Επίσκεψη της Ε΄ τάξης στα Ρωμαϊκά μνημεία

Την Τρίτη 23 Οκτωβρίου οι μαθητές της Ε΄ τάξης επισκέφτηκαν τα Ρωμαϊκά μνημεία της Θεσσαλονίκης.

Η περιήγηση ξεκίνησε από το Ρωμαϊκό υδραγωγείο του Χορτιάτη και στη συνέχεια οι μαθητές επισκέφτηκαν τη Ρωμαϊκή αγορά, τη Ροτόντα, την Αψίδα του Γαλέριου, το Παλάτι και το Αρχαιολογικό Μουσείο.

Το υδραγωγίο του Χορτιάτη

Η σημασία του ορεινού όγκου του Χορτιάτη για την ύδρευση της Θεσσαλονίκης υπήρξε καθοριστική στο μεγαλύτερο μέρος της ιστορίας της πόλης, καθώς τα νερά των πηγών του ύδρευαν την πόλη ή τμήματά της για περίπου δεκαεννιά αιώνες. Η προέλευση των νερών του βουνού από τις ΒΔ πλαγιές του και η συγκέντρωσή τους στο σύστημα υδρομάστευσης (qanat) της Αγίας Παρασκευής, από όπου διοχετεύονταν προς τη Θεσσαλονίκη, αναλύθηκαν στο συνέδριο αυτό τη χρονιά που πέρασε. Φέτος θα γίνει λόγος για το μεγαλύτερο σωζόμενο τμήμα του υδραγωγείου που συνέδεε το βουνό με την πόλη, που είναι η γνωστή υδατογέφυρα στην είσοδο του χωριού Χορτιάτης. Πρόκειται για ένα μνημείο που αποτελεί το μοναδικό σωζόμενο στο είδος του στην Κεντρική Μακεδονία.

Αφορμή για τη συγκεκριμένη μελέτη του μνημείου ήταν η πρωτοβουλία του Δήμου Χορτιάτη για  τη σύνταξη προμελέτης στερέωσης και συντήρησης της υδατογέφυρας, με στόχο την ένταξη των επακόλουθων εργασιών στο 4ο ΚΠΣ. Για το σκοπό αυτό υπογράφτηκε προγραμματική σύμβαση ανάμεσα στην προϊσταμένη της 9ης  ΕΒΑ κ. Ε. Μαρκή και το Δήμαρχο Χορτιάτη κ. Μ. Γεράνη και η 9η Εφορεία  ανέλαβε με χρηματοδότηση του Δήμου τη σύνταξη της προμελέτης, της πρώτης ουσιαστικής αρχαιολογικής και αρχιτεκτονικής μελέτης του υδραγωγείου στη μακραίωνη ιστορία του, μέρος των αποτελεσμάτων της οποίας θα παρουσιαστεί σήμερα. Η προμελέτη συντάχθηκε υπό τη γενική επίβλεψη της κ. Μαρκή και σ’ αυτήν πήραν μέρος ο ομιλών ως αρχαιολόγος, η αρχιτέκτονας Ά. Πασιά και ο τοπογράφος Γ. Μιχαηλίδης υπό την επίβλεψη της μηχανικού κ. Χ. Σιαξαμπάνη, και η πολιτικός μηχανικός κ. Ζ. Βλυσίδου, ενώ πολύτιμη στάθηκε και η βοήθεια του αρχιτέκτονα-αρχαιολόγου κ. Π. Ανδρούδη.

Η υδατογέφυρα (γνωστή πλέον ως υδραγωγείο Χορτιάτη) σώζεται σε συνολικό μήκος περίπου 223μ. και κατευθύνεται προς τα ΝΑ προς το χωριό, ενώ προς την αντίθετη κατεύθυνση συνεχίζει σχεδόν παράλληλα προς το δρόμο Χορτιάτη-Ασβεστοχωρίου και χάνεται κάτω από τις εκτάσεις σύγχρονου στρατοπέδου. Συνδέει ουσιαστικά δύο λοφώδη εξάρματα του εδάφους, ώστε να διατηρείται ομοιόμορφη η απαιτούμενη ελαφρά κλίση στην πορεία του νερού προς την πόλη.

Το ψηλότερο σημείο του μνημείου (499,07μ. από την επιφάνεια της θάλασσας – υψ. εδάφους 498,12μ.) βρίσκεται στο ΝΑ του άκρο, από όπου το υδραγωγείο κατευθύνεται προς τα ΒΔ για 118μ. (στο εξής Τμήμα 1). Από το σημείο εκείνο αλλάζει κατεύθυνση και παρουσιάζοντας μια γωνία 140° κατευθύνεται πλέον προς τα Δ για άλλα 101,5μ. (στο εξής Τμήμα 2), μέχρι που συναντάει το ύψος του εδάφους. Το μέγιστο ύψος του υδραγωγείου, στο κεντρικό τμήμα του Τμήματος 2 φτάνει τα 20,1μ., και το μέγιστο πάχος του τα 5μ. Στο κέντρο του Τμήματος 2 το μνημείο είναι χωρισμένο σε τρεις οριζόντιες ζώνες, από τις οποίες η κατώτερη έχει ελαφρώς μεγαλύτερο πάχος κατά περ. 1μ. από τη μεσαία και αυτή ελαφρώς μεγαλύτερο από την ανώτερη. Πάνω στην ανώτερη ζώνη διαμορφώνεται αγωγός ορθογώνιας διατομής μέσου πλάτους 0,5 μ., που δεχόταν τους πήλινους σωλήνες μεταφοράς του νερού, από τους οποίους σώζονται ελάχιστα λείψανα. Ο αγωγός καλυπτόταν με μεγάλες λίθινες πλάκες, πολλές από τις οποίες βρίσκονται σήμερα στη θέση τους.

Στο κέντρο του Τμήματος 2 υπάρχουν δύο μεγάλα διαμπερή τοξωτά ανοίγματα. Το μεγαλύτερο, στην κατώτερη ζώνη, έχει ύψος 8,5μ. και μέγιστο πλάτος 5,3μ. και παρέχει την εντύπωση πύλης διόδου πάνω στο χωματόδρομο που περνάει κάτω από το μνημείο. Πάνω από αυτό υπάρχει το δεύτερο άνοιγμα, προς τα δυτικά του οποίου υπάρχει ένα ακόμα τοξωτό άνοιγμα.

Η βόρεια όψη του υδραγωγείου (Τμήμα 2) ενισχύεται από αντηρίδες εκατέρωθεν του μεγάλου κεντρικού τόξου, από τις οποίες οι δύο που βρίσκονται ανατολικά του τόξου σώζονται σε μεγάλο βαθμό – η δυτικότερη, που είναι και η μεγαλύτερη, σώζεται ολόκληρη – ενώ στα δυτικά του σώζονται τμήματα άλλων αντηρίδων, που είναι κατεστραμμένες στο μεγαλύτερο βαθμό, έτσι ώστε είναι δύσκολος και ο προσδιορισμός του ακριβούς αριθμού τους.

Στη Ν όψη, σε απόσταση 28,5μ. δυτικά από το δυτικό τοξωτό άνοιγμα είναι ανοιγμένο μέσα στην τοιχοποιία του υδραγωγείου ένα τοξωτό δωμάτιο, που πιθανώς εξυπηρετούσε τη φύλαξη του υδραγωγείου και του νερού. Προς τα ανατολικά του κεντρικού τόξου υπάρχει ένα μικρό τοξωτό άνοιγμα, διαμορφωμένο στο πάχος της τοιχοποιίας. Στο δυτικό άκρο του υδραγωγείου, υπάρχει ένας χώρος συγκέντρωσης νερού.

Το Τμήμα 1 αποτελεί έναν ευθύγραμμο λιθόκτιστο τοίχο, ο οποίος μόνο στο κατώτερο τμήμα του διαθέτει λίγες σειρές πλίνθων. Φαίνεται ουσιαστικά μόνο η ΝΔ όψη, ενώ η ΒΑ στο μεγαλύτερο τμήμα της υψώνεται μόλις 0,5-1,5μ. από τη φυσική πλαγιά, καλύπτεται δε από πυκνά δέντρα και θάμνους και σχεδόν εφάπτεται με το παρακείμενο ιδιωτικό οικόπεδο.

Το υδραγωγείο είναι θεμελιωμένο απευθείας στο φυσικό ασβεστολιθικό βράχο. Είναι χτισμένο με κατεργασμένους και αργούς λίθους διαφόρων μεγεθών και πλίνθους, ενώ ως συνδετικό υλικό έχει χρησιμοποιηθεί ασβεστοκονίαμα.

Η ακριβής χρονολόγηση και η διάκριση των κατασκευαστικών φάσεων του υδραγωγείου είναι δύσκολη υπόθεση. Μια προσεκτική παρατήρησή του οδηγεί στο συμπέρασμα ότι δέχτηκε πολλές επισκευές και επεμβάσεις σε όλη τη διάρκεια της ιστορίας του και ότι η εικόνα του άλλαξε σημαντικά αρκετές φορές. Στην αρχική φάση ανήκουν αναμφίβολα οι μεγάλων διαστάσεων πλίνθοι (πάχους μέχρι και 8 εκ.) στο κατώτερο τμήμα της Β όψης, που ανήκουν σε μια αρχική αντηρίδα και υποδηλώνουν ότι το υδραγωγείο χτίστηκε αρχικά στη ρωμαϊκή εποχή. Είναι πιθανό η κατασκευή του να εντασσόταν στη γενικότερη δραστηριότητα κατασκευής δημόσιων έργων από τους Ρωμαίους.

Σύμφωνα με την επικρατούσα και σχεδόν μοναδική διατυπωμένη άποψη στη βιβλιογραφία, το υδραγωγείο φέρεται να χτίστηκε στην αρχή του 4ου αιώνα. Ωστόσο, στο πλαίσιο της προμελέτης, στάλθηκαν τμήματα των προαναφερθέντων μεγάλων πλίνθων στο Ινστιτούτο Πολιτιστικής και Εκπαιδευτικής Τεχνολογίας του Ερευνητικού Κέντρου «Αθηνά» στην Ξάνθη, όπου χρονολογήθηκαν με τη θερμοφωταύγεια μέθοδο. Η χρονολόγηση έδωσε το 46 μ.Χ. ως έτος ψησίματος των πλίνθων, με μια απόκλιση σφάλματος περίπου ενός αιώνα. Καθώς η χρονολόγηση γίνεται όλο και λιγότερο πιθανή καθώς απομακρυνόμαστε από το έτος 46, μπορούμε γενικά να πούμε πως το υδραγωγείο πρέπει να χτίστηκε τον 1ο αιώνα μ.Χ.

Η Θεσσαλονίκη διέθετε υπόγεια νερά, που αρχικά επαρκούσαν για την κάλυψη των αναγκών των κατοίκων της. Στη ρωμαϊκή εποχή όμως η κατάσταση άλλαξε. Ήδη τον 1ο αιώνα, πιθανή περίοδο κατασκευής του υδραγωγείου, ο Στράβων αποκαλεί τη Θεσσαλονίκη μητρόπολη της Μακεδονίας. Η συνακόλουθη αύξηση του πληθυσμού της πόλης και η παράλληλη κατασκευή λουτρών, δημόσιων κτισμάτων και άλλων οικοδομημάτων δημιούργησαν μεγαλύτερες απαιτήσεις σε νερό, οι οποίες είναι λογικό να οδήγησαν στην αναζήτηση νέων λύσεων, όπως η υδροδότηση από τον Χορτιάτη.

Η ιστορία του υδραγωγείου αποτυπώνεται τόσο στις γραπτές πηγές όσο και στη σημερινή του τοιχοποιία. Η άποψη που στο παρελθόν έχει διατυπωθεί και επανειλημμένα αναπαραχθεί ότι στις τρεις οριζόντιες ζώνες της υδατογέφυρας διακρίνονται σήμερα τα διαδοχικά στρώματα τριών φάσεων της ζωής της, της ρωμαϊκής, της βυζαντινής και της εποχής της τουρκοκρατίας, είναι απλοϊκή και σε καμία περίπτωση ορθή. Οι οριζόντιες αυτές ζώνες χαρακτηρίζονται, όπως και το υπόλοιπο κτίσμα, η κάθε μια από την ύπαρξη διαφορετικών φάσεων και επισκευών. Είναι χαρακτηριστικό ότι διακρίνονται ίχνη τόξων της ρωμαϊκής και της παλαιοχριστιανικής περιόδου που έχουν κλείσει, ενώ τα υπάρχοντα σήμερα τόξα φαίνεται ότι είναι της μεσοβυζαντινής περιόδου, γεγονός που σημαίνει ότι η σημερινή εικόνα του υδραγωγείου διαφέρει αισθητά από την αρχική.

Τα σωζόμενα ίχνη τόξων υποδηλώνουν ότι στην αρχική του φάση το υδραγωγείο διέθετε πιθανότατα τουλάχιστον δύο επάλληλες σειρές κοντινών μεταξύ τους τόξων, ανάλογα με άλλα παραδείγματα ρωμαϊκών υδραγωγείων.

Από αυτή την αρχική, ρωμαϊκή φάση, διακρίνονται σήμερα επίσης (με το μπλε χρώμα) τμήματα σε μια κατώτερη ζώνη στη Ν όψη, η οποία προεξέχει εμφανώς από τις υπερκείμενες, νεότερές της. Στο δυτικό τμήμα της διακρίνεται τμήμα τόξου, που έκλεισε το αργότερο κατά τη μεσοβυζαντινή περίοδο. Ορισμένα λείψανα της ίδιας φάσης, με μικρές πέτρες, μεγάλες πλίνθους και τμήματα τόξων, σώζονται και σε άλλα σημεία.

Μία δεύτερη κατασκευαστική φάση, που φαίνεται πως ανήκει στην παλαιοχριστιανική περίοδο, είναι ορατή (με το κίτρινο χρώμα) στη μεν Β όψη στο τμήμα πάνω και δυτικά από το ρωμαϊκό τμήμα με τις μεγάλες πλίνθους, στη δε Ν όψη στα σημεία πάνω και δίπλα από τα προαναφερθέντα ρωμαϊκά. Εδώ, ακανόνιστα τοποθετημένοι αργοί λίθοι διακόπτονται από οριζόντιες σειρές πλίνθων, ελαφρώς λεπτότερων από τις ρωμαϊκές, ενώ στη Β όψη διακρίνονται και πάλι αρκετά τμήματα τόξων, στα σημεία των αντηρίδων.

Το κεντρικό τμήμα του Τμ. 2 του μνημείου, δηλαδή το τμήμα των τόξων, ανήκει στη μεσοβυζαντινή περίοδο (με το κόκκινο χρώμα). Είναι η εποχή κατά την οποία έχουν κλείσει τα μικρά τόξα των προηγούμενων περιόδων, ενισχύθηκε το κάτω μέρος του μνημείου με μεγάλων διαστάσεων λίθους και ανοίχτηκαν τα τρία τόξα που βλέπουμε σήμερα, τουλάχιστον ένα από τα οποία δέχτηκε υστερότερες επεμβάσεις, αν κρίνουμε από την οξυκόρυφη απόληξή του. Στην τοιχοποιία κυριαρχούν οι ημιλαξευμένες πέτρες διαφόρων μεγεθών σε αργολιθοδομή, διακοπτόμενες από λεπτότερες πλίνθους. Πρέπει να σημειωθεί ότι στην ανώτερη ζώνη των τόξων, ανατολικά από το κεντρικό και στην ίδια απόσταση από αυτό όπως και το δυτικό υπήρχε την περίοδο αυτή και ένα άλλο τόξο, ισομέγεθες του δυτικού, που έδινε μια συμμετρική εικόνα. Το τόξο αυτό, έκλεισε κατά την υστεροβυζαντινή (παλαιολόγεια) εποχή (με το σκούρο πράσινο χρώμα), με μικρούς λίθους και λεπτές πλίνθους, οπότε και δημιουργήθηκε το μικρό τοξωτό άνοιγμα που υπάρχει σήμερα. Πρόκειται για το μοναδικό ευκρινώς ορατό υστεροβυζαντινό τμήμα του υδραγωγείου.

Άλλα τμήματα του μνημείου χαρακτηρίζονται από μεγαλύτερη ασάφεια ως προς τη φάση κατασκευής τους (με το καφέ χρώμα ή τις διαγραμμίσεις), που πάντως χρονολογείται από τη βυζαντινή εποχή και μετά. Κατά την περίοδο της τουρκοκρατίας (με το ανοιχτό πράσινο χρώμα), οπότε και απουσιάζουν τελείως οι πλίνθοι, ενδέχεται να ανήκουν μία ή περισσότερες φάσεις. Τότε χρονολογείται οπωσδήποτε ολόκληρη η ανώτερη ζώνη του Τμήματος 2, το τοξωτό δωμάτιο της Ν όψης και οι μεγάλες ανατολικές αντηρίδες της Β όψης.

Σε ό,τι αφορά το Τμήμα 1, εκτός από μια μικρή ζώνη στο κατώτερο τμήμα της ΝΔ όψης, που παρουσιάζει τα χαρακτηριστικά της παλαιοχριστιανικής τοιχοποιίας, όλο το υπόλοιπο Τμήμα φαίνεται να ανήκει κατά κύριο λόγο στην περίοδο της τουρκοκρατίας, με ορισμένα ίσως ίχνη και προγενέστερων βυζαντινών επεμβάσεων, κυρίως στη ΝΔ όψη.

Είναι, χαρακτηριστικό ότι οι περισσότερες από τις φάσεις αυτές απαντούν και στο qanat της Αγίας Παρασκευής, γεγονός που ενισχύει τα όσα παρουσιάστηκαν πέρσι.

Οι κατασκευαστικές φάσεις που διακρίνονται δεν είναι εύκολο να συνδεθούν με συγκεκριμένες ιστορικές περιόδους και γεγονότα. Για την κατασκευή του υδραγωγείου στη ρωμαϊκή περίοδο έγινε ήδη λόγος. Η δεύτερη, παλαιοχριστιανική φάση θα μπορούσε να σχετίζεται με τα υδρευτικά έργα που γνωρίζουμε ότι πραγματοποίησε στην περιοχή της Θεσσαλονίκης ο Μ. Κωνσταντίνος. Μία από τις μεσοβυζαντινές επισκευές συνδέεται ίσως με τη γενικότερη ανάπτυξη της περιοχής του Χορτιάτη, που οφείλεται στο χτίσιμο και την ακμή της Μονής Χορταΐτου. Από την εποχή αυτή διαθέτουμε και την πρώτη έμμεση πληροφορία για το υδραγωγείο από το Τυπικόν της Μονής του Χριστού Παντοκράτορα του 1137, από όπου προκύπτει ότι το 12ο αιώνα η Θεσσαλονίκη υδρευόταν από το νερό του Χορτιάτη. Λίγες δεκαετίες αργότερα ο μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Ευστάθιος αναφέρεται κι αυτός στο «Χορταήθεν Ύδωρ», ενώ ανάλογες αναφορές υπάρχουν σε χρυσόβουλλα του 1316 και 1317.

Η πρώτη από τις φάσεις του υδραγωγείου που ανήκει στην περίοδο της τουρκοκρατίας θα πρέπει να αποδοθεί στον Μουράτ Β΄, καθώς λίγο μετά την άλωση της Θεσσαλονίκης το 1430, μερίμνησε για την επισκευή της υδατογέφυρας και κατασκεύασε είκοσι νέες κρήνες στη Θεσσαλονίκη, καθώς και το περίφημο «Λουτρό του Μπέη», που έπαιρναν νερό από τον Χορτιάτη.

Η λειτουργία του υδραγωγείου βεβαιώνεται από τα γραπτά κείμενα τόσο στο 16ο αιώνα, στο Χρονικόν του Ιέρακος και στο ημερολόγιο του γραμματέα ενός Βενετού πρεσβευτή, όσο και στο 17ο, στο Οδοιπορικό του περιηγητή Εβλιά Τσελεμπί. Από το 18ο αιώνα αναφέρονται συγκεκριμένα γεγονότα, όπως ότι το 1722 κάποιοι κάτοικοι της Θεσσαλονίκης σφετερίστηκαν και πούλησαν παράνομα σημαντική ποσότητα νερού από το υδραγωγείο Χορτιάτη, προκαλώντας παράλληλα πρόβλημα λειψυδρίας σε ορισμένες γειτονιές.

Το 19ο αιώνα ο Μιχαήλ Χατζή Ιωάννου αποκαλεί το υδραγωγείο του Χορτιάτη «το επισημότερον της σημερινής πόλεως (Θεσσαλονίκης)», το οποίο μεταφέρει νερό από τις πηγές του βουνού σε μια μεγάλη δεξαμενή κοντά στη Μονή Βλατάδων.

Το 1927, εννιά χρόνια μετά την ανακαίνιση του qanat της Αγίας Παρασκευής, ο Δήμος Θεσσαλονίκης διέκοψε την υδροδότηση της Μονής Βλατάδων από το νερό του Χορτιάτη και διοχέτευσε το τελευταίο σε νέες δεξαμενές. Από το 1945 η υδατογέφυρα έπαψε να λειτουργεί, αλλά το νερό περνούσε από το ίδιο σημείο, σε υπόγειο πλέον αγωγό. Η Θεσσαλονίκη συνέχισε να υδροδοτείται από το νερό του Χορτιάτη μέχρι το 1975.

Με το σωζόμενο τμήμα του υδραγωγείου του Χορτιάτη συνδέεται και το τραγικότερο γεγονός στην ιστορία του βουνού και ειδικότερα του ομώνυμου χωριού, καθώς στο σημείο εκείνο διαδραματίστηκαν τα γεγονότα που οδήγησαν στο Ολοκαύτωμα της 2ης Σεπτεμβρίου του 1944.

Περιορισμένες επεμβάσεις πραγματοποιήθηκαν στο υδραγωγείο στη δεκαετία του 1980, με στόχο την ενίσχυση του μεγάλου κεντρικού τόξου, που παρουσίαζε στατικά προβλήματα. Οι επεμβάσεις αυτές όμως δεν έλυσαν τα προβλήματα του μνημείου και έτσι στην αρχή της δεκαετίας του 2000 πραγματοποιήθηκαν από την 9η ΕΒΑ περιορισμένες και πάλι επεμβάσεις αρμολόγησης στα τμήματα κάτω από τη γένεση του μεγάλου τόξου, που πάντως αλλοίωσαν την όψη του μνημείου, καθώς χρησιμοποιήθηκε υπερβολική ποσότητα τσιμέντου.

Γίνεται εύκολα αντιληπτό ότι το υδραγωγείο γνώρισε σε όλη τη μακραίωνη ιστορία του πλήθος φθορών, τόσο από το χρόνο, όσο και από τις κατά καιρούς εκτεταμένες επεμβάσεις που οφείλονται στον ανθρώπινο παράγοντα. Τα σχετικά έντονα καιρικά φαινόμενα κατά την χειμερινή περίοδο, αλλά και η κατά τόπους πυκνή βλάστηση που καλύπτει τους τοίχους, και ιδιαίτερα οι κισσοί, συνετέλεσαν σημαντικά στις φθορές του μνημείου. Οι βασικοί στόχοι του έργου που προτάθηκε στην εν λόγω προμελέτη αφορούν τόσο στο ίδιο το μνημείο όσο και στον περιβάλλοντα χώρο.

Το υδραγωγείο εμφανίζει μεν τη γενική εικόνα μιας ευσταθούς κατασκευής, υπάρχουν όμως πολλά επιμέρους προβλήματα, όπως π.χ. εκτεταμένες φθορές στα τόξα, στα συνδετικά κονιάματα και τα αρμολογήματα, ενώ η ανωδομή και το αυλάκι που δεχόταν τον αγωγό του νερού είναι κατεστραμμένα σε πολλά σημεία. Στις προτεινόμενες εργασίες συμπεριλαμβάνονται μεταξύ άλλων ο πλήρης καθαρισμός του μνημείου από τους κισσούς και τα άλλα φυτά μέσα στην τοιχοποιία του, εργασίες αντιστηρίξεων και σωστικών επεμβάσεων, επεμβάσεις στις τοιχοποιίες, στερέωση των τόξων και στεγανοποίησή τους και αποκατάσταση των αρμολογημάτων, πάντα βέβαια με βασικό μέλημα τη διατήρηση, στο μέγιστο δυνατό βαθμό, της αυθεντικότητας της κατασκευής.

Σε ό,τι αφορά ανασκαφικές εργασίες, η πραγματοποίηση τομών μπροστά από το σωζόμενο ρωμαϊκό τμήμα, στη Β όψη, πιστεύεται ότι θα βοηθούσε στην απόκτηση περισσότερων στοιχείων για τη χρονολόγηση της αρχικής κατασκευής του μνημείου και φυσικά στη μελέτη, αλλά και την ενίσχυση της θεμελίωσής του. Επίσης, προτείνεται η αποχωμάτωση των τμημάτων δυτικά από το ίδιο σημείο, ώστε να φανεί η επαφή των δυτικών αντηρίδων με το φυσικό βράχο και να αποκρυσταλλωθούν στοιχεία αναφορικά με τον αριθμό και τη χρονολόγηση των αντηρίδων.

Η εκτέλεση και ολοκλήρωση του έργου θα έχει ως τελικά αποτελέσματα τη στερέωση του υδραγωγείου, τη διατήρηση και την ευκρινέστερη διάκριση και κατανόηση των κατασκευαστικών του φάσεων, αλλά και την ανάδειξη της λειτουργίας του και της ιστορικής του σημασίας για την περιοχή.

Σε ό,τι αφορά τον περιβάλλοντα χώρο, που σήμερα είναι σε μεγάλο βαθμό ακάθαρτος και ακαλαίσθητος, προτείνεται η ανάδειξή του σε επισκέψιμο περιφραγμένο αρχαιολογικό χώρο, μοναδικό στην περιαστική Θεσσαλονίκη, ικανό να φιλοξενεί και να ενημερώνει τους επισκέπτες, γεγονός που θα συμβάλει στη γενικότερη πολιτιστική αναβάθμιση της περιοχής.

Η προμελέτη κατατέθηκε τον περασμένο Δεκέμβριο στο Τοπικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο, όπου εγκρίθηκε ομόφωνα. Έτσι ανοίγει πλέον ο δρόμος για την οριστική μελέτη και κυρίως για την πολυπόθητη συντήρηση και ανάδειξη του τόσο σημαντικού μνημείου της ευρύτερης περιοχής της Θεσσαλονίκης, όπως αυτές έχουν από δεκαετίες διατυπωθεί ως επιθυμία τόσο από μέλη της επιστημονικής κοινότητας όσο και από πολίτες της περιοχής. Θα ήθελα στο σημείο αυτό να εκφράσω τις θερμές μου ευχαριστίες, όχι μόνο για την εμπιστοσύνη τους προς το πρόσωπό μου, αλλά κυρίως για την έντονη και ειλικρινή προσπάθειά τους για προώθηση του έργου, τόσο προς τον Δήμαρχο Χορτιάτη κ. Γεράνη, που είναι ο πρώτος Δήμαρχος του τόπου που δείχνει έμπρακτο ενδιαφέρον για τις αρχαιότητές του, όσο και προς την κ. Μαρκή, που επίσης είναι η πρώτη στον τομέα της που ασχολείται σε τέτοιο βαθμό με τον Χορτιάτη και ολοκλήρωσε την πολυετή θητεία της στην Αρχαιολογική Υπηρεσία θέτοντας τις βάσεις ενός τόσο σημαντικού έργου. Θέλω να πιστεύω ότι και η συνέχεια, που αφορά κατά πρώτο λόγο τη χρηματοδότηση όπως αυτή έχει εγκριθεί, θα είναι εξίσου επιτυχής και ταχεία.

Μανόλης Μανωλεδάκης

Αφήστε μια απάντηση