Ο Χριστός γεννήθηκε δεν είναι παίξε-γέλασε

Ο καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του ΑΠΘ Χρυσόστομος Σταμούλης μίλησε τον Δεκέμβριο του 2016 στον  Ιερό Ναό του Αγίου  Ανδρέα (πλατεία Αμερικής) με θέμα: Ο Χριστός γεννήθηκε δεν είναι παίξε γέλασε.

Σταχυολογώντας μερικά από αυτά που ανέφερε:

«Η Εκκλησία, από τη φύση της, είναι ερωτική και αντιεξουσιαστική.  Στον κάθε ξένο πρέπει να βλέπουμε το πρόσωπο του Χριστού.  Το πρόβλημά μας  είναι η  πρόσληψη-κένωση και η έξοδος μας προς την αυτοσυνειδησία του τρόπου μας.   Έχουμε απωλέσει την ερωτικότητα του βίου μας.  Όποιος είναι ερωτευμένος μπορεί να αντιστέκεται, μπορεί να ελπίζει, ενώ ο ανέραστος… Η αγάπη δεν έχει κανένα τέλος, είναι αυτή η οποία μας καλύπτει στο τέλος».

ΠΗΓΗ

Αντίφωνο

Η γονιμότητα της συνάντησης πολιτισμών

Του Μιλτιάδη Κωνσταντίνου

Ο πανηγυρικός της ημέρας από τον Κοσμήτορα της Θεολογικής Σχολής στην εκδήλωση για τον εορτασμό των Τριών Ιεραρχών στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης 

Η καθιέρωση της 30ης Ιανουαρίου ως ημέρας αφιερωμένης στους Τρεις Ιεράρχες αποδίδεται στον σύμβουλο του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου του Μονομάχου (1042-1055 μ.Χ.), μητροπολίτη Ευχαΐτων Ιωάννη Μαυρόποδα. Πιθανότατα η θέσπιση της γιορτής συνιστούσε την απάντηση από εκκλησιαστικής πλευράς στην αναβίωση του ενδιαφέροντος για την ελληνική φιλοσοφία και τα αρχαιοελληνικά γράμματα που εκδηλώθηκε κατά τον ια΄ μ.Χ. αιώνα.

Όμως δεν ήταν η πρώτη φορά που εκδηλωνόταν ένα τέτοιο ενδιαφέρον. Όπως είναι γνωστό, το κύριο χαρακτηριστικό του χώρου όπου αναπτύχθηκε ο ελληνικός πολιτισμός ήταν η ανοιχτότητά του. Από την εποχή που πρωτοεμφανίστηκαν οι Έλληνες στην περιοχή ως τις αρχές του ιθ΄ μ.Χ. αιώνα, ο χώρος δεν είχε ενιαία κρατική υπόσταση, ούτε και σύνορα. Η απουσία συνόρων και η γεωγραφική διασπορά των ελληνικών φύλων σε όλα τα παράλια της ανατολικής Μεσογείου είχε ως αποτέλεσμα να καταστεί ο χώρος ένα σταυροδρόμι πολιτισμών. Και οι Έλληνες δεν έπαψαν ποτέ, από τότε που πρωτοεμφανίστηκαν στον χώρο να δείχνουν ξεχωριστό ενδιαφέρον για τους γύρω πολιτισμούς και να προσλαμβάνουν συνεχώς στοιχεία από αυτούς, να τα αφομοιώνουν και να τους δίνουν τελικά ένα νέο νόημα. Η πρακτική αυτή φτάνει στο απόγειό της στο πλαίσιο των βασιλείων που προέκυψαν από τις κατακτήσεις του Μ. Αλεξάνδρου, με αποτέλεσμα ο ελληνισμός όχι μόνο να ριζώσει για τρεις περίπου αιώνες στις νέες περιοχές αλλά, μπολιασμένος με τα τοπικά πολιτισμικά στοιχεία, αιγυπτιακά, βαβυλωνιακά, κλπ, να παράξει, χωρίς να χάσει τίποτε από την ελληνικότητά του, έναν καινούργιο πολιτισμό που οι ιστορικοί τον χαρακτηρίζουν με τον όρο “ελληνιστικός”. Και ήταν τέτοια η ζωτική δύναμη αυτού του πολιτισμού, που, όταν η Ρώμη κατέκτησε τις περιοχές αυτές, δεν βρήκε καλύτερο συνεκτικό μεταξύ τους στοιχείο, ώστε να συγκροτήσει την απέραντη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία από αυτόν ακριβώς τον ελληνικό πολιτισμό. Ήδη από τον β΄ π.Χ. αιώνα, η αριστοκρατία της Ρώμης προτιμάει στις κοινωνικές συναναστροφές τη χρήση της ελληνικής γλώσσας. Έτσι, δεν είναι τυχαίο το ότι όταν τον α΄ μ.Χ. αιώνα ο απόστολος Παύλος θα απευθυνθεί στους Ρωμαίους με την ομώνυμη επιστολή του, δεν θα γράψει λατινικά, αλλά ελληνικά.

Διαβάστε τη συνέχεια εδώ: ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ ΔΡΩΜΕΝΑ

Αναζητώντας το φύλο της Αντιγόνης

Του ΤΑΚΗ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΥ

Η «Αντιγόνη», ο «Επιτάφιος» δεν μεταδίδουν γνώσεις που αφορούν μόνον τους ειδικούς, τους φιλολόγους. Eίναι άσκηση πολιτισμού. Είναι μάθημα ανθρώπινης αριστείας. Δείχνουν τις δυνατότητες του ανθρώπου. Προτείνουν αξίες που υπερβαίνουν τις ιστορικές και κοινωνικές συνθήκες. Πρέπει να διδάσκονται στο πρωτότυπο; Ναι και πάλι ναι. Η γλώσσα στην οποία δημιουργήθηκαν αποδεικνύει ότι η δημιουργία είναι κι αυτή αγώνας αριστείας. Η εκμάθησή της από τα Ελληνόπουλα είναι άσκηση πνευματικής πειθαρχίας. Η αποψίλωση της εκπαίδευσης από τα κλασικά γράμματα είναι στην πραγματικότητα κατάργηση της έννοιας της αριστείας. Ο στόχος της ισοπέδωσης επιτυγχάνεται σταθερά: η αποθέωση της ευκολίας και της μετριότητας αναπαράγει τη δημοκρατική λειψανδρία που γέννησε τους σημερινούς κυβερνώντες. Δεν θα έχουν να φοβηθούν τίποτε από τις αμόρφωτες γενιές που εκπαιδεύουν.

Διαβάστε ολόκληρο το άρθρο εδώ: Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ· Αναζητώντας το φύλο της Αντιγόνης

21 Ιανουαρίου· Αγίου Μαξίμου του Ομολογητού

“Ο Άγιος Μάξιμος επέδρασε ουσιαστικά στην ιστορική μοίρα της οικουμένης. Με τους αγώνες του εναντίον των αιρέσεων εμπόδισε τον εξανατολισμό του ελληνικού πνεύματος. Συνέτριψε τον ωριγενισμό που επέτρεπε την απορρόφηση του Λόγου από την κάρμα. Συνέτριψε τον μονοθελητισμό που επέτρεπε τη σύγκραση της Ορθοδοξίας με τον Ισλαμισμό. Έδωσε μια γνωσιολογία όπου λογικισμός και μέθεξη συλλειτουργούν και δεν αναιρούν το ένα τ΄ άλλο. Για να επιτύχει αυτό το τόλμημα, απέσπασε από τα χέρια του μονοφυσιτισμού τα αρεοπαγιτικά κείμενα και τα ερμήνευσε αποδίδοντάς τα στην Ορθοδοξία. Κατόρθωσε, μάλιστα, και έγιναν δεκτά ως μέρη της εκκλησιαστικής γραμματείας με ειδική απόφαση της συνόδου του Λατερανού, εισφέροντας πολύτιμο υλικό στον μυστικισμό Ανατολής και Δύσεως”.

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΔΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ, (21987), Μεσαίωνας. Ελληνικός και Δυτικός, Αθήνα: Εποπτεία, σ. 92.

Αποτέλεσμα εικόνας για Μάξιμος Ομολογητής

Μάξιμος ο Ομολογητής· χείρ Μανουήλ Πανσέληνου

«Kαι οι Άγιοι βγήκανε κρατώντας κεριά να μου φωτίσουνε»

IX

«Εχθές έχωσα κάτω απ’ την άμμο το χέρι μου κι έπιασα το δικό της. Όλο το απόγευμα ύστερα τα γεράνια με κοίταζαν απ’ τις αυλές με νόημα. Οι βάρκες, οι τραβηγμένες έξω στη στεριά, πήρανε κάτι γνώριμο, οικείο. Και το βράδυ, αργά, την ώρα που της έβγαλα τα σκουλαρίκια να τη φιλήσω έτσι όπως θέλω εγώ, με τη ράχη ακουμπισμένη στον μαντρότοιχο της εκκλησιάς, μπουμπούνισε το πέλαγος και οι Άγιοι βγήκανε κρατώντας κεριά να μου φωτίσουνε»

Χωρίς αμφιβολία υπάρχει για τον καθένα από μας κι από μια ξεχωριστή, αναντικατάστατη αίσθηση, που αν δεν τη βρει να την απομονώσει εγκαίρως και να συζήσει αργότερα μαζί της, έτσι που νάν τη γεμίσει πράξεις ορατές, πάει χαμένος.

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ. (1996). Ο Μικρός Ναυτίλος. Αθήνα: Ίκαρος, σ. 52.

Αποτέλεσμα εικόνας για Προμετωπίδα Γεράσιμου Στέρη

Προμετωπίδα Γεράσιμου Στέρη

Ο καημός για λυτρωτική ομορφιά

Γράφει ο Α. Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ

Όσοι γονείς, στο σχολείο των παιδιών τους, αρνούνται  να φοιτήσουν προσφυγόπουλα, είναι προφανές ότι εις το έπακρον υιοθετούν την περιβόητη ρήση του Sartre «η κόλασή μου είναι οι άλλοι».  Ετούτη η έκφραση σημαίνει ότι την κόλαση των ανθρώπων δεν τη συνιστά η τιμωρία, αντίθετα ο κολασμός τους είναι οι «άλλοι». Και μιας και ομιλώ για κόλαση καλό είναι να υπενθυμίσω ότι στον αντίποδα του Sartre, ο κορυφαίος Ρώσος συγγραφέας Φ. Ντοστογιέβσκυ, μέσα από την ίδια σχεδόν προοπτική, για την κόλαση έκαμε πιο πληρέστερη διατύπωση, δίνοντας και θεολογική χροιά. Στο κλασικό έργο του Αδελφοί Καραμάζοβ γράφει: «κόλαση είναι το μαρτύριο τού να μην αγαπάει κανείς», γεγονός που σε μια ευθεία γραμμή μας συνδέει με τον άγιο Ισαάκ τον Σύρο: «εγώ δε λέγω, ότι οι εν τη γεέννη κολαζόμενοι τη μάστιγι της αγάπης μαστίζονται».

Όσοι, λοιπόν, γονείς υψώνουν τοίχος μίσους ενάντια σε μικρά παιδιά προσφύγων, και στο δικαίωμά τους στο αγαθό της παιδείας, καλό είναι να κατανοήσουν ότι η παντελής παραίτηση από κάθε εγωπαθή κυριαρχικότητα συνιστά και αναζήτηση της ομορφιάς που σώζει τον κόσμο, για να ξαναθυμηθούμε τον Ντοστογιέβσκυ.

ΝΙΚΟΣ ΓΑΒΡΙΗΛ ΠΕΝΤΖΙΚΗΣ, Λειτουργία στο Πρωτάτο.

Απεβίωσε ο διακεκριμένος κοινωνιολόγος Ζίγκμουντ Μπάουμαν

Απεβίωσε σε ηλικία 91 ετών ο διακεκριμένος κοινωνιολόγος, Ζίγκμουντ Μπάουμαν στο σπίτι του στο Λιντς της Μεγάλης Βρετανίας.

Ο Ζίγκμουντ Μπάουμαν συνέγραψε περισσότερα από 50 βιβλία, όπως το «Νεωτερικότητα και Ολοκαύτωμα» (1989), όπου υποστήριξε ότι οι μαζική εξόντωση των Εβραίων αποτελεί άμεσο αποτέλεσμα της εκβιομηχάνισης και του εξορθολογισμού της γραφειοκρατίας, που συνιστούν δύο «πυλώνες» της μοντέρνας κοινωνίας.

Ζίγκμουντ Μπάουμαν, ο στοχαστής της ηθικής και της αγάπης | Προσκήνιο | Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Περισσότερα εδώ: Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

«Πόσοι “κόσμοι” είναι ο σύγχρονος κόσμος μας»;

«O άνθρωπος δεν ζει για το ψωμί, αλλά ζει με το ψωμί και πρέπει όλοι να ‘χουν ψωμί.  Μόνο όταν η κοινωνία αναδομηθεί έτσι που ο καθένας θα ‘χει ψωμί, τότε πια θα τεθεί το πνευματικό πρόβλημα ενώπιον του ανθρώπου με τη μεγαλύτερη οξύτητά του».                                                                                                                                         

N. BERDIAEFF, Les sources et le sens du communisme russe, Paris 1951, p. 367.