Περιηγήστε τώρα στο μηνιαία Άρθρα σχετικά με Μάιος 2017.

Θεόφιλος Χατζημιχαήλ (1870-1934), ένας αμετανόητος όσο και ιδιοφυής λάτρης του παρελθόντος

Θεόφιλος Χατζημιχαήλ (1870-1934), ένας αμετανόητος όσο και ιδιοφυής λάτρης του παρελθόντος

 

Με αφορμή τη διαμάχη περί των νέων Προγραμμάτων Σπουδών της Ιστορίας
στην εγκύκλιο εκπαίδευση.

 

Για άλλη μία φορά ξέσπασε διαμάχη για ζητήμα­τα της εκπαίδευσης. Τούτη τη φορά στο επίκεντρο βρέ­θηκε το μάθημα της Ιστορίας και η επιχει­ρού­με­νη αναθεώρηση του προγράμματος διδασκαλίας του στις δύο κατώτερες βαθμίδες από επιτροπή του Ιν­στι­τούτου Εκπαιδευτικής Πολιτικής (ΙΕΠ) υπό τον κα­θηγητή κ. Π. Βόγλη. Δίνεται λοι­πόν αφορμή να εκ­φρα­στεί ένας προ­βλη­μα­τι­σμός που συ­νο­δεύει ανα­πό­δραστα τον γράφοντα κατά τη δι­δα­σκα­λία του συ­γκε­κριμένου μα­θήματος στη δευτε­ρο­βάθ­μια εκ­παί­δευ­ση. Ο εν λόγω προβληματισμός τρο­φο­δο­τεί­ται από τρεις πηγές: καταρχάς από την αδι­ά­λει­πτη ανη­συ­χία που συ­νο­δεύει κάθε επιστημο­νι­κή μέ­ρι­μνα, κα­τά δεύ­τερο λόγο από την καθη­με­ρι­νή σχο­λι­κή εμπει­ρία και, κατά τρίτο, από τον δη­μό­σιο διά­λο­γο, τε­λευταία εκδοχή του οποίου είναι η προ­ανα­φερ­θεί­σα διαμάχη. Σπεύδω βέβαια να ομολο­γή­σω ότι το βα­σι­κό κί­νητρο που καθοδηγεί την πα­ρέμ­βα­ση συνί­στα­ται από το γενικότερο θεωρη­τι­κό εν­δια­φέρον για τη με­τα­χεί­ριση που επι­φυλάσ­σουν στο πα­ρελθόν οι εντελλόμενοι με τη διαχεί­ρι­σή του, και δη οι κρα­τι­κοί λειτουργοί.

Ας ξεκινήσουμε την περίσκεψη με κάποιες πα­ρα­δο­χές που αφορούν την αποτελεσματικότητα της δι­δα­σκαλίας στη μέση εκπαίδευση. Αν παραδεχθούμε ότι βασικός σκοπός του μαθήματος της Ιστορίας δεν εί­ναι η απο­μνη­μόνευση γεγονότων και χρονολογιών αλ­λά η καλ­λιέργεια κριτικής ιστορικής συνείδησης, τό­τε οι πε­ρισσότεροι μάλ­λον θα συμφωνούσαν με τη δια­πί­στω­ση της αποτυχίας του εκ­παι­δευ­τικού συ­στή­μα­τος ως προς αυτόν τον στόχο. Μιλώντας για «κρι­τι­κή ιστορική συνείδηση» εννοώ εκείνη την όξυν­ση της σκέ­ψης που προκύπτει όταν τίθεται το ιστο­ρικό παρελθόν ως αντι­κείμενο διερεύ­νη­σης. Αυ­τό σημαίνει ότι ο διδάσκων θα πρέπει να ανακινεί κα­τά τη διδασκαλία μια ερωτηματοθεσία η οποία φω­τίζει άδηλες πτυχές και θέτει υπό εξέταση στε­ρε­ό­τυ­πες βεβαιό­τη­τες, με προσ­δοκώμενα οφέλη τη δρο­μο­λόγηση μιας επιστη­μο­νικού τύπου αντιμε­τώ­πι­σης των απο­ρι­ών και ― εν­δε­χομένως ― την εμ­βρι­θέ­στε­ρη κα­τα­νό­ηση. Αυ­τή εν προκειμένω θα είναι η ιστο­ρι­κή γνώ­ση.

Δυστυχώς κατά κανόνα ο παραπάνω στόχος ούτε τί­θεται συστηματικά ούτε εξυπηρετείται σε καμία εκ­παιδευτική βαθ­μίδα, εξ όσων γνωρίζω. Συ­νή­θως το Κράτος ― και η πλειονό­τη­τα των λει­τουρ­γών του ― επα­να­παύ­ε­ται στο ανα­μά­σημα της προσφερό­με­νης ιστο­ρι­ο­γραφίας, πε­ρι­ο­ρί­ζοντας την όποια κρι­τι­κή στό­χευ­ση στην επε­ξερ­γα­σία επιλεγμένων κειμέ­νων (πηγές). Βέ­βαια το ελ­λη­νι­κό εκπαιδευτικό σύ­στη­μα γενικά εμ­φανί­ζει χρό­νια ανα­πηρία στην καλ­λι­έρ­γεια της κρι­τι­κής σκέ­ψης, ρέ­πο­ντας πα­γί­ως στη μη­χανιστική ανα­παρα­γω­γή πα­ρα­δεδομένων περι­γρα­φών. Ο μηχα­νι­σμός της ανα­πα­ρα­γω­γής μάλιστα εμ­φα­νίζεται κυ­ρί­αρ­χος όταν βα­σί­ζε­ται στο σχολικό ιστο­ρικό εγχει­ρί­διο, το οποίο κά­θε χρο­νιά λει­τουρ­γεί εν είδει Ευ­αγ­­γε­λίου, ιδίως για τις πε­ριβόητες πα­νελ­λαδικές εξε­τάσεις. Η απαξιωτική αυτή συν­θή­κη επι­τεί­νε­ται στην πε­ρί­πτω­ση του μα­θή­μα­τος της Ιστο­ρίας ― όπως και σε εκεί­νο της Λο­γοτεχνίας ― μέ­σα από την ανάθεσή του σε εκ­παι­δευ­τικούς άλ­λων ει­δι­κο­τή­των, και σε κά­θε πε­ρί­πτω­ση όχι σε Ιστο­ρι­κούς, πρα­κτική η οποία μάλ­λον ενι­σχύ­ει τον μη­χα­νι­στι­κό χα­ρα­κτή­ρα της διδα­σκα­λίας.

Από την πλευρά των μα­θη­τών, η απα­ξί­ω­ση εκδη­λώ­νε­ται εκεί που το μά­θη­μα της Ιστο­ρί­ας ακο­λου­­θεί τη συνολική μοί­ρα των μαθημάτων γε­νικής παι­δεί­ας, τα οποία πα­ραγκωνίζονται αμέσως μό­λις το φρο­ντι­στή­ριο και οι προσωπικές επιδιώξεις εκδώ­σουν το σχε­τικό πρό­σταγμα. Το πρό­σκομμα αυτή τη φορά προ­έρ­χε­ται από ένα ολό­κλη­ρο σύ­στη­μα διακίνησης και εκ­με­τάλ­λευσης της στε­ρεό­τυ­πης ή παραδε­δο­μέ­νης γνώ­σης, το οποίο, ως πιο «πα­ρα­γω­γι­κό» και «χρή­σι­μο», προ­ο­δευ­τι­κά υπο­κα­θι­στά το κράτος στην εφαρ­μο­γή των οιων­δή­πο­τε υποδείξεων. Στο σκε­πτι­κό αυ­τό υπο­τάσ­σο­νται «ελεύ­θερα» όλοι οι μα­θη­τές, υπα­κούοντας στους μά­γους του άστρου της εύ­λο­γης χρη­σι­μό­τη­τος.

Χαρακτηριστικό όμως δείγμα της αδυναμίας των κρα­τι­κών ιθυ­νό­ντων να επε­ξεργαστούν μία επιστη­μο­νικά και παι­δαγωγικά αξιό­πι­στη πρόταση διδα­σκα­λί­ας της ιστο­ρι­κής σπουδής θεωρώ πως είναι τα εγ­χει­ρίδια που δι­δά­σκο­νται στο Λύκειο και ειδικά στην Γ΄ Λυκείου, γενικής παι­δείας και κατεύ­θυν­σης. Η με­θο­δολογική στό­χευ­ση των εν λόγω εγ­χειριδίων δεν εί­ναι η προώθηση του επιστημονι­κού-κριτικού πνεύ­μα­τος απέναντι στο παρελθόν αλ­λά η συνοπτική πα­ρου­σίαση ιστο­ρι­κών περιόδων ή θε­­μα­τικών ενο­τή­των. Γι’ αυτό και τα κεί­μενα των εν λόγω εγχει­ρι­δί­ων εύλογα θα χα­ρα­κτηρίζονταν μέ­τριας ποιότητας πε­ριλήψεις. Από εκεί και ύστερα αναλαμ­βά­νει ο εκ­παι­δευτικός μηχα­νι­σμός να εξουδετερώσει την όποια δημιουργική ή διερευ­νητική επι­δίωξη του μα­θη­τή, υποβάλλοντάς τον στην εξουθενωτική δι­α­δι­κα­σία της αποστή­θι­σης.

Πώς θα πρέπει λοιπόν να αντιμετωπιστεί η κα­τά­στα­ση; Ζητούμενο καταρχάς είναι να συμφωνή­σου­με ότι η πα­ραπάνω διάγνωση του προβλήματος εί­ναι ισχύ­ου­σα σε μεγάλο βαθμό. Ευ­τυχώς στα ίδια πε­ρί­που συμπεράσματα προβαίνει και η Πανελλήνια Ένω­ση Φι­λο­λό­γων (ΠΕΦ), η οποία σε σχε­τική της επι­στο­λή (24-02-2017) προς τον Πρό­ε­δρο του Ινστι­τού­του Εκ­παι­δευ­τικής Πο­λιτικής (ΙΕΠ) ανα­φέρεται σε «έλ­λειμ­μα ιστο­ρικής παι­δείας», «ου­σι­αστική αδι­α­φορία για τη σχο­λική Ιστο­ρία» από μέ­ρους των μα­θη­τών, «μη­χα­νι­κή απο­στή­θιση και πε­ριο­ρισμό του κρι­τικού πνεύ­μα­τος», ακα­τάλληλα εγ­χει­ρίδια, κατα­χρη­στικές ανα­θέ­σεις του μαθήματος κλπ. Ποια θεω­ρεί όμως η ΠΕΦ ότι είναι η εν­δε­δειγ­μέ­νη θε­ρα­πεία; Σύμ­φωνα με την επιστολή:

α) Η αδι­α­φορία των μαθη­τών οφεί­λε­ται στα υφι­στά­μενα προ­γράμματα σπου­δών, τα οποία με­ταχει­ρί­ζονται τις ιστορικές πε­ρι­ό­δους ως πε­­ρισ­σό­τερο ή λι­γότερο ση­μα­ντικές, επιβάλλοντας μά­λιστα την άνι­ση και απο­σπα­σματική δι­δα­σκαλία τους, με απο­τέ­λε­σμα να δη­μι­ουρ­γούνται μαθησιακά κε­νά. Επομένως αυ­τό που προ­τείνεται είναι «ισο­με­ρής και ισότιμη πε­ριο­δο­λό­γη­ση», με παράλληλη αύ­ξη­ση των ωρών δι­δα­σκα­λίας του μαθήματος. Υπο­θέ­τω ότι επιδίωξη της ΠΕΦ είναι να διδάσκεται η Ιστορία «στο σύνολό της». Που σημαίνει ότι το πρόβλημα της άγνοιας επι­λύ­ε­ται με πο­σο­τι­κούς όρους: όλες οι περίοδοι, με πε­ρισ­σότερο χρό­νο. Προφανώς οι συνάδελφοι της ΠΕΦ θεωρούν το πα­ρελθόν σαν μία στατική εικόνα, η οποία θα πρέπει να παρουσιαστεί στους μαθητές σε όλο της το εύ­ρος, ώστε να κι­νή­σει το ενδια­φέ­ρον και να λει­τουρ­γή­σει στο σύνολό της. Μάλλον πρό­κειται για αμήχανη λογική.

β) Η ΠΕΦ προ­τείνει επίσης τα νέα Προγράμματα Σπου­δών «να έχουν ως πρωταρχικό σκοπό τη δια­μόρ­φω­ση της ιστο­ρικής σκέψης και της ιστορικής συ­νεί­δη­σης του μα­θητή, παράλληλα με την ελληνι­κή εθνική συ­νεί­δη­ση». Και προσθέτει επ’ αυτού: «Η προ­σέγ­γι­ση του πα­ρελθόντος θα πρέ­πει να γίνεται με βάση την ελ­λη­νική ιστορία.» Το σημείο αυτό επα­να­λαμ­βά­νε­ται: «…διδασκαλία (…) της σύγχρονης ελ­ληνικής,  ευ­ρω­παϊ­κής και  παγκόσμιας Ιστο­ρί­ας, με βάση πά­ντο­τε την ελληνική Ιστορία» και η σκο­πι­μό­τητα εί­ναι να ανα­δειχθεί «η ιστορική συνέχεια» και να δια­μορ­φω­θεί «εν τέλει  ιστορική και εθνική συ­νεί­δη­ση». Αναρωτιέται κανείς κατά πόσο οι πα­ρα­πά­νω παράμετροι συμβαδίζουν με την επιστημονική διά­σταση του μαθήματος… Άραγε θα πρέπει να πα­ρα­δε­χτού­με ότι η Ιστορία ως επιστήμη οφεί­λει εξ ορι­σμού να είναι ελληνο­κε­ντρι­κή και ότι επιβάλ­λε­ται να χρησιμοποιείται ως μέσο ενίσχυσης της όποιας εθνι­κής ταυτότητας; Μήπως η ιδεολογική αυ­τή «αξιο­ποί­η­ση» του μα­θή­ματος της Ιστορίας για την καλλιέρ­γεια της εθνι­κής ταυ­τότητας δεν συνέ­βα­λε καί­ρια στην επι­στη­μονική υποβάθμιση του μα­θή­ματος και στην έντο­να προ­πα­γανδιστική επιδίωξη με την οποία έχου­με περιβά­λει οτιδήποτε θεωρούμε «ιστο­ρικό»;

Με τις θέσεις της επομένως η ΠΕΦ συμπαρα­τάσ­σε­ται με τους αρ­νητές του πνεύματος των νέων προ­γραμ­μά­των σπου­δών, τα οποία, σύμφωνα με τον επι­κε­φα­λής της επι­τροπής αναθεώρησης του ΙΕΠ, κ. Π. Βό­γλη (Εφη­με­ρίδα των Συ­ντα­κτών, 18-04-2017), προ­ορίζονται να ει­σαγά­γουν τη γε­νε­τική διάσταση και την πο­λυ­πλο­κό­τη­τα στη μεθοδολογική αντι­με­τώ­πι­ση των ιστο­ρι­κών φαι­νο­μέ­νων. Υποθέτω ότι επι­δι­ώ­κε­ται κατ’ αυτόν τον τρόπο να εν­σω­ματωθούν στις προ­δια­γρα­φές του μαθή­μα­τος επι­στημολογικές τά­σεις οι οποί­ες εκ­φρά­σθηκαν από τη δεκαετία του ’70 και έπειτα, κυ­ρίως από τους Γάλλους ιστορικούς. Λό­γου χάρη, επι­δίωξη τώρα δεν θα είναι η εμπέ­δω­ση της εθνικής ταυ­τότητας αλλά να δει­χθεί πώς συ­γκρο­τήθηκε στα νε­ό­τερα χρόνια η νεοελ­λη­νική εθνι­κή ταυτό­τη­τα. Κά­τι τέ­τοιο όμως προ­φα­νώς προ­ϋ­πο­θέ­τει άλλου εί­δους υπό­δειγμα στην προ­σέγγιση του μαθήματος, το ο­ποί­ο μάλλον συνάδει με την ενερ­γοποίηση της δι­ε­ρευ­νητικής προσέγγισης. Προ­ϋ­πο­τίθεται εν προ­κει­μέ­νω ότι θα τεθεί υπό ερώτημα η διά­στα­ση της συ­νέ­χειας στην ιστο­ρική πορεία του ελ­λη­νι­κού έ­θνους, ώστε να ανιχνευθεί η «αφύ­πνι­ση» (ή ανα­συ­γκρό­τηση) της εθνι­κής ταυτότητας. Οπό­τε αυ­τόμα­τα προκαλείται κλονισμός της παρα­δο­σιακής προ­σέγ­γι­σης του Κ. Παπαρρηγόπουλου, η οποία αναδεί­χθη­κε σε κα­θε­στωτικό ιδε­ολόγημα από το νεοελ­λη­νι­κό κρά­τος στο εκ­παι­δευ­τικό του σύ­στη­μα.

Αξιοσημείωτο είναι εδώ ότι σε κείμενο που διακι­νή­θη­κε μέσω διαδι­κτύ­ου (22-04-2017) και φέρει το όνο­μα του Σ. Τουλιά­του, Ορ­γανωτικού Γραμ­μα­τέα της ΠΕΦ, επι­κρίνεται το ανα­θε­ω­ρητικό πνεύ­μα των νέ­ων προγραμμάτων με το επιχείρημα ότι η «α­γω­νι­ώ­δης αναζήτηση των ταυτοτήτων είναι μια υπο­κει­με­νική περιοριστική και διαχειριστική τάση, όπου η κά­θε ομάδα διεκδικεί για τον εαυτό της το με­γα­λύ­τε­ρο μερίδιο των δικαιωμάτων, της εργα­σί­ας, των συν­θηκών ζωής και τείνει σ’ έναν ηγεμο­νι­σμό». Οξυ­δερ­κής παρατήρηση, η οποία όμως, κατά τη γνώ­μη μου, περιγράφει εξίσου καίρια τον επιλήψιμο τρό­πο με τον οποίο διαχειρίστηκαν το ιστορικό τους πα­ρελ­θόν τα εθνι­κά κρά­τη των Βαλκανίων ― μεταξύ αυ­τών και η Ελ­λάδα ―, μέσα από την επί­ση­μη ιστο­ρι­κή τους πε­ρι­γραφή. Τη συγκριτική αυτή αντι­με­τώ­πι­ση της ιστο­ρι­ογραφίας δεν φαίνεται όμως να την υπο­λο­γί­ζει ο κ. Τουλιάτος.

Αντίθετα επιμένει στην «οριστική Ιστορία», με την έννοια της επιστημονικής καταγραφής και με­λέ­της των ιστορικών γεγονότων και της διατήρησης των «βασικών γραμμών». Είναι χαρακτηριστικό ότι, παρ’ όλη την κοινωνική του ευαισθησία, ο κ. Του­λιά­τος αντιμετωπίζει το ιστορικό παρελθόν σαν ένα στα­τικό εξω­τε­ρικό αντι­κείμενο, το οποίο έχει εν πολ­λοίς συντελεστεί και πλέον διατίθεται προς ανα­πα­ραγωγική μελέ­τη, κατά τα πρότυπα του ιστορικού θε­τικισμού. Γι’ αυ­τό και απορ­ρί­πτει την έννοια της Ιστο­ρίας ως συ­νι­στα­μέ­νης του πα­ρόντος. Μα πώς αλ­λιώς μπορεί να υπάρ­χει το οιοδήποτε παρελθόν πα­ρά ως διάσταση του παρόντος; Και επομένως, υπό αυ­τήν την προ­οπτική, σε ποιο ιστορικό φαι­νό­­με­νο θα αποδώσουμε μεγαλύτερη σημασία, στην εκ­δή­λω­ση της «Βιομηχανικής Επανάστασης» ή στην εκδή­λω­ση της Ελληνικής Επανάστασης; Το σκεπτικό των νέων προγραμμάτων υποθέτω ότι θα απέδιδε πε­ρισ­σό­τερο βά­ρος στο πρώτο φαινόμενο, ενώ οι αντιρ­ρη­σίες θα επέμεναν στο δεύτερο. Το κριτήριο των τε­λευταίων θα είναι η «ελληνοκεντρική» προο­πτι­κή. Το πρόβλημα που διαπιστώνεται είναι ότι η εθνο­κε­ντρι­κή ιστοριογραφική προοπτική, διότι περί αυ­τής πρό­κειται, απο­δίδεται πάντοτε διαμέσου της κρη­σά­ρας του άμωμου και του αξιό­λο­γου, μια αμυντική πρα­κτική η οποί­α οδηγεί στην αποσιώπηση πολλών σε­λίδων «μαύ­ρης» ελληνικής Ιστορίας (βιαι­ο­πρα­γί­ες, εμφύλιοι πόλεμοι, δικτατορίες κλπ.), προς ενί­σχυ­ση βέβαια της εθνικής αυ­τοεκτίμησης.

Στις παρατηρήσεις που απηύθυνε εσχάτως το Προ­εδρείο της ΠΕΦ προς την επιτροπή του ΙΕΠ (ΑΠ 77 / 12-05-2017) υιοθετείται κατ’ ουσίαν το σκεπτικό Του­λιάτου: Καταγγέλ­λεται εν πολ­λοίς η κατ’ επιλο­γήν θεματική διάταξη του προ­γράμματος διδασκα­λί­ας της ιστο­ρικής ύλης, διό­τι ευνοεί την αυθαιρεσία του εκπαιδευτικού, και απαιτείται η διδασκαλία της γραμ­μι­κής ιστορικής συ­νέ­χειας. Καταγγέλλεται επί­σης η απουσία της μέριμνας για προ­α­γωγή της ελ­λη­νι­κής εθνι­κής ταυτότητας. Κατα­κρί­νεται εξάλλου ο πε­ρι­ο­ρι­σμός του διδακτικού εγχειριδίου σε βο­η­θη­τι­κό ρό­λο και απορρίπτεται ο κατακερ­μα­τι­σμός της δι­δα­σκό­με­νης ύλης ανά την επικράτεια. Τα νέα προ­γράμ­ματα σπουδών χα­ρα­κτηρίζονται «αντι­ε­πι­στημο­νι­κά», δι­ό­τι η Ιστο­ρία είναι επιστήμη που «προσα­να­το­λίζεται προς τις γε­νι­κεύ­σεις, αφαιρέσεις και ανα­κα­λύψεις κα­νο­νι­κοτήτων και νόμων» (!). Για τους πα­ρα­πάνω λό­γους η ΠΕΦ αρνήθηκε να προσέλθει σε δι­ά­λογο με τους αρ­μό­διους του ΙΕΠ. Ανάλογο δε σκε­­πτικό εκφράζει με ανα­κοίνωσή της και η Εται­ρεί­α Ελλήνων Φιλο­λό­γων (24-05-2017) ― σε άψογο πο­λυ­τονικό σύστημα.

Δεν μπορώ να μην παρατηρήσω ότι οι αντιλήψεις πε­ρί γραμμικότητας του χρόνου και περί ιστορικής συ­νέχειας δεν αντέχουν πολύ στην κριτική. Εάν η συ­νέχεια αποτελούσε ιδιότητα του ιστορικού παρελ­θό­ντος, θα μπορούσαμε τότε να προβλέψουμε εύ­κο­λα την εξέλιξη του ιστορικού γίγνεσθαι. Ποιος όμως δια­θέτει τέτοιου είδους ικανότητες; Μήπως μπο­ρού­σε κανείς να προβλέψει το αιματοκύλισμα στην πρώ­ην Γιουγκοσλαβία ή, για να μην πάμε πολύ μα­κριά, την οικονομική κατακρήμνιση του ελλη­νι­κού κρά­τους λίγα χρόνια μετά την αποκορύφωση των Ολυ­μπι­ακών Αγώνων; Στην πραγματικότητα το ιστο­ρικό γί­γνεσθαι αποκαλύπτεται πολυσχιδές και ανα­πά­ντε­χο, εμφανίζοντας αλλού συνέχειες, αλλού ασυ­νέ­χει­ες, επιτρέποντας μόνο στους νουνεχείς κά­ποια διό­ρα­ση των προσιόντων, που λέει και ο ποιη­τής. Αλλά μας βολεύει γενικά να συ­γκαλύπτουμε την πολυσχιδία με τις αφαιρέσεις και τις γε­νι­κεύ­σεις μας, επιβάλλοντας την ευκολία της στερεό­τυ­πης ομοιομορφίας ― με άλλα λόγια, τη γραμ­μικό­τη­τα και τη συνέ­χει­α ―, πλάθοντας μία χρηστική εικό­να για το παρελθόν.

Φοβάμαι λοιπόν ότι η στάση του Προεδρείου της ΠΕΦ κα­τάφερε να την ταυ­τίσει με αυτό ακριβώς που επέ­κρι­νε: με την αντι­ε­πι­στημονική και ιδεοληπτική προ­σέγ­γιση στη δι­δα­σκα­λία της Ιστορίας. Υιοθετώ γι’ αυ­τό τη συνετή κριτική που ασκήθηκε από τη συ­νά­δελ­φο Ά. Στρι­φτόμπολα (Εφημερίδα των Συντα­κτών, 24-05-2017). Επιφυλάσσομαι ωστόσο να παρα­δε­χθώ πρόθυμα ότι η επιζητούμενη επι­στη­μο­νι­κό­τη­τα εξα­σφα­λίζεται αυτόματα με το νέο πλαίσιο δι­δα­σκα­λίας που σχε­διά­ζει το ΙΕΠ. Η πικρή πείρα από τις αλ­λε­πάλ­λη­λες εκπαι­δευ­τι­κές μεταρρυθμίσεις και την εφαρ­μο­γή τους στη σχολική καθημερινότητα προ­διαθέτει για ένα μέλ­λον ελάχιστα διαφορε­τι­κό. Και αυτό διό­τι η επι­στη­μονικότητα του οποιου­δή­πο­τε μαθήματος δυ­στυ­χώς ή ευτυχώς δεν εξα­σφα­λί­ζε­ται μόνον από το πρό­γραμμα σπουδών ή από το σχο­λι­κό εγ­χει­ρί­διο. Εξασφαλίζεται τελικά και από τον δά­σκαλο και την κα­τάρ­τι­ση που διαθέτει στην αντι­με­τώπιση του αντι­κει­μέ­νου του. Το ίδιο και η πε­ρι­βό­ητη αντικειμενικότητα που επιδιώκει η ΠΕΦ. Το προ­τεινόμενο Πρό­γραμμα Σπου­δών προτίθεται να ενι­σχύσ­ει ― και σω­στά, κατά τη γνώ­μη μου ― τον ρό­λο και τις επι­λο­γές του εκ­παι­δευ­τικού. Αρκετά πια με τον ασφυκτικό συγκεντρωτισμό της κρατικής εκ­παί­δευσης, ο οποίος τροφοδοτεί εντέλει τη φροντι­στη­ριακή αγο­ρά. Πολύ σω­στά προβλέπεται η ει­σα­γω­γή νέ­ων μέ­σων και ψη­φι­οποιημένων πηγών στη δι­δασκαλία. Ανα­ρω­τιέ­μαι ωστό­σο κατά πόσο οι Έλ­λη­νες εκπαι­δευ­τικοί δια­θέ­τουν την κα­τάλ­ληλη κα­τάρ­τιση για να αντα­πο­κρι­θούν στις νέες απαι­τή­σεις και αν υπάρχει τό­σο η κα­τάλ­λη­λη υπο­δομή όσο και η λει­τουργική ευ­χέρεια στα σχολεία, ώστε να εφαρ­μο­στούν οι σχε­διασμοί του ΙΕΠ. Αν στρα­φεί κα­νείς προς την εκ­παι­δευτική πραγ­μα­τι­κό­τητα, μάλλον σκε­πτικισμό και θλί­ψη θα αι­σθανθεί.

Ένας άλλος παράγοντας που καραδοκεί να υπο­νο­μεύσει τα σχέδια του ΙΕΠ είναι η προχειρότητα των επιλογών της εκάστοτε πολιτικής ηγεσίας, δείγ­μα­τα της οποίας δυστυχώς έχουμε υποστεί και εσχά­τως. Θα πρόσθετα δε ότι η προ­χει­ρότητα στον πο­λιτικό σχε­διασμό είναι εκείνη που κατά κανόνα σφρα­γί­ζει με ημε­ρο­μη­νία λήξεως τέτοιες ανα­θεω­ρη­τικές προ­σπάθειες, οι οποίες διαρκούν μέχρι τις επό­μενες εκλο­γές, οπότε μεταβάλλεται και η πολι­τι­κή καθο­δή­γηση του ΙΕΠ. Ώστε η κακοδαιμονία δεν έχει τέ­λος.

Ολοκληρώνω αυτές τις σκέψεις συντασσόμενος κα­ταρχήν με τις αρχές που διέπουν το έργο της επι­τρο­πής του ΙΕΠ, εκφράζοντας ωστόσο τον σκεπτι­κι­σμό μου για το τελεσφόρο της προσπάθειας. Δυ­στυ­χώς οι εμπεδωμένοι μηχανισμοί στο ελληνικό εκπαι­δευ­τικό σύστημα δεν επιτρέπουν ούτε ελευθερία πνεύ­ματος και επιλογών ούτε ανατροπές στα γνω­στι­κά στερεό­τυ­πα. Το υπό διαμόρφωση πρόγραμμα σπου­δών της Ιστο­ρίας, για να εφαρμοστεί σωστά, θα απαι­τούσε μία συνολικότερη μεταρρυθ­μι­στική προ­σπά­θεια, η οποία αφενός θα ενίσχυε την παι­δα­γω­γι­κή και επιστημονική επάρ­κεια του εκπαιδευτικού προ­σωπικού και αφετέρου θα έθετε ως κυρίαρχο στό­χο την προα­γω­γή της δημιουργικής διε­ρεύ­νησης της γνώ­σης, αντί για τη στείρα αναπα­ρα­γω­γή λόγων. Αλ­λά πο­λύ φο­βά­μαι ότι απέ­χου­με από κάτι τέτοιο, «πα­ρασάγγας», θα έλεγε ένας φιλόλογος.

Και μια τελευταία, συγκεφαλαιωτική παρατή­ρη­ση. Στη δι­δασκαλία του μαθήματος της Ιστορίας ελ­λο­χεύει ένα οξύμω­ρο: διδάσκουμε το παρελθόν για να προ­ε­τοι­μάσουμε το μέλλον. Ουσιαστικά λοιπόν συ­γκρού­ο­νται δύο επιδιώξεις: οι μεν επιζητούν μέ­σω της Ιστο­ρί­ας να διαμορφώσουν Έλληνες, οι δε επι­δι­ώ­κουν να δι­α­μορφώσουν πολίτες του ελλη­νι­κού κράτους, άσχε­τα από το αν θα είναι Έλληνες ή οτι­δήποτε άλλο. Σε κάθε περίπτωση, η ιδεολογική με­ταχείριση του ιστο­ρι­κού παρελθόντος προδίδεται από την επιδίωξη. Το ζή­τημα σε κάθε περίπτωση εί­ναι ότι θα πρέπει να δια­τηρείται εκείνη η μεθο­δο­λο­γι­κή και λογική πει­θαρ­χία που θα είναι σε θέση να τη­ρήσει αποστάσεις από την ιδεολογική επιδίωξη και να καταξιώσει την κριτική εξέταση προς όποια κα­τεύθυνση. Εκεί, αν επιτρέπεται, αναδεικνύεται ο πραγ­ματικός δά­σκαλος.

 

25 Μαίου 2017

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Αυγή (2-06-2017).

Ερανίσθηκε επίσης στην επιθεώρηση Νέα Παιδεία (162/Ιούνιος 2017).