Μια διδακτική προσέγγιση προτεινόμενη στην ιστοσελίδα του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού της Κύπρου.
ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΕ ΛΟΓΙΣΜΙΚΟ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗΣ KAI ΦΥΛΛΟ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
ΡΑΨΩΔΙΑ Α 1-145
ΡΑΨΩΔΙΑ Α 1-426
ΡΑΨΩΔΙΑ Ε 167-288
ΡΑΨΩΔΙΑ Ζ 139-291
| O παππούς και το εγγονάκιO παππούς είχε γεράσει πολύ. Τα πόδια του δεν τον πήγαιναν, τα μάτια του δεν έβλεπαν, τ’ αυτιά του δεν άκουγαν. Δόντια δεν είχε. Κι όταν έτρωγε, του χυνόταν το φαγητό. O γιος του και η νύφη του δεν τον έβαζαν πια μαζί τους στο τραπέζι, αλλά του ’διναν να φάει πάνω στη μεγάλη χτιστή χωριάτικη θερμάστρα όπου πλάγιαζε.Κάποτε που του βάλανε να φάει στο πήλινο πιάτο, του ξέφυγε από τα χέρια, έπεσε κι έσπασε. Η νύφη του άρχισε τότε να τον μαλώνει πως όλα τα χαλάει στο σπίτι και σπάει τα πιάτα. Τέλος του είπε πως αποδώ και πέρα θα του ‘διναν να τρώει στην ξύλινη γαβάθα. O παππούς αναστέναξε μόνο και δεν είπε τίποτα.Μια μέρα ο άντρας με τη γυναίκα του παρακολουθούσαν που ο γιος τους μαστόρευε κάτι σκαλίζοντας ένα μικρό κούτσουρο. O πατέρας λοιπόν τον ρώτησε:«Τι φτιάχνεις εκεί, Μίσα;».Κι ο Μίσα απαντά:«Φτιάχνω μια μεγάλη γαβάθα, πατερούλη. Όταν εσύ κι η μάνα μου γεράσετε, θα σας ταΐζω σ’ αυτήν τη γαβάθα».O άντρας κι η γυναίκα του κοιτάχτηκαν και δάκρυσαν. Νιώσανε ντροπή που είχαν προσβάλει τον παππού. Κι από τότε τον βάλανε να τρώει μαζί τους στο τραπέζι και τον πρόσεχαν όπως πρέπει.Λ. Τολστόι, Διηγήματα, μύθοι και παραμύθια, μτφρ. Π. Ανταίος, Ωκεανίδα | |
| ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ :O μεγάλος Pώσος συγγραφέας Λέων Νικολάγιεβιτς Τολστόι γεννήθηκε το 1828 στη Γιάσναγια Πολιάνα και πέθανε το 1910 στο Αστάποβο. Καταγόταν από πλούσια οικογένεια ευγενών γαιοκτημόνων, αλλά μικρός έχασε τους γονείς του και μεγάλωσε κοντά σε συγγενείς οι οποίοι φρόντισαν να του δώσουν μεγάλη μόρφωση. Σπούδασε και μιλούσε πολλές γλώσσες, ταξίδεψε στην Ευρώπη και επηρεάστηκε από τα έργα του Μοντεσκιέ και του Ρουσό. Νέος εντάχτηκε στο ρωσικό στρατό και πολέμησε με ανδρεία στον Κριμαϊκό πόλεμο. Επιστρέφοντας εγκαταστάθηκε στην πατρική γη, παντρεύτηκε, απόκτησε 13 παιδιά και αφοσιώθηκε στη συγγραφή και στους κοινωνικούς αγώνες. O Τολστόι ως συγγραφέας και στοχαστής οραματίζεται μια κοινωνία ισότητας και δικαιοσύνης, απορρίπτει τη βία, υποστηρίζει την πειθώ ως μέσο πάλης και προτείνει την επιστροφή στον αγροτικό τρόπο ζωής. Κορυφαία μυθιστορήματά του είναι Πόλεμος και Ειρήνη, η Άννα Καρένινα και η Ανάσταση· έγραψε και πολλά διηγήματα, θεατρικά έργα, μύθους, παραμύθια και δοκίμια. | |
ΕΝΤΑΞΗ ΣΤΑ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΕΙΔΗ: Είναι ένα μικρό διήγημα όπου συναντάμε τα βασικά χαρακτηριστικά του είδους: πλοκή, κορύφωση σε ένα καίριο γεγονός, λιτότητα εκφραστικών μέσων. Το κείεμνο περιέχει και στοιχεία παραμυθιού (δεν δηλώνεται ο τόπος, ο χρόνος, υπάρχει γοργή δράση με ρηματική διατύπωση και διδακτικό μήνυμα: Όποια συμπεριφορά δείχνει κάποιος προς τους γέροντες γονείς του, την ίδια θα έχει πιθανον και από τα παιδιά του .
ΘΕΜΑΤΙΚΑ ΚΕΝΤΡΑ:
ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑ ΓΟΝΕΩΝ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΠΑΠΠΟΥ:
Οι γονείς του Μίσα συμπεριφέρονται με σκληρότητα και απαξιωτικά στον παππού. Όχι μόνο δε δείχνουν σεβασμό και κατανόηση για τα προβλήματά του και δεν τον βοηθούν, αλλά τον μαλώνουν, τον προσβάλλουν, τον θέτουν στο περιθώριο και τον επιπλήττουν που έσπασε το πιάτο. Ο παππούς, έχοντας συναίσθηση της αδυναμίας του, αντιμετωπίζει καρτερικά τη σκληρή αυτή στάση. Αισθάνεται άσχημα, αλλά δεν έχει ούτε το κουράγιο, ούτε τη δύναμη να αντιδράσει και έτσι αποδέχεται τις προσβολές και τις επιπλήξεις αναντίρρητα.
ΤΟ ΓΕΓΟΝΟΣ ΠΟΥ ΑΛΛΑΞΕ ΤΗ ΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΓΟΝΕΩΝ ΣΤΟΝ ΠΑΠΠΟΥ: Ο μικρός Μίσα κατασκεύαζε κάτι με ένα κούτσουρο και, όταν οι γονείς του τον ρώτησαν τι ήταν αυτό που έφτιαχνε, εκείνος τους είπε ότι έφτιαχνε μια ξύλινη γαβάθα, για να τους ταΐζει όταν θα γεράσουν.Έτσι, οι γονείς αντιλαμβάνονται το λάθος τους και αλλάζουν συμπεριφορά απέναντι στον ηλικιωμένο.

ΑΦΗΓΗΜΑΤΙΚΟΙ ΤΡΟΠΟΙ:
Ο αφηγητής είναι παντογνώστης και δεν ταυτίζεται με κάποιο πρόσωπο της ιστορίας , η αφήγηση γίνεται σε γ΄ενικό πρόσωπο κια η εστίαση είναι εξωτερική. Ακούγονται οι φωνές του πατέρα και του παιδιού (σε ευθύ λόγο) και η φωνή της νύφης (σε πλάγιο λόγο).
ΑΦΗΓΗΜΑΤΙΚΕΣ ΤΕΧΝΙΚΕΣ:
Περιγραφή: Περιγράφεται η σωματική αδυναμία του παππού (Τα πόδια του…χυνόταν το φαγητό)