες * σκάρα του ατμού: τεχνική κατασκευή σε σχήμα σχάρας, απ” όπου βγαίνουν οι θερμοί ατμοί των μηχανών * φανάρια: φωτεινοί σηματοδότες * εύλογη: δικαιολογημένη, αναμενόμενη * στρατηλάτης: ο αρχηγός του στρατού, ίσως έμμεση αναφορά στο Μ. Αλέξανδρο
Το ποντικάκι που ήθελε να αγγίξει ένα αστεράκι
Ευχαριστήριο
Προς
Σεβασμιώτατον Αρχιεπίσκοπον Καθολικών Τήνου
κ. Νικόλαο
ΘΕΜΑ: «Ευχαριστήριο»
Ο Διευθυντής και οι καθηγητές του Γενικού Λυκείου Τήνου σας ευχαριστούν θερμά, γιατί με ιδιαίτερη προθυμία συμβάλατε στην υλοποίηση του δεύτερου μέρους του εκπαιδευτικού προγράμματος «Επίσκεψη στις Μονές της Τήνου», που ο Σύλλογος των καθηγητών προγραμμάτισε για το τρέχον σχολικό έτος 2014-2015.
Με την αρωγή σας και με τη συμβολή του ακούραστου, εμβριθούς επιστήμονα και δασκάλου, πατρός Μάρκου Φώσκολου, τον οποίο και ιδιαίτερα ευχαριστούμε, οι μαθητές μας την Πἐμπτη 11/12/2014 ενημερώθηκαν για τον Ιερό Ναό της Παναγίας του Ροδαρίου στην Ξινάρα, επισκέφτηκαν τη Βιβλιοθήκη του Μεγάρου της Αρχιεπισκοπής και ξεναγήθηκαν στην Ιερά Μονή των Ουρσουλινών στα Λουτρά.
Ευχαριστούμε επίσης τις κυρίες Δασύρα Άννα Μαρία και Βιδάλη Ανδριανή για την ενδιαφέρουσα ξενάγηση στους χώρους της Μονής, που αποπνέει την αίγλη του λαμπρού παρελθόντος της, καθώς και τον κ. Μάνθο Δελατόλα υπεύθυνο της Βιβλιοθήκης στο κτήριο της Αρχιεπισκοπής.
|
Ο Διευθυντής Κανακάρης Φραγκίσκος Καθηγητής Πληροφορικής ΠΕ 19 |
3ος Μαθητικός Προαιρετικός Διαγωνισμός Λογοτεχνίας Π.Ι.Ι.Ε.Τ.
Διεξήχθη και φέτος για τρίτη συνεχή χρονιά ο 3ος Μαθητικός Προαιρετικός Διαγωνισμός Λογοτεχνίας που προκηρύσσει η Διοικούσα το Πανελλήνιο Ιερό Ίδρυμα Ευαγγελιστρίας Τήνου Επιτροπή για τους μαθητές της Γ΄ Λυκείου. Διαγωνίστηκαν δεκαεπτά (17) μαθητές και μαθήτριες της Γ΄ τάξης του Γενικού Λυκείου γράφοντας έκθεση με θέμα «Το Όραμα της Οσίας Πελαγίας ως έμπνευση και όραμα της σημερινής νεολαίας». Η ανακοίνωση των αποτελεσμάτων και η βράβευση των τριών καλύτερων γραπτών θα γίνει το βράδυ τη 30ής Ιανουαρίου κατά τη διάρκεια της Λαμπαδηφορίας προς τιμήν της Ευρέσεως της Αγίας Εικόνος.
Επίσκεψη στην Ιερά Μονή Ουρσουλινών
Ικανοποιημένοι ιδιαίτερα επέστρεψαν στο Σχολείο τους οι μαθητές του Γενικού Λυκείου Τήνου από την προγραμματισμένη επίσκεψη στην Ιερά Μονή Ουρσουλινών στα Λουτρά, την Πέμπτη 11/12/2014. Η επίσκεψη πραγματοποιήθηκε στα πλαίσια του εκπαιδευτικού προγράμματος «Επίσκεψη σε Μονές της Τήνου», που ο Σύλλογος των καθηγητών προγραμμάτισε για το τρέχον σχολικό έτος 2014-2015, με σκοπό οι μαθητές της Τήνου να γνωρίσουν τα σημαντικά μοναστήρια της Τήνου που αποτελούν μνημεία εκκλησιαστικά, με ιστορικό και αρχιτεκτονικό ενδιαφέρον.
Συγκεκριμένα προηγήθηκε στάση στην Ξινάρα και ενημέρωση των μαθητών από τον ακούραστο, εμβριθή επιστήμονα και δάσκαλο π. Μάρκο Φώσκολο μέσα στον Ιερό Ναό της Παναγίας του Ροδαρίου σχετικά με το όνομα του Ναού, το έτος ίδρυσης, το ρόλο που διαδραμάτισε η περιοχή κατά το παρελθόν ως κέντρο θρησκευτικό και πνευματικό και την αίγλη της Ιεράς Μονής Ουρσουλινών έως το 1984 που έπαυσε να λειτουργεί οριστικά.
Ακολούθησε περιήγηση στη Βιβλιοθήκη που στεγάζεται στο Μέγαρο της Αρχιεπισκοπής όπου ήταν η έδρα του Δήμου Εξωμβούργου. Τέλος οι μαθητές ξεναγήθηκαν στους χώρους της Ιεράς Μονής Ουρσουλινών στα Λουτρά όπου εθαύμασαν το μεγαλείο και την αίγλη που αποπνέει ο χώρος που κάποτε ταυτίστηκε με την παιδεία της «καλής τάξης».
Μετανάστευση
Μη με στέλνεις, μάνα, στην Αμερική
Εφημερίδα “Καθημερινή” 30.12.2012
Tου Nίκου Γ. Ξυδάκη
Στο τέταρτο ταξίδι μου στη Νέα Υόρκη, αξιώθηκα να επισκεφθώ το Ελις Αϊλαντ. Στο πλοίο, Γιαπωνέζες ντυμένες χάι-τεκ Μπάρμπι φωτογραφίζονταν αδιάκοπα. Περιπλανηθήκαμε με δέος στις απέραντες αίθουσες και στα φωτογραφικά τεκμήρια, φουστανελάδες με μουστάκες, Εβραίοι χασιδίτες, μαντιλοδεμένες Βαλκάνιες με σαλβάρια. Κάθισα στον υπολογιστή να βρω στα αρχεία τα ίχνη του παππού μου, που είχε φτάσει εδώ έναν αιώνα πριν από μένα, μετανάστης και όχι περιηγητής. Τον βρήκα.
***
Τη 14η Μαρτίου 1911, ο παππούς μου Γεώργιος (Γιώρης) Ξυδάκης αποβιβάστηκε από το υπερωκεάνιο «Πατρίς», της Εθνικής Ατμοπλοΐας της Ελλάδος, στο Ελις Αϊλαντ της Νέας Υόρκης. Ηταν 29 ετών. Τον παρέλαβε ο αδελφός του Νικηφόρος και αναχώρησαν για το Spokane, Washington, στο βορειοδυτικό άκρο της αμερικανικής ηπείρου. Μου τύπωσαν τη σχετική σελίδα από το κατάστιχο.
Spokane, Washington. Τι να έκανε εκεί το 1911; Τόπος για κυνηγούς και χρυσοθήρες. Πού δούλεψε, πώς ζούσε; Ορυχεία, υλοτομία, σιδηρόδρομοι; Λίγο απ όλα.
Δύο χρόνια αργότερα, ο Γεώργιος επέστρεψε στη γενέτειρά του Μύκονο. Παντρεύτηκε την Κατερίνα Γαλάτη, καταγόμενη από οικογένεια μαστόρων του Αϊβαλιού, τάζοντάς της ότι θα την πάρει στην Αμερική. Αντ αυτού, ο Γ.Ξ. αφοσιώθηκε στην καλλιέργεια των μυκονιάτικων αμπελιών, πατρογονικών από τον 17ο αιώνα, και στην αγροκτηνοτροφία στις Μεγάλες Δήλες (Ρήνεια).
Θεοσεβής και πράος, έχων στην έρημο Ρήνεια ως απογευματινή συντροφιά ένα εξημερωμένο γεράκι (τον «Ζουγανέλο»), έκανε έξι παιδιά, δεκάδες εγγόνια και δισέγγονα, κι έφτασε τα ενενήντα τρία, πίνοντας μαύρο κρασί και καπνίζοντας μισαδάκια Εθνος άφιλτρο σε καλαμένια πίπα.
Πολλές δεκαετίες μετά το μόνον της ζωής του ταξίδιον, έλεγε στα εγγόνια του ότι όπου να ναι θα ξαναπάει στην Αμερική, υπαινισσόμενος τον Αλλο Κόσμο. Τέτοια, σκοτεινή, ήταν η Νέα Γη στην εμπειρία του. Ο αδελφός του Νικηφόρος δεν επέστρεψε ποτέ ούτε έμαθαν πότε πέθανε. Η γιαγιά μου η γαλανομάτα μέχρι που απόθανε, στα ενενήντα εφτά της, έλεγε: Ο κύρης σας με εγέλασε και αντί να με πάει στην Αμερική, μ έκλεισε στο χωριό.
***
Eνας αιώνας από το πρώτο κύμα μετανάστευσης· μισός αιώνα από το δεύτερο. Η ξενιτιά έχει περιοδικότητα μισού αιώνα. Τώρα άρχισε το τρίτο κύμα. Στα δικά μας χρόνια, για δύο γενιές περίπου, η ξενιτιά έστεκε μισοαπολιθωμένη στα δημοτικά τραγούδια, στα ρεμπέτικα του μετανάστη Κατσαρού τον Μεσοπόλεμο, και στα λαϊκά του 1960. «Ξενιτεμένο μου πουλί και παραπονεμένο / η ξενιτιά σε χαίρεται κι εγώ χω τον καημό σου / Τα ξένα τρων τα νιάτα σου, τρώνε την λεβεντιά σου», και «Μη με στέλνεις μάνα στην Αμερική / θε να μαραζώσω, να πεθάνω εκεί».
Την είχαμε απωθήσει. Μάλιστα ως μοντέρνοι και κοσμοπολίτες, χλευάζαμε τη νοσταλγία των αποδήμων, τον παλαιάς κοπής πατριωτισμό τους, το kitsch των μπρούκληδων, τα γκρίκλις της Αστόριας και της Μελβούρνης. Τους θεωρούσαμε καθυστερημένους, κολλημένους στα χρόνια της φτωχής πικρής Ελλάδας, όπως την άφησαν όταν μίσεψαν για να επιζήσουν. Διότι εν τω μεταξύ η χώρα αναπτύχθηκε, τόσο που οι Ελλαδίτες της ευμάρειας να πηγαίνουν στη Νέα Υόρκη για ψώνια και να τα βρίσκουν όλα φτηνά με το ισχυρό ευρώ τους. Εως πρόσφατα.
Αυτά τα πρόσφατα χρόνια οι Ελλαδίτες υποδέχονταν άλλους φτωχούς αναγκεμένους, εκατοντάδες χιλιάδες μετανάστες, για τις βαριές δουλειές, χωρίς πράσινη κάρτα, χωρίς χαρτιά. Παράνομοι μα χρήσιμοι, όπως ο σχεδόν μυθιστορηματικός Ανδρέας Κορδοπάτης, που απεπέμφθη στα λιμάνια εισόδου, δούλεψε, απελάθηκε και ξαναπροσπαθούσε αδιάκοπα να πάει στην Αμερική. «Ταξίδευα τριάμισι μερόνυχτα. Χωρίς φίλους, χωρίς Ελληνες να κουβεντιάζω, μόνος μου σαν σακί δεμένο» (Θανάσης Βαλτινός, «Συναξάρι Ανδρέα Κορδοπάτη»). Φοβισμένοι και σκοτεινοί, όπως ο Τσερκεζής στο Λος Αντζελες: «Οι φίλοι μου με ηρώτων τι είχα και διατί τόσον σκεπτικός, αφού άλλοτε όταν ευρισκόμεθα εις τας Αθήνας ήμην πάντοτε εύθυμος και διασκεδαστικός εις την παρέαν, διατί τώρα μελαγχολώ;» (Σάββας Τσερκεζής, «Ημερολόγιον του βίου μου: Αρχόμενον από του 1886»).
Ανά πενήντα έτη ξεριζωμός και ξαναρίζωμα. Ο φίλος ποιητής Νίκος μου απαγγέλλει Λόρκα καθώς νυχτοπερπατάμε στο Μπάτερι, και Νικόλα Κάλα στην Αστόρια· ο Στέλιος μου δείχνει πού ήταν τα ελληνικά ανθοπωλεία και τα tenements, οι εργατικές πολυκατοικίες του πρώτου κύματος· ο Βαγγέλης μου αποκαλύπτει τις ενορίες και τους μπίζνεσμεν της Φιλαντέλφια. Ριζώματα σε ντάινες και Ivy League πανεπιστήμια: το τρίτο κύμα είναι γιατροί, μηχανικοί, υπερπροσοντούχοι επήλυδες και ικέτες. Κάθε πενήντα χρόνια, η Πατρίς ξεβράζει ένα κύμα νοσταλγών.

ΔΗΜΗΤΡΑ Χ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ
Για ένα παιδί που κοιμάται
Στη διάρκεια της τελευταίας δεκαετίας του εικοστού αιώνα, μετά την κατάρρευση των καθεστώτων των ανατολικών χωρών, μεγάλο μέρος του πληθυσμού τους μετακινήθηκε σε ευρωπαϊκές χώρες, με σκοπό την εξεύρεση εργασίας. Από την εποχή αυτή και ως τις μέρες μας ζουν και βιοπαλεύουν στη χώρα μας χιλιάδες οικονομικοί μετανάστες, όπως το παιδί του ποιήματος, που κερδίζει το ψωμί του στα φανάρια της λεωφόρου και κοιμάται στο μηχανοστάσιο του εργοστασίου. Το ποίημα περιλαμβάνεται στη συλλογή Το κυπαρίσσι των εργατικών (1995).
Νύχτα. Η κίνηση αραιή στη λεωφόρο.
Μες στο κλειστό, το φωτισμένο εργοστάσιο,
Οι μηχανές, αποσταμένες* μα άγρυπνες,
Επιβλέπουν σαν άκακοι γίγαντες
Τον ύπνο του μικρού. Στριμωγμένος
Κοντά στη σκάρα του ατμού,*
Με του αδερφού του το παλτό σκεπασμένος
Ξεκουράζεται.
Όλη τη μέρα δουλεύει στα φανάρια*
Σκουπίζει τζάμια βιαστικά με το κόκκινο.
Εισπράττει κέρματα ή την εύλογη* αγανάκτηση. Περιμένει το επόμενο φανάρι.
Τίμια κερδίζει έτσι το ψωμί
Και το μερίδιο του νυχτοφύλακα,
Που τον αφήνει να κοιμάται εκεί μέσα.
Τα χιονισμένα βουνά της πατρίδας του,
Τα χέρια της μάνας του που τύλιγαν γύρω του
Γυναίκειο μαντίλι για το κρύο,
Το δάσκαλο που πληρωνότανε με γάλα
Μόλις θυμάται.
Θυμάται κάτι ελληνικά από το στόμα του,
Που τώρα εδώ ακούγονται αλλιώτικα.
Όχι σαν βότσαλα γυαλιστερά μεγάλης θάλασσας,
Όχι σαν ποδοβολητό του αλόγου
Ενός ανίκητου στρατηλάτη,*
Αλλά να, σαν τα κέρματα στην τσέπη,
Σαν το φτύσιμο στο βλέμμα του πελάτη.
Καμιά φορά πιο εγκάρδια
Σαν τούτο δω το βουητό της σκάρας,
Που όλο ανεβάζει το θερμό ατμό.
Δ. Χ. Χριστοδούλου, Το κυπαρίσσι
των εργατικών, Καστανιώτης
* αποσταμένες: κουρασμένες * σκάρα του ατμού: τεχνική κατασκευή σε σχήμα σχάρας, απ’ όπου βγαίνουν οι θερμοί ατμοί των μηχανών * φανάρια: φωτεινοί σηματοδότες * εύλογη: δικαιολογημένη, αναμενόμενη * στρατηλάτης: ο αρχηγός του στρατού, ίσως έμμεση αναφορά στο Μ. Αλέξανδρο






































