Αγία ευαισθησία: Η αγία των αγίων. Συναξάρι μικρό, πόνημα γέροντος Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου
Του ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ ΣΤΑΜΟΥΛΗ / Κσθηγητή της Θεολογικής Σχολής ΑΠΘ
«Μια μέρα, ένα πρωινό επροχώρησα μόνος μου στο παρθένο δάσος. Όλα, δροσισμένα από την πρωινή δροσιά, λαμπύριζαν στον ήλιο. Βρέθηκα σε μια χαράδρα. Την πέρασα. Κάθισα σ’ένα βράχο. Δίπλα μου κρύα νερά κυλούσαν ήσυχα κι έλεγα την ευχή. Ησυχία απόλυτη. Τίποτα δεν ακουγόταν. Σε λίγο, μέσα στην ησυχία ακούω μια γλυκιά φωνή, μεθυστική, να ψάλλει, να υμνεί τον Πλάστη. Κοιτάζω, δεν διακρίνω τίποτα. Τελικά, απέναντι σ’ ένα κλαδί βλέπω ένα πουλάκι, ήταν αηδόνι. Κι ακούω το αηδονάκι να κελαηδάει, να σχίζεται× μάλλιασε, που λέμε, η γλώσσα του, φούσκωσε απ’ τους λαρυγγισμούς ο λαιμός του. Αυτό το πουλάκι το μικροσκοπικό να κάνει κατά πίσω τα φτερά του, για να έχει δύναμη και να βγάζει αυτούς τους γλυκύτατους τόνους, αυτή την ωραία φωνή και να φουσκώνει ο λάρυγγάς του! Πω, πω, πω! Να’ χα ένα ποτηράκι με νερό, για να πηγαίνει να πίνει και να ξεδιψάει! Μου ήλθαν δάκρυα στα μάτια. Τα ίδια εκείνα δάκρυα της χάριτος που κυλούσαν αβίαστα και τα οποία απέκτησα απ’ τον Γέρο-Δημά. Ήταν η δεύτερη φορά που τα δοκίμαζα».[1]
Το παραπάνω απόσπασμα αποτελεί καταγεγραμμένη αφήγηση του Γέροντος Πορφυρίου. Τα σχόλια που θα μπορούσαν να ακολουθήσουν μια τέτοια αφήγηση πολλά. Εν πρώτοις, συγκίνηση για την άκρα ευαισθησία, την αγία ευαισθησία του Γέροντος, που θυμίζει παρόμοιες στάσεις, φανερώσεις τρόπου υπάρξεως, ασκητών της αρχαίας Εκκλησίας, και οι οποίες τον φανερώνουν γνήσιο διάδοχο και ακόλουθο μιας τέτοιας παράδοσης. Στη συνέχεια, και εκ διαμέτρου αντίθετα, προβληματισμός για τη γνησιότητα τέτοιων μαρτυριών και συνεπώς αναζήτηση των ορίων μεταξύ εμπειρίας και ψυχολογισμού, παθολογικής ασθένειας, φαντασίας.
Ίσως κάποιοι στην ανάγνωση αυτής της δεύτερης άποψης να έχουν τις ενστάσεις τους, και όχι αδίκως. Εντούτοις, για να λυθεί αμέσως η «παρεξήγηση», οφείλω να σημειώσω ότι αυτοί οι προβληματισμοί υφίστανται γύρω μας, υπάρχουν και εκφράζονται από ανθρώπους «επίσημους», τώρα· έχουν εκφρασθεί και στο παρελθόν, με αφορμή παρόμοιες περιπτώσεις αγίων, αλλά και σπουδαίων ανθρώπων του πνεύματος, της Ορθοδοξίας. Για του λόγου το αληθές αρκεί κανείς να θυμηθεί θέσεις σαν τις παρακάτω. Γράφει, λοιπόν, ακαδημαϊκός δάσκαλος στα μέσα του αιώνα που πέρασε: «Ο Συμεών επεζήτει, να εξεύρη βαθυτέραν συμβολικήν σημασίαν εις τα κατά τας ιεροτελεστίας τελούμενα. Τοιουτοτρόπως δε, προικισμένος με ισχυράν δόσιν φαντασίας, εγένετο με τον νοσηρόν μυστικισμόν του, όστις άλλως ήτο του συρμού κατά τους χρόνους εκείνους, πρόδρομος των Ησυχαστών του δεκάτου τετάρτου αιώνος».[2] Ιδού, ενώπιον μας η αλήθεια γυμνή. Εάν, λοιπόν, ο άγιος Συμεών υπήρξε φαντασιόπληκτος και εκφραστής νοσηρού μυστικισμού, τον οποίο μάλιστα κληροδότησε και στον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, γιατί να εξαιρεθεί από παρόμοια κριτική ένας Γέρων Πορφύριος, ένας Γέρων Παίσιος και άλλοι πνευματέμφοροι της σύγχρονης Εκκλησίας του Χριστού; Ας θυμηθούμε ακόμη, ενδεικτικά, την περίπτωση του Παπαδιαμάντη, του δικού μας κυρ Αλέξανδρου. Ουκ ολίγες φορές ο σκιαθίτης διηγηματογράφος πολεμήθηκε με πάθος από συγχρόνους του και μη, περιφρονήθηκε, αδικήθηκε, χτυπήθηκε αλύπητα ως φυσιολάτρης, ρομαντικός, που «λατρεύει την κτίσιν παρά τον κτίσαντα».[3]Αυτός που, κατά Μιλτιάδη Μαλακάση, «ο κάθε στοχασμός» του υπήρξε «ασμάτων άσμα», αυτός που «στον κόσμο το δικό» του γένηκε «κόσμος το κάθε πλάσμα», αυτός που δεν δείλιαζε να βροντοφωνάζει ότι «Το επ’ εμοί, ενόσω ζω και αναπνέω και σωφρονώ, δεν θα παύσω πάντοτε, ιδίως κατά τας πανεκλάμπρους ταύτας ημέρας, να υμνώ μετά λατρείας τον Χριστόν μου, να περιγράφω μετ’ έρωτος την φύσιν, και να ζωγραφώ μετά στοργής τα γνήσια ελληνικά ήθη».[4]
Έχει κάποιος την αίσθηση ότι η αδυναμία όρασης των μεγαλείων του Θεού από ανθρώπους με αγύμναστα αισθητήρια φυλακίζει την ύπαρξη τους μέσα στις γραμμές που οι ίδιοι τράβηξαν× γραμμές που στοχεύουν τον αποκλεισμό του τρόπου του άλλου και έτσι, μετατρέπουν την αβεβαιότητα τους σε βεβαιότητα× πρόκειται σαφώς για ψευδαίσθηση βεβαιότητας, διότι φυλακισμένη βεβαιότητα δεν νοείται. Έτσι, αντί να σκύψει κανείς και με τη μετάνοια να ζητήσει το άνοιγμα των οφθαλμών του, πράγμα που αποτελεί καθημερινή προσευχή των Υιών Θεού, προτιμά την παραμονή στο σκοτάδι και προσπαθεί την τύφλωση του κόσμου ολάκερου.[5]
Βέβαια, θα αναρωτηθεί κανείς, γιατί μια τόσο εκτενής εισαγωγή στο θέμα του γνήσιου και του κίβδηλου; Η απάντηση οφείλει να είναι ξεκάθαρη. Υπάρχουν περιπτώσεις θεολόγων και όχι μόνον, στα όρια της σύγχρονης Ορθόδοξης θεολογίας, που αρνήθηκαν τη λειτουργία της «συγκίνησης», της «αγίας ευαισθησίας», του «συναισθήματος» στα πλαίσια του εκκλησιαστικού τρόπου υπάρξεως.[6] Έτσι, δημιούργησαν ή προσπάθησαν να δημιουργήσουν ένα ανθρωπολογικό πρότυπο, τον άνθρωπο της Ορθόδοξης Ανατολής, από τον οποίο απέκοψαν όλα τα παραπάνω «φυσικά» χαρακτηριστικά και τα χάρισαν με μιας, χωρίς καμία υποψία της εκπτώσεως, στον άνθρωπο της Δύσης, ο οποίος επειδή έχει όλα αυτά εξάπαντος δεν μπορεί να έχει εμπειρία. Το παράδειγμα του Γέροντος Πορφυρίου, όπως κυρίως αποκαλύπτεται από αυτό το τελευταίο βιβλίο του, έρχεται να δώσει ηχηρή απάντηση σε τέτοιες αβασάνιστες προβληματικές που στέρησαν από την Εκκλησία την ολότητά της, την καθολικότητά της, σε ανθρωπολογικό και συνεπώς εκκλησιολογικό και σωτηριολογικό επίπεδο. Ο άνθρωπος ο εκκλησιαστικός, ο Υιός Θεού, είναι πλήρης άνθρωπος, άνθρωπος των γεγυμνασμένων, οπωσδήποτε όχι κολοβωμένων αισθητηρίων, άνθρωπος των μεταμορφωμένων αισθήσεων, άνθρωπος της ενότητας συγκίνησης και εμπειρίας, διότι αληθινή εμπειρία δεν υφίσταται χωρίς συγκίνηση, δεν υφίσταται χωρίς συναίσθημα, δεν υφίσταται χωρίς ευαισθησία.
Το πιο πρόχειρο συμπέρασμα, μετά από την ανάγνωση του αποσπάσματος του Γέροντος Πορφυρίου, θα μπορούσε να τον ταυτίσει με οποιονδήποτε «αισθητικό» άνθρωπο της Ευρώπης, ο οποίος δεν θα μπορούσε παρά να συγκινείται από το τραγούδι των πουλιών. Μια τέτοια εικόνα, άλλωστε, μας δίνει και ο Theodor Adorno, κορυφαίος εκπρόσωπος της αισθητικής θεωρίας του εικοστού αιώνα και σύγχρονος του γέροντος Πορφυρίου, όταν σημειώνει τα εξής: «Ωραίο θεωρούν όλoι το τραγούδι των πουλιών× δεν υπάρχει κανένας αισθανόμενος, με υπολείμματα ευρωπαϊκής παράδοσης, που δεν θα τον συγκινούσε ο ήχος ενός κοτσυφιού μετά τη βροχή».[7] Και εδώ ξεκινούν τα δύσκολα. Ταυτίζεται όντως η ευαισθησία του γέροντος με οποιεσδήποτε αισθητικές και ρομαντικές θέσεις που έχουν αναπτυχθεί σε Δύση, αλλά και σε Ανατολή; Και εάν αυτό συμβαίνει σηματοδοτεί μια πορεία εκπτώσεως από την αυτοσυνειδησία του εκκλησιαστικού σώματος, μια εκτροπή; Δηλαδή, ο άνθρωπος της Ορθοδοξίας οφείλει μετά μανίας να απουσιάζει από τη ζωή, να αρνείται τη συνάντηση με τον συνάνθρωπο και την κτίση;
Θα έλεγα ότι τις απαντήσεις, άκρως αποκαλυπτικές και εξόχως δυναμικές, δίνει ο ίδιος ο γέροντας με τρόπο εξομολογητικό τόσο στην αυτοβιογραφία του όσο και στους Λόγους του. Και ενώ σε πολλές περιπτώσεις υπογραμμίζει τη δυσκολία του για τις αποκαλύψεις του, από την άλλη αδυνατεί να κρύψει την εμπειρία του, εξάπαντος ανέκφραστη και ανεξήγητη σε όλο το μέγεθος και την ποιότητά της, αισθανόμενος το χρέος απέναντι στην κοινότητα, η οποία αναμένει την προσφορά, την κοινωνία του χαρίσματος των αξίων, αυτών που έπαθαν και έμαθαν τα μεγαλεία του Θεού.[8]
Δεν θα ήταν υπερβολή, λοιπόν, να πούμε ότι στην καρδιά μιας τέτοιας εμπειρίας για τον Καυσοκαλυβίτη βρίσκεται η ιστορία με το αηδονάκι. Η ίδια ιστορία που βρίσκεται, όπως ήδη σημειώθηκε, και στην καρδιά οποιουδήποτε συνεπούς μέλους της ευρωπαϊκής παράδοσης. Το θέμα είναι πώς κάποιος βιώνει μια τέτοια εμπειρία, πώς την αξιολογεί και συνεπώς πώς την αξιοποιεί. Μένει κανείς στο φαινόμενο, την εξωτερική αισθητική εμπειρία ή την ξεπερνά; Και εάν υποθέσουμε ότι την ξεπερνά και εισέρχεται στο άλλο μέρος της, το πνευματικό, δηλαδή νιώθει μέσα του μια άλλη φωνή πιο ισχυρή, το ζητούμενο στην πορεία είναι το τί λαλεί αυτή η φωνή, τί φανερώνει;
Το μικρό πουλάκι υπήρξε για τον Γέροντα οδηγός του στην ανακάλυψη του Θεού, στη βρώση και την πόση της χάριτος, που δωρίζει τα δάκρυα. Το δημιούργημα φανέρωσε τον Δημιουργό. Και ο κτιστός δημιουργός, ο κατ’εικόνα Θεού δημιουργός, σε αντιχάρισμά του αναζητά το δώρο, τόσο απλό και τόσο ευαίσθητο, το νερό που ζεδιψά και επιτρέπει τη συνέχεια της δοξολογίας του πλάστη.[9] Εδώ θα λέγαμε ότι απέναντι στη συστηματική προσέγγιση του αισθητικού φαινομένου από το φιλόσοφο, η προσπάθεια του ασκητή μοιάζει απλοϊκή. Και η γλώσσα που χρησιμοποιείται από τους δύο «διαλεγόμενους» εκ διαμέτρου αντίθετη. Εντούτοις, εάν κανείς περάσει πίσω από αυτές τις, θεμιτές εξάλλου, διαφορές, μπορεί να ανακαλύψει τη ρίζα ενός κοινού προβληματισμού× αρκεί να αποδεχτούμε στο χώρο της Ορθοδοξίας ότι η αναζήτηση του επέκεινα, για τους αγίους της Εκκλησίας η αναζήτηση του προσώπου του Χριστού, δεν αποτελεί προνόμιο των Ορθοδόξων, ούτε βέβαια μόνον των ανθρώπων, που δηλώνουν την ενασχόληση τους με τη σφαίρα του ιερού. Αναζήτηση υπήρξε παντού και πάντα, ο Θεός υπήρξε η αγωνία ακόμη και ανθρώπων, που μετά μανίας τον αρνήθηκαν, ανθρώπων που δεν θέλησαν να δουν πίσω από το αποκαλυπτόμενο τον αποκαλύπτοντα.
Βεβαίως, για να οδηγηθεί κανείς στη μεταποίηση και τον αγιασμό, με άλλα λόγια στην επέκταση, σε μια μορφή οντολογικής ευρυχωρίας, όπου είναι δυνατή η συνάντηση με τον Θεό, τους ανθρώπους και τα πράγματα, την κτίση ολάκερη, είναι κατά, Γέροντα Πορφύριο, αναγκαία η παρουσία του Πνεύματος του Θεού. Αυτού του Πνεύματος που ποιεί τους μετόχους του πνευματέμφορους. Ο πνευματέμφορος, δηλαδή αυτός «που έχει πνεύμα Θεού, προσέχει όπου περνάει, είναι όλο μάτια, όλο όσφρηση. Όλες του οι αισθήσεις ζούνε, αλλά ζούνε με το Πνεύμα του Θεού. Είναι αλλιώτικος. Όλα τα βλέπει κι όλα τ’ ακούει× βλέπει τα πουλιά, την πέτρα, την πεταλούδα…Περνάει από κάπου, αισθάνεται το καθετί, ένα άρωμα, για παράδειγμα. Ζει μέσα σε όλα× στις πεταλούδες, στις μέλισσες κ.λπ. Η χάρις τον κάνει να είναι προσεκτικός. Θέλει να είναι μαζί με όλα».[10]
Οφείλω εξαρχής εδώ να τονίσω ότι με τέτοιες παρατηρήσεις σαν την παραπάνω του Γέροντος Πορφυρίου αισθάνεται κανείς ότι έχει να κάνει με έναν ποιητή, με ένα ταπεινό λειτουργό, δηλαδή, της αγίας ευαισθησίας. Όπου άλλωστε υπάρχει η ευαισθησία αρχίζουν και εμφανίζονται τα σημάδια της αγιότητας, ή για να το πούμε αλλιώς, η αγία ευαισθησία αποτελεί προϋπόθεση για την αγιότητα. Ταυτόχρονα, λοιπόν, προϋπόθεση και φανέρωση-αποτέλεσμα της αγιότητας η ευαισθησία είναι αυτή που κάνει τον Καυσοκαλυβίτη να σημειώσει με περισσό θάρρος ότι: «Για να γίνει κανείς χριστιανός, πρέπει να έχει ποιητική ψυχή, πρέπει να γίνει ποιητής».[11] Και τούτο διότι «‘χοντρές’ ψυχές κοντά Του ο Χριστός δεν θέλει».[12]
Δυναμικά προκλητική η πρόταση του Γέροντος έρχεται οπωσδήποτε να αναστατώσει τη βεβαιότητα μιας ύπαρξης πεζής, κλεισμένης στην εξωτερική παρατήρηση και τον ανέξοδο σχολιασμό. Αντίθετα, η προοπτική που ανοίγει η όραση του απόλυτου εκφραστή μιας φιλόκαλης αισθητικής της ορθοδοξίας δείχνει το δρόμο τον άλλο, εξάπαντος όχι τον εύκολο, που ανοίγεται μέσα από τη σύνδεση ευαισθησίας, αποκάλυψης και πόνου. Η αγία ευαισθησία σχετίζεται άμεσα και λειτουργικά με τον πόνο και κατά συνέπεια με την αποκάλυψη, διότι μόνον όποιος πονά, βλέπει. Σε μια τέτοια πορεία, η αγάπη τίθεται στην κορυφή και φυλάσσεται μεριζόμενη ως κόρη οφθαλμού. «Η ψυχή του Χριστιανού» σημειώνει ο Γέρων «πρέπει να είναι λεπτή, να είναι ευαίσθητη, να είναι αισθηματική, να πετάει, όλο να πετάει, να ζει μες στα όνειρα. Να πετάει μες στ’ άπειρο, μες στ’ άστρα, μες στα μεγαλεία του Θεού, μες στη σιωπή» και ξανά «όποιος θέλει να γίνει χριστιανός, πρέπει πρώτα να γίνει ποιητής. Αυτό είναι! Πρέπει να πονάεις. Ν’ αγαπάεις και να πονάεις».[13]
Εδώ βεβαίως έχω τον πειρασμό να κάνω μια παρένθεση, νομίζω αναγκαία για να καταδείξω τη συνάντηση του γέροντα με τη λαϊκή μας παράδοση, τον λαϊκό μας πολιτισμό και την ανθρωπινότητα που αυτός ως κορυφαία έκφραση δημιουργίας κουβαλά. Σε ένα πολύ ωραίο βιβλίο του με τίτλο Όλα είναι ένα ψέμα, αφιερωμένο στην «γριά» του ελληνικού τραγουδιού, όπως χαρακτηριστικά την ονόμαζαν, τη μεγάλη λαϊκή μας στιχουργό Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου, ο πολύς Λευτέρης Παπαδόπουλος, γράφει τα εξής και δίνει το στίγμα: «…Δεν την τρομάζουν οι φουρτούνες τη δική μας ράτσα, υπερηφανεύεται (και εννοεί την Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου). Ονειροπολεί, απογοητεύεται, χαίρεται με την καλλιτεχνική ποιότητα της λαϊκής Μούσας. Κι ο λόγος της γίνεται αλήθεια, βρίσκει το στόχο του στην καρδιά του απλού ανθρώπου, αφού αντιπροσωπεύει τη γνήσια λαλιά του.
Να’ταν ο πόνος άνθρωπος,
να’ρχόμασταν στα χέρια.
Μα τώρα βρήκε μια καρδιά,
που τη χτυπά με μπαμπεσιά
και δίκοπα μαχαίρια…
Αν δεν πονέσεις, δεν γράφεις, με διαβεβαιώνει. Είναι ο πόνος και η ευαισθησία, που δημιουργούν τον ποιητή. Όχι πως είμαι ποιήτρια…Τραγούδια γράφω!»[14].
Και επανέρχομαι στην τάξη αφού πρώτα τονίσω ότι η αναφορά μου στην Παπαγιαννοπούλου, όπως και η αναφορά μου προηγουμένως στον Adorno δεν θέλει σε καμία περίπτωση να οδηγήσει σε απροϋπόθετες ταυτίσεις. Δεν είναι αυτός ο σκοπός μου. Το μόνο που θέλω να δείξω είναι ότι οι καημοί των ανθρώπων είναι κοινοί, το ίδιο και η μοίρα τους. Έτσι η οικουμενική ευαισθησία και ο πόνος, όπως άλλωστε και η αγάπη αναδεικνύονται σε δυνάμεις που μπορούν να νικήσουν τη φθορά και το θάνατο. Θα έλεγα, λοιπόν, πως η ποίηση, η οποιαδήποτε μορφή δημιουργίας που στηρίζεται στην λειτουργία της ευαισθησίας, παρότι δεν μπάζει τον άνθρωπο στον παράδεισο μεμιάς, επιτρέπει την επίψαυση της αιωνιότητας, όπως έλεγε ο πατήρ Σωφρόνιος αναφερόμενος στη ζωγραφική του[15]. Ή άλλως όπως τραγουδά με τη μουσική του Μ. Θεοδωράκη ο μυστικός Τάσος Λειβαδίτης, ο ευαίσθητος άνθρωπος, ο ποιητής, ο όντως ποιητής,
Την πόρτα ανοίγει το βράδυ
τη λάμπα κρατά ψηλά
να δούνε της γης οι θλιμμένοι
να’ρθούνε να βρουν συντροφιά…
σε μια τέτοια περίπτωση ελπίζει ο ποιητής πως
θά’ρθει συντροφιά κι ο Χριστός[16]
Και τούτο ίσως είναι το κλειδί για μια αληθινή κατανόηση της αγάπης που κατά γέροντα Πορφύριο συντροφεύει τον πόνο και την ποίηση. Πρόκειται για μια αγάπη που δεν σχετίζεται με κανέναν ηθικισμό, με κανένα νομικισμό. Αγάπη για τον Γέροντα δεν είναι η απόκτηση των αρετών, αλλά εξάπαντος η φανέρωση μιας καρδιάς αγαπώσας, μιας ποιητικής καρδιάς,[17] τουτέστιν μιας καρδιάς, που αγαπά με μανία ερωτική Χριστό, ανθρώπους και κτίση.[18] «Ο χριστιανός» σημειώνει «έστω και μόνο όταν αγαπάει, είναι ποιητής, είναι μες στην ποίηση».[19] Η έκφραση αγάπης από τη μεριά του δημιουργήματος φανερώνει στ’ αλήθεια την ανταπόκριση του στην αποκαλυπτόμενη αγάπη, στον ίδιο τον Χριστό. Η αγάπη για τον περιβάλλοντα κόσμο οδηγεί στη χαρά για την ύπαρξη αυτού του κόσμου. Πρόκειται για κόσμο, ο οποίος, αν διαβαστεί σωστά, διδάσκει για τον Θεό και οδηγεί στον Θεό[20]. «Όλα γύρω μας» παρατηρεί ο Γέρων «είναι σταλαγματιές της αγάπης του Θεού. Και τα έμψυχα και τα άψυχα και τα φυτά και τα ζώα και τα πουλιά και τα βουνά και η θάλασσα και το ηλιοβασίλεμα και ο έναστρος ουρανός. Είναι οι μικρές αγάπες, μέσα απ’ τις οποίες φθάνομε στη μεγάλη Αγάπη, τον Χριστό. Τα λουλούδια, για παράδειγμα, έχουν τη χάρη τους, μας διδάσκουν με το άρωμά τους, με το μεγαλείο τους. Μας μιλούν για την αγάπη του Θεού. Σκορπούν το άρωμά τους, την ομορφιά τους σε αμαρτωλούς και δικαίους».[21]
Χωρίς κανέναν ενδοιασμό, εάν μπορούμε να δώσουμε στην αισθητική επίθετα όπως φιλόκαλη, προφητική, εσχατολογική, τούτη η αισθητική του Γέροντος Πορφυρίου, μπορεί να προσθέσει σε όλα αυτά και κάτι ακόμη, την οικουμενικότητα. Πρόκειται κατά βάση για οικουμενική αισθητική, καθώς αποκαλύπτεται ως αποτέλεσμα της οικουμενικής ενέργειας του Θεού, που χωρά τα πάντα. Όπως ο Θεός δεν φανερώνεται μόνο για τους δικαίους, και ας θυμηθούμε εδώ την κάθοδο του Χριστού στον Άδη, έτσι και η κτίση, ως δημιούργημα του Θεού σκορπά την ομορφιά της στον κόσμο όλο. Η οικουμενικότητα του Θεού, μέσα από την οικουμενικότητα της κτίσης και την οικουμενικότητα του ανθρώπου. Θεός οικουμενικός, άνθρωπος οικουμενικός, κτίση οικουμενική, αποκαλύπτουν την οικουμενική Εκκλησία του Χριστού. Εντός μιας τέτοιας οικουμενικότητας ο άνθρωπος, ο οικουμενικός άνθρωπος της ορθοδοξίας, ζει τις ωραίες στιγμές με πάθος, καταφάσκει στη «σκοπιμότητα» της δημιουργίας, που δείχνει την πρόνοια και το μεγαλείο του Θεού. Αισθάνεται την ενότητα του με τον Θεό και την κτίση και βιώνει την αδυναμία του να ζήσει πέρα και έξω από μια τέτοια ενότητα. Ζει μαζί με όλα, ζει μέσα σε όλα. Η φύση αποτελεί το «μυστικό ευαγγέλιό» του.[22] Τον οδηγεί στην αίσθηση του Θεού, τη Θεοαίσθηση και μαζί του, αποκαλύπτοντας, «αισθάνεται» και αυτή και γιατί όχι «προσεύχεται» στο πρόσωπο της αποκάλυψης, στον Χριστό.[23]
Παρατηρώντας κανείς τη ζωή του Γέροντος, έτσι όπως προκύπτει από τα κείμενά του, αναγνωρίζει έναν άνθρωπο, που λαχταρά για ζωή. Και μοιάζει αυτό εν πρώτοις να ξενίζει, διότι η εικόνα που πολλές φορές δημιουργείται και γιατί όχι κυριαρχεί είναι η εικόνα μιας συνεχώς αυξανόμενης μιζέριας, και ταυτόχρονα μιας προσπάθειας απουσίας από τη ζωή που στηρίζεται σε ιδεαλιστικές δοξασίες για την άλλη ζωή. Ο Καυσοκαλυβίτης έρχεται με τον τρόπο του να τσαλακώσει τέτοιες στάσεις και αναζητά κανείς πίσω από όλα αυτά τις αφετηρίες του. Ο ίδιος πολλές φορές παραπέμπει σε αυτές, κυρίως σ’ αυτήν την αγιορείτικη αφετηρία του, που αποτέλεσε και την κατάληξή του. Διαβάζοντας πρόσφατα ένα κείμενο του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη, με τίτλο Προσεγγίσεις στο Άγιον Όρος,[24] που μιλά για τις ομορφιές της Μοναστικής Πολιτείας και την προσπάθεια του ανθρώπου να ομορφύνει τη ζωή του,[25] θυμήθηκα τον Γέροντα. Κατάλαβα έτσι λιγάκι, πόσο σημαντική υπήρξε η παιδική προσπάθεια του Γέροντος Πορφυρίου για την εξημέρωση του παπαγάλου και του αετού, που με πολύ όμορφο τρόπο περιγράφεται στο Βίος και Λόγοι, η προσπάθεια του να «γνωρισθεί» στ’ αλήθεια με το άγνωστο. Δεν του έφτανε η παρατήρηση, ήθελε τη γνωριμία την αληθινή, την συμπάσχουσα, αυτή που επιτρέπει την κατάργηση της άνοιας, της πλήξης, του κορεσμού. Αυτή που στηρίζει την ύπαρξη με την έκπληξη και το θαύμα. Έτσι μπορεί να κατανοήσει κανείς το ερώτημα του: «Γιατί να βαρεθούμε τη ζωή»; Τη ζωή βαριέται όποιος δεν τη ζει στ’ αλήθεια, όποιος δεν ζει την αρμονία των πάντων που χαρίζει το Πνεύμα του Θεού, το Πνεύμα της αληθείας. [26] Η άρνηση της ζωής δεν πρέπει στους Χριστιανούς. Αυτό το ήξερε καλά ο Γέρων Πορφύριος και το φώναζε δυνατά, με κάθε ευκαιρία.[27]
Νομίζω πως ήδη έχει φανεί, από όσα έχω σημειώσει, ότι η ευαισθησία του γέροντος που του επιτρέπει την άλλη ψηλάφηση, την άλλη συνάντηση με τα πράγματα, είναι μια άκρως υπαρξιακή πραγματικότητα. Μια πραγματικότητα που μετατρέπει την εσωστρέφεια και την κλειστότητα μιας ζωής πεζής, σε ποιητική, άκρως καλλιτεχνική αναφορά, όπου η συνάντηση δεν πραγματοποιείται με ψυχολογικές αλήθειες και βεβαιότητες αλλά με ένα πρόσωπο. Το πρόσωπο του σαρκωμένου Λόγου, το πρόσωπο του σταυρωμένου έρωτα, του Χριστού. Άλλως εάν η ευαισθησία «ως δώρο Θεού» δεν «μετασχηματισθεί», δεν «μεταποιηθεί», δεν «μετατραπεί», δεν «μεταμορφωθεί», δεν «μεταστοιχειωθεί», σε αγάπη, χαρά, θεία λατρεία, δηλαδή εάν μείνει «αδιόρθωτη», μπορεί να οδηγήσει τον άνθρωπο σε λύπη και απελπισία[28]. Και δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις των ευαίσθητων αλλά χωρίς αναφορά ανθρώπων που οδηγήθηκαν στην αυτοκαταστροφή και τον μηδενισμό. Τουναντίον η μεταμορφωμένη ευαισθησία, η αγία Ευαισθησία, ως αγία των αγίων, δηλαδή των φίλων Θεού –και δανείζομαι εδώ το εκκλησιαστικό σχήμα, όπου ο άγιος Χριστοφόρος είναι ο άγιος των οδηγών, ο άγιος Στυλιανός ο άγιος των μικρών παιδιών- δεν είναι απλά και μόνο το μέσον για να φτάσει κανείς στον Χριστό, αλλά είναι ο ίδιος ο Χριστός. Θα μπορούσε, βέβαια, κανείς να φέρει μπρος στα μάτια του πριν από τον Χριστό, ως καλλίστη έκφραση της αγίας ευαισθησίας την Θεοτόκο, τη μητέρα του σαρκωμένου Λόγου. Άλλωστε όπως λέγει ο γέροντας η ευαισθησία συναντάτε συχνότερα στις γυναίκες. Εντούτοις, πρέπει με έμφαση να τονιστεί ότι η ευαισθησία της Θεοτόκου και οποιουδήποτε ανθρώπου δεν θα είχε κανένα νόημα πέρα και έξω από τον εκκλησιασμό της στο πρόσωπο του Χριστού. Αυτού του ίδιου Χριστού που είναι αγάπη και φως και ζωή και χαρά. Τούτο το Συναξάρι, λοιπόν, γράφει με την πένα της ζωής του ο γέροντας Πορφύριος, το Συναξάρι του Χριστού που ζει μέσα του, καθώς ως άλλος Παύλος με πάθος αναφωνεί «Ζω δε ουκέτι εγώ· ζη δε εν εμοί Χριστός»[29]. Άλλωστε, όπως με περισσή ταπείνωση λέγει, «Όλο το μυστικό είναι η αγάπη, ο έρωτας στον Χριστό»[30].
[1] Γέροντος Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου, Βίος και Λόγοι, εκδ. Ιερά Μονή Χρυσοπηγής, Χανιά 2003, σ. 86.
[2]Οι Βυζαντινοί Εκκλησιαστικοί Συγγραφείς από του 800 μέχρι του 1453, Αθήνα, 1951. Πρβλ. Χ. Α. Σταμούλη, Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς στη σύγχρονη ελληνική θεολογία, Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς στην ιστορία και το παρόν, σ. 691εξ.
[3] Βλ. Α. Γ. Κεσελόπουλου, Από τον Παπαδιαμάντη στον Πεντζίκη, σ. 114. Πρβλ. Α. Γ. Κεσελόπουλου, Η λειτουργική παράδοση στον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη, εκδ. Π. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 1994, σ. 27-28: «Ο Παπαδιαμάντης απέδειξε ότι –τηρουμένων των αναλογιών– υπάρχει ‘εις πτώσιν και ανάστασιν πολλών και σημείον αντιλεγόμενον’, αλλά και ως χώρος στον οποίο ισχύει το ‘μηδαμώς ψαυέτω χειρ αμυήτων’».
[4]Λαμπριάτικος Ψάλτης, Άπαντα Β΄ , επιμέλεια-κριτική έκδοση Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλος, εκδ. Δόμος, Αθήνα 1982 , σ. 517.
[5] Βέβαια δεν μπορεί κανείς σε μια τέτοια διαδικασία να αποκλείσει εντός της συγκεκριμένης πραγματικότητας και την παρουσία του κίβδηλου. Θαυματουργοί όλων των ειδών υπήρχαν πάντα, υπάρχουν και σήμερα. Τούτο, όμως, δεν εξαφανίζει ούτε, βέβαια, συνηγορεί στην άρνηση της πραγματικής εμπειρίας και κατά προέκταση στην άρνηση των αγίων του Θεού. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, από το χώρο της εκκλησιαστικής μας ιστορίας, αντιμετώπισης του κίβδηλου, στην προκειμένη περίπτωση των ψευδοσαλών, με σκοπό την προφύλαξη των «ηγιασμένων», των «αγαθών», που κάποιες φορές «επιτιμώνται δια τους φαύλους», συναντούμε στα Πρακτικά της εν Τρούλλω Στ΄ Οικουμενικής Συνόδου. Διαβάζουμε, λοιπόν, στον εξηκοστό της κανόνα: «Του αποστόλου βοώντος, ότι ο κολλώμενος τω Κυρίω εν πνεύμα εστί, πρόδηλον, ως και ο τω εναντίω εαυτόν οικειών, εν γίνεται τη προς αυτόν συναφεία. Τους τοίνυν δαιμονάν υποκρινομένους, και τρόπων φαυλότητι προσποιητώς τα εκείνων σχηματιζομένους, έδοξε τρόπω επιτιμάσθαι παντί, και τοιαύταις αυτούς σκληραγωγίαις, και πόνοις υποβάλλειν, οις αν οι αληθώς δαιμονώντες προς απαλλαγήν της του δαίμονος ενεργείας, αξίως υποβάλλοιντο», Π. Ι. Ακανθόπουλου, Κώδικας ιερών κανόνων και εκκλησιαστικών νόμων, εκδ. Αδελφών Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 1995, σ. 152.
[6] Βλ. σημαντικές παρατηρήσεις για το θέμα στο π. Βασιλείου Θερμού,Αναζητώντας το πρόσωπο. Αληθής και ψευδής εαυτός κατά τον DonaldWinnicott και κατά τον Άγ. Γρηγόριο Παλαμά, εκδ. Αρμός, Αθήνα 1997, κυρίως σ. 45εξ.
[7]Αισθητική θεωρία, μτφρ.-σημειώσεις Λευτέρης Αναγνώστου, εκδ. Αλεξάνδρεια 2000, σ. 121-122.
[8] Αναφερόμενος στην εμπειρία του Γέροντος Δημά, σημειώνει τα εξής αποκαλυπτικά: «Λοιπόν, είχε πάθει έκσταση ο Γερο-Δημάς. Χωρίς να το θέλει το έκανε. Δεν μπορούσε να κρατήσει το βίωμά του. Ούτε κι αυτό που λέω είναι σωστό. Δεν μπορώ να το εκφράσω. Αυτό είναι κατάληψις υπό του Θεού. Αυτά δεν εξηγούνται. Καθόλου δεν εξηγούνται κι άμα τα εξηγήσεις, πέφτεις πολύ έξω. Όχι, δεν εξηγούνται, ούτε στα βιβλία αποδίδονται, ούτε γίνονται καταληπτά. Πρέπει να είσαι άξιος να τα καταλάβεις», Βίος και Λόγοι, σ. 81.
[9] Βλ. Βίος και Λόγοι, σ. 463.
[10]Βίος και Λόγοι, σ. 462-463.
[11]Βίος και Λόγοι, σ. 461.
[12]Βίος και Λόγοι, σ. 461. Πρβλ. Κυρίλλου Αλεξανδρείας, Ψαλμών 50, 19, PG69, 1101CD: «Την δε γε υπακοήν καρπόν είναί φαμεν τρυφεράς και ευαφούς καρδίας και ουδέν εχούσης το απηνές…Σκληραίς καρδίαις απαράδεκτος παντελώς ο του Θεού λόγος».
[13]Βίος και Λόγοι, σ. 238.
[14] Λ. Παπαδόπουλος, Όλα είναι ένα ψέμα, Αφήγημα, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 2002, σ. 211.
[15] «εις τας καλυτέρας αυτής επιτεύξεις να επιτρέψη την επίψαυσιν της αιωνιότητος», Αρχιμ. Σωφρονίου (Σαχάρωφ), Οψόμεθα τον θεό καθώς εστί, εκδ. Ι.Μ. Τιμίου Προδρόμου, Έσσςξ Αγγλία 1993, σ.23-24.
[16] Βλ. Χ.Α. Σταμούλη, Η τέχνη της θεολογία και η θεολογία της τέχνης,Θεολογία και τέχνη, εκδ. «Το Παλίμψηστον», Θεσσαλονίκη 2000, σ. 116.
[17] «Την αγάπη ποιητικές καρδιές την ενστερνίζονται, τη βάζουν μέσα στην καρδιά τους, την αγκαλιάζουν, τη νιώθουν βαθιά», Βίος και Λόγοι, σ. 461.
[18] Βλ. Βίος και Λόγοι, σ. 238, 461.
[19]Βίος και Λόγοι, σ. 461. Για την αγάπη και τη σχέση της με τη φύση, βλ. C. A. Stamoulis, Physis and Agape: The Application of the Trinitarian Model to the Dialogue on Ecclesiology of the Christian Churches of the Ecumene, The Greek Orthodox Theological Review 44(1-4, 1999), σ. 451-466.
[20] Με αφορμή τον Τάκη Παπατσώνη, ο Κυριάκος Χαραλαμπίδης, σημειώνει τα εξής όμορφα για το θέμα μας: «Ακολουθώντας το δικό του έκθαμβο βλέμμα (ας θυμηθούμε και το στίχο του “Θαμπωτικά πράματα! Ορμηνεμένα όλα στο θάμπος!”), βρίσκουμε το στοιχείο που τον ανάγει από τη θεώρηση της φύσης και των πραγμάτων στα δρώμενα επί του Θυσιαστηρίου. Ολόκληρος ο κόσμος είναι μια λατρευτική γι’ αυτόν παράσταση. Έτσι αποκτά “επίγνωση των διαστάσεων του ιερού χώρου και του ιερού χρόνου”, καταπώς το λέγει ο Κάλλιστος Γουέαρ, που επίσης προσθέτει: “Καθώς γίνομαι ευαίσθητος ως προς τον κόσμο του Θεού γύρω μου, αποκτώ μεγαλύτερη συνείδηση του κόσμου του Θεού μέσα μου” (Ο Ορθόδοξος δρόμος, σ. 135). Η ευαισθησία όμως αυτή φαντάζει αδιαίρετα δεμένη με την ένταση των πραγμάτων –την πυρηνική εκρηκτική ουσία του ονόματος ή της μορφής τους. Και τούτο αγγίζει την ποιητική και, θα τολομούσα να πω, την ειδωλολατρική θεώρηση της ύλης, ως πρωταρχική προϋπόθεση για τη θεολογική διάσταση και την πνευματική μεταστοιχείωση του κόσμου. Είναι συνεπώς φυσικό για τον Παπατσώνη, το μυστικά κατορθωμένο σώμα του Θεού να ακουμπά στο “βελούδινο πορφυρό ύφασμα, με τις χρυσοκέντητες παραστάσεις του νεκρού Θεού και τα συμπαριστάμενα χρυσά και αργυρά Χερουβείμ, εξαπτέρυγα, μετάρσια, πτερωτά” (Ποικίλματα και σχολιασμοί στην εορτή της Πεντηκοστής,Όπου ην Κήπος, σ. 12)», Αισθητικά και διαισθητικά στοιχεία ελληνορθόδοξης βίωσης στον Τάκη Παπατσώνη, Νέα Εστία 1776 (Απρίλιος 2005), σ. 420-421.
[21]Βίος και Λόγοι, σ. 461.
[22] Βλ. Βίος και Λόγοι, σ. 462-463.
[23] «Ά, τι να σας πω! Αυτό το έζησα, όταν με επισκέφθηκε η θεία χάρις στο Άγιον Όρος. Θυμάμαι τ’ αηδονάκι να ξελαρυγγιάζεται μες στα δέντρα με τα φτερά του κατά πίσω, για να έχει δύναμη. Πω, πω, πω! Να είχα ένα ποτηράκι με νερό, να του έδινα να πίνει κάθε τόσο, να ξεδιψάει…Γιατί να ξελαρυγγιάζεται τ’ αηδονάκι, γιατί; Όμως κι αυτό το χαίρεται το κελαήδημά του, το αισθάνεται, γι’ αυτό ξελαρυγγιάζεται», Βίος και Λόγοι, σ. 463.
[24]Υδάτων υπερεκχείλιση, σ. 61-83.
[25] Βλ. σχετικά Υδάτων υπερεκχείλιση, σ 70: «Προκειμένου να γνωρίσουμε τον Άθω, που δίκαια απεκλήθη ‘Περιβόλι της Παναγίας’ χρέος μας είναι να μιμηθούμε τα παιδιά. Θα προσθέσω λοιπόν ολίγα και για τις πέτρες. Είναι αδύνατο περπατώντας στις ακρογιαλιές του Αγίου Όρους να μη θελχθείς απ’ την ομορφιά τους», σ. 72: «Ολιγότεροι είναι σήμερα όσοι παν στον Άθω σπρωγμένοι από την αγάπη του κάλλους, υψωμένη σε έρωτα θείο», σ. 80: «Κάνει εντύπωση η νοικοκυροσύνη των αγιορειτών στα σπίτια τους. Εδώ το άνθισμα της ζωής είναι μυστικό, όλο μοσκοβολιά. Η ζωή προβάλλει σαν επανάληψη όχι σαν αμεσότητα», σ.82-83: «Μέχρι σήμερα ακόμα από καμιά αγιορείτικη εκκλησία δεν λείπει το αίσθημα. Η αγιορείτικη εκκλησιά μοιάζει πολύ με στολισμένη νύφη…Η διάρκεια του αισθήματος είναι η χαρά που αποκομίζουμε σήμερα ακόμα από τ’ Άγιον Όρος. Απ’ αυτή τη χαρά τρέφεται ύστερα η ευλάβεια. Μας συγκινεί το πετραχήλι που κρεμάν δίπλα στην Ωραία Πύλη, στις αγιορείτικες εκκλησιές…Άκουσα κι ο νους μου πήγε στον μόχθο του ανθρώπου να ομορφύνει τη ζωή»
[26] Βλ. Βίος και Λόγοι, σ. 470.
[27] Το ίδιο ακριβώς παρατηρεί και ο Ν. Γ. Πεντζίκης, στο μελέτημά του, Περί Αλεξάνδρου Μωραϊτίδη, Ομόπλουν πλοίον, 5 κείμενα για τον Αλέξανδρο Μωραϊτίδη, (Φιλολογική επιμέλεια: Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλος), εκδ. «Γνώση» & «Στιγμή», Αθήνα 1990, σ. 76: «Ας αποφύγουμε λοιπόν τη συνήθη σχηματοποίηση που παριστάνει τον Χριστιανό ως τάχα αρνητή της ζωής. Ό,τι θα μπορούσε να εκληφθεί ως αντίφαση, λύεται άμα αναλογιστούμε ότι ο Μωραϊτίδης σαν Χριστιανός αρνιέται τα ατομικά όχι όμως τη ζωή γενικά».
[28] Γέροντος Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου, Βίος και Λόγοι, σ. 309.
[29]Γαλ. 2,20. Πρβλ. Γέροντος Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου, Βίος και Λόγοι, σ. 222,243,294,306,383.
[30] Γέροντος Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου, Βίος και Λόγοι, σ. 243.

Η πρώτη τοιχογραφία του Γέροντα Πορφυρίου στην Αρχιεπισκοπή Βελιγραδίου, (Δεκέμβριος 2013).
ΠΗΓΗ:
Και δημοσιευμένο στο: ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ ΣΤΑΜΟΥΛΗ, Η γυναίκα του Λωτ και σύγχρονη Θεολογία, εκδ. Ίνδικτος, Αθήνα 2008, σσ. 212-226.
Οι Σχολικοί Σύμβουλοι Θεολόγων για το Μάθημα των Θρησκευτικών (ΜτΘ)
ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ
Με αφορμή την πρόσφατη συζήτηση για τη διαδικασία χορήγησης απαλλαγής από τα Θρησκευτικά αναθερμάνθηκε ο γενικότερος διάλογος γύρω από τη μορφωτική αποστολή και τον χαρακτήρα της σχολικής θρησκευτικής εκπαίδευσης, τις μαθησιακές ανάγκες που εξυπηρετεί, τη θέση της στο σύγχρονο σχολείο και το νομικό καθεστώς που τη διέπει.
Ο διάλογος αυτός γύρω από το μάθημα των Θρησκευτικών διαρκεί τώρα και μερικές δεκαετίες. Οι φάσεις του αποτυπώνονται σε συνέδρια, δημοσιεύματα, δημόσιες εκδηλώσεις και παρεμβάσεις. Πολύ συχνά, λόγω επίκαιρων αναγκών ή του ευρύτερου ενδιαφέροντος, ο διάλογος ξεπέρασε τα στενά όρια του θεολογικού κόσμου και ανοίχτηκε στον δημόσιο χώρο. Στο πλαίσιο αυτό, πήραν θέση ή κατέθεσαν απόψεις, εκτός από τους επίσημους θεσμούς της Εκπαίδευσης και τους εκπαιδευτικούς, η Εκκλησία και εκπρόσωποί της, οι αρμόδιες Ανεξάρτητες Αρχές της χώρας, οι θεολογικές σχολές, οι επιστημονικές ενώσεις των θεολόγων, σύλλογοι και ενώσεις πολιτών, μεμονωμένα πρόσωπα κ.ά. Στα τελευταία χρόνια, ιδιαίτερη ώθηση στη διεξαγωγή του διαλόγου έδωσαν η δημοσίευση των Συστάσεων 1720 (2005) και (2008)12 του Συμβουλίου της Ευρώπης, η τροποποίηση του καθεστώτος χορήγησης απαλλαγής το 2008 και οι παλινωδίες της κεντρικής διοίκησης που ακολούθησαν, καθώς και η εκπόνηση νέων Προγραμμάτων Σπουδών στα Θρησκευτικά Δημοτικού-Γυμνασίου και πρόσφατα του Λυκείου.
Οι Σχολικοί Σύμβουλοι Θεολόγων που υπογράφουμε αυτό το κείμενο, προσηλωμένοι στο καθήκον της επιστημονικής υποστήριξης των εκπαιδευτικών της ειδικότητάς μας, θεωρούμε χρήσιμο να συμβάλλουμε στον διεξαγόμενο διάλογο, καταθέτοντας την εμπειρία από την πολύχρονη συνεργασία μας με τους εκπαιδευτικούς, επισημαίνοντας προς όλες τις κατευθύνσεις τα παρακάτω:
- Τα Θρησκευτικά είναι υποχρεωτικό μάθημα της σχολικής εκπαίδευσης, με σαφές πλαίσιο λειτουργίας και καθορισμένη σκοποθεσία, η οποία θεμελιώνεται στο Σύνταγμα της χώρας και τους βασικούς νόμους της Εκπαίδευσης. Στο ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα, το μάθημα είναι ενιαίο και υποχρεωτικό για όλους τους μαθητές. Οι μαθητές δεν χωρίζονται με βάση τη θρησκευτική επιλογή τους, όπως γίνεται στο λεγόμενο «πολυ-ομολογιακό» μοντέλο σε διάφορες χώρες της Ευρώπης, στο οποίο λειτουργούν παράλληλα μαθήματα με διαφορετικές θρησκευτικές κατευθύνσεις. Αυτός ο τρόπος οργάνωσης της θρησκευτικής εκπαίδευσης στη χώρα μας έχει παιδαγωγικά πλεονεκτήματα, ενώ η τυχόν μεταβολή της εγκυμονεί κινδύνους. Μάλιστα, στην Ευρώπη, σήμερα, γίνεται πολλή συζήτηση για το κατά πόσον ο χωρισμός των παιδιών στο μάθημα των Θρησκευτικών θέτει σε κίνδυνο την κοινωνική συνοχή και δεν υπηρετεί τη δημοκρατικότητα, το δικαίωμα στη διαφορετικότητα, την καλλιέργεια της ανεκτικότητας και άρα την ειρηνική συμβίωση.
- Ο εκπαιδευτικός σκοπός του μαθήματος των Θρησκευτικών συνδέεται με τον ευρύτερο σκοπό της Εκπαίδευσης, για τη δημιουργία ολοκληρωμένων πολιτών, μέσα από την ανάπτυξη αναγκαίων γνώσεων, στάσεων και δεξιοτήτων, που καλύπτουν ολόκληρο το φάσμα της μάθησης. Το μάθημα σέβεται τη θρησκευτική ελευθερία και την πολιτισμική ταυτότητα των μαθητών, καθώς επίσης κάθε ετερότητα. Δίνει στους μαθητές τη δυνατότητα να κατανοήσουν τη δική τους θρησκευτική ταυτότητα και των άλλων, προσφέροντας μαθησιακές ευκαιρίες για προσωπική ανάπτυξη και καλλιέργεια της θρησκευτικής συνείδησής τους. Ταυτόχρονα, με έγκυρο και υπεύθυνο τρόπο, τους προετοιμάζει να ζήσουν δημιουργικά στον σύγχρονο κόσμο, ο οποίος χαρακτηρίζεται από πολυπλοκότητα, αντινομίες και προκλήσεις.
- Το ειδικό μορφωτικό ενδιαφέρον του μαθήματος των Θρησκευτικών έχει αφετηρία την επικρατούσα τοπική θρησκευτική παράδοση, δηλαδή την Ορθόδοξη πίστη και παράδοση, με τις ποικίλες πολιτιστικές και κοινωνικές εκφάνσεις της, επεκτείνεται στη διερεύνηση του φαινομένου της θρησκευτικότητας και περιλαμβάνει σε θεμιτό βαθμό τη μελέτη των κύριων θρησκευτικών παραδόσεων της Ευρώπης και του σύγχρονου κόσμου, με βάση τις μαθησιακές προσδοκίες και ανάγκες των προεφήβων και εφήβων μαθητών. Η προσέγγιση αυτή είναι συμβατή με το ισχύον νομικό καθεστώς, καθώς επίσης με το ευρωπαϊκό κεκτημένο και την κουλτούρα της διαπολιτισμικότητας και τεκμηριώνεται από τα πορίσματα της σύγχρονης θρησκειοπαιδαγωγικής επιστήμης. Η εφαρμογή μιας θρησκειολογικής εκπαίδευσης, άποψη η οποία υποστηρίζεται συνήθως από μη θεολόγους, θα περιορίσει το σύνολο του μαθήματος των Θρησκευτικών σε ένα μόνο τομέα της θεολογικής επιστήμης, δεν εξυπηρετεί τις μορφωτικές ανάγκες των μαθητών και δεν έχει παιδαγωγικό έρεισμα.
- Το μάθημα των Θρησκευτικών, όπως και τα άλλα μαθήματα, αξιοποιεί σύγχρονες θεωρίες μάθησης και διδακτικής, σύμφωνα με τις αρχές της παιδαγωγικής επιστήμης. Η διδακτική μεθοδολογία, οι στρατηγικές μάθησης, οι τεχνικές διδασκαλίας και τα διδακτικά μέσα που χρησιμοποιεί έχουν παιδαγωγικό περιεχόμενο και μορφωτική αποστολή, η οποία διαφέρει από εκείνη της εκκλησιαστικής κατήχησης, η οποία αρμόζει να γίνεται σε άλλο χώρο, για άλλους σκοπούς και με άλλα μέσα. Αυτή η παιδαγωγική προσέγγιση είναι συνεπής και με τη θεολογική διδασκαλία της Ορθόδοξης Εκκλησίας ως προς τον σκοπό και το περιεχόμενο της κατήχησης. Αυτή τη θέση εκφράζουν τόσο τα τρέχοντα αναλυτικά προγράμματα όσο και τα νέα Προγράμματα Σπουδών. Τα τελευταία θεωρούμε ότι προάγουν με επιτυχία τη διερευνητική, βιωματική και συνεργατική μάθηση και οδηγούν στην ανάπτυξη κριτικής σκέψης, που ως παιδαγωγική τάση είναι κοινός τόπος στα σύγχρονα εκπαιδευτικά δρώμενα.
- Τα Προγράμματα Σπουδών δεν μπορεί να είναι στατικά. Καθώς εξελίσσονται οι κοινωνικές συνθήκες, οι μορφωτικές ανάγκες και τα επιστημονικά δεδομένα, θεωρούμε επιβεβλημένο να αναμορφώνονται. Κατά την ανάπτυξη νέων προγραμμάτων ή την παραγωγή νέων διδακτικών μέσων πρέπει να αξιοποιούνται θετικές εμπειρίες και καλές πρακτικές από το παρελθόν και ταυτόχρονα να προωθούνται καινοτόμες ιδέες και προτάσεις από τους ειδικούς, με στόχο τη δημιουργική ανανέωση της διδακτικής διεργασίας. Στο πλαίσιο αυτό, θεωρούμε θετικό γεγονός την εκπόνηση των νέων Προγραμμάτων Σπουδών στα Θρησκευτικά, καθώς και την πιλοτική εφαρμογή τους στο Δημοτικό και το Γυμνάσιο. Η συγκροτημένη δόμησή τους, οι αναλυτικές αναφορές στην ιστορία και την παιδαγωγική θεμελίωση του μαθήματος, η διεξοδική ανάλυση των διδακτικών θεμάτων, η οργάνωσή τους σε μια ενιαία πορεία από το Δημοτικό μέχρι το Λύκειο, η εισαγωγή καινοτόμων διδακτικών και μαθησιακών προσεγγίσεων, η παρουσίαση πλήθους διδακτικών τεχνικών στην κατεύθυνση της διερευνητικής και βιωματικής μάθησης, καθώς και η ταυτόχρονη παραγωγή Οδηγών του Εκπαιδευτικού, με την παράθεση πλήθους δειγματικών σχεδίων-σεναρίων διδασκαλίας και τη μεθοδική καθοδήγηση του εκπαιδευτικού για την αξιοποίησή τους, είναι στοιχεία που αποτιμώνται θετικά. Τα στοιχεία αυτά απουσίαζαν ή ήταν ελλιπή στα μέχρι σήμερα υφιστάμενα αναλυτικά προγράμματα. Τα νέα Προγράμματα Σπουδών δεν είναι απλά διδακτικά εγχειρίδια. Η αξιολογική εκτίμησή τους, που δεν είναι εύκολη υπόθεση, πρέπει να γίνεται με επιστημονικούς όρους και κυρίως ύστερα από την εφαρμογή τους στη σχολική τάξη. Η αποτίμηση της πιλοτικής εφαρμογής τους στην υποχρεωτική Εκπαίδευση -Δημοτικό και Γυμνάσιο- είναι θετική και γι’ αυτό θεωρούμε ότι η καθολική εφαρμογή τους μπορεί να συντελέσει στην ανανέωση της θρησκευτικής εκπαίδευσης και την προαγωγή της σύγχρονης μαρτυρίας της, καθώς επίσης στην προάσπιση του μαθήματος των Θρησκευτικών στο δημόσιο σχολείο. Για να είναι αποδοτική η εφαρμογή τους, θεωρούμε ότι είναι επιβεβλημένη η παραγωγή κατάλληλου διδακτικού υλικού για τους μαθητές, (εγχειριδίων κλπ.), όπως ακριβώς και για τα άλλα μαθήματα, καθώς επίσης η συνεχής και συστηματική επιμόρφωση και υποστήριξη των εκπαιδευτικών.
- Ο δημόσιος διάλογος είναι πάντοτε ευπρόσδεκτος με όποια θεμιτή μορφή και εάν γίνεται, επειδή συμβάλλει στη δημόσια ενημέρωση, παρέχει τη δυνατότητα να αποτυπώνονται και να κρίνονται όλες οι απόψεις, να κατατίθενται προτάσεις, να υπερβαίνονται παρανοήσεις. Πέρα από την αυτονόητη αυτή διαπίστωση, ο διάλογος είναι αποτελεσματικός όταν διακρίνεται από νηφαλιότητα και σεβασμό στη διαφορετική άποψη, λειτουργεί χωρίς αποκλεισμούς, ευνοεί τη σύνθεση διαφορετικών προσεγγίσεων και στοχεύει στην εξαγωγή έγκυρων συμπερασμάτων. Αναμφίβολα, πάντοτε εμφιλοχωρούν κίνδυνοι όπως είναι η «ιδεολογικοποίηση» ζητημάτων με επιστημονικό χαρακτήρα, οι παροδικές εντυπώσεις, η υπερίσχυση προβληματικών προσεγγίσεων, ο εγκλωβισμός σε συγκρουσιακές καταστάσεις κ.ά. Εκφράζουμε τη διαφωνία και την ανησυχία μας για ορισμένες παρεκτροπές που έχουν σημειωθεί στο πλαίσιο του διεξαγόμενου διαλόγου για τη φύση και το περιεχόμενο του μαθήματος των Θρησκευτικών. Οι απαξιωτικοί χαρακτηρισμοί, οι μειωτικές εκφράσεις, οι επιθετικές συμπεριφορές, η παραπληροφόρηση, ο αποκλεισμός της διαφορετικής άποψης, η άρνηση συμμετοχής στον διάλογο και οι διχαστικές τάσεις δεν συνάδουν με το θεολογικό και εκπαιδευτικό ήθος, ούτε ανταποκρίνονται στις ανάγκες των καιρών.
- Αναμένουμε από τις επιστημονικές ενώσεις των θεολόγων να ηγηθούν στην προσπάθεια για συνεννόηση. Να επιδιώξουν ένα πλαίσιο διαλόγου το οποίο θα οδηγήσει στην εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων. Να λειτουργήσουν συνεργατικά και συνθετικά, απομονώνοντας ακραίες φωνές. Στους θρησκευόμενους πιστούς οι οποίοι εκφράζουν το ενδιαφέρον τους, τους πολίτες που δεν είναι εκπαιδευτικοί και όλους όσοι διατυπώνουν καλοπροαίρετα την άποψή τους προτείνουμε το αυτονόητο, δηλαδή να αναγνωρίσουν ότι η διδασκαλία του μαθήματος των Θρησκευτικών είναι παιδαγωγική υπόθεση και είναι αρμοδιότητα καταρχήν των ειδικευμένων εκπαιδευτικών. Παρόμοια είναι η ευθύνη της διοικούσας Εκκλησίας η οποία μπορεί να συμβάλλει στην υπέρβαση τυχόν δυσκολιών κατά τη διεξαγωγή του διαλόγου, «εν τω συνδέσμω της ειρήνης», με απώτερο στόχο τη μορφωτική και πνευματική καλλιέργεια των παιδιών μας με τους καλύτερους δυνατούς όρους.
ΟΙ ΣΧΟΛΙΚΟΙ ΣΥΜΒΟΥΛΟΙ ΘΕΟΛΟΓΩΝ
Αργυρόπουλος Ανδρέας
Βαλλιανάτος Άγγελος
Δημακόπουλος Δημήτριος
Καλογεράκης Ευτύχιος
Μιχαλοπούλου Ελένη
Μπαλή Αικατερίνη-Μαρία
Μπιτσάκης Αντώνιος
Σταλίκα Φωτεινή
Στράντζαλης Πολύβιος
Στριλιγκάς Γεώργιος
Συργιάννη Μαρία
Τσάγκας Ιωάννης
Φύκας Δημήτριος
Χριστόπουλος Νικόλαος
Υπομονή, το παλαιό καταρρέει
Του ΧΡΗΣΤΟΥ ΓΙΑΝΝΑΡΑ
Δίκην Κάτωνος του πρεσβυτέρου, η εδώ επιφυλλίδα κάθε Κυριακή επαναλαμβάνει μονότονα (επομένως και κουραστικά) ότι: Το λεγόμενο «πολιτικό σύστημα» έχει στην Ελλάδα σήμερα καταρρεύσει, η ελλαδική κοινωνία συντηρεί μόνο πλασματικά υποκατάστατα «κομμάτων» – συντεχνίες που διαγκωνίζονται να διαχειριστούν (αυτό μόνο) την εξουσία.
Πότε καταρρέει σε μια χώρα το πολιτικό σύστημα; Οταν αδυνατεί πια, ολοφάνερα, να ανταποκριθεί στις ανάγκες της κοινωνίας, ακόμα και τις στοιχειωδέστερες. Οταν τα κόμματα δεν έχουν πολιτική ραχοκοκαλιά, αναζητούν ταυτότητα και ειδοποιό διαφορά σε χιλιοφθαρμένα ιδεολογικά ρητορεύματα, σε κενολογίες ψυχολογικού εντυπωσιασμού των αφελών.
Η τέλεια απουσία πολιτικής ραχοκοκαλιάς (άρα και κοινωνικής εντιμότητας) αποκαλύφθηκε χειροπιαστά, όταν οι δύο, επί δεκαετίες αντίπαλοι πρωταγωνιστές της πολιτικής παντομίμας, ΠΑΣΟΚ και Ν.Δ., συγκρότησαν «κυβέρνηση συνεργασίας» (Σαμαρά – Βενιζέλου). Στην πρώτη φάση της συγκυβέρνησης μετείχε και η «Αριστερά», (Κουβέλης) οπότε η ολοκληρωτική απουσία πολιτικών διαφοροποιήσεων κατέστη «κραγμένη» και αδιάντροπη, συγκεφαλαιωμένη στη διαβόητη «ποσόστωση» της μοιρασιάς των ρουσφετιών: 4-3-1.
Από αγανάκτηση και οργή για την πολύχρονη εξαπάτησή τους οι Ελλαδίτες ψηφοφόροι χάρισαν αιφνίδια την εξουσία στον ΣΥΡΙΖΑ. Για να αποκαλυφθεί πολιτικά ασπόνδυλο και αυτό το με τεχνητές συγκολλήσεις συνονθύλευμα των «ριζοσπαστών» της Αριστεράς. Μια ευφάνταστη «παρεούλα» ευφυών οικονομολόγων ξεκίνησε, με παιδαριώδη δονκιχωτισμό και πατώντας στον παντελώς διαβρωμένο από τη σήψη ελλαδικό κρατικό ερειπιώνα, να αντιπαλαίψει την παγκοσμιοποιημένη πια παντοδυναμία του αχαλίνωτου καπιταλισμού. Η πολιτική νηπιότητα του εγχειρήματος ήταν κραυγαλέα. Απέδειξε και τον ΣΥΡΙΖΑ απολύτως ταυτισμένο με τη διαχειριστική τής εξουσίας εκδοχή της πολιτικής, δηλαδή εξίσου στερημένου τη ραχοκοκαλιά ρεαλιστικών κοινωνικών στοχεύσεων.
Πιο συγκεκριμένα: Δεν διανοήθηκε ο ΣΥΡΙΖΑ όπως δεν είχε διανοηθεί και η πρασινογάλαζη Πασοκαρία, ότι το ζητούμενο της ανάκαμψης από την εφιαλτική καταστροφή δεν ήταν συνάρτηση παλικαρισμών στην αναμέτρηση με τους δανειστές, αλλά συνάρτηση τολμηρών ανατάξεων του κρατικού μηχανισμού, των δομών, των θεσμών, των λειτουργιών ενός δημόσιου βίου ολοκληρωτικά και εξευτελιστικά υποταγμένου στο πελατειακό κατεστημένο της κομματοκρατίας.
Η αυτοαναίρεση της Αριστεράς είναι ο αυτοηδονισμός της με ρητορεύματα. Οπως και η αυτοαναίρεση της πολιτικής είναι ο αυτοηδονισμός με τη διαχείριση της εξουσίας. Οταν μιλάμε για πολιτική «ραχοκοκαλιά» ενός κόμματος ή ενός αρχηγού, αναφερόμαστε σε καίριους στόχους εξυπηρέτησης κοινωνικών αναγκών, δημιουργίας θεσμών ή πραγματοποίησης έργων που βελτιώνουν το συνολικό επίπεδο (την ποιότητα) ζωής του κοινωνικού σώματος. Και με εναργείς παραδειγματικές εικόνες: Πολιτική ραχοκοκαλιά είχε ο Χαρίλαος Τρικούπης, που έφτιαξε σιδηροδρομικό δίκτυο στην Ελλάδα. Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, που πέτυχε τον εξηλεκτρισμό ολόκληρης της χώρας. Ο Ελεύθεριος Βενιζέλος, που ίδρυσε το Συμβούλιο της Επικρατείας. Ο Ιωάννης Μεταξάς, που ίδρυσε το Ιδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων, κ.ά.τ.
Η διαφορά ανάμεσα στη διαχείριση της εξουσίας και στην άσκηση πολιτικής είναι θεμελιώδης, ουσιωδέστατη και καθοριστική της ποιότητας ζωής σε μια κοινωνία. Κατά κανόνα, τα κόμματα και οι κομματάρχες που δεν έχουν ακόμα γευθεί την εξουσία διακυβέρνησης, εκφέρουν λόγο με προφανείς πιστοποιήσεις, κοινότοπες επισημάνσεις συμπτωμάτων: κακοδιοίκησης, φαυλότητας, διαπλοκής, διαφθοράς, παραλυτικής του κράτους ανικανότητας ή ασυδοσίας. Ποτέ βέβαια ο λόγος τους δεν προδίδει σοβαρή, επιτελική μελέτη αυτών των συμπτωμάτων, γι’ αυτό και ποτέ δεν αντιτάσσει συγκεκριμένες επαγγελίες πολιτικών ενεργημάτων για τη διόρθωση των κακώς κειμένων. Ο τάχα και πολιτικός λόγος έχει ως καθοριστικό γνώρισμα τις γενικότητες. Τόσο επιδερμικές και αοριστόλογες γενικότητες, ώστε να συνιστούν προσβολή και διασυρμό της κοινής λογικής και της συλλογικής αξιοπρέπειας.
Η περίπτωση της λεγόμενης Αριστεράς είναι κατεξοχήν προκλητική και δραματικά αποκαρδιωτική: Η λέξη, στη διεθνή χρήση της, χαρακτηρίζει εκείνη την πολιτική που δίνει προτεραιότητα στις κοινωνικές ανάγκες, όχι στα ατομικά συμφέροντα. Εξασφαλίζει η Αριστερά την ελευθερία της επιχειρηματικής δημιουργικής δραστηριότητας, αλλά ελέγχει τυχόν ασυδοσία των κεφαλαιούχων, την υπέρμετρη εκμετάλλευση της μισθωτής εργασίας. Επιδιώκει να χαλιναγωγεί, με θεσμούς και νόμους, την κοινωνική αδικία, καλλιεργεί, ως πολιτισμική αξία, την αίσθηση του δημοσίου συμφέροντος, τη δυνατότητα πρόσβασης όλων σε ιατρο-φαρμακευτική περίθαλψη, σε σύνταξη κατασφάλισης των γηρατειών, σε Παιδεία οποιασδήποτε βαθμίδας.
Στην Ελλάδα αυτά τα στοιχεία ταυτότητας της Αριστεράς είναι μόνο ρητορικά δολώματα για υποκλοπή της ψήφου των αφελών. Πρώτο μέλημα της Αριστεράς στην Ελλάδα είναι να θωρακίσει συνδικαλιστικά τις μάζες όσων πουλήθηκαν στα κόμματα για να εξαγοράσουν διορισμό στο Δημόσιο. Οπλα «αγώνων» της ελλαδικής Αριστεράς είναι οι «απεργίες κοινωνικού κόστους» της παρασιτικής δημοσιοϋπαλληλίας, οι «πορείες», οι «καταλήψεις», ο τραμπουκισμός, που μεταβάλλουν σε κόλαση την καθημερινότητα όχι των εύπορων, αλλά της φτωχολογιάς, των ανήμπορων.
Υπερασπιστής εδώ η Αριστερά όχι των αδικημένων και στερημένων, αλλά των ψυχανώμαλων του κοινωνικού περιθωρίου, της προκλητικής σε χυδαιότητα αντικοινωνικής συμπεριφοράς. Και «χόμπυ» της Αριστεράς, η ανεξήγητη φανατισμένη αρνησιπατρία, η κατασυκοφάντηση της ιστορίας και της παράδοσης πολιτισμού των Ελλήνων, η άρνηση, με πείσμα και μένος, της γλωσσικής συνέχειας, η φανατισμένη υπεράσπιση εξωφρενικών, σε βάρος της Ελλάδας, διεκδικήσεων των γειτόνων της.
Συμπτώματα παρακμής σε τελικό στάδιο. Διότι, εναλλακτικό πολιτικό ενδεχόμενο είναι ο αφασικός χυλός της Ν.Δ.: τα «αναστήματα» Μεϊμαράκη, Αδωνι, Τζιτζικώστα, ή τα έσχατα λύματα του κόμματος των πρωτουργών της καταστροφής, προεδρευόμενου σήμερα από την κυρία Φώφη. Ισως να είναι ίχνος παρηγοριάς η παράδοξη, δυσεξήγητη σύνεση (σχεδόν σοφία) του πολλαπλά ευτελισμένου λαού μας, που ξέρει ακόμα να φιδοπερπατάει στο ναρκοπέδιο του πολιτικού μας σκηνικού: Τόλμησε, με απίστευτη αξιοπρέπεια, ένα «όχι» στον χυδαίο εκβιασμό (Τράπεζες κλειστές – καταιγισμός απειλών) από την «Ευρώπη των φώτων». Εμπιστεύτηκε ξανά το ανύπαρκτο φιλότιμο της εκτρωματικής «Αριστεράς» που παραπάνω περιγράψαμε, ίσως για να δηλώσει, με ρίσκο ζωής ή θανάτου, πόσο ανυπόφορη τού είναι πια η γαλαζοπράσινη πεθαμενίλα.
Ακόμα και στην επιθανάτια φάση, ένας λαός με ιστορία μπορεί να εκπλήξει.
ΠΗΓΗ
Τί είναι η Δύση;
«Τί μπορούν πράγματι να κάνουν οι άνθρωποι που εμφορούνται από ένα ιδανικό ειρήνης και προόδου, ώστε να προωθήσουν τη συνεννόηση μεταξύ των πολιτισμών, οι οποίοι καλούνται στο εξής να ζήσουν μια και μοναδική ιστορία; Πώς να ξεπεραστεί η αντίθεση μεταξύ του αναγκαίου κοσμοπολιτισμού και όλων όσα γνωρίζουμε περί ετερογένειας των πολιτισμών; Και ποια μπορεί να είναι, σε αυτό το πλαίσιο, η θέση του δυτικού πολιτισμού;
[…] Η επιβίωση του παγκόσμιου πληθυσμού δεν θα μπορούσε να διασφαλιστεί στο εξής χωρίς έναν εκσυγχρονισμό που να εμπεριέχει κάποιο βαθμό δυτικοποίησης […]. Ωστόσο, κανείς δεν θα ισχυρισθεί ότι όλοι οι πολιτισμοί οφείλουν να ακολουθήσουν το ίδιο ακριβώς μονοπάτι, εφόσον κάτι τέτοιο θα σήμαινε ότι ο τύπος του ανθρώπου όπως αυτός προβάλλεται από τη Δύση αντιπροσωπεύει από μόνος του το σύνολο των ανθρώπινων δυνατοτήτων, ιδέα εμφανώς λανθασμένη. Όπως το επισήμανε άλλοτε και ο Λεβί – Στρως, κάθε πολιτισμός “κατατέμνει το πραγματικό”, σύμφωνα με τις δικές του πνευματικές κατηγορίες, και διερευνά όψεις της ανθρώπινης, κοινωνικής και κοσμικής πραγματικότητας τις οποίες οι άλλοι πολιτισμοί αγνοούν. […] Είναι πιθανό ότι η επιβίωση της ανθρωπότητας σε βάθος χρόνου απαιτεί να διατηρηθούν μέσα στο είναι, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, όσο το δυνατόν περισσότερες ανθρώπινες δυνατότητες, όπως αυτές επικαιροποιούνται από τους διάφορους πολιτισμούς.
Δεν μπορούμε, προκειμένου να συμβιβάσουμε ενότητα και διαφορές, να προσφύγουμε στις τυποποιημένες εκφράσεις που είναι σήμερα στη μόδα: την πολυπολιτισμικότητα ή την πολιτισμική επιμιξία. Η πρώτη είναι εξίσου παράλογη όσο ένα παιχνίδι όπου ο κάθε παίκτης ισχυρίζεται ότι παίζει σύμφωνα με τους δικούς του κανόνες. Η δεύτερη, η οποία συνιστά την αναζήτηση ενός “μεγαλύτερου κοινού παρονομαστή”, φτωχαίνει εξ ορισμού τον πολιτισμό».
ΦΙΛΙΠ ΝΕΜΟ, Τί είναι η Δύση;, μτφρ. Διεπιστημονικό – Διατμηματικό Μεταπτυχιακό Πρόγραμμα Μετάφρασης – Μεταφρασιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, εκδ. Εστία, Αθήνα 2008, 157-158.
«Μικρό σχόλιο στον Ζεϊμπέκικο»
«Οι πουριτανοί, αμαθείς λάτραι της δημοτικής μουσικής, άμα ακούσουν τη λέξη “ζεϊμπέκικο” γίνονται έξω φρενών. “Τούρκικο”, λένε, “δεν είναι ελληνικό!” Βέβαια, κανένας χορός ή ρυθμός ενδιαφέρων δεν είναι, ίσως, ελληνικός, συμπεριλαμβανομένου ασφαλώς και του… Καλαματιανού. Το Τσάμικο είναι αρβανίτικο, ο Ζεϊμπέκικος, χορός της Θράκης, πατρίδος του Ορφέως, που ως γνωστόν ήταν Τούρκος… (αφού και οι αρχαίοι τον παριστάνουν με φρυγικά παντελόνια και φέσι φρυγικό), ξεκίνησε μαζί με τη φυλή των Ζεϊμπέκηδων (φυλή όχι χριστιανική αλλ’ ούτε μουσουλμανική), για να εγκατασταθεί στα παράλια της Μ. Ασίας, όπου καθώς λένε οι επιστήμονες, οι Ζεϊμπέκηδες αναγκάστηκαν τελικά να εκμουσουλμανισθούν. Κανείς Τούρκος στα βάθη της Τουρκίας δεν ξέρει, ούτε μπορεί να χορέψει Ζεϊμπέκικο. Πρέπει να ‘ναι από τα παράλια της Μ. Ασίας κι όχι χωρικός. Τα Φρύγια και Λύδια και τα Μιξολύδια μέλη των Ελλήνων του Χρυσού Αιώνα συνεχίζονται από τ’ ανάλογα μέλη των απογόνων των ιδίων λαών στην εποχή μας. Η αναιμική Ελληνική Μουσική ετράφηκε πάντα από το εξωτερικό και με ξένη μουσική εδυνάμωσε. Αλλά κι αν ακόμα ο Ζεϊμπέκικος είναι τούρκικος, τότε είναι καιρός ν’ αλλάξουμε ιδέα για την τουρκική τέχνη κι όχι να ντρεπόμαστε για έναν ευγενικό χορό, που αυθόρμητα ο λαός τον έκανε πανελλήνιο. Οι αμαθείς πουριτανοί χωρίζουν τη μουσική σε δημοτική και ρεμπέτικη, σε “υγιεινή ή ανθυγιεινή” σε παραδεκτή, ή σε καλλιτεχνικά απαράδεκτη. Ο εθνικισμός μας πιάνει στην Τέχνη μόνον όταν πρόκειται να ζημιωθούμε. Ποτέ όταν πρόκειται να πλουτισθούμε! Ο πανάρχαιος Ζεϊμπέκικος είναι νοσηρός όσο ο Ευριπίδης κι ο Μπωντλαίρ! Τι να γίνει; Όλα δεν μπορεί να ‘ναι συγχρόνως υγιεινά και μεγάλα!»
ΓΙΑΝΝΗΣ ΤΣΑΡΟΥΧΗΣ, «Μικρό σχόλιο στον Ζεϊμπέκικο», στο: Ως στρουθίον μονάζον επί δώματος, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 1987, 32-33.
Τμήμα Θεολογίας ΑΠΘ· Μια κριτική παρέμβαση με αφορμή το προσφυγικό
ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ
1. Τα κύματα των προσφύγων που εγκαταλείπουν τη σπαρασσόμενη Μέση Ανατολή αναζητώντας ένα ασφαλέστερο παρόν και μέλλον αποτελούν μια ανθρωπιστική κρίση που όμοιά της είχε να γνωρίσει η Ευρώπη από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Η αντιμετώπιση του φαινομένου υπακούει σε δύο κυρίαρχες νοοτροπίες και στάσεις. Η πρώτη εκκινεί από την παραδοχή ότι οι πρόσφυγες έχουν προβλήματα, για τα οποία ευθύνονται άλλοι, πράγμα που επιτρέπει την αποστασιοποίηση από το δράμα τους και βέβαια την ψυχολογική αποενοχοποίηση του θεατή. Αυτή η αποστασιοποίηση μάλιστα συχνά νομιμοποιείται συνοδευόμενη από αόριστα κηρύγματα συμπάθειας προς τους κατατρεγμένους ή και ευχών για τη γρήγορη ανακούφισή τους. Η δεύτερη νοοτροπία και στάση αντιμετωπίζει τους ίδιους τους πρόσφυγες σαν πρόβλημα, σαν ένα ζωντανό και ανεξέλεγκτο κίνδυνο που απειλεί την πολιτισμική φυσιογνωμία, την κοινωνική ομαλότητα ή και το αξιακό σύστημα των χωρών υποδοχής και προορισμού.
2. Στο αντίποδα αυτών των κυρίαρχων νοοτροπιών και στάσεων, που είτε ατενίζουν από αριστοκρατική απόσταση και αισθήματα συμπάθειας τους πρόσφυγες είτε τους δαιμονοποιούν για ιδεολογική και πολιτική εκμετάλλευση, η γρηγορούσα χριστιανική συνείδηση καλείται σήμερα να αρθρώσει έναν κριτικό και αυτοκριτικό λόγο που θα υπερβαίνει το επίπεδο της δημοσιογραφικής χαρτογράφησης του φαινομένου και θα εκβάλλει σε συγκεκριμένες πρακτικές και δράσεις αντιμετώπισής του, ενθυμούμενη και υπενθυμίζοντας ότι:
Όλοι οι άνθρωποι, ανεξαρτήτως εθνικής καταγωγής, πολιτισμικής προέλευσης αλλά και θρησκευτικής αναφοράς, σύμφωνα με τη Βίβλο, προέρχονται από την αγαπητική και δημιουργική ενέργεια του Θεού. Γι’ αυτό και όταν αμφισβητείται και κακοποιείται η ανθρώπινη αξιοπρέπεια και ελευθερία, δεν πάσχει μόνο αυτός που υφίσταται την κακοποίηση αλλά και όλοι όσοι θέλουν να παραμένουν άνθρωποι.
Η πίστη δεν ταυτίζεται με την εκπλήρωση κάποιων ατομικών θρησκευτικών καθηκόντων, που συνήθως προσφέρουν μια ψυχολογική θωράκιση ή μια αίσθηση αυτοδικαίωσης στον άνθρωπο. Αντιθέτως, η πίστη στον βιβλικό Θεό της αγάπης επιβεβαιώνεται και εκφράζεται έμπρακτα ως αγάπη του ανθρώπου απέναντι στον οποιονδήποτε πλησίον, και κυρίως απέναντι στον ξένο (Λευ 19,33-34· πρβλ. Εβρ 13,2-3). Η εμπειρία και η διδασκαλία του Χριστού ανέδειξαν τον ξεριζωμό και την προσφυγιά σε ένα μόνιμο συνοδοιπόρο της περιπέτειας του ανθρώπου και της ανθρωπότητας. Ως βρέφος φυγαδεύτηκε στην Αίγυπτο (Μτ 2,13-15), και αργότερα ταύτισε τον εαυτό του με τον ξένο, καθιστώντας την ενεργό συμπαράσταση και διακονία προς τον αναξιοπαθούντα πλησίον σε διαχρονικό έσχατο κριτήριο για την σωτηρία (Μτ 25,31-46).
Όπως η πίστη έτσι η αμαρτία πέρα από ατομικό είναι και ένα συλλογικό γεγονός. Με τον ίδιο τρόπο λοιπόν που η αντιμετώπιση μιας ασθένειας δεν περιορίζεται στην ανακούφιση των συμπτωμάτων, έτσι και η αποτελεσματική και συνολική αντιμετώπιση του προσφυγικού ζητήματος δεν είναι ανεξάρτητο από την νοσηρή κοινωνική μήτρα που το παράγει, δηλαδή, από τη σωματική και ψυχολογική βία, από την τρομοκρατία, τον θρησκευτικό φονταμενταλισμό και την ιεροποιημένη μισαλλοδοξία, που συχνά δεν αποτελούν παρά εκφραστικά οχήματα ή προσωπεία μιας εντελώς ανάλγητης και ηθικά τυφλής δίψας για εξουσία και οικονομική κυριαρχία.
3. Το προσφυγικό ζήτημα μοιάζει να κρίνει τη βιβλική συνέπεια, την πνευματική ωριμότητα και την κοινωνική ευθύνη όλων των χριστιανικών κοινοτήτων και κάθε μέλους τους ξεχωριστά, απαιτώντας συγκεκριμένες στάσεις, πράξεις και δράσεις, που θα μπορούσαν σχηματικά να συνοψιστούν στα εξής:
Στην έμπρακτη καλλιέργεια ενός ήθους υποδοχής, δεξίωσης, πρόσληψης και φιλοξενίας του πρόσφυγα, ο οποίος σήμερα παροντοποιεί τον Χριστό που δεν είχε πού να γείρει το κεφάλι του, αλλά και ταύτισης μαζί του. Κι ακόμη στην πνευματική και βιωματική ταύτιση με τους κατατρεγμένους η οποία θα αναδείξει τη συνάντηση μαζί τους σε ένα γεγονός κυριολεκτικής «συγχώρησης» (μοιρασιάς του ίδιου χώρου), κατόρθωμα αγάπης και ανιδιοτελούς διακονίας.
Στην θαρραλέα καταγγελία όλων των μορφών βίας και ιδεολογικής τρομοκρατίας που εξουθενώνουν το ανθρώπινο πρόσωπο καθώς και στην ενεργό αντίσταση απέναντι στο φανερό ή αθέατο πλέγμα της ανομίας, της αδικίας και της βουλιμικής πλεονεξίας που παράγει και αναπαράγει τις ανισότητες, για να ισχυροποιήσει την ολιγαρχία των θυτών εις βάρος των πολλαπλάσιων αδυνάτων θυμάτων. Κι ακόμη, την άρνηση υποστήριξης εκείνων που αντί να δώσουν λύση διογκώνουν το πρόβλημα είτε αρνούμενοι με βία την υποδοχή των προσφύγων, είτε προσπαθώντας να τους εκμεταλλευθούν ιδεολογικοπολιτικά αλλά και οικονομικά.
Τέλος, στη δραστηριοποίηση για την άμεση ανακούφιση των προσφύγων με κάθε μέσο σε προσωπικό και συλλογικό-εκκλησιαστικό επίπεδο. Και ακόμη, στην συμπαράταξη με κάθε φορέα και συλλογικότητα που εργάζεται με ανιδιοτέλεια, αλληλεγγύη και πραγματική διάθεση προσφοράς για τον ίδιο σκοπό, υπηρετώντας στο πρόσωπο των αναξιοπαθούντων, ακόμη κι αν δεν το γνωρίζει, τον ίδιο τον πρόσφυγα Χριστό.
4. Η εκκλησιαστική δέσμευση και το χριστιανικό ήθος δεν είναι ένας ατομικός αγώνας δρόμου ή μια συλλογή αρετών αλλά ένα γεγονός εκκλησιαστικό, γεγονός κοινωνίας, συνάντησης και αγαπητικής αλληλοπεριχώρησης που επεκτείνεται και εκτός των συμβατικών εκκλησιαστικών, ομολογιακών ή και θρησκευτικών τειχών, για να αγκαλιάσει όλους τους ανθρώπους και, ιδίως, τους κακώς πάσχοντες, τους απόκληρους, τους φτωχούς και τους πρόσφυγες, τους «ελάχιστους αδελφούς» του ίδιου του Χριστού. Για τον ίδιο λόγο, η εν Χριστώ τελείωση και η αγιότητα προϋποθέτει και πραγματώνεται πάντα μέσα από τον αγώνα και την αγωνία του για τη σωτηρία του άλλου. «Oὔκ ἐστιν ἄλλως σωθῆναι, εἰ μὴ διὰ τοῦ πλησίον» (Μακάριος Αιγύπτιος, Ομιλία ΛΖ΄).
ΠΗΓΗ
Ένα συναρπαστικό ταξίδι στο Ισλάμ και τον μουσουλμανικό κόσμο με βάση το βιβλίο του FERNAND BRAUDEL, Η γραμματική των πολιτισμών, μτφ. Άρης Αλεξάκης, εκδ. ΜΙΕΤ, Αθήνα 2009, 95-192
Η προοπτική ανανέωσης της σχολικής θρησκευτικής εκπαίδευσης και τα Νέα Προγράμματα Σπουδών

Η εκπόνηση Προγραμμάτων Σπουδών είναι μια σύνθετη και επίπονη επιστημονική εργασία, η οποία απαιτεί πολυεπίπεδη θεωρητική γνώση και παιδαγωγική εμπειρία. Η αποτίμηση του περιεχομένου και της δυναμικής ενός Προγράμματος Σπουδών είναι απαιτητική διαδικασία, η οποία γίνεται με επιστημονικά κριτήρια, κυρίως μέσα από την πειραματική εφαρμογή του. Οι απλουστευτικές κρίσεις με ιδεολογικό υπόβαθρο, όσο και εάν είναι χρήσιμες για την καταγραφή των τάσεων που διαμορφώνονται στο κοινωνικό πεδίο, μάλλον συσκοτίζουν τα πράγματα και δεν προάγουν τον επιστημονικό διάλογο.
Τα μέλη της Επιτροπής Εμπειρογνωμόνων για την εκπόνηση του νέου Προγράμματος Σπουδών στα Θρησκευτικά Δημοτικού-Γυμνασίου, το οποίο ολοκληρώθηκε ήδη από το 2011, δοκιμάστηκε πιλοτικά και αναθεωρήθηκε σε αρκετά σημεία του το 2014, καθώς και τα μέλη της Επιτροπής του αντίστοιχου Προγράμματος του Λυκείου, παρακολουθούμε με ενδιαφέρον τόσο τον ευρύτερο διάλογο στην κοινωνία, για το Μάθημα των Θρησκευτικών, όσο και ειδικότερα τον διάλογο στον εκπαιδευτικό κόσμο, για τα νέα Προγράμματα Σπουδών. Ως επιστήμονες, μάχιμοι εκπαιδευτικοί – θεολόγοι της σχολικής τάξης και του πανεπιστημίου, ενδιαφερόμαστε για την ανανέωση του μαθήματός μας και λαμβάνουμε υπόψη κάθε θετική πρόταση, η οποία κατατίθεται και φυσικά είναι τεκμηριωμένη. Στο πλαίσιο αυτό, άλλοτε συλλογικά και άλλοτε ατομικά, τα μέλη των Επιτροπών έχουμε εκφράσει τις απόψεις μας υπεύθυνα και με επιχειρήματα, όποτε αυτό κρίθηκε αναγκαίο.
Με αφορμή τις νέες συζητήσεις γύρω από το νομικό καθεστώς και τη φυσιογνωμία του μαθήματος των Θρησκευτικών, στο πλαίσιο των οποίων συχνά γίνονται αναφορές στα νέα Προγράμματα Σπουδών και στην πρόταση θρησκευτικής εκπαίδευσης που κομίζουν, θεωρούμε χρήσιμο να προβούμε με συντομία στις παρακάτω διασαφήσεις:
Το νομικό πλαίσιο
Το καθεστώς λειτουργίας και οργάνωσης του Μαθήματος των Θρησκευτικών είναι απολύτως σαφές. Βασίζεται κατά κύριο λόγο στο Σύνταγμα και τους νόμους του Κράτους, μεταξύ των οποίων είναι οι νόμοι της Εκπαίδευσης και εν μέρει o Καταστατικός Χάρτης της Εκκλησίας της Ελλάδος. Αυτό το νομικό πλαίσιο έχει ερμηνευθεί επαρκώς με αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας και των ανώτατων Διοικητικών Δικαστηρίων της χώρας, σύμφωνα με τα ισχύοντα τόσο σε εθνικό όσο και ευρωπαϊκό επίπεδο. Τα νέα Προγράμματα Σπουδών στα Θρησκευτικά όχι μόνο δεν αντιβαίνουν αλλά στηρίζονται σε αυτό το νομικό πλαίσιο και το εφαρμόζουν.
Η ανάγκη αλλαγής
Μέχρι την εκπόνηση των νέων Προγραμμάτων Σπουδών, δεν υπήρχε ένα ολοκληρωμένο και μεθοδικό Πρόγραμμα Σπουδών για το Μάθημα των Θρησκευτικών, όπως άλλωστε και για τα άλλα μαθήματα. Η προβλεπόμενη διδακτική πορεία οριζόταν συνοπτικά από τα αναλυτικά προγράμματα και το Διαθεματικό Ενιαίο Πλαίσιο Προγραμμάτων Σπουδών (ΔΕΠΠΣ), τα οποία όμως κατ’ ουσίαν δεν προσέφεραν στην καθημερινή διδακτική πρακτική, παρά τα όποια θετικά χαρακτηριστικά τους, καθώς λειτούργησαν κυρίως ως οδηγοί για τους συγγραφείς των διδακτικών βιβλίων.
Οι συνεχείς κοινωνικές εξελίξεις καθιστούν επιτακτική την ανάγκη προσαρμογής της θρησκευτικής εκπαίδευσης στις νέες συνθήκες, στο πλαίσιο των μορφωτικών αναγκών και προσδοκιών των σημερινών μαθητών. Είναι σαφές ότι άλλες είναι οι προκλήσεις που αντιμετώπιζαν οι μαθητές πριν από μερικές δεκαετίες και άλλες είναι οι εμπειρίες και οι αναζητήσεις τους σήμερα.
Οι παιδαγωγικές αρχές
Τα νέα Προγράμματα Σπουδών λαμβάνουν υπόψη τις σύγχρονες θεωρίες μάθησης και διδακτικής. Αξιοποιούν επιλεκτικά θέσεις από τις θεωρίες γνωστικής ανάπτυξης, τις θεωρίες ηθικής ανάπτυξης και της θρησκειοπαιδαγωγικής, προσεγγίσεις του κοινωνικοπολιτισμικού εποικοδομισμού και της κριτικής παιδαγωγικής. Αντιμετωπίζουν τη μάθηση ως προϊόν αλληλεπίδρασης, προάγουν την ανακαλυπτική μάθηση, την αυτενέργεια του μαθητή και την κοινωνικοποίησή του μέσα από τη συνεργατικότητα, στοχεύουν δε στην ανάπτυξη της κριτικής σκέψης. Προτείνουν συμμετοχικά μοντέλα οργάνωσης της τάξης, τα οποία τείνουν στη φθίνουσα καθοδήγηση από τον εκπαιδευτικό, έναντι του παραδοσιακού δασκαλοκεντρισμού. Ευνοούν τη διαφοροποίηση της διδασκαλίας, δίνοντας ίσες ευκαιρίες σε όλους τους μαθητές. Απελευθερώνουν τη διδακτική διεργασία, εισάγοντας καινοτόμες διδακτικές προτάσεις στην κατεύθυνση της διερευνητικής και βιωματικής μάθησης.
Στα ζητήματα αυτά η συμβολή των νέων Προγραμμάτων Σπουδών είναι μεγάλη και καθοριστική. Τα μηνύματα από την πιλοτική εφαρμογή τους στην υποχρεωτική εκπαίδευση είναι ελπιδοφόρα, με πολλούς εκπαιδευτικούς να εκφράζονται εγκωμιαστικά, αναγνωρίζοντας τη δυναμική της ανανέωσης της διδακτικής διαδικασίας και τους μαθητές να εκδηλώνουν ισχυρό ενδιαφέρον και διάθεση ενεργητικής συμμετοχής στις νέες τεχνικές διδασκαλίας.
Το διδακτικό περιεχόμενο
Τα νέα Προγράμματα Σπουδών προσαρμόζουν τα βασικά για διδασκαλία θέματα των Θρησκευτικών στα μαθησιακά ενδιαφέροντα των μαθητών, ανάλογα με την ηλικία και την ανάπτυξή τους. Δίνουν έμφαση στον θρησκευτικό γραμματισμό, προωθώντας στη μεν υποχρεωτική εκπαίδευση την ανίχνευση, την κατανόηση και στη συνέχεια την κριτική ερμηνεία της τοπικής θρησκευτικής παράδοσης και σε θεμιτό βαθμό των μεγάλων θρησκευτικών παραδόσεων, στο δε Λύκειο τη διερεύνηση θρησκευτικών συμπεριφορών και εκφάνσεων της θρησκευτικότητας.
Σε όλη τη διαδρομή της εκπαίδευσης, από το Δημοτικό μέχρι το Λύκειο, στο επίκεντρο της διδασκαλίας είναι η Ορθόδοξη Χριστιανική παράδοση, ενώ σε ένα ευρύτερο κύκλο προσεγγίζονται οι χριστιανικές παραδόσεις της Ευρώπης και τα μεγάλα θρησκεύματα του κόσμου, στον βαθμό που οι γνώσεις αυτές σχετίζονται με εμπειρίες και βιώματα των μαθητών. Ως προς το ζήτημα αυτό, τα νέα Προγράμματα δεν καινοτομούν, απεναντίας προεκτείνουν και διευρύνουν τις αρχές που διέπουν το ΔΕΠΠΣ, τοποθετώντας την παρεχόμενη θρησκευτική εκπαίδευση σε ένα νέο πλαίσιο, με ισχυρή νομιμοποιητική και παιδαγωγική βάση. Η ανάπτυξη της προσωπικής θρησκευτικής συνείδησης και πολιτιστικής ταυτότητας επιδιώκεται με απόλυτο σεβασμό στην ετερότητα. Επιπρόσθετα, συνυπολογίζονται τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των προβληματισμών και των αναζητήσεων των νέων, ειδικά στη δύσκολη περίοδο της εφηβείας, κατά την οποία τείνουν προς τον αντικομφορμισμό και την αμφισβήτηση.
Η διαπολιτισμική διάσταση
Τα νέα Προγράμματα Σπουδών και γενικότερα το Μάθημα των Θρησκευτικών, εκτός των άλλων, υποστηρίζουν τη διαπολιτισμική διάσταση της θρησκευτικής εκπαίδευσης, με στόχο την καλλιέργεια αξιών, στάσεων και δεξιοτήτων ειρηνικής συνύπαρξης και συνεργασίας και την αποτροπή φονταμενταλιστικών και μισαλλόδοξων προσεγγίσεων.
Η ανθρωπότητα πορεύεται σε μία νέα φάση της ιστορίας της, κατά την οποία η θρησκεία και ο πολιτισμός αποκτούν μία κεντρική θέση, όπως συνέβη και κατά το παρελθόν. Τα πρόσφατα γεγονότα στην κεντρική Ευρώπη και η μετακίνηση των πληθυσμών, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τις τοπικές κοινωνίες, υπογραμμίζουν τον κίνδυνο επερχόμενων συγκρούσεων, οι οποίες δεν θα στηρίζονται μόνο σε πολιτικοοικονομικά συστήματα, αλλά θα χρησιμοποιούν τιςθρησκείες. Η νέα πρόταση θρησκευτικής εκπαίδευσης έρχεται ως απάντηση στον φόβο και τον θρησκευτικό φανατισμό τη στιγμή που υψώνονται τείχη απομόνωσης σε ολόκληρη την Ευρώπη.
Οι θρησκειολογικές αναφορές
Ορισμένες απόψεις που είδαν το φως της δημοσιότητας, ότι τάχα με τα νέα Προγράμματα Σπουδών το μάθημα μετατρέπεται σε θρησκειολογικό ή πολυθρησκειακό ή πανθρησκειακό, είναι επιφανειακές προσεγγίσεις, οι οποίες εκτός από το ότι είναι αναληθείς προδίδουν την περί του μαθήματος παρωχημένη άποψη των εισηγητών τους, καθώς θεωρούν ότι το μάθημα, λόγω «επικρατούσας θρησκείας», οφείλει να είναι μονοφωνικό και με σαφή άμεσο ή έμμεσο κατηχητικό προσανατολισμό. Επιπλέον, χονδροειδείς αναφορές περί δήθεν αλλοίωσης της χριστιανικής πίστης ή απομείωσης του προσώπου του Χριστού ή της Θεοτόκου, αποτελούν κακοπροαίρετη παραπληροφόρηση και φυσικά δεν συμβάλλουν στον διάλογο, εφόσον οποιοσδήποτε νηφάλιος «αναγνώστης» του νέου Προγράμματος θα διαπιστώσει εύκολα και γρήγορα ακριβώς το αντίθετο.
Όσοι γνωρίζουν από τη διδακτική πράξη το περιεχόμενο των υφιστάμενων σήμερα διδακτικών βιβλίων των Θρησκευτικών, γνωρίζουν καλά ότι ακόμη και αυτά περιλαμβάνουν θρησκειολογικά θέματα, ήδη από το Δημοτικό, όπου υπάρχουν ολόκληρες διδακτικές ενότητες με θρησκειολογικό περιεχόμενο. Στα νέα Προγράμματα Σπουδών τα θρησκειολογικά θέματα δεν αυξάνονται, αλλά απλώς διερευνώνται με νέα λογική, δηλ. με βάση τα ενδιαφέροντα των μαθητών στο συγκεκριμένο περιβάλλον που ζουν. Το εύρος των θρησκειολογικών αναφορών εγγράφεται στο πλαίσιο του θρησκευτικού γραμματισμού των μαθητών και καλύπτει τις πραγματικές μορφωτικές ανάγκες, που αφορούν σε ένα θρησκευτικά εγγράμματο άνθρωπο της εποχής μας.
Οι επικριτικές ακρότητες
Κάθε τεκμηριωμένη άποψη ή πρόταση, αλλά και ή καλοπροαίρετη κριτική που κατατίθεται είναι ευπρόσδεκτη. Αρκετές παρατηρήσεις που διατυπώθηκαν, κυρίως από ενεργούς εκπαιδευτικούς, ήδη ελήφθησαν υπόψη κατά την αναθεώρηση του Προγράμματος Σπουδών στα Θρησκευτικά Δημοτικού-Γυμνασίου. Παρ’ όλα αυτά, δεν μπορούμε να μην επισημάνουμε ορισμένες περιπτώσεις ακραίας κριτικής και ανοίκειας συκοφάντησης των νέων Προγραμμάτων, με δόλιες επικοινωνιακές πρακτικές, αστήρικτες κατηγορίες και απαράδεκτα υπονοούμενα, με στόχο τη σπίλωση της υπόληψης των ανθρώπων που εργάστηκαν για την εκπόνησή τους. Πρόκειται για τα ίδια πρόσωπα που διατύπωναν αρνητική κριτική, με παρόμοια επιχειρήματα, και κατά την παραγωγή νέων διδακτικών βιβλίων, το 2006 όταν εφαρμόστηκε το ΔΕΠΠΣ. Σήμερα, δήθεν τα υποστηρίζουν επειδή τάχα τα νέα Προγράμματα Σπουδών αλλοιώνουν το περιεχόμενο του μαθήματος. Ορισμένοι εκ των επικριτών άρχισαν να διατυπώνουν απορριπτικές κρίσεις για τα νέα Προγράμματα πριν καν ξεκινήσει η εκπόνησή τους, πριν δημοσιευθούν και εφαρμοστούν πιλοτικά και φυσικά το ίδιο έπραξαν και στη συνέχεια, προσπαθώντας να δημιουργήσουν συνθήκες πόλωσης και αδιεξόδου.
Η Επιτροπή του Προγράμματος Σπουδών στα Θρησκευτικά Δημοτικού-Γυμνασίου επανειλημμένα και εξαντλητικά απάντησε σε όσες αιτιάσεις έκρινε αναγκαίο ότι πρέπει να απαντηθούν, με επιχειρήματα τα οποία ουδέποτε αμφισβητήθηκαν. Oρισμένοι επικριτές επανέρχονται, αποκρύπτοντας την αλήθεια με τρόπο αντιδεοντολογικό και εμμένοντας φανατικά στις προσωπικές τους ιδεοληψίες, χωρίς να θέλουν να δουν την ουσία και το όραμα που διαπνέει τα νέα Προγράμματα Σπουδών. Ένα όραμα το οποίο συνοψίζεται στη σύγχρονη ανάγκη και πραγματικότητα το μάθημα των θρησκευτικών να «μιλήσει» στους νέους, να τους καταρτίσει με αντικειμενικό θρησκευτικό πνεύμα και να τους διδάξει δεξιότητες συμβίωσης και διαλόγου με κάθε άνθρωπο, με πνεύμα ομόνοιας και κριτικής σκέψης. Και όλα αυτά με ποικίλα παιδαγωγικά και μαθησιακά εργαλεία, μεταμορφώνοντας το μάθημα σε πόλο έλξης και καλλιέργειας των μαθητών.
Ο διάλογος που (δεν) έγινε
Παρά το πλήθος των δημοσιευμάτων και την πληθώρα εκδηλώσεων γύρω από τα νέα Προγράμματα Σπουδών, δεν έχει γίνει ακόμη ένας υπεύθυνος και ουσιαστικός διάλογος ανάμεσα σε όλους τους εμπλεκόμενους για το ζήτημα της θρησκευτικής εκπαίδευσης. Ορισμένες προσπάθειες που έγιναν για την ανταλλαγή απόψεων, με τη συμμετοχή και των Εμπειρογνωμόνων του νέου Προγράμματος Σπουδών, δυστυχώς δεν ευοδώθηκαν με υπαιτιότητα άλλων, που αρνήθηκαν οποιαδήποτε συζήτηση επικαλούμενοι τη δική τους αναντίρρητη δογματική «αλήθεια», για την οποία φυσικά δεν υπάρχει περιθώριο αμφισβήτησης.
Τα μέλη των Επιτροπών εξακολουθούμε να πιστεύουμε στην αναγκαιότητα του διαλόγου. Το συγγραφικό έργο των Επιτροπών και η παραχθείσα τεκμηριωμένη αρθρογραφία γύρω από τα νέα Προγράμματα Σπουδών είναι στη διάθεση κάθε ενδιαφερόμενου. Είμαστε πρόθυμοι για περαιτέρω διευκρινήσεις και οποιαδήποτε συνεργασία απαιτηθεί.
Η δυναμική της ανανέωσης
Σε ένα κόσμο που αλλάζει συνεχώς, η έγνοια για συνεχή ανανέωση του θρησκευτικού μαθήματος είναι καθήκον όλων. Οι θεολόγοι εκπαιδευτικοί της τάξης γνωρίζουν ότι δεν μπαίνει «νέο κρασί σε παλιούς ασκούς» και αγωνίζονται καθημερινά για δημιουργική διδασκαλία και μάθηση.
Είναι επιβεβλημένο να αντιληφθούμε όλοι την κρισιμότητα της αποστολής τους και να στηρίξουμε αποτελεσματικά το έργο τους, ακόμη και με καλόπιστη κριτική, που οδηγεί σε μια επιθυμητή σύνθεση. Κάθε άλλη προσπάθεια συνιστά υπονόμευση του έργου τους, αλλά και αυτής της νομιμοποιητικής βάσης του μαθήματος.
Τα μέλη των Επιτροπών Εμπειρογνωμόνων
για την εκπόνηση των νέων Προγραμμάτων Σπουδών
και των Οδηγών του Εκπαιδευτικού
στα Θρησκευτικά Δημοτικού-Γυμνασίου και Λυκείου
ΠΗΓΕΣ
ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟΣ ΘΕΟΛΟΓΙΚΟΣ ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΚΑΙΡΟΣ για την αναβάθμιση της θρησκευτικής εκπαίδευσης
Σωτηρία και λύτρωση
“Σωτηρία θα πει να λυτρωθείς απ’ όλους τους σωτήρες· αυτή ’ναι η ανώτατη λευτεριά, η πιο αψηλή, όπου με δυσκολία αναπνέει ο άνθρωπος. Αντέχεις;”
ΝΙΚΟΣ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ, Αναφορά στον Γκρέκο, Εκδόσεις Ελένης Καζαντζάκη, Αθήνα 1981, 34.