Και αν υπήρχε εθνική συνείδηση;

Του ΤΑΚΗ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΥ

Σ​​​​ε όλη μου τη ζωή είχα μια ορισμένη ιδέα για τη Γαλλία. Μου την εμπνέει το αίσθημα εξίσου με τη λογική. Το συναίσθημα που έχω μέσα μου φαντάζεται αβίαστα τη Γαλλία, σαν την πριγκίπισσα των παραμυθιών ή την Παρθένο στις τοιχογραφίες, σαν να είναι προορισμένη για μια μοίρα ξεχωριστή και εξαιρετική». Με αυτές τις φράσεις, σε πρόχειρη μετάφραση, ξεκινούν τα απομνημονεύματα του Σαρλ ντε Γκωλ, ένα από τα ωραιότερα κείμενα που μας κληροδότησε ο γαλλικός εικοστός αιώνας.

«Περί δε των αρχαιοτάτων χρόνων του ελληνικού έθνους, υπάρχουσιν δύο ειδών ιστορήματα. Τα μεν είναι μυθικαί παραδόσεις, όσας διέσωσαν εις ημάς αρχαίοι ποιηταί και λογογράφοι. Τα δε ερμηνείαι των μυθευμάτων τούτων, τας οποίας επεχείρησαν αρχαίοι και νεώτεροι ιστορικοί και άλλοι λόγιοι άνδρες». Με αυτές τις φράσεις –ελπίζω να μη χρειάζονται μετάφραση στη δημώδη των ημερών μας– ξεκινά η Ιστορία του Ελληνικού Έθνους του Κωνσταντίνου Παπαρρηγόπουλου, ένα από τα ωραιότερα κείμενα που μας κληροδότησε ο ελληνικός δέκατος ένατος αιώνας. Πάντα με εντυπωσίαζε το γεγονός ότι η Ιστορία του ξεκινούσε από τους μύθους της Θεογονίας και έφτανε ως την Ελληνική Επανάσταση. Έτσι οικοδομήθηκε η εθνική συνείδηση του σύγχρονου Ελληνισμού.

Παραθέτω τα δύο αυτά αποσπάσματα για να επισημάνω δύο ουσιαστικές παραμέτρους της εθνικής συνείδησης. Η πρώτη παράμετρος είναι το «αίσθημα» το οποίο αναφέρει ο στρατηγός Ντε Γκωλ, αίσθημα το οποίο αποδίδει σε μια σχεδόν μυθική Γαλλία, όπως η Παρθένος στις τοιχογραφίες – και λέω «σχεδόν», διότι οι τοιχογραφίες, παρά τη μυθική τους αφήγηση, ανήκουν στην υλική πραγματικότητα του παρόντος. Λίγο πιο κάτω στο κείμενο ο συγγραφέας αναφέρεται στο «πνεύμα»–génie– της Γαλλίας. Ως γνωστόν, ο στρατηγός, ως Πρόεδρος της Δημοκρατίας, πολλές φορές όταν αντιμετώπιζε δυσεπίλυτα προβλήματα, αποσυρόταν στο σπίτι του στο Colombay Les Deux Eglises για να συνομιλήσει, όπως έλεγε, μπροστά στο τζάκι με το πνεύμα της Γαλλίας και να βρει τις λύσεις. Είχε χιούμορ ο στρατηγός. Δεν ήταν κάνας καταραμένος ποιητής. Υπήρξε ένας από τους μεγαλύτερους πολιτικούς του περασμένου αιώνα.

Η δεύτερη παράμετρος είναι ο «μύθος». Οι μυθικές παραδόσεις στις οποίες αναφέρεται ο εθνικός μας ιστορικός, δεν είναι τίποτε άλλο από επεξεργασίες της πραγματικότητας, κυρίως διά του λόγου, για λογαριασμό του συλλογικού αισθήματος. Η εθνική συνείδηση, η συλλογική συνείδηση με τους όρους της σύγχρονης εποχής, είναι ένας συνδυασμός μύθων και ιστορικών γεγονότων με όχημα τη γλώσσα. Δεν μπορεί όμως να υπάρξει χωρίς το αίσθημα της ενότητας αυτών των τριών στοιχείων. Χωρίς αίσθημα δεν υπάρχει εθνική συνείδηση. Ο Παπαρρηγόπουλος είναι ο πνευματικός αντίπαλος του Μακρυγιάννη. Έφτιαξε μια Ελλάδα οικουμενική, απέναντι στην Ελλάδα του μικροχώραφου που απαθανάτισε ο περίφημος στρατηγός με το αίσθημα του φθόνου και του χόλου.

Και τώρα ας έρθουμε στο επίμαχο θέμα των ημερών, στο θέμα της Γενοκτονίας του Ποντιακού Ελληνισμού από τους νεότουρκους. Δεν θα επαναλάβω τα γνωστά, ότι ο όρος «γενοκτονία» έχει αξία νομική, και από τη στιγμή που τον αποδέχθηκε το Κοινοβούλιο αποτελεί νόμο του κράτους. Θα υπενθυμίσω απλώς ότι πριν από μερικά χρόνια η Τουρκία του Ερντογάν απέσυρε για ένα διάστημα τον πρεσβευτή της από το Παρίσι όταν το γαλλικό Κοινοβούλιο αναγνώρισε τη Γενοκτονία των Αρμενίων. Άρα ο όρος «γενοκτονία» έχει και αξία πολιτική, και μάλιστα αξία στη διεθνή πολιτική και τη διπλωματία.

Είμαι εναντίον της ποινικοποίησης των απόψεων, όσο αιρετικές και προκλητικές κι αν είναι. Στις μετανεωτερικές πολιτείες, θύματα αυτής της ποινικοποίησης είναι συνήθως όσοι υπερασπίζονται θέσεις που θεωρούνται συντηρητικές, ή εν πάση περιπτώσει μη πολιτικά ορθές. Ας πούμε η υπεράσπιση της ανωτερότητας του δυτικού πολιτισμού ή του Χριστιανισμού απέναντι στο Ισλάμ. Πριν από χρόνια, ένας ιστορικός στη Γαλλία αναγκάσθηκε να παραιτηθεί από τη θέση του στο Πανεπιστήμιο της Λυών, ο κ. Γκουγκενέμ, διότι μείωσε τον ρόλο των Αράβων στη μετάδοση των ελληνικών γραμμάτων στη Δύση, με το βιβλίο του «Ο Αριστοτέλης στο όρος του Αγίου Μιχαήλ».

Υπάρχουν ιστορικά γεγονότα, όπως η Γενοκτονία των Ποντίων ή η Καταστροφή της Σμύρνης, που έχουν καταγραφεί ως κομβικά σημεία του συλλογικού μας μύθου, της κοινής μας ευαισθησίας, κοινώς της εθνικής μας συνείδησης. Δεν χρειάζεται να έχεις πρόγονο Σμυρνιό ή Πόντιο για να αντιληφθείς το βάρος τους. Μπορεί τα επιστημονικά εργαστήρια των ιστορικών να καταλήγουν σε συμπεράσματα που διαφοροποιούν την εκτίμηση, όμως όταν αναφέρεσαι σ’ αυτά ως πολιτικός, και δη ως υπουργός Παιδείας, δεν μπορείς να κάνεις ότι δεν ξέρεις πως θίγεις το συλλογικό αίσθημα. Αλλιώς, ή είσαι βλάκας ή παριστάνεις τον βλάκα. Η συγγραφέας ενός σχολικού βιβλίου που έγραψε για τον «συνωστισμό» στη Σμύρνη δεν έγραφε επιστημονικό σύγγραμμα. Απλώς δεν ξέρει να γράφει. Δεν αντιλαμβάνεται την αξία των λέξεων που χρησιμοποιεί. Ο υπουργός Παιδείας όμως;

Κακός πολιτικός; Μέλος μιας Αριστεράς που ταυτίζει, εν τη αγνοία της, την εθνική συνείδηση με τον εθνικισμό; Όταν κατηγορούμε τη Χ.Α. ως νεοναζί στην εθνική συνείδηση απευθυνόμεθα, αυτήν τη συλλογική ευαισθησία που απέρριψε ως βδέλυγμα τον Χίτλερ. Υπάρχει ακόμη εθνική συνείδηση που εκφράζει το αίσθημα της Ελλάδας; Ή μήπως έχει κατακερματισθεί σε διάφορα γελοία υποκατάστατα, που αναγορεύουν τις αδιόριστες καθαρίστριες σε φορείς της; Ο κάθε πικραμένος ζώνεται μια ελληνική σημαία και τραβάει για Σύνταγμα.

Η Ευρώπη οικοδομείται με την υπέρβαση των εθνικών συνειδήσεων. Όχι με την κατάργησή τους.

ΠΗΓΗ

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Διδακτικές και δογματικές παρεμβολές  στον εκτενή «Βίο» του αγίου Γρηγορίου Επισκόπου Άσσου (κωδ. 448, ff. 31v – 58r (=P)

Διδακτικές και δογματικές παρεμβολές  στον εκτενή «Βίο» του αγίου Γρηγορίου Επισκόπου Άσσου (κωδ. 448, ff. 31v – 58r (=P)[1]

Του ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑ

Ουδεμία αμφισβήτηση επιδέχεται το γεγονός ότι η παρουσία των αγίων στη ζωή της Εκκλησίας είναι σημαντική. Παρουσία που συνιστά το ορθόδοξο ήθος της. Ο Ιωάννης Δαμασκηνός, ο κορυφαίος αυτός θεολόγος του 8ου αιώνα, με τη ευρύτατη θεολογική και φιλοσοφική κατάρτισή του, θεωρεί του αγίους ως άρτιους του Θεού ανθρώπους, που με τη δική τους προαίρεση και την  ενοίκηση σ’ αυτούς του Θεού και τη συνεργία, ομοιάζουν κατά το δυνατό με το Θεό, διαφυλάττουν απαραχάρακτη την ομοίωση της θείας εικόνας και φτάνουν στη θέωση[2]. Με βάση αυτόν το μεστό, ευσύνοπτο και σαφή χαρακτηρισμό, δεν είναι δύσκολο να κατανοήσει κανείς ότι οι άγιοι στη χαρισματική ζωή της Εκκλησίας, αφού οδηγούνται ολοκληρωτικά στο Θεό, αξιώνονται να συνενωθούν με αυτόν και φορούν την εικόνα του επουρανίου ανθρώπου. Γι’ αυτό και η αγιότητα κατά την άποψη του π. Δ. Στανιλοάε είναι «η ελευθερία από την αμφιβολία που περιορίζει τον άνθρωπο στον εαυτό του και ο άγιος είναι η επανόρθωση του παραμορφωμένου, από το ζωώδες, ανθρώπινου είναι, η ανθρώπινη φύση στην τελειότητά της εν Χριστώ»[3]. Συνέχεια

Μπροστά στη βαρβαρότητα

Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΡΑΚΚΑ

A woman watches victims in the 10th district of Paris, Friday, Nov. 13, 2015. At least 35 people were killed Friday in shootings and explosions around Paris, many of them in a popular concert hall where patrons were taken hostage, police and medical officials said. (AP Photo/Jacques Brinon)

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Μπροστά στην βαρβαρότητα, κάθε νοήμων άνθρωπος έχει διπλό καθήκον: Αφενός να σταθεί απέναντί της –ειδάλλως θα χάσει την ανθρωπιά του, θα πάψει δηλαδή να είναι άνθρωπος.

Αφετέρου να κατανοήσει τους μηχανισμούς που την παράγουν, για να ξέρει προς τα που βαδίζει, για να μπορέσει να καταστρώσει μια έξοδο διαφυγής από αυτήν.

Από χθες το βράδυ, οι περισσότεροι που φωνάζουν στα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης, ανακατεύουν παραληρηματικά το ένα με το άλλο, εκτοξεύοντας κάθε ειδών κραυγές κι ανοησίες νομίζοντας ότι με το να διολισθαίνουν στον πανικό και την υστερία –κάθε λογής υστερία– θα τις ξορκίσουν, και θα γλυτώσουν από το επερχόμενο κακό, που κλιμακώνεται κατά κύματα εδώ και πάρα πολλά χρόνια. Διότι, ας το έχουμε στο νου μας, όλα όσα σηματοδοτεί και συνεπάγεται η χτεσινοβραδινή επίθεση στο Παρίσι μένουν ακόμα να συμβούν, και εκείνα με την σειρά τους θα πυροδοτήσουν αντιδράσεις, καταβυθίζοντάς μας σε ένα σπιράλ χάους και αταξίας μπροστά στο οποίο η σημερινή στιγμή φαντάζει ακόμα, αναμφίβολα ως belle époque.

Βρισκόμαστε στα 1938 του 21ου αιώνα. Πως φτάσαμε μέχρις εδώ; Δεν χρειαζόταν μαντικές ικανότητες, ή κάποια υψηλή γνώση της πλανητικής πραγματικότητας στην πρώτη αυγή του 21ου αιώνα, για να κατανοήσει κανείς ότι τα σαλπίσματα περί «τέλους της ιστορίας» τα οποία υποδέχθηκαν οι θιασώτες της παγκόσμιας (και στο μυαλό τους ‘αιώνιας’ –αυτό ακριβώς ήρθε να εκφράσει η ρητορική του ‘τέλους’) δυτικής ηγεμονίας, καλοσωρίζοντας ένα κόσμο όπου τα στρατεύματα, οι τράπεζες και οι πολυεθνικές τους θα ενεργούν προς κάθε αζιμούθιο, έμελλε πολύ σύντομα να διαψευσθούν οδηγώντας τον πλανήτη στην ακραία αντίθετη κατάσταση.

Το είπε προσφάτως ο Ντεμπρέ ότι «όπου δεν υπάρχουν σύνορα υψώνονται τείχη», και η στρατιωτικό-οικονομική παγκοσμιοποίηση της δυτικής κυριαρχίας διέπραξε ακριβώς αυτό το έγκλημα –με το να αξιώσει την καθολικότητά της, συνέβαλε να υψωθούν «τείχη» αμείλικτων πολιτισμικών συγκρούσεων κατανομής της ισχύος και του πλούτου, όχι μόνον στην Βαγδάτη ή το Χαλέπι, αλλά και στο Παρίσι, ή «προσεχώς» στο Βερολίνο, τον Λονδίνο.

Δεν χρειαζόταν και πολύ μυαλό για να το καταλάβει κανείς, ιδιαίτερα αφ’ ης στιγμής δημοσιοποιήθηκε στα διεθνή μέσα στοιχεία, που εμφάνιζαν κατά προσέγγιση τον αριθμό των στρατολογημένων στο ISIS Γάλλων, Γερμανών και Βρετανών πολιτών. Πράγμα που συνεπάγεται ότι από πίσω υφίστανται μηχανισμοί υποστήριξης και διασυνδέσεων μεταξύ της Συρίας ή του Ιράκ, και θυλάκων εντός των δυτικών κοινωνιών. Ήταν θέμα χρόνου, δηλαδή, αυτοί οι μηχανισμοί να ενεργοποιηθούν όχι μόνο για την «έμπρακτη αλληλεγγύη» σ’ έναν αγώνα τον οποίο οι ίδιοι αντιλαμβάνονται ως μια κεντρική μάχη της ισλαμιστικής εξτρεμιστικής «διεθνούς» (για να μιλήσουμε και με οικείους όρους»), αλλά και για την δημιουργία «ενός, δύο, πολλών Ράκα» στην ίδια την Ευρώπη –την οποία οι ίδιοι οι μηχανισμοί της παγκοσμιοποίησης που καθιέρωσε την έχουν καταστήσει τόσο διάτρητη όσο ένα ‘ελβετικό τυρί’.

Τώρα οι δυτικοί ηγέτες και ταγοί αυτής της παγκοσμιοποίησης προσπαθούν να ξορκίσουν με καταγγελίες αυτό που ήλθε, μάταια, γιατί στην πραγματικότητα ξεπήδησε από το δικό τους κεφάλι, πάνοπλο, σαν την Αθηνά από το κεφάλι του Δία. Too little, too late που λένε και οι Αγγλοσάξωνες.

Δεν υπάρχει καμία διάθεση φτηνού λαϊκιστικού «συμψηφισμού» σε όλες αυτές τις διαπιστώσεις, μόνο μια προσπάθεια να εκλογικευτεί η αλληλουχία των γεγονότων που μας έφερε μέχρι εδώ.

Τώρα; Τώρα τι; Τώρα τα γεγονότα, με μια φριχτή μαθηματική βεβαιότητα διολισθαίνουν προς τα εκεί που όλοι ψυχανεμίζονται:

«Τα ‘ανθρώπινα δικαιώματα’ είναι πολιτικό εργαλείο μέσα σε μια πλανητική κατάσταση, η πυκνότητα της οποίας καθιστά βέβαια απαραίτητη τη χρήση οικουμενιστικών ιδεολογημάτων, μέσα στην οποία όμως η δεσμευτική ερμηνεία των ιδεολογημάτων αυτών συνεχίζει να εναπόκειται στις διαθέσεις και στα συμφέροντα των ισχυρότερων εθνών. Τα ‘ανθρώπινα δικαιώματα’ υπόκεινται στην επαμφοτερίζουσα λογική αυτής της κατάστασης και αντικατοπτρίζουν τις αντιφάσεις και τις εντάσεις που σημαδεύουν κατά τρόπο δραματικό την παγκόσμια κοινωνία. Γι’ αυτό ο αγώνας για την ερμηνεία τους αναγκαστικά θα μετατραπεί σ’ έναν αγώνα μεταξύ ανθρώπων γύρω από ό,τι θεωρεί εκάστοτε ο καθένας τους ως δικό του αναφαίρετο δικαίωμα. Αυτός ο αγώνας περί ερμηνείας έχει αρχίσει από καιρό ανάμεσα σε ‘Βορρα’ και ‘Νότο’ ή ‘Δύση’ και ‘Ανατολή’ και οξύνεται στον βαθμό όπου τα δισεκατομμύρια του ‘Νότου’ ή της ‘Ανατολής’ ερμηνεύουν όχι τυπικά, παρά υλικά τα ‘ανθρώπινα δικαιώματα’, απαιτώντας μιαν ουσιαστική ανακατανομή του πλούτου χωρίς να τους ενδιαφέρει η ηθική των χορτασμένων. Όπως η εσωτερική λογική του ‘ελεύθερου εμπορίου’, έτσι και η εσωτερική λογική των ‘ανθρώπινων δικαιωμάτων’ θα στραφεί σύντομα εναντίον της Δύσης, και τότε αυτή θα εγκαταλείψει τις σημερινές ιδεολογικές της θέσεις» [Παναγιώτης Κονδύλης, Από τον 20ο στον 21ο αιώνα: Τομές στην πλανητική πολιτική περί το 2000, Εκδόσεις Θεμέλιο, Αθήνα 1998, σελ. 67].

Μόνο που πλέον αυτός ο «αγώνας κατανομής» δεν έχει μόνον ως αντικείμενό του τον πλούτο, αλλά έχει μεταγραφεί στο υπαρξιακό πεδίο –είναι ταυτόχρονα σύγκρουση πολιτιστικών ταυτοτήτων, και σύγκρουση κατανομής. Και η Ευρώπη, ανεξάρτητα από το ποιός θα βρεθεί στο τιμόνι αυτής της διαδικασίας [ίσως εκείνος που έχει την πιο συμβατή πολιτικό-ιδεολογική τοποθέτηση, η οποία ούτως ή άλλως σταδιακά καθίσταται κυρίαρχη εντός των ευρωπαϊκών κοινωνιών], θα γυρέψει να περιφρουρήσει τα κεκτημένα της –η εκδοχή της ‘Ευρώπης-Φρούριο’ φαντάζει πλέον βέβαιη –με όλα όσα συνεπάγεται αυτό. Και το «φρούριο» δεν οχυρώνεται μόνον πίσω από τα δικά του τείχη –αλλά οργανώνει και εκστρατείες στην άμεση περίμετρό του, αξιώνοντας να διασφαλίσει την συνοχή του.

Από την άλλη, η Τουρκία έπαιξε και «έχασε». Τι έπαιξε όμως, και τι χάνει;

Στην Ελλάδα δεν έχουμε ακόμα συνείδηση* ότι το γειτονικό καθεστώς θεμελιώθηκε αποφασιστικά πάνω στις πολλαπλές γενοκτονίες του 1910-1922. Πράγμα το οποίο δεν είναι μοναχά θεωρητική ιστορική διαπίστωση, αλλά πραγματικότητα που λειτουργεί ακόμα και τώρα στην στρατηγική του. Κοινώς, από τις αρχές της δεκαετίας του 2010 το παραλήρημα νεο-οθωμανικής υπερεπέκτασης προς την Μέση Ανατολή στηρίχτηκε αποφασιστικά στην εργαλειοποίηση και την μόχλευση της βαρβαρότητας του Ισλαμικού Χαλιφάτου. Αυτό το γεγονός καταδεικνύεται περίτρανα από την μέχρι τα σήμερα άρνηση της τουρκικής εξουσίας να αναγνωρίσει την απειλή που αντιπροσωπεύει το Χαλιφάτο για την ανθρωπότητα –οι δηλώσεις του Αχμέτ Νταβούτογλου το καλοκαίρι του 2014, ότι το Ισλαμικό Κράτος δεν είναι τρομοκρατική οργάνωσηαλλά μια «κατάσταση» που θρέφεται από την οργή και την δυσαρέσκεια, δεν αφήνουν καμία αμφιβολία ως προς αυτό.

Εκείνο που «χάνει» από αυτήν του την τοποθέτηση ήταν η απώτερη στόχευση των Ερντογάν Νταβούτογλου, να πείσουν τις ΗΠΑ και την Ε.Ε. ότι μπορούν να καταστούν επίκεντρο μιας ενδιάμεσης αυτοκρατορικής ηγεμονίας που θα εξασφαλίζει τη συνέχεια της σταθερότητας μεταξύ της Δύσης και της Άπω Ανατολής. Να αποδεχθούν δηλαδή την Τουρκία ως άξονα ενός «νεο-οθωμανικού κοσμοσυστήματος» που θα συνέχει και θα «ειρηνεύει» σχεδόν ολόκληρο τον Μουσουλμανικό κόσμο, αποτελώντας έτσι ανεξάρτητο εταίρο μιας παγκόσμιας κυριαρχίας. Αυτή είναι η απώτερη στόχευση της θεωρίας περί «Στρατηγικού Βάθους» που εκπόνησε ο Αχμέτ Νταβούτογλου — ένα είδος παλινόρθωσης του ‘modus vivendi’ που προέκυψε αφότου ο στρατός των Οθωμανών ηττήθηκε έξω από τα τείχη της Βιέννης, με όρους του 21ου αιώνα βέβαια.

Αυτό το παραλήρημα, το οποίο διακρίνεται από το αντίστοιχο του Χίτλερ μόνο στο ότι διατυπώθηκε με κομψούς και παραπλανητικούς όρους –το πατροπαράδοτο οθωμανικό ‘τακφίρ’ [προσποίηση] που βρίσκεται στα θεμέλια της τουρκικής πολιτικής δεοντολογίας– οδηγείται σε μια στρατηγική ήττα καθώς πλέον θα βρίσκει την Δύση απέναντί, και όχι δίπλα του. Ή αυτό, ή στην περίπτωση που αναδιπλωθεί, θα έχει να αντιμετωπίσει στο εσωτερικό της τη δράση του ίδιου τέρατος το οποίο εξέθρεψε – και αν στο Παρίσι υπάρχουν 50 ή 500 τζιχαντιστές, είναι βέβαιο ότι στην γειτονική χώρα βρίσκονται αρκετές δεκάδες χιλιάδες.

Το πρόβλημα με αυτήν την νέα διάταξη, είναι ότι το ρήγμα που διανοίγεται μεταξύ Δύσης και Ανατολής, βρίσκεται ακριβώς κάτω από τα δικά μας πόδια, της Ελλάδας. Είναι η μοίρα της μικρής χώρας των συνόρων, να μετεωρίζεται επικίνδυνα στο κενό καθώς μετακινούνται οι τεκτονικές πλάκες της ανθρωπότητας. Και μπροστά σε αυτό, το «μνημόνιο», η οικονομική κρίση δηλαδή, η οποία απορρόφησε τόσο μεγάλο μέρος της ενεργητικότητας τα τελευταία πέντε χρόνια δεν είναι παρά το πρελούδιο μιας πολύ σοβαρής γεωπολιτικής κρίσης, που θέτει επιτακτικό το ζήτημα της επιβίωσης για τον δικό μας τον λαό –μάλιστα στην πολύ ιδιαίτερη κατάσταση αδυναμίας και ανημποριάς στην οποία βρίσκεται.

Αρκεί να αντιπαραβάλλουμε την κρισιμότητα της κατάστασης με το… μέγεθος των πολιτικών προσωπικοτήτων που την διαχειρίζονται από την πλευρά της χώρας μας για να καταλάβουμε ότι έχουμε να κάνουμε με φιγούρες που κείνται υπό το μηδέν. Τι να διαχειριστεί ο εμφανιζόμενος πλέον ως «ζητιάνος» στις πανευρωπαϊκές συνδιασκέψεις Αλέξης Τσίπρας – που κυβερνάει μάλιστα υπό τις σημαίες της… αξιοπρέπειας (!)… Και πως θα απαντήσει στο αμείλικτο ερώτημα που θα τεθεί τις επόμενες ημέρες ή τους επόμενους μήνες, το τι θα κάνει η Ελλάδα μπροστά στο Φρούριο που ορθώνεται – προφανώς ανεξάρτητα από την μηδαμινή της βούληση. Θα μείνει απέξω;  Θα μπει μέσα; Θα βρεθεί μια «τρίτη λύση» που θα την καθηλώσει ως στρατιωτικοποιημένη μεθοριακή ζώνη συγκράτησης των πληθυσμιακών πιέσεων, οι οποίες θα συνωθούνται προς τα τείχη της Ευρώπης Φρούριο; Άδηλον, ακόμα, αλλά ένα πράγμα είναι σαφές, και ως προς αυτό καλύτερα να μην κοροϊδεύουμε τους εαυτούς μας: Αν το διακύβευμα εξαρτιόταν από την εσωτερική δυναμική της χώρας, η γενικευμένη παρακμή πολιτικού συστήματος και κοινωνίας, αποτελεί εγγύηση για τα χειρότερα.

Σε αυτήν την πρώτη, άναρχη, και αναμφίβολα ελλιπή σταχυολόγηση των νέων δεδομένων θα πρέπει να προστεθεί και ένα τελευταίο σχόλιο πάνω στην φύση των σύγχρονων πληθυσμιακών μετακινήσεων –προσφυγικών ή μεταναστευτικών. Πρέπει να διακρίνουμε το ουσιώδες, το οποίο ταυτόχρονα συνιστά και κάτι το καινοφανές: Από τις αρχές της δεκαετίας του 1990,  με κλιμακούμενη ένταση, βιώνουμε μια «κίνηση του εκκρεμούς» μεταξύ παγκόσμιας κοινωνικής και οικονομικής κρίσης, οικολογικής κρίσης, γεωπολιτικής κρίσης. Η ταλάντωση γίνεται με κλιμακούμενη ένταση –ανεπαισθήτως κατά την δεκαετία του 1990, πολύ εντονότερα μέσα στο 2000, με απίστευτη ταχύτητα την δεκαετία του 2010 όπου αυτές οι αλληλοτροφοδοτούμενες κρίσεις τείνουν αναμφίβολα να αγγίξουν το σημείο σύμπτωσης. Η πραγματικότητα του σύγχρονου μεταναστευτικού ζητήματος, συμπυκνώνει μέσα της όλες αυτές τις κρίσεις, καθώς οι άνθρωποι μετακινούνται ως αποτέλεσμα της ταυτόχρονης επίδρασης των συνεπειών τους: Πρόσφυγες πολέμου, οικονομικοί μετανάστες, περιβαλλοντικοί πρόσφυγες διαμορφώνουν ένα γιγάντιο ρεύμα μετακίνησης, κυρίως προς το προπύργιο της παγκόσμιας ευημερίας σε έκταση και εμβέλεια που δεν έχει προηγούμενο στην ανθρώπινη ιστορία.

Αυτές οι μεταναστεύσεις τείνουν να καταστούν η κεντρικότερη εκδήλωση της ολικής παγκόσμιας κρίσης. Ο κόσμος έτσι όπως τον γνωρίζαμε, και η ψευδαίσθηση ασφάλειας και βεβαιότητας που μετέδιδε αλαζονικά ο κυρίαρχος πολιτισμός του, αποσυντίθενται ραγδαία. Το παγκόσμιο σύστημα τείνει να κατακερματιστεί σε φρούρια ισχύος, που περιβάλλονται από ένα no man’s land χάους και αστάθειας. Τα πλήθη που έμειναν απ έξω, συνωθούνται προς τα τείχη των φρουρίων πασχίζοντας να εισέλθουν, με κάθε μέσο, στις εστίες σχετικής ασφάλειας.

Ζούμε την εποχή των τεράτων, και το χειρότερο είναι ότι οι πρότερες ψευδαισθήσεις που είχαμε, μας εκπαίδευσαν στο να γίνουμε σχεδόν αθεράπευτα χαζοχαρούμενοι. Γι’ αυτό και το σοκ της πρόσκρουσης με την πραγματικότητα είναι αμείλικτο.

ΠΗΓΗ

ΑΡΔΗΝ

Συνέχεια

Το κύκνειο άσμα· ΛΟΥΙΣ ΜΠΟΥΝΙΟΥΕΛ

«Όπως μας πληροφορούν οι τελευταίες ειδήσεις, διαθέτουμε πια αρκετές ατομικές βόμβες, όχι μόνο για να καταστρέψουμε κάθε μορφή ζωής πάνω στον πλανήτη, αλλά και για να βγάλουμε την ίδια τη γη από την τροχιά της και να τη στείλουμε να χαθεί, άδεια και παγωμένη, μέσα στο άπειρο. Αυτό μου φαίνεται υπέροχο· μου έρχεται σχεδόν να φωνάξω μπράβο. Ένα πράγμα είναι πια σίγουρο: η επιστήμη είναι εχθρός του ανθρώπου. Κολακεύει μέσα μας το ένστικτο της παντοδυναμίας, που μας οδηγεί στην καταστροφή.  Εξάλλου, μια πρόσφατη έρευνα, το απέδειξε: ανάμεσα σε επτακόσιες χιλιάδες επιστήμονες “υψηλού επιπέδου”, που εργάζονται αυτή  στιγμή στον κόσμο, οι πεντακόσιες είκοσι χιλιάδες προσπαθούν να βελτιώσουν τα μέσα του θανάτου, να καταστρέψουν την ανθρωπότητα. Μόνον εκατόν ογδόντα χιλιάδες αναζητούν μεθόδους για την προστασία μας.

Οι σάλπιγγες της Αποκαλύψεως ηχούν μπροστά στις πύλες μας εδώ και μερικά χρόνια, κι εμείς κλείνουμε τ’ αφτιά μιας. Όπως η αρχαία, έτσι κι αυτή η νέα αποκάλυψη έρχεται καταπάνω μας με τον καλπασμό τεσσάρων ιπποτών: του υπερπληθυσμού που είναι ο πρώτος, ο οδηγός, αυτός που  ανεμίζει το μαύρο λάβαρο, της επιστήμης, της τεχνολογίας και της πληροφόρησης. Όλα τ ’ άλλα κακά που πέφτουν πάνω μας, δεν είναι παρά συνέπειες. Βάζω χωρίς δισταγμό την πληροφόρηση στη σειρά των ολέθριων ιπποτών. Το τελευταίο σενάριο που δούλεψα, αλλά που δεν θα μπορέσω ποτέ να πραγματοποιήσω, βασιζόταν σε μια τριπλή συνενοχή: επιστήμη, τρομοκρατία, πληροφόρηση. Αυτή η τελευταία, που συνήθως παρουσιάζεται σαν κατάκτηση, σαν ευεργεσία, ακόμη και σαν “δικαίωμα” είναι ίσως στην πραγματικότητα ο πιο καταστροφικός από τους ιππότες μας, γιατί ακολουθεί από κοντά τους άλλους τρεις και τρέφεται από τα ερείπια που εκείνοι αφήνουν πίσω τους. Ένα βέλος να τον χτυπήσει, και θα πάψει για λίγο η επίθεση που έχουν εξαπολύσει εναντίον μας».

ΛΟΥΙΣ ΜΠΟΥΝΙΟΥΕΛ, Η τελευταία πνοή, μτφρ. Μαρία Μπαλάσκα, εκδ. Οδυσσέας, Αθήνα 2015, 369-370, [15η έκδοση].

Εκδήλωση για την Φιλοκαλία των Ιερών Νηπτικών και τον Φίλιππο Sherrard στην Λίμνη Ευβοίας

ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟ ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΗ ΛΙΜΝΗ ΕΥΒΟΙΑΣ με αφορμή εκδήλωση για τη Φιλοκαλία των Ιερών Νηπτικών και τον Φίλιππο Sherrard
14-15 NOEMBRIOY 2015
ΟΜΙΛΙΕΣ 
Μητροπολίτης Διοκλείας Κάλλιστος Ware,
«Η Μαρτυρία της Φιλοκαλίας» 
Γιάννης Πετρόπουλος, καθηγητής στο ΔΠΘ και Διευθυντής του Κέντρου Ελληνικών Σπουδών Ελλάδος του Πανεπιστημίου του Harvard),
“Η Έννοια του Κάλλους στην Ελληνική Γραμματεία” 
Νίκος Τριανταφυλλόπουλος, επίτιμος Διδάκτορας του ΑΠΘ,
“Για τη Φιλοκαλία και τον Φίλιππο Sherrard” 
Η ΤΑΙΝΙΑ 
Φίλιππος Sherrard· Ὁ δικός μας ξένος

Παραγωγή: Αντίφωνο
ΕΠΙΣΚΕΨΕΙΣ 
Στην Oικία των Sherrard με οικοδέσποινα τη Denise Harvey και Εσπερινός στο Παρεκκλήσι της Αγίας Σκέπης με τοιχογραφίες του Aidan Hart. Επίσκεψη και Λειτουργία στη Μονή Αγίου Νικολάου Γαλατάκη. Επίσκεψη στην Οικία Ξένου-Παναγιωτόπουλου και περιήγηση στη γλυπτοθήκη της Βάνας Ξένου. Επίσκεψη και προσκύνημα στην Εκκλησία Αγίου Ιωάννου του Ρώσσου στο Προκόπι και στο Κτήμα Noel Baker.
ΣΥΝΑΥΛΙΑ
Μπαρόκ μουσικής με τον Μάρκελλο Χρυσικόπουλο και τη Θεοδώρα Μπάκα στην Οικία Ξένου-Παναγιωτόπουλου
ΓΑΣΤΡΟΝΟΜΙΑ 
Tοπικές γεύσεις στην ταβέρνα στα Κατούνια το Σάββατο και την Κυριακή γεύμα στην Οικία Ξένου-αναγιωτόπουλου
ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΧΡΟΝΟΣ
Λίγος ελεύθερος χρόνος για όσους θέλουν να περπατήσουν στη φύση της Λίμνης, στο κτήμα της Οικίας Sherrard, της Οικίας Ξένου-Παναγιωτόπουλου ή στην παραλία της Λίμνης. Χρόνος για συνάντηση και συζήτηση με τους ομιλητές και μεταξύ μας.
ΓΙΑ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΗΣΤΕ ΜΑΖΙ ΜΑΣ 
ΔΙΟΡΓΑΝΩΣΗ : ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΙΝΟΣ – Athens Bureau of the FSASS
ΠΗΓΗ

Στης αιωνιότητας το γαλαξία, με το αέρινο φωτοστέφανο

Του ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑ

Σε ηλικία 90 ετών, πλήρης μουσικών ημερών, πριν λίγο καιρό πέθανε ένας από τους θρύλους της blues μουσικής, ο B. B. King. Μαζί με τον Muddy Waters και τον John Lee Hooker συμπληρώνει την αγία τριάδα στην αιωνιότητα. Στα πολλά μουσικά «σκουπίδια» που καθημερινά εισπράττουμε, είτε από την τηλεόραση, είτε από το Διαδίκτυο, είτε από το ραδιόφωνο (αν βέβαια, αυτό υπάρχει), με τραγουδιστές και τραγουδίστριες της κακιάς ώρας, η μουσική του B. B. King ήταν, είναι και θα εξακολουθεί να είναι μια όαση, για όσους τουλάχιστον ξέρουν να ακούνε μουσική. Κι αυτό γιατί με τον B. B. King η μουσική γίνεται τέχνη, τελετή. Ο απόλυτος συνδυασμός και των δύο. Για να στήνει στην ψυχή κατάρτι. Να σε ταξιδεύει στο άπειρο.

Ο βασιλιάς της blues, είναι γεγονός ότι ενέπνευσε πολλούς μουσικούς. Ένας απ’ αυτούς είναι ο Eric Clapton, άλλος ένας rocker, μάγος της κιθάρας. Η αγάπη του B. B. King για τη μουσική, σε νεαρή ηλικία, οφείλεται στη διδασκαλία που είχε από τον ιεροκήρυκα θείο του, όταν στον αμερικανικό νότο, στη γενέτειρά του, το Δέλτα του Μισισιπή, τον έφερε σε επαφή με Αφροαμερικανούς καλλιτέχνες, όπως ο Lonnie Johnson. Έκτοτε η πορεία του υπήρξε εκπληκτική. Μια σειρά από δίσκους, από εμφανίσεις και συνεργασίες, δείχνει όχι μόνο το μουσικό ταλέντο αλλά και την απήχηση που είχε στους λάτρεις της blues και γενικότερα της rock μουσικής.

Από τον 1968 που έκαμε την πρώτη ευρωπαϊκή περιοδεία του και μέχρι σήμερα ο B. B. King ταξίδευε ασταμάτητα. Γι’ αυτό και ο χαρακτηρισμός του ως ο απόλυτος και ακούραστος μουσικός σόουμαν. Δεκαπέντε βραβεία Grammy, 40 εκατομμύρια πωλήσεις δίσκων του, σύμφωνα με το περιοδικό Rolling Stones, το κατατάσσουν στους τρείς καλύτερους κιθαρίστες στον κόσμο. Μαζί του ο J. Hendrix και ο D. Allman.

Χαρακτηριστική παρουσία στα χέρια του, η μαύρη αγαπημένη του κιθάρα, η Λουσίλ, που ακουμπισμένη στην πλατιά κοιλιά του, θα μαγεύει για πάντα. Το όνομά της, σύμφωνα με τον ίδιο, το πήρε από μια συμπλοκή δύο ανδρών για μια γυναίκα με το όνομα Λουσίλ, σ’ ένα πανδοχείο όπου έμεινε ο κορυφαίος bluesman. Ο καβγάς ήταν τέτοιος, που το πανδοχείο πήρε φωτιά και ο B. B. King όρμησε στο εσωτερικό του φλεγόμενου πανδοχείου για να σώσει την αγαπημένη του κιθάρα. Από τότε, όταν μιλούσε γι’ αυτήν, μιλούσε λες κι επρόκειτο για άνθρωπο. Σε πολλά μάλιστα τραγούδια του αναφέρεται στη Λουσίλ.

Στα 1992 οι Times της Νέας Υόρκης είχαν γράψει χαρακτηριστικά ότι η ηλεκτρική του κιθάρα κεντούσε «περίτεχνες μελωδίες», που παρέσερναν ακροατή και θεατή σε «ακραία όρια».

Στη μακρά προσφορά του στη μουσική, αξίζει να αναφερθεί το γεγονός της δωρεάς του, στο πανεπιστήμιο του Μισισιπή των 8.οοο ηχογραφήσεών του, αποτελώντας κύρια ερευνητική πηγή της blues μουσικής για κάθε μουσικό επιστήμονα.

Με τον B. B. King είμαστε πράγματι στα δυτικά της μουσικής. Σήμερα ειδικά, σε καιρούς μουσικής βαρβαρότητας, αλλά και πολιτιστικής εν γένει κακογουστιάς, ακούγοντας τον μεγάλο αυτόν bluesman, καλό είναι κάπου – κάπου να ανταμώνουμε στα όνειρα για έναν καλύτερο κόσμο. Ο B. B. King υπήρξε ένα μεγάλο εργαστήρι. Οφείλουμε, τουλάχιστον, προς τους νέους μας, να τους δείχνουμε τέτοιους δρόμους, με σαλπίσματα ενάντια στα καθιερωμένα. Αν και μιλώ από τη γενιά των πενηντάρηδων πια, τραγούδια σαν το «The Thrill Is Gone», παραμένουν αξεπέραστα και διαχρονικά. Στης αιωνιότητας, λοιπόν, το γαλαξία, με το αέρινο φωτοστέφανο ο μεγάλος bluesman B. B. King.

Οσία Θεοκτίστη η Λεσβία. Δια χειρός κυρ Φώτη Κόντογλου

Ο ΡΟΒΙΝΣΩΝΑΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ

Οσία Θεοκτίση η Λεσβία

“Mέγα το κατόρθωμα του σου βίου, Mήτερ, αληθώς. Eκπλήττεις γαρ των πιστών πάσαν ακοήν τοις σοις αριστεύμασιν. Ότι ως άγγελος επί γης… Oσία, εβίωσας και αγγέλοις καθωμοίωσαι”.    “Δίκαιος ώσπερ λέων πέποιθε”, λέγει ο σοφός Σολομών. Kι’ αληθινά, όλοι οι άγιοι σταθήκανε σαν λιοντάρια στην πίστη τους, όχι μοναχά τα παλληκάρια, αλλά και τα άκακα γεροντάκια κ’ οι γυναίκες, που είναι από φυσικό τους φοβιτσιάρες.
H χριστιανική θρησκεία είναι ηρωική. Όποιος έχει πίστη δεν φοβάται τίποτα, παρεκτός από το Θεό. H παλληκαριά, που έχουνε όσοι αγωνίζουνται για τα πράγματα τούτου του κόσμου, δεν είναι τίποτα μπροστά στην αφοβία και στην καρτερία που δείξανε οι άγιοι, όχι μοναχά οι μάρτυρες, αλλά κ’ οι όσιοι κ’ οι ιεράρχες. Ποιος από τους αντρείους του κόσμου μπορεί να αντέξη στην καταφρόνεση; Ποιος έχει τη δύναμη να υπομένη τις άδικες κατηγόριες; Ποιος γυρίζει το πρόσωπό του κι’ από τ’ άλλο μέρος για να τον χτυπήσουν, χωρίς να αντισταθή; Ποιος έχει τη δύναμη ν’ αγαπά τους οχτρούς του και να παρακαλή γι’ αυτούς; Συνέχεια

Έναν αιώνα πριν. Η Λέσβος το 1912

Η ΛΕΣΒΟΣ ΤΟ 1912. Λεπτομερής αποτύπωση της εικόνας του νησιού από την πρώτη ελληνική διοίκηση. ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: Αντώνης Βογιατζής. ΠΡΟΛΟΓΟΣ: Βασίλειος Μαρκεζίνης. Εκδόσεις Αιολίδα / Μυτιλήνη 2011

Του ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑ

Ας αρχίσω από μια βασική διαπίστωση. Έχω τη γνώμη πως υπάρχουν κάποια πράγματα που ενώ σχετίζονται με την Ιστορία, τα έχουμε χάσει και ίσως, θα έπρεπε, να προσπαθήσουμε να τα επανακτήσουμε, γιατί είμαι σίγουρος πως μέσα στον λαβυρινθώδη κόσμο που σήμερα ζούμε, με το είδος της ιστορικής γνώσης που εντέχνως μας πλασάρεται από λογής – λογής «επιστημονικοφανείς ιστορικές σχολές», μόνο Ιστορία και επιστήμη της Ιστορίας δεν είναι. Έχω την εντύπωση πως όσοι σπουδάζουμε και μελετούμε την Ιστορία του Νεότερου και Σύγχρονου Ελληνισμού – σ’ αυτή εντάσσεται και το γεγονός των εκατοντάχρονων της απελευθέρωσης της Λέσβου από τους Οθωμανούς το 1912 – ότι έχουμε απομακρυνθεί από τις πρωτογενείς πηγές του. Ομιλώ, εδώ, για εκείνον τον τεράστιο όγκο των ιστορικών τεκμηρίων, που ενώ μας δίνονται πλουσιοπάροχα, εμείς πολλές φορές, ως «άριστοι» ερανιστές, επιλέγουμε όσα μας βολεύουν και «κομμένα και ραμμένα» στα μέτρα μας, δεν τα ερμηνεύουμε σωστά, αντικειμενικά, αλλά υποκειμενικά, μέθοδος που η ιστορική επιστήμη δεν ακολουθεί, απορρίπτει. Αποτέλεσμα όλων αυτών, το πραγματικό χάσμα, με τη γνωστή ιστορική στάση που παρακάμπτει τα ιστορικά γεγονότα, που τα παρερμηνεύει, δεν τα αποτιμά όπως πράγματι συνέβησαν, στην πραγματική τους διάσταση, στοχεύοντας έτσι στη γνωστή ιδεολογικοποίησή τους, η οποία συχνότατα φέρνει στο προσκήνιο τη γνωστή διελκυστίνδα, με τους γνωστούς, βέβαια, συνειρμούς: από τη μια ο άκρατος εθνικισμός, ιστορική νοοτροπία που ξεκινά από τον 19ο αιώνα και μετά, κι από την άλλη η αποδόμηση καθετί εθνικού, από την profane ιστοριογραφία, η οποία εναγωνίως προτάσσει το κοινότυπο πια και αφελές θα ‘λεγα ρητό: «είναι καιρός πια να ξαναγράψουμε την Ιστορία μας».

Εν προκειμένω, για να μην μακρηγορώ και να περάσω στη σύντομη παρουσίαση του βιβλίου, στις εκδηλώσεις για τα Ελευθέρια της Λέσβου από τον οθωμανικό ζυγό (1912-2012), που διάφοροι φορείς του νησιού μας εφέτος κάνουν, πολλά ακούγονται και γράφονται, άλλα είναι σοβαρά κι άλλα ευτράπελα, ιδιαίτερα τα τελευταία, που σχετίζονται με το Συνέδριο Ιστορίας που σε λίγες ημέρες θα διεξαχθεί στο Δημοτικό Θέατρο Μυτιλήνης, υπό την αιγίδα της Περιφέρειας Βορείου Αιγαίου και τριών επιστημονικών φορέων του νησιού μας, την Εταιρεία Λεσβιακών Μελετών, την Εταιρεία Αιολικών Μελετών και τον Σύνδεσμο Φιλολόγων Λέσβου. Πράγματι, είναι να γελά κανείς όταν κάποιοι αυτοαναγορεύονται ιστορικοί. Στην περίπτωσή μας, για την ώρα, εδώ έχω να πω το εξής: η Ιστορία πρωτίστως ανήκει στους ιστορικούς.

Στο βιβλίο μας τώρα: Η Λέσβος το 1912, που κι αυτό εντάσσεται στον εορτασμό των 100 χρόνων από την απελευθέρωση. Πρόκειται για φωτοαναστατική έκδοση παλαιότερου βιβλίου με τίτλο: Διάφοραι μελέται περί των νήσων. Α΄ Λέσβος που εκδόθηκε στη Μυτιλήνη το 1913. Η σημερινή επανέκδοσή του, με πρόλογο του γνωστού νομικού και πανεπιστημιακού καθηγητή Βασίλειου Μαρκεζίνη – παρεμπιπτόντως, εδώ, κάμω μια παρένθεση για να συστήσω ανεπιφύλακτα το διάβασμα ενός βιβλίου του κ. Μαρκεζίνη που εκδόθηκε πέρυσι, πρόκειται για ένα προσωπικό δοκίμιο με άκρως επίκαιρο τίτλο: Η Ελλάδα των κρίσεων – με εισαγωγή και επιμέλεια του Αντώνη Βογιατζή, προέδρου του Μουσείου της Πόλεως των Αθηνών, πέραν του ότι φέρνει εμάς τους νεότερους, πολύ κοντά στα γεγονότα της σταδιακής ολοκλήρωσης και ενσωμάτωσης της Λέσβου με το ελληνικό κράτος, μετά το 1912, στοχεύει να αναδείξει και κάτι που διαφεύγει σε πολλούς. Με άξονα πάντα τον ιστορικό χρόνο, τους αργούς και τους γοργούς ρυθμούς του, που αποτελούν τη διάσταση της ανθρώπινης δράσης, στέκεται και κινείται η φύση, ο τόπος, ως αντικείμενα της γεωγραφίας, της γεωλογίας, της οικονομίας, του εμπορίου, τέλος της παιδείας του. Πρόκειται για τη μικροϊστορία, η οποία κινείται στα όρια του σύντομου χρόνου, στο επίπεδο των γεγονότων που έρχονται σταδιακά και εγγράφονται στο μακρύ χρόνο, στη μακροϊστορία με τις πολυεπίπεδες μεταβολές της, για να αποτελέσουν σε μέλλοντα χρόνο, αντικείμενο ιστορικής σπουδής, μελέτης και ανάλυσης, ιδιαίτερα μάλιστα, όταν μέσα από αυτές μπορεί να δομηθεί καλύτερα το μέλλον ενός λαού.

Η Σύγχρονη Ιστορία της Λέσβου, λοιπόν και κυρίως η μικροϊστορία της, αποτελεί γόνιμο πεδίο για να αποκρυπτογραφηθεί η συνάντηση του νησιού με την Ιστορία του ευρύτερου Ελληνισμού, στη διαχρονία του, όπως αυτή διαγράφεται στη μακρά διάρκεια των αιώνων. Εδώ, ίσως, έρχεται και δένει απόλυτα ο σοφός λόγος του μεγάλου Γάλλου ανθρωπολόγου και ιστορικού, Claude Levi – Strauss, που έλεγε ότι «όλα τα πράγματα είναι ιστορία, εκείνο που ειπώθηκε χτες είναι ιστορία, εκείνο που ειπώθηκε πριν ένα λεπτό είναι ιστορία».

Πάνω σε αυτή λοιπόν τη σκέψη, εμείς σήμερα, που πατάμε πάνω σε αυτό τον τόπο και σε αυτή τη γη, που ποτίστηκε με αίμα, από τη γενιά των παππούδων μας, ερχόμαστε να εορτάζουμε και να μνημονεύουμε ιστορικά γεγονότα που συνθέτουν τη Νεότερη και Σύγχρονη Ιστορία της Λέσβου. Με ακριβή ιστορική ματιά, καλούμαστε να μελετήσουμε και να λάβουμε σοβαρά υπόψη ιστορικά τεκμήρια, όπως αυτά του παρουσιαζόμενου εδώ απόψε βιβλίου. Μακριά από συναισθηματισμούς και ιδεολογικές φορτίσεις, μακριά από εκ του πονηρού σκοπιμότητες, νηφάλια να σκύψουμε στο διαθέσιμο υλικό που πλουσιοπάροχα μας δίνει ένα παλαιό βιβλίο, ένα βιβλίο γραμμένο από τους πρωταγωνιστές, της μετά την απελευθέρωση του νησιού περιόδου. Πάνω απ’ όλα κυρίαρχο παραμένει το αίτημα μιας νηφάλιας θεώρησης της τοπικής ιστορίας μας, του τόπου και των ανθρώπων του, που απαιτεί μια ειδική όραση, στη βάση της ιστορική, η οποία απορρέει από το μεγάλο ιστορικό βάρος της Λέσβου. Όταν η Ιστορία αναπόφευκτα συναντά τη φυσική γεωγραφία, όπου η δεύτερη προσφέρει στην πρώτη τις μαρτυρίες και τα τεκμήρια των φυσικών συνθηκών και του περιβάλλοντος, τότε μιλάμε για ιστορική γεωγραφία και κατ’ επέκταση για τοπική ιστορία, που ως επιστημονικός κλάδος σήμερα, βάσει των προσφερόμενων πηγών επιχειρεί, να ανασυνθέσει το ιστορικό παρελθόν ενός τόπου και να ερμηνεύσει τη σχέση του ανθρώπου με το έδαφος και το κλίμα.

Όλη η περίοδος που για τη Λέσβο συμβατικά αρχίζει το 1912 και φτάνει μέχρι σήμερα, είναι ο μεγάλος άγνωστος, για το ευρύτερο κοινό, και κυρίως για ένα μεγάλο μέρος του εκπαιδευτικού χώρου. Συνεπώς, οι εκθέσεις των πρώτων αξιωματούχων του ελληνικού κράτους, των Χαράλαμπου Βοζίκη, Προέδρου της Βουλής των Ελλήνων, Δημήτριου Συράκη, «Νομογεωπόνου», Τιμολέοντα Αρχοντόπουλου, Γεωπόνου, Αθανάσιου Σοφιανόπουλου, Διευθυντή της Υπηρεσίας Βιομηχανίας και Μεταλλείων Νήσων Αιγαίου και Νείλου Σακελλάριου, Καθηγητή του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, που επισκέφθηκαν την Λέσβο και κατέγραψαν λεπτομερώς τη γεωλογία, τη γεωργία, την κτηνοτροφία, την οικονομία και την εκπαίδευσή της, στο πέρασμα από την οθωμανική στην ελληνική επικράτεια, που με συστηματικό και έγκυρο τρόπο παρατίθενται στις σελίδες του βιβλίου, προβάλλουν ταυτόχρονα και την φτώχεια, που πέρασε το νησί, αλλά και την ελπίδα που δημιούργησε στους κατοίκους του, το γεγονός της απελευθέρωσής του. Ορθότατα στο πρόλογό του ο Βασίλειος Μαρκεζίνης επισημαίνει ότι οι ίδιες εκθέσεις των παραπάνω Ελλήνων αξιωματούχων – συνοπτικά βιογραφικά τους σχεδιάσματα μας δίνει στην εισαγωγή του ο Αντώνης Βογιατζής – μαρτυρούν «τον επαγγελματισμό των πρώτων εκείνων Ελλήνων δημοσίων υπαλλήλων, που με υπομονή, γνώση, κατανόηση και, ακόμα, με συγκινητική ανθρωπιά για τα δεινά του φτωχότερου τμήματος των κατοίκων της νήσου, παρεσκεύασαν τις καταγραφές τους, κατέδειξαν τις αδυναμίες της οικονομίας της και προέβησαν σε υποδείξεις, με πολύ καλή επίγνωση της καταστάσεως και γνώση για τα μέτρα που υπεδείκνυαν».

Κλείνοντας τη σύντομη παρουσίαση του βιβλίου, θεωρώ απαραίτητη την παρακάτω προσωπική υπόμνηση. Την ανάγκη της Ιστορίας την αισθάνομαι καθημερινά. Αν και μη Λέσβιος στην καταγωγή, η πάνω από δεκαετία παρουσία μου σε αυτόν τον τόπο, συζητώντας, διαβάζοντας και ταξιδεύοντας σε κάθε γωνιά του, νιώθω τη σημασία κάθε μνημείου που συναντώ, νιώθω την κάθε λέξη που δεν γνώριζα στο δικό λεξιλόγιο, και εννοώ τη Λεσβιακή ντοπιολαλιά, νιώθω το κάθε σημείο που βρίσκεται στο πιο απάνεμο σημείο μιας βουνοπλαγιάς, νιώθω το καρδιοχτύπι κάθε μαθητή και κάθε μαθήτριας, που ως εκπαιδευτικός μου χαρίζεται κάθε μέρα.

Και με αυτά γράφεται κάθε στιγμή Ιστορία, για να θυμηθούμε ξανά τα λόγια του Claude Levi – Strauss, που παραπάνω επεσήμανα. Τα έργα και οι ημέρες μιας κοινότητας ανθρώπων, όπως υπήρξαν οι Λέσβιοι μετά το 1912, η αγροτική, βιομηχανική και πολιτιστική τους δημιουργία, αποτελεί πολύτιμη κληρονομιά για την Ιστορία του Ελληνισμού, στην ολότητά του. Ζητούμενο είναι πάντα, η σφυρηλάτηση της συνέχειας και της ενότητας του λαού μας, σε καιρούς ιδιαίτερα δύσκολους, όπως αυτοί που σήμερα ζούμε.

Δημοσιεύθηκε στην εφ. ΕΜΠΡΟΣ, Σάββατο 3 Νοεμβρίου 2012 (Εμπρός).

Προεόρτια απελευθέρωσης της Μυτιλήνης από τον τουρκικό ζυγό (8η Νοεμβρίου 1912)

Του ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑ

[Απόσπασμα από τον πανηγυρικό λόγο που είχα την τιμή να κάμω στον Μητροπολιτικό Ναό του Αγίου Αθανασίου Μυτιλήνης, στις 8 Νοεμβρίου 2013,  επ’ ευκαιρία της επετείου των 101 χρόνων από την απελευθέρωση της Λέσβου το 1912].

[…] Τι μένει άραγε σ’ έναν εκπαιδευτικό που του ‘λαχε να εκφωνεί έναν πανηγυρικό λόγο, όταν στη μέτρηση του χρόνου προς τα πίσω, άλλοτε με αργούς κι άλλοτε με γρήγορους βηματισμούς, διαισθάνεται την ανατροπή των ιστορικών βεβαιοτήτων, όχι προς την κατεύθυνση – προς Θεού – της επιχειρούμενης στις μέρες μας αποδόμησης του μακρόσυρτου ιστορικού μας παρελθόντος, ούτε βέβαια, της προβολής του άκρατου εθνικισμού – από την πλευρά του εκκλησιαστικού ιστορικού θυμίζω εδώ ότι η συστέγαση εθνικισμού και ιστορίας, όταν ξεφεύγει από επιστημονικά όρια είναι άκρως επικίνδυνη, εγκληματική θα ‘λεγα· άλλωστε ας μην ξεχνάμε ότι το Οικουμενικό Πατριαρχείο στα 1872 σε Σύνοδο καταδίκαζε τον εθνοφυλετισμό ως αίρεση – τι μένει άραγε, επιμένω, στη μέτρηση του χρόνου και στη μνήμη βαρυσήμαντων γεγονότων, όπως αυτό της απελευθέρωσης της Μυτιλήνης του 1912;

Είμαι σίγουρος ότι δεν μπορεί να μείνει η θεώρηση νεόκοπων κηρύκων που εκθειάζουν μια ιστορική σκέψη, «νάιλον», όπως την έλεγε ο μεγάλος Έλλην φιλόσοφος Κορνήλιος Καστοριάδης. Αντιθέτως, μένει η με τρόπο ευκρινή και διαυγή απαίτηση ότι, όταν μνημονεύουμε σημαντικά ιστορικά γεγονότα, η αναζήτησή μας οφείλει να κινείται στον άξονα που δεν υπονομεύει την ιστορική επιστήμη, αλλά την στηρίζει σε τεκμήρια, που διαχρονικά μπορεί να κατευθύνουν την ενότητα και όχι το διχασμό ενός λαού.

Μια λογοτεχνική υπόμνηση, ας μου επιτραπεί, και τελειώνω, δένει απόλυτα με το σημερινό κλίμα του εορτασμού της απελευθέρωσης του 1912. Κατά την ταπεινή μου γνώμη δείχνει να κατευθύνει ακόμη και σήμερα το πολύπτυχο θεώρημα, ιδεολόγημα, πρόταγμα, τεκμήριο, ερμηνεία; (όπως θέλετε πάρτε το). Ότι οι πολιτισμοί είναι συνέχειες, όπως γράφει σ’ ένα περισπούδαστο βιβλίο του, ένας μεγάλος ιστορικός κι ανθρωπολόγος, ο Fernand Braudel.

Ποια είναι αυτή η λογοτεχνική υπόμνηση; Προέρχεται από τη γραφίδα του αξέχαστου λογοτέχνη Νίκου Θέμελη, στο πρώτο του βιβλίο: Η αναζήτηση. Στη δεύτερη επάλληλη αφήγηση του ήρωά του Αρχιμάστορα που άμεσα σχετίζεται με τη Μυτιλήνη, μιας πόλης σε μετάβαση από τον 19ο στον 20ο αιώνα, εκεί στα χρόνια της απελευθέρωσης, εκεί που ετοίμαζε τα σχέδια για το κτίσιμο ενός αρχοντικού, αναζητώντας καινούργιες απαντήσεις, συγκρουόμενος παράλληλα για τις ιδέες του και κυνηγημένος από προσωπικά και συλλογικά οράματα λέγει: «αποκοιμήθηκα κουτσά στραβά πάνω στον καναπέ του γραφείου, οι υπόλοιποι είχανε μείνει στο τσερνίκι και ξύπνησα στο άκουσμα του πρώτου σαλεπιτζή που πέρναγε απ’ έξω. Λίγο μετά κατέφτασε κεφάτος ο νέος νοικοκύρης και φύγαμε αμέσως να επισκεφτούμε τη γη που θα χτιζότανε το νέο αρχοντικό του. Με μια μικρή ολοκαίνουρια καρότσα διασχίσαμε την πόλη που ξύπναγε από το φως της Ανατολής και φώτιζε από το πλάι την ομορφιά της. Μέτραγα κτίσματα, γραφεία, μαγαζιά και άλλα τόσα που χτιζόντουσαν ή που δεν είχανε ακόμη τελειώσει. Όπου κι αν κοίταζες φτιαχνόταν κάτι καινούργιο, ετοιμαζόταν κάτι μεγαλύτερο. Αφήσαμε την πόλη και φτάσαμε λίγο πιο έξω, στ’ Ακλειδιού, κοντά σε άλλα αρχοντικά, δύο απ’ αυτά ακόμα με τις σκαλωσιές. Κοιτάζανε στη θάλασσα και στα βουνά της Μικρασίας. “Κι ο απέναντι γιαλός είναι δικός μας, Μυτιληνιός, κι ό,τι βλέπει το μάτι σου κι ακόμη παραπέρα. Από το Αϊβαλί μέχρι την Πόλη και τη Σμύρνη τα τσιφλίκια και η αγορά μας, από τη Μαύρη Θάλασσα μέχρι το Κάιρο οι δουλειές μας”, παινεύτηκε ο νέος νοικοκύρης φχαριστημένος για όσα υπήρχανε κι ακόμη πιο πολύ για όσα περίμεναν».

Χρόνια Πολλά…

Και ας μην ξεχνάμε αυτό που λέει ο ποιητής μας, ο Ελύτης:

«Βαρύς ο κόσμος να τον ζήσεις,

όμως για λίγη περηφάνια το άξιζε».