ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΑΙ ΑΠΟΣΤΟΛΗΣ, Γ2 ΔΟΜΕΝΙΚΟ

ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΑΙ ΑΠΟΣΤΟΛΗΣ, Γ2 ΔΟΜΕΝΙΚΟ

 

Create a Copy |
View Larger

 

 

 

Αποστολία και Σάρα, Γ2, Δομένικου

Αποστολία και Σάρα, Γ2, Δομένικου

 

 

 

 

 

Ολγα και Μάριος, Γ2 Δομένικου

Ολγα και Μάριος, Γ2 Δομένικου

 

 

 

 

 

Κοσμάς και Γιώργοος, Γ2 Δομένικου

Κοσμάς και Γιώργοος, Γ2 Δομένικου

 

 

 

 

 

 

παρασκευή και Ευτυχία, Γ2 Δομένικου

παρασκευή και Ευτυχία, Γ2 Δομένικου

 

 

 

 

 

 

ΟΙ ΜΑΘΗΤΕΣ ΤΟΥ Γ2 ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ ΔΟΜΕΝΙΚΟΥ ΕΡΓΑΣΤΗΚΑΝ ΣΕ ΟΜΑΔΕΣ ΚΑΙ ΜΙΛΗΣΑΝ ΓΙΑ ΤΟ  ΡΑΤΣΙΣΜΟ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΜΙΚΡΕΣ ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΜΕΝΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ..Υπεύθυνη καθηγήτρια Τσάπρα Κωνσταντία ΠΕ02

ΜΠΟΡΕΙΤΕ ΝΑ ΔΕΙΤΕ ΤΑ ΚΟΜΙΚ ΣΤΟ ΙΣΤΟΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΤΟΥ ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ ΔΟΜΕΝΙΚΟΥ ..ΠΑΤΗΣΤΕ ΕΔΩ

ΦΥΛΛΟ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΣΤΗΝ ΕΝΟΤΗΤΑ

Διπλωματία
Οι βυζαντινοί αυτοκράτορες προσπάθησαν να επηρεάσουν άλλους λαούς με πολλούς τρόπους:

  1. πρόσφεραν χρήματα και δώρα στους ηγεμόνες τους,

  2. έκαναν εμπορικές συμφωνίες μαζί τους,

  3. πάντρευαν πρόσωπα από τη βασιλική οικογένεια με ξένους ηγεμόνες και

  4. αντάλλασσαν πρεσβευτές.

  5. Τέλος, προσπαθούσαν να κάνουν χριστιανούς όσους δεν ήταν.

Βασιλιάδες των Ρως 

Οι σχέσεις ανάμεσα στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία και το Βασίλειο των Ρως έγιναν πιο στενές, όταν ο βασιλιάς Βλαδίμηρος (980–1025) βοήθησε
στρατιωτικά τον αυτοκράτορα Βασίλειο Β΄ (976–1025). Σε αντάλλαγμα, αυτός του έδωσε για σύζυγο την αδελφή του Άννα. Για πρώτη φορά μια
βυζαντινή πριγκίπισσα παντρευόταν έναν ξένο ηγέτη που δεν ήταν χριστιανός. Γι’ αυτό ο Βλαδίμηρος έγινε χριστιανός και έκανε χριστιανούς και τους υπηκόους του.

[slideboom id=480743&w=425&h=370]

 

βαραγγοι

Ναός Αγίου Νικολάου στο Σουζντάλ

Η εκκλησία του Αγίου Νικολάου. Οι καλλιτέχνες στο Βασίλειο των Ρως δημιούργησαν μια ξεχωριστή θρησκευτική αρχιτεκτονική που ταίριαζε στην αισθητική και στις ανάγκες του τόπου τους. 10ος αιώνας, Σουζντάλ (Ρωσία).

Άννα Πορφυρογέννητη

        

η βάπτιση του πρίγκιπα Βλαντιμιρ

Η Άννα Πορφυρογέννητη (Анна Порфірогенета13 Μαρτίου 963 – 1011) ήταν μεγάλη πριγκίπισσα του Κιέβου. Ήταν σύζυγος του μεγάλου πρίγκηπα Βλαδίμηρου Α’ του Κιέβου. Η Άννα ήταν κόρη του Βυζαντινού αυτοκράτορα Ρωμανού Β´ και της αυτοκράτειρας Θεοφανούς. Ήταν επίσης αδελφή του αυτοκράτορα Βασιλείου Β΄ του Βουλγαροκτόνου και του Κωνσταντίνου Η´. Η Άννα ήταν «πορφυρογέννητη», δηλαδή νόμιμη κόρη αυτοκράτορα που είχε γεννηθεί στο ειδικό πορφυρό δωμάτιο του βυζαντινού αυτοκρατορικού παλατιού. Το χέρι της Άννας θεωρήθηκε τόσο μεγάλο έπαθλο που ο Βλαδίμηρος έγινε χριστιανός μόνο και μόνο για να την παντρευτεί.

Ποτέ προηγουμένως μια πορφυρογέννητη δεν είχε παντρευτεί ένα βάρβαρο, μάλιστα ακόμη και προτάσεις γάμου από Φράγκους και Γερμανούς πρίγκιπες είχαν κατηγορηματικά απορριφθεί. Ούτε η Άννα επιθυμούσε αυτό το γάμο και έδειξε μεγάλη δυσφορία στο ταξίδι της από την Κωνσταντινούπολη προς τη Χερσώνα, όταν πήγε για την τελετή του γάμου που ακολούθησε τη βάπτιση του Βλαδίμηρου. Προφανώς τον επέβαλαν οι πολιτικοί λόγοι της σύναψης στενότερων σχέσεων μεταξύ του Βυζαντίου και του βασιλείου των Ρους. Ως αντάλλαγμα του γάμου του με την Άννα, ο Βλαδίμηρος κατήργησε την θρησκευτική ελευθερία στο βασίλειο και επέβαλε το χριστιανισμό στο λαό του. Από το γάμο της με το Μεγάλο πρίγκηπα Βλαδίμηρο, η Άννα πήρε τον επίσημο τίτλο της Μεγάλης πριγκίπισσας του Κιέβου, αλλά στην πράξη, όλοι την αποκαλούσαν «βασίλισσα» ή «τσαρίνα», αφού ήταν μέλος του βυζαντινού αυτοκρατορικού οίκου. Η Άννα συμμετείχε ενεργά στον εκχριστιανισμό των Ρους: διατέλεσε θρησκευτικός σύμβουλος του Βλαδίμηρου και ίδρυσε πολλά μοναστήρια και εκκλησίες.

(Πηγή :ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ)

Η Άφιξη της Βυζαντινής Άννας στους Ρως

           Είχε αχνοφανεί στο ορίζοντα η Χερσώνα (Κριμαία), όταν ο πρωτοκάραβος έστειλε σπαθάριο να ειδοποιήσει την Άννα ότι στόλος ολόκληρος από μικρά πλεούμενα των Ρως ερχόταν να την προϋπαντήσει. Ντύθηκε η Άννα, φόρεσε το βαρύ χρυσοκέντητο φόρεμά της και με όλη την ακολουθία της ανέβηκε πάνω στο ξυλόκαστρο (του πλοίου). Χρύσισε, λαμπύρισε, γέμισε ασήμια και πολύτιμες πέτρες το κατάστρωμα, καθώς η ακολουθία της, κατεπάνω, τουρμάρχες, ιερωμένοι και πατρικίες, πήραν την σειρά τους.
           Η Άννα ήταν σοβαρή και αμίλητη, όπως πάντα. Κοιτούσε εμπρός την Χερσώνα, χωρίς να την βλέπει. Ο νους της ήταν αλλού: στη Βασιλεύουσα, στο Ιερό Παλάτιο. Δεν είδε τα μικρά πλεούμενα που, στολισμένα με πολύχρωμα φλάμπουρα, έρχονταν, σε δύο γραμμές, να ενωθούνε με το δρόμωνα και τα χελάνδια που μας ακολουθούσαν. Δεν είδε, ούτε άκουσε τις άναρθρες κραυγές που μπήξανε τα τσούρμα των Ρως, όταν ζύγωσαν το καράβι μας.
           Και φώναζαν οι Ρως, και χτυπούσαν κύμβαλα, και φυσούσαν σε βούκινα και σε σάλπιγγες, και ούρλιαζαν, και κουνούσαν τα χέρια τους, τα όπλα τους, κι ανέμιζαν πολύχρωμα υφάσματα. Βάρβαρος λαός, βάρβαρα τα έθιμά τους… Πού η σοβαρότητα, πού το αυστηρό τυπικό της Αυλής του Βυζαντίου…
           Κοιτούσα συνεπαρμένη τα πλεούμενα, τους Ρως με τα παράξενα ρούχα, τα φλάμπουρά τους, όταν μέσα από τα καράβια τους ξεχώρισα ένα, γιατί ήταν το μεγαλύτερο και το ψηλότερο, γιατί τα κουπιά του ήταν βαμμένα κόκκινα ζωηρά, γιατί χρύσιζαν στις άκρες τους. Ερχόταν γραμμή απάνω μας.
           (…) -Ο μέγας δούκας, ο Βλαδίμηρος, έκανε ψιθυριστά ο πρωτοκάραβος, και γυρίζοντας στον δρουγγάριο που στεκότανε κοντά του έδωσε τις διαταγές του.
           (…) Το καράβι των Ρως ζύγωσε, κόλλησε πάνω στο δικό μας και, από την σκάλα που του έριξε το τσούρμο μας, ανέβηκε αργά αργά πάνω στο κατάστρωμα ο Βλαδίμηρος, ενώ οι σαλπιγκτές μας του απόδιναν χαιρετισμό. Ήταν ψηλός, γύρω στα σαράντα, ομορφοκαμωμένος. Προχώρησε αργά αργά ανοιγοκλείνοντας συνέχεια τα μάτια του, σαν να μην έβλεπε καλά.
           (…) ενώ τον προσκυνούσαμε, πλησίασε την Άννα, που στεκόταν ακίνητη, ψυχρή και άφωνη, σαν άγαλμα. Δεν την φίλησε ούτε την πήρε στην αγκαλιά του. Υποκλίθηκε μόνο άχαρα μπροστά της, σαν να μην ήτανε συνηθισμένος σε αυτά τα πράγματα, και με βαριά φωνή τής είπε ελληνικά, σαν να αποστήθιζε το μάθημά του:
            -Καλώς ήρθες στην χώρα μου. Στην χώρα σου.
             (…) Λύθηκαν τα γόνατά μου σαν αντίκρισα το Κίεβο. Δεν ήταν πόλη ετούτη… Ήταν χωριό. Ένα μακρύ χωριό από καλύβες λάσπινες, που απλωνότανε ζερβά και δεξιά από το ποτάμι, Βορυσθένης, το όνομά του, από αρχοντικά που μόνο αρχοντικά δεν ήτανε. Φθάσαμε στο ανάκτορο του Βλαδίμηρου, κατεβήκαμε από τις άμαξες. Ένα σπίτι κοινό ήταν το ανάκτορό του, που ούτε ένας έμπορος στην Βασιλεύουσα δεν θα καταδεχότανε. Όχι πως ήτανε μικρό. Ήταν όμως τόσο κακόγουστο, τόσο απεριποίητο, τόσο χωρίς στολίδια, τόσο βρώμικο στο κάτω μέρος, όπου ήταν οι στάβλοι, που σου ερχότανε λιγοθυμιά.
             (…) Βαφτίστηκε ο Βλαδίμηρος στην Εκκλησιά του Αγίου Βασιλείου, μπροστά στους συναγμένους πρωτάρχοντες τις χώρας του -«Βογιάρους» τους λένε στην Ρωσία- και το σπίτι του Θεού αντήχησε από την Θεία Ψαλμωδία. Βαφτίστηκε ο Βλαδίμηρος και μαζί με αυτόν και εκατό ακόμα άρχοντές του.

Από το βιβλίο του Κ.Κυριαζή, «Βασίλειος Β” Βουλγαροκτόνος» (ιστορικό μυθιστόρημα)

vizantinaistorika.blogspot.gr

ΦΥΛΛΟ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΣΤΗΝ ΕΝΟΤΗΤΑ