Η ασφάλεια και η προστασία κάθε παιδιού αποτελούν βασική προτεραιότητα της σχολικής κοινότητας. Όταν ένα περιστατικό ενδοσχολικής βίας ή εκφοβισμού αναφερθεί ή εντοπιστεί, είναι σημαντικό να υπάρχει ένας οργανωμένος και παιδαγωγικά κατάλληλος τρόπος διαχείρισής του, ώστε να προστατεύονται όλα τα παιδιά που εμπλέκονται και να αποφεύγονται βιαστικές ή λανθασμένες αντιδράσεις.
Το «Πρωτόκολλο Διαχείρισης Ενδοσχολικής Βίας και Εκφοβισμού (Ε.ΒΙ.Ε.)» περιγράφει τα βασικά βήματα που ακολουθούνται από τη σχολική μονάδα όταν υπάρχει αναφορά για ένα περιστατικό. Βασικός στόχος είναι να διερευνηθεί με προσοχή τι έχει συμβεί, να αξιολογηθεί η σοβαρότητα της κατάστασης, να διασφαλιστεί η προστασία των μαθητών και να σχεδιαστούν οι κατάλληλες παιδαγωγικές παρεμβάσεις.
Το πρώτο βήμα είναι η προσεκτική διερεύνηση. Το σχολείο χρειάζεται να συγκεντρώσει τις απαραίτητες πληροφορίες, ώστε να κατανοήσει τι ακριβώς συνέβη, ποιοι εμπλέκονται, αν πρόκειται για μεμονωμένο περιστατικό ή αν υπάρχει προηγούμενο ιστορικό και ποιος είναι ο βαθμός σοβαρότητάς του.
Η διαδικασία δεν βασίζεται σε βιαστικά συμπεράσματα. Είναι σημαντικό να ακουστούν οι εμπλεκόμενοι μαθητές και να εξεταστούν τα διαθέσιμα στοιχεία, με σεβασμό στην προσωπικότητα και στα δικαιώματα κάθε παιδιού. Στην Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση προβλέπονται, μεταξύ άλλων, ξεχωριστές συναντήσεις με το παιδί που φέρεται να υπέστη Ε.ΒΙ.Ε., με το παιδί που φέρεται να άσκησε τη συγκεκριμένη συμπεριφορά, καθώς και με τους γονείς ή κηδεμόνες τους.
Κατά τη διαχείριση ενός περιστατικού, πρώτη προτεραιότητα είναι η ασφάλεια του μαθητή ή της μαθήτριας που φέρεται να έχει υποστεί βία ή εκφοβισμό. Οι διαδικασίες χρειάζεται να εφαρμόζονται με τρόπο που να αποφεύγει την περαιτέρω στοχοποίηση ή έκθεση του παιδιού.
Παράλληλα, είναι σημαντικό να δημιουργούνται οι συνθήκες ώστε το παιδί να αισθανθεί ότι το σχολείο το ακούει, το προστατεύει και το στηρίζει. Η αποκατάσταση του αισθήματος ασφάλειας και του «ανήκειν» στη σχολική κοινότητα αποτελεί ουσιαστικό μέρος της διαχείρισης ενός περιστατικού.
Η συνεργασία σχολείου και οικογένειας έχει ιδιαίτερη σημασία. Οι γονείς ή κηδεμόνες των παιδιών που εμπλέκονται ενημερώνονται με τρόπο οργανωμένο και υπεύθυνο. Οι συναντήσεις πραγματοποιούνται ξεχωριστά για κάθε οικογένεια, ώστε να προστατεύονται τα προσωπικά δεδομένα και η ιδιωτικότητα όλων των παιδιών.
Στόχος της επικοινωνίας δεν είναι να δημιουργηθεί μια αντιπαράθεση μεταξύ οικογενειών, αλλά να αναζητηθούν τρόποι υποστήριξης των παιδιών και να ενισχυθεί η συνεργασία σχολείου και οικογένειας. Η άμεση και ψύχραιμη επικοινωνία μπορεί να συμβάλει σημαντικά στην αποφυγή ανεξέλεγκτων αντιδράσεων και στην αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση της κατάστασης.
Ένα περιστατικό δεν αφορά μόνο το παιδί που υπέστη τη συμπεριφορά και το παιδί που την άσκησε. Μπορεί να υπάρχουν μαθητές που παρακολούθησαν το περιστατικό, το ενίσχυσαν ή με κάποιον τρόπο συμμετείχαν σε αυτό. Για τον λόγο αυτό, η διερεύνηση χρειάζεται να εξετάζει συνολικά τη δυναμική που έχει δημιουργηθεί.
Η συζήτηση με τους μαθητές πραγματοποιείται με παιδαγωγικό τρόπο, χωρίς δημόσια έκθεση ή εξευτελισμό. Σκοπός είναι να γίνει κατανοητό τι συνέβη, ποιες ήταν οι συνέπειες και ποιες αλλαγές χρειάζεται να πραγματοποιηθούν, ώστε να αποκατασταθεί ένα ασφαλές και υποστηρικτικό σχολικό περιβάλλον.
Μετά τη διερεύνηση του περιστατικού, το σχολείο προχωρά στις κατάλληλες ενέργειες ανάλογα με τις ανάγκες της συγκεκριμένης περίπτωσης. Οι παρεμβάσεις μπορεί να αφορούν το ίδιο το παιδί, την τάξη ή συνολικά τη σχολική κοινότητα.
Σε επίπεδο μαθητή μπορεί να χρειάζεται ενδυνάμωση, υποστήριξη, καλλιέργεια της ενσυναίσθησης και προσπάθεια κατανόησης της οπτικής του άλλου. Σε επίπεδο τάξης μπορούν να πραγματοποιηθούν δράσεις ευαισθητοποίησης, δραστηριότητες σχετικά με την επίλυση συγκρούσεων και την επικοινωνία, καθώς και παρεμβάσεις που ενισχύουν τον σεβασμό και τη συνεργασία. Σε επίπεδο σχολείου μπορούν να εφαρμοστούν ευρύτερες δράσεις πρόληψης και προαγωγής της ψυχικής υγείας.
Σε περιπτώσεις όπου κρίνεται απαραίτητο, προβλέπεται συνεργασία με τις αρμόδιες υποστηρικτικές δομές και υπηρεσίες. Ανάλογα με τις ανάγκες του παιδιού, μπορεί να αξιοποιηθεί η υποστήριξη ειδικών επαγγελματιών, όπως σχολικού ψυχολόγου ή κοινωνικού λειτουργού, ενώ μπορεί να υπάρξει συνεργασία με το ΚΕ.Δ.Α.Σ.Υ. ή άλλους αρμόδιους φορείς.
Η διαχείριση ενός περιστατικού, επομένως, δεν σημαίνει απλώς ότι «τιμωρείται» κάποιος μαθητής. Πρόκειται για μια οργανωμένη διαδικασία διερεύνησης, προστασίας, υποστήριξης και παιδαγωγικής παρέμβασης, η οποία λαμβάνει υπόψη τις ανάγκες όλων των εμπλεκομένων και την αποκατάσταση ενός ασφαλούς σχολικού κλίματος.
Όταν ένα παιδί μιλήσει για ένα περιστατικό βίας ή εκφοβισμού, η πρώτη αντίδραση των ενηλίκων είναι ιδιαίτερα σημαντική. Το παιδί χρειάζεται να αισθανθεί ότι το ακούμε με προσοχή, ότι παίρνουμε στα σοβαρά όσα μας λέει και ότι δεν είναι μόνο του. Παράλληλα, χρειάζεται να αποφεύγονται οι βιαστικές αντιδράσεις, οι αντιπαραθέσεις και οι προσπάθειες προσωπικής «τιμωρίας» ή επίλυσης του προβλήματος από τους ίδιους τους ενήλικες.
Η συνεργασία με το σχολείο επιτρέπει την οργανωμένη διερεύνηση και την εφαρμογή των κατάλληλων διαδικασιών, με σεβασμό στα προσωπικά δεδομένα και στην αξιοπρέπεια όλων των παιδιών.
Η διαχείριση της ενδοσχολικής βίας και του εκφοβισμού είναι υπόθεση ολόκληρης της σχολικής κοινότητας. Χρειάζεται υπευθυνότητα, ψυχραιμία, συνεργασία και σταθερή προσήλωση στην ασφάλεια και την ευημερία των παιδιών. Ένα σχολείο που ακούει, διερευνά με προσοχή, προστατεύει και παρεμβαίνει παιδαγωγικά μπορεί να μετατρέψει μια δύσκολη κατάσταση σε μια ευκαιρία για μάθηση, ενδυνάμωση και βελτίωση των σχέσεων μέσα στη σχολική κοινότητα.
Μπορείτε να διαβάσετε το σχετικό απόσμασμα από το κείμενο του Υπουργείου Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού, ανοίγοντας το παρακάτω αρχείο.
