Η πρόληψη της ενδοσχολικής βίας και του εκφοβισμού αποτελεί μια από τις σημαντικότερες προϋποθέσεις για τη δημιουργία ενός σχολικού περιβάλλοντος στο οποίο κάθε παιδί αισθάνεται ασφαλές, αποδεκτό και ισότιμο μέλος της σχολικής κοινότητας. Το «Πρωτόκολλο Πρόληψης Ενδοσχολικής Βίας και Εκφοβισμού (Ε.ΒΙ.Ε.)» αναδεικνύει τη σημασία της οργανωμένης και συστηματικής πρόληψης, τονίζοντας ότι η αντιμετώπιση του φαινομένου δεν αρχίζει όταν εμφανιστεί ένα περιστατικό, αλλά πολύ νωρίτερα, μέσα από την καθημερινή λειτουργία και το κλίμα του σχολείου.
Η πρόληψη δεν αποτελεί ευθύνη ενός μόνο προσώπου. Απαιτεί τη συνεργασία ολόκληρης της σχολικής κοινότητας: εκπαιδευτικών, μαθητών και μαθητριών, γονέων και κηδεμόνων, αλλά και όλων όσοι συμμετέχουν στη σχολική ζωή. Το σχολείο χρειάζεται να διαθέτει σαφείς κανόνες συμπεριφοράς, να γνωστοποιεί ποιες συμπεριφορές είναι αποδεκτές και ποιες δεν επιτρέπονται και να δημιουργεί ένα κοινό πλαίσιο μέσα στο οποίο όλοι γνωρίζουν τον ρόλο και τις ευθύνες τους.
Ιδιαίτερη σημασία δίνεται στην έγκαιρη αναγνώριση πιθανών κινδύνων. Η παρατήρηση του σχολικού και του ταξικού κλίματος, η προσεκτική παρακολούθηση των συμπεριφορών των μαθητών και η αξιοποίηση πληροφοριών για περιστατικά που έχουν ήδη συμβεί μπορούν να βοηθήσουν το σχολείο να εντοπίσει έγκαιρα δυσκολίες και να σχεδιάσει κατάλληλες παρεμβάσεις. Παράλληλα, το σχολείο μπορεί να οργανώνει ένα συγκεκριμένο σχέδιο δράσης, με σαφείς στόχους, ρόλους, αρμοδιότητες και διαδικασίες.
Ένας από τους σημαντικότερους παράγοντες πρόληψης είναι η δημιουργία θετικού σχολικού κλίματος. Όταν τα παιδιά αισθάνονται ότι ανήκουν στη σχολική κοινότητα, ότι ακούγονται, ότι μπορούν να εκφράζουν τις απόψεις και τα συναισθήματά τους και ότι αντιμετωπίζονται με σεβασμό και δικαιοσύνη, ενισχύονται οι σχέσεις συνεργασίας και αλληλοϋποστήριξης. Η καλλιέργεια της αποδοχής, της ισότητας, της συνεργασίας και της αλληλεγγύης αποτελεί επομένως καθημερινή παιδαγωγική πρακτική και όχι μια δράση που πραγματοποιείται μόνο περιστασιακά.
Το διάλειμμα και οι χώροι του σχολείου αποτελούν επίσης σημαντικό μέρος της πρόληψης. Η επαρκής επιτήρηση, ο εντοπισμός χώρων στους οποίους μπορεί να υπάρχουν αυξημένοι κίνδυνοι και η οργάνωση δραστηριοτήτων που ενθαρρύνουν τη συμμετοχή όλων των παιδιών μπορούν να συμβάλουν στη δημιουργία ενός ασφαλέστερου περιβάλλοντος. Ομαδικά παιχνίδια, αθλητικές δραστηριότητες και άλλες κοινές δράσεις μπορούν παράλληλα να ενισχύσουν τη συλλογικότητα και την αίσθηση ότι κάθε παιδί έχει θέση στην ομάδα.
Καθοριστικός είναι και ο ρόλος του εκπαιδευτικού. Η δημιουργία μιας τάξης που βασίζεται στην ισότητα, τον σεβασμό, την αλληλεγγύη και την αποδοχή της διαφορετικότητας, η ενθάρρυνση της συνεργατικής μάθησης και η καλλιέργεια σχέσεων εμπιστοσύνης βοηθούν τα παιδιά να αισθάνονται ότι μπορούν να μιλήσουν όταν αντιμετωπίζουν μια δυσκολία. Το Πρωτόκολλο προτείνει, μεταξύ άλλων, βιωματικές δραστηριότητες, προγράμματα κοινωνικών δεξιοτήτων, συστηματική επικοινωνία με τις οικογένειες, αλλά και τρόπους ώστε οι μαθητές να μπορούν να εκφράζουν τους προβληματισμούς τους με ασφάλεια.
Ιδιαίτερη θέση στην πρόληψη έχει η καλλιέργεια κοινωνικών και συναισθηματικών δεξιοτήτων. Τα παιδιά χρειάζεται να μαθαίνουν να αναγνωρίζουν και να εκφράζουν τα συναισθήματά τους, να επικοινωνούν αποτελεσματικά, να συνεργάζονται, να σέβονται κανόνες και όρια, να επιλύουν προβλήματα και συγκρούσεις, να αναλαμβάνουν ευθύνες και να υπερασπίζονται τον εαυτό τους και τους άλλους με τρόπο που δεν βασίζεται στη βία.
Σημαντική είναι και η ενεργή συμμετοχή των ίδιων των μαθητών και μαθητριών. Τα παιδιά δεν είναι απλώς αποδέκτες κανόνων, αλλά μπορούν να συμμετέχουν στις δράσεις του σχολείου, σε προγράμματα ευαισθητοποίησης, σε δράσεις διαχείρισης συγκρούσεων και στην προσπάθεια δημιουργίας ενός καλύτερου σχολικού κλίματος. Η στήριξη ενός συμμαθητή ή μιας συμμαθήτριας που αντιμετωπίζει δυσκολίες, η αναζήτηση βοήθειας από έναν ενήλικα και η ενεργή συμμετοχή στη σχολική ζωή αποτελούν σημαντικές μορφές υπεύθυνης στάσης.
Το Πρωτόκολλο αναφέρεται ακόμη στη σχολική διαμεσολάβηση και στη διαμεσολάβηση συνομηλίκων ως τρόπους ενίσχυσης της επικοινωνίας και της ειρηνικής επίλυσης συγκρούσεων. Μέσα από αυτές τις διαδικασίες οι μαθητές μπορούν να μάθουν να ακούν ο ένας τον άλλον, να κατανοούν διαφορετικές απόψεις και να αναζητούν λύσεις, με την κατάλληλη υποστήριξη εκπαιδευτικών ή άλλων αρμόδιων προσώπων.
Τέλος, η πρόληψη δεν μπορεί να είναι αποτελεσματική χωρίς τη συνεργασία σχολείου και οικογένειας. Η τακτική επικοινωνία εκπαιδευτικών και γονέων, η ενημέρωση και επιμόρφωση των γονέων και η συμμετοχή τους στις δράσεις της σχολικής κοινότητας μπορούν να ενισχύσουν το αίσθημα ασφάλειας των παιδιών και να βοηθήσουν στην έγκαιρη αναγνώριση δυσκολιών. Όταν σχολείο και οικογένεια επικοινωνούν και συνεργάζονται με κοινό στόχο το καλό των παιδιών, δημιουργείται ένα ισχυρότερο δίκτυο προστασίας και υποστήριξης.
Η πρόληψη της ενδοσχολικής βίας και του εκφοβισμού, επομένως, δεν είναι μια μεμονωμένη δράση. Είναι μια συνεχής διαδικασία που διαμορφώνεται καθημερινά μέσα από τον τρόπο με τον οποίο μιλάμε, ακούμε, συνεργαζόμαστε, λύνουμε τις διαφωνίες μας και αντιμετωπίζουμε ο ένας τον άλλον. Ένα σχολείο που καλλιεργεί τον σεβασμό, την ενσυναίσθηση, την αποδοχή, τη συνεργασία και την αίσθηση του «ανήκειν» δημιουργεί τις προϋποθέσεις ώστε κάθε παιδί να μπορεί να μαθαίνει και να μεγαλώνει σε ένα περιβάλλον ασφάλειας και αμοιβαίας στήριξης.
Μπορείτε να διαβάσετε το σχετικό απόσμασμα από το κείμενο του Υπουργείου Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού, ανοίγοντας το παρακάτω αρχείο.
