Ο χιονιάς της ψυχής μας

Γράφει ο Α. Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ

Στη μνήμη του παπα-Στρατή Δήμου

Συμβαίνει συχνά, σε ημέρες γιορτινές και μη, όπως αυτές που τα τελευταία εικοσιτετράωρα ζούμε, θρησκευόμενοι και μη θρησκευόμενοι, θρησκόληπτοι, αλληλέγγυοι, κοινωνιστές, θιασώτες των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, πολιτικοί, πολιτικάντηδες, υπεύθυνοι των κοινών (δηλαδή δήμαρχοι, περιφερειάρχες, βουλευτές), εκπρόσωποι της Εκκλησίας, κ.ά., όταν τα πράγματα με τη φύση δυσκολεύουν, προς τους κατατρεγμένους ο καθένας να δείχνει το «φιλάνθρωπο προσωπείο του», έτσι «για τα μάτια του κόσμου», όπως σοφά λέγει ο λαός μας. Κι όταν τα δύσκολα περάσουν, όλοι ξανά θα κλειστούν και θα περιχαρακωθούν γύρω από τον εαυτούλη τους.

Γράφω ετούτες τις σκέψεις ορμώμενος από την τραγικότητα των εικόνων προσφύγων και μεταναστών, στα δήθεν «κέντρα φιλοξενίας» εδώ στη Μυτιλήνη: άνθρωποι ΠΡΟΣΩΠΑ κάθε ηλικίας, εκτεθειμένοι σε ακραίες καιρικές συνθήκες – για την επέλαση του χιονιά οι ειδικοί ημέρες τώρα έκρουαν τον κώδωνα του κινδύνου – να μας κοιτούν κατάματα ζητώντας λύτρωση από το φονικό κρύο. Και τα ΜΜΕ, ηλεκτρονικά και έντυπα, το καθένα για τους δικούς του λόγους τηλεθέασης και ανάγνωσης να παίζει το «δικό του παιχνίδι». Στις πλάτες ποιών, με τον πόνο ποιών; Μα φυσικά των πονεμένων και κατατρεγμένων προσφύγων και μεταναστών.

Αποτέλεσμα εικόνας για πρόσφυγες στη Μόρια στα χιόνια

Φίλος καλός μού έθεσε τα παρακάτω ερωτήματα, καίρια κατ’ εμέ:  σ’ αυτό το πρόβλημα δεν θα ‘πρεπε να πρωτοστατεί η Εκκλησία; Δεν θα ‘πρεπε πρώτη αυτή να αδράξει την ευκαιρία, να ανοίξει τους ναούς και τα πνευματικά της κέντρα για να φιλοξενήσει τους ανθρώπους ΠΡΟΣΩΠΑ, πρόσφυγες και μετανάστες; Που είναι οι σύγχρονες Βασιλειάδες; Πριν λίγα χρόνια αγαπητός συνάδελφος, ο Θανάσης Ν. Παπαθανασίου είχε εκδώσει δύο σημαντικά βιβλία, άκρως διδακτικά. Το πρώτο με τίτλο: Ο Θεός μου ο αλλοδαπός. Κείμενα για μιαν αλήθεια που είναι του δρόμου, εκδ. Ακρίτας, Αθήνα 2002, είναι μια κραυγή αγωνίας στην προσπάθεια του συγγραφέα να αφυπνίσει την υπνώτουσα χριστιανική ταυτότητά μας. Το δεύτερο, με τίτλο: Κοινωνική δικαιοσύνη και ορθόδοξη θεολογία. Μια προκήρυξη, εκδ. Ακρίτας, Αθήνα 2001, με αιχμηρό και κοφτερό λόγο διατυπώνει την εξής βασική συνιστώσα: «μέσα στην πολύμορφη ιστορική όδευση, η Εκκλησία οφείλει να κρατά ενεργές το όραμά της και να κομίζει μια σύστοιχη πρόταση ζωής. Όποτε λησμονεί ή απεμπολεί το ίδιο της το όραμα, γίνεται τύραννος του ανθρώπου, φυλακή του Θεού και προδότης του εαυτού της. Αντίθετα, όποτε τάσσεται στο πλευρό των θυμάτων και μπολιάζει την ιστορία με δικαιοσύνη, αλληλεγγύη κι ελευθερία, προξενεί ρωγμές στις ταφόπλακες της κοινωνίας για να περάσει στο σήμερα το φως των Εσχάτων».

Για να μην θεωρηθώ ότι από τις ευθύνες έναντι συνανθρώπων μας βγάζω εκτός τον εαυτό μου ομολογώ κι ετούτο: πόσοι άραγε από εμάς που καταγινόμαστε με θεολογικά κείμενα αναρωτηθήκαμε ποτέ ότι ο «άλλος», ο πολιτισμικά και θρησκευτικά διαφορετικός, ο ξένος, ο αλλόφυλος, ο αλλοεθνής, ακόμη κι ο εχθρός τοποθετείται πάντα ως «πλησίον»; Αυτό το διαπιστωτικό ερώτημα, βγαλμένο μέσα από τα σπλάχνα της βιβλικής και πατερικής γραπτής παράδοσης, αν ποτέ κανείς το αφουγκραστεί και το διαβάσει σωστά, θα διαπιστώσει ότι ο φόβος του «ξένου», η «ξενοφοβία» – ας θυμηθούμε εδώ το λίαν πρόσφατο γεγονός της άρνησης στα μικρά προσφυγόπουλα του δικαιώματος να φοιτήσουν σε σχολείο – εξακολουθεί να είναι μια ασαφής συναισθηματική κατάσταση. Συνεπώς, οι οποιεσδήποτε αντιδράσεις έναντι του προσφυγικού ζητήματος, πέραν ότι γεννούν πολυειδείς ρατσισμούς, εμπεριέχουν και συγκεκριμένες προκαταλήψεις. Υπ’ αυτήν την έννοια δεν είναι λίγοι εκείνοι που στο όνομα της εθνοφοβίας και του εθνοφυλετισμού κατασκευάζουν το φαντασιακό πλαίσιο ότι «άλλος» δεν γίνεται και δεν μπορεί να υπάρξει.

Ξεδιπλώνοντας, λοιπόν, τις παραπάνω σκέψεις μου για το χιονιά της ψυχής μας έναντι των προσφύγων και μεταναστών, και επισημαίνοντας ότι εκείνο που τελικά συγκροτεί την ανθρώπινη και εκκλησιαστική μας ταυτότητα είναι ατόφια η φιλανθρωπία που βλέπει τον «άλλο» ως συνοδοιπόρο κι όχι ως απειλή, θεωρώ επιβεβλημένο να θυμίσω  αυτά που έλεγε ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης, αδελφός του Μεγάλου Βασιλείου. Πρόκειται για ένα κείμενο που δένει απόλυτα με τις εικόνες που όλοι είδαμε ετούτες τις ημέρες του χιονιά: «ήρθαν έτσι τα πράγματα, ώστε γύρω μας να αφθονούν οι γυμνοί και οι άστεγοι. Είναι πάμπολλοι οι πρόσφυγες που χτυπούν τις πόρτες μας. Πάμπολλοι είναι οι ξένοι και οι μετανάστες. Όπου κι αν κοιτάξεις, θα δεις χέρια απλωμένα σε ζητιανιά. Για σπίτι έχουν το ύπαιθρο. Κατάλυμα βρίσκουν στις στοές, τις παρόδους και τα ερημικότερα σημεία της αγοράς. Φωλιάζουν σε τρύπες όπως οι νυχτοκόρακες και οι κουκουβάγιες. Το ρούχο τους είναι διάτρητα κουρέλια. Για χωράφι έχουν τη διάθεση όσων δίνουν ελεημοσύνη. Για τροφή, ότι τύχει. Πίνουν νερό από τις κρήνες όπως τα ζώα, και για ποτήρια έχουν τις χούφτες τους. Για αποθήκη έχουν την κοιλιά τους, όσο μπορεί αυτή να συγκρατήσει ότι μπαίνει μέσα. Τραπέζι τους είναι τα γόνατά τους διπλωμένα. Κρεβάτι, το έδαφος. Μπάνιο, κάποιος ποταμός ή λίμνη, όπως τα έχει προσφέρει ακατέργαστα και κοινά σε όλους ο Θεός. Η ζωή τους είναι πλέον γεμάτη μετακινήσεις και αγριάδα, όμως δεν ήταν έτσι εξαρχής. Ας όψονται η συμφορά και η ανάγκη».

Η διήγηση της βάπτισης του Ιησού και η πρόσληψή της από τη λατρεία της Εκκλησίας

Του ΜΟΣΧΟΥ ΓΚΟΥΤΖΙΟΥΔΗ· Επίκουρου Καθηγητή Τμήματος Θεολογίας ΑΠΘ

Το περιστατικό της βάπτισης του Ιησού σε όλες τις εκδοχές του (Μτ. 3:13-17//Μκ. 1:9-11//Λκ. 3:21-22//Ιω. 1:29-34) έχει προσαρμοστεί στις χριστολογικές ιδέες του κάθε ευαγγελιστή. Στο κατά Μάρκον ο Ιησούς εισάγεται για πρώτη φορά στο προσκήνιο στο 1:9 καθώς έρχεται να βαπτιστεί από τον Ιωάννη στον ποταμό Ιορδάνη. Η διήγηση είναι σύντομη και απλή χωρίς λεπτομέρειες. Είναι πράγματι παράξενο πως ένα τόσο σημαντικό γεγονός περιορίζεται μόνο σε τρεις στίχους στο κατά Μάρκον. Ο Ιησούς εδώ παρουσιάζεται χωρίς κάποιον χριστολογικό τίτλο με τον τόπο καταγωγής του μόνο να δηλώνεται στο κείμενο (από Ναζαρέτ της Γαλιλαίας). Λίγο παρακάτω όμως, στο 1:11 ο Ιησούς φανερώνεται με θαυματουργικό τρόπο ως Υιός του Θεού. Τώρα λοιπόν οι αναγνώστες του ευαγγελίου πληροφορούνται ποιος πραγματικά είναι αυτός για τον οποίο ο Μάρκος θα αφηγηθεί διάφορα περιστατικά στη συνέχεια.

Διαβάστε ολόκληρο το άρθρο εδώ: ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ ΔΡΩΜΕΝΑ

the-baptism-of-christ-1

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ, Ο έρωτας στα χιόνια

Του ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ Ι.ΚΑΛΑΜΑΤΑ

Μέρες του αγίου Δωδεκαημέρου που ακόμη μια χρονιά φτάνει στο τέλος του, έπιασα να διαβάσω ξανά Παπαδιαμάντη. Επέλεξα ένα σύντομο διήγημά του: Ο έρωτας στα χιόνια.  Δεν ανέτρεξα σε κάποιον τόμο των Απάντων του, αυτών που με κόπο ψυχής κάποτε ο Γιώργος Βαλέτας και χρόνια αργότερα ο Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλος έχουν εκδώσει – όπως κάμω πάντοτε. Ανέτρεξα στο μεταφρασμένο κείμενο του διηγήματος από τον Μένη Κουμανταρέα, το οποίο αναδημοσιεύει στο έργο του: Η μέρα για τα γραπτά κι η νύχτα για το σώμα, εκδ. Κέδρος, Αθήνα 1999, σσ. 399-408. Παρότι αυτή η μετάφραση, όταν πρωτοδημοσιεύθηκε στην εφ. Το Βήμα, προκάλεσε «χιονοστιβάδα αντιδράσεων», ομολογώ ότι ακόμη μία φορά μου αποκάλυψε το μεγαλείο της γραφής κυρ Αλέξανδρου.

«Φανταζόταν αμυδρά μια εικόνα, μια οπτασία, ένα όνειρο ξυπνητό. Λες και το χιόνι μπορούσε να ισοπεδώσει και ν’ ασπρίσει τα πάντα, όλες τις αμαρτίες, όλα τα περασμένα: Το καράβι, τη θάλασσα, τα ψηλά καπέλα, τα ρολόγια, τις αλυσίδες τις χρυσές και τις αλυσίδες τις σιδερένιες, τις πόρνες της Μασσαλίας, την ασωτία, τη δυστυχία, τα ναυάγια, να τα σκεπάσει όλα, να τα εξαγνίσει, να τα σαβανώσει, για να μην παρουσιαστούν όλα γυμνά και ξετραχηλισμένα, σα να ‘βγαιναν μέσα από όργια και ξεδιάντροπους χορούς, στα μάτια του Κριτού, του Παλαιού Ημερών, του Τρισαγίου. Ν’ ασπρίσει και να σαβανώσει το δρομάκι το μακρύ και το στενό με την κατεβασιά του και με τη δυσωδία του, και το σπιτάκι το παλιό κι έτοιμο να καταρρεύσει, και τον επενδυτή του τον λερό και τον κουρελιασμένο: Να σαβανώσει και να σκεπάσει τη γειτόνισσα την πολυλογού και ψεύτρα, και τον χειρόμηλό της και τις ευγένειές της, την ψευτοπολιτική της, τη φλυαρία της και τα γυαλοκοπήματά της, το βερνίκωμα και τα κοκκινάδια της, και το χαμόγελό της και τον άντρα της, τα παιδιά της και το γαϊδουράκι της: Όλα μα όλα να τα σκεπάσει και να τ’ ασπρίσει, να τα εξαγιάσει!», (σ. 406).

Αποκαλυπτικός ο Γιώργος Χειμώνας, με θεολογικά θα ‘λεγα κριτήρια: (από το 47:00 μέχρι 48:00).

Αρχιεπίσκοπος Αλβανίας, Δικαιοσύνη για τους λαούς, η θεραπεία της Τζιχάντ – Συνέντευξη στην εφημερίδα Έθνος

Του Αρχιεπισκόπου Τιράνων και πάσης Αλβανίας ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ

Πριν από αρκετά χρόνια είχα διατυπώσει την άποψη ότι σε πολλά μουσουλμανικά περιβάλλοντα σιγόκαιγε η αγανάκτηση για την αδικία και την περιφρόνηση της αξιοπρέπειας των μουσουλμάνων, με την οποία οι πλούσιες χώρες της Ευρώπης και της Αμερικής τους αντιμετώπιζαν. Ήταν επόμενο κάποια στιγμή να διαμαρτυρηθούν και το έκαναν δυναμικά. Αρχικά όσοι ανήκαν σε φτωχότερες ομάδες, αργότερα και πλουσιότεροι και μορφωμένοι ανέλαβαν ρόλους καθοδηγητικούς. Στον προηγούμενο αιώνα πολλοί καταφρονημένοι επαναστάτησαν ζητώντας μια δικαιότερη κοινωνία, χρησιμοποιώντας συνθήματα από αθεϊστικές ιδεολογίες, όπως του διαλεκτικού υλισμού. Υπογράμμιζα ότι θα ήταν τραγικό να έχουμε τον 20ό αιώνα επαναστατικές συσπειρώσεις σε διεθνές επίπεδο, τροφοδοτούμενες από θρησκευτικό φανατισμό.

Δικαιοσύνη για τους λαούς, η θεραπεία της Τζιχάντ

Διαβάστε το πλήρες κείμενο της συνέντευξης του Μακαριωτάτου παρακάτω:

Δικαιοσύνη για τους λαούς, η θεραπεία της Τζιχάντ

«ΑΚΟΥΕΤΩ»: Ο Θανάσης Παπαθανασίου ιστορεί τα Χριστούγεννα (1997)

Του καιρού ο ερχομός: Η εκρηκτικότητα του νοήματος των Χριστουγέννων. Το απελευθερωτικό τους περιεχόμενο.
Το μπόλιασμα της ζωής του Δημιουργού μέσα στη ζωή του δημιουργήματος. Από κει και μετά: Η εισαγωγή της άλλης προοπτικής στην στενή ιστορία του παρόντος.

Ο Θανάσης Παπαθανασίου, με αφορμή το βιβλίο του «Ο Θεός μου ο αλλοδαπός», μιλά – έτσι όπως μόνο ο ίδιος μπορεί – στην εκπομπή Ακουέτω, που παρουσιάζει ο Βασίλης Τσίρμπας (1997) στο κανάλι «Seven Χ».
Από το βίντεο που ακολουθεί λείπουν τα πρώτα λεπτά της συνομιλίας.

ΠΗΓΗ

Αντίφωνο

Από την απάτη των Christmas στη γιορτή των Χριστουγέννων

Του ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΥ· Θεολόγου Καθηγητή

Το τοπίο θυμίζει έντονα αυτό της Αμερικής μετά το μεγάλο οικονομικό κραχ του 1929. Η μουδιασμένη τότε και απελπισμένη κοινωνία δεχόταν ασμένως την προ τριών ετών (1926) ανακάλυψη της Coca Cola ως παυσίπονο στα δεινά της. Αναφέρομαι στον Santa Claus (τον ψευδεπίγραφο Άη Βασίλη), ο οποίος προβλήθηκε – κυρίως στα παιδιά, το καλύτερο αγοραστικό κοινό – ως η ελπίδα μέσα στις δυσκολίες, ως το αμυδρό φως μέσα στο σκοτάδι της οικονομικής κατάρρευσης με τα υλικά δωράκια που έφερνε μέσα από τις καμινάδες. Εμπόριο με ισχυρές δόσεις καπήλευσης της θρησκείας: το καλύτερο όπιο για το λαό. Πόσο δίκιο είχες, Κάρολε!

Περνώντας τα χρόνια, η χαζοχαρούμενη φυσιογνωμία του Santa επιβλήθηκε ως σήμα κατατεθέν της εορταστικής περιόδου ακόμη και σε αυτούς που είναι αντίθετοι με τον καπιταλισμό, ακόμη και σε αυτούς που αντιτίθενται στον οδοστρωτήρα των πολυεθνικών. Βάλαμε κι άλλα εμπορικά και διανοητικά κατασκευάσματα για να «εμπλουτίσουμε» τις άγιες ημέρες. Έτσι φτάσαμε σήμερα σε μια γλυκανάλατη γιορτή, με κούφιες και μηχανικές ευχές για αγάπη, ειρήνη και υγεία. Φτάσαμε στον ωραίο μύθο περί Χριστού και στη μαγική νύχτα των Χριστουγέννων. Έτσι, η θρησκεία που φοράει «τα γιορτινά της» είναι μόνο μια ωραία ιστορία δίπλα στο τζάκι, ο Χριστούλης είναι απλά ένα ροδοκόκκινο πλαστικό μωράκι, η καρδιά μας γίνεται πρόσκαιρα γλυκιά και απλόχερη (προς φίλους και συγγενείς βέβαια…). Ως συνέπεια, το συμπέρασμα ότι οι γιορτές είναι για τα παιδιά με τη βασική έννοια ότι σε αυτά αρέσουν τα παραμυθάκια, είναι αναπόφευκτο.

Ο οίκτος μας για τα παιδάκια που πεινάνε, εύκολα παραμερίζεται μετά από δυό μπουκιές ροδοψημένη γαλοπούλα. Μπορεί να αγοράσαμε και ευχετήριες κάρτες από φιλανθρωπικούς συλλόγους ή να δώσαμε κατιτίς στον ταλαίπωρο που μας καθάρισε το τζάμι του αυτοκινήτου στο φανάρι, χωρίς βέβαια να καταφέρουμε να απωθήσουμε αρκετά βαθιά την αμφιβολία μήπως δεν έχει πραγματική ανάγκη. Ε, αυτές τις μέρες η φιλανθρωπική μας διάθεση φουντώνει, άσχετα αν λίγο πριν αναστενάξαμε όταν πληροφορηθήκαμε πόσο κοστίζει το καλάθι της νοικοκυράς. Χαρήκαμε που θα γίνουν από τους δήμους εορταστικά συσσίτια για τους απόρους και άστεγους, λες και τις άλλες ημέρες του χρόνου έχουν πού να φάνε και να μείνουν. (Ας είναι καλά κάποιες ενορίες)…

Όλα αυτά τα συναισθήματα λίγες ημέρες μετά την Πρωτοχρονιά θα τα κλείσουμε στο κουτί με τα Χριστουγεννιάτικα για να τα βάλουμε στο πατάρι ή θα τα αποθέσουμε στον κάδο απορριμμάτων μαζί με το πλαστικό δεντράκι και τις στιμμένες λεμονόκουπες για το ψητό, εφόσον του χρόνου θα αγοράσουμε καινούρια.

Δυστυχώς, αυτή τη γιορτή στην «ορθόδοξη» Ελλάδα την έχουμε καταντήσει αγνώριστη. Μια ματιά να ρίξει κανείς γύρω του, ελάχιστα θυμίζουν την παράδοσή μας και την ορθόδοξη θεολογία περί της γέννησης του Χριστού. Ακόμη και τα λόγια από τα κάλαντα αντί να γίνονται αντικείμενο προσοχής συχνά χάνονται στον αέρα, καθώς έχουμε άλλα πιο σημαντικά να κάνουμε. Αλήθεια, ποιος επιλέγει να διαβάσει τις χριστουγεννιάτικες ιστορίες του Παπαδιαμάντη από το να δει τα «Μαγικά Χριστούγεννα» της Disney;

Προσωπικά, δεν θα είχα κανένα πρόβλημα με το κοσμικό – εορταστικό περιτύλιγμα των Χριστουγέννων (που δεν είναι απαραίτητα κακό), εάν ήταν έντονη και η εκκλησιαστική και ορθόδοξη διάσταση της γιορτής. Μήπως όμως και εμείς οι «εκκλησιαστικοί» (κληρικοί, θεολόγοι, πιστός λαός) χάσκουμε αποβλακωμένοι ενώπιον των ψεύτικων λαμπιονιών που αναβοσβήνουν;

Είναι ο Χριστός ο αληθινός Θεός μας που γίνεται άνθρωπος για να διώξει το σκοτάδι της αμαρτίας και να μας οδηγήσει πάλι στη ζωή του Παραδείσου; Λέει κάτι στην προσωπική μας ζωή η γέννησή Του; Στη γέννησή Του συγκλονίζεται κανένας ή οι προετοιμασίες μας περιορίζονται στην ετοιμασία των μελομακάρονων, στην προμήθεια του άφθονου κρέατος και στην αγορά των ρούχων που θα κάνουν εντύπωση; Λίγο να προσεγγίζαμε το μυστήριο της γέννησης του Θεανθρώπου μέσα από την υμνολογία της Εκκλησίας θα κατανοούσαμε πόσο κενό είναι το περίφημο «πνεύμα των Χριστουγέννων» μπροστά στην αληθινά χριστουγεννιάτικη φράση ότι «ο Θεός έγινε άνθρωπος για να κάνει τον άνθρωπο Θεό».

Τι έχουμε κάνει και ως διοικούσα Εκκλησία και ως χριστιανικό πλήρωμα, ώστε να προβάλουμε την προσωπικότητα, το έργο και τη διδασκαλία του ασκητή επισκόπου Μεγάλου Βασιλείου απέναντι στο χαζοχαρούμενο κατασκεύασμα των πολυεθνικών κερδοσκοπικών εταιριών; Ενοχλείται κανείς από την πλαστογράφηση του ονόματος του σπουδαίου αυτού Πατέρα της Εκκλησίας, του μεγάλου θεολόγου και σπουδαίου κοινωνικού αγωνιστή, στον οποίο αποδίδονται ιδιότητες προσβλητικές και αντιχριστιανικές;

Ρώτησαν κάποιον τι σημαίνουν γι’ αυτόν τα Χριστούγεννα. Και είπε: «Στα παιδικά μου χρόνια ένα ωραίο παραμύθι για να κοιμάμαι γλυκά, αργότερα άγχος και τρέξιμο για να προλάβω να αγοράσω, να στολίσω, να φάω και να διασκεδάσω και τώρα… τίποτα». Τελικά, μήπως να ξανακοιταχτούμε στον καθρέπτη της πίστης και να αναρωτηθούμε αν βλέπουμε πουθενά το Χριστό; Φανταστείτε στο σπίτι μας να πηγαίναμε στο παιδικό δωμάτιο, να κοιτάζαμε την κούνια και… το μωρό μας να έλειπε. Να μην βρίσκαμε τίποτα. Άραγε, τι θα κάναμε; Έχει το Χριστό μέσα η φάτνη της καρδιάς μας ή είναι άδεια; Σε λίγο η περιλάλητη «μαγεία των ημερών» θα φύγει. Ο Χριστός θα μείνει; Θα Τον ακολουθήσει κανείς μας μετά τη φάτνη ξέροντας ότι τον περιμένει σταυρός; Έχουμε κατανοήσει ότι η χριστιανική ζωή για όσους την επιλέγουν δεν είναι μια μαγική θρησκευτική υπόθεση, αλλά συνοδοιπόρευση με το Χριστό, μια σταυροαναστάσιμη πορεία; Θα φορτώσουμε πάλι στην πλάτη του Χριστού τα λάθη των Χριστιανών ώστε να έχουμε ένα ωραίο πρόσχημα για να Του κλείσουμε την πόρτα; Θα κάνουμε και τα φετινά Χριστούγεννα άλλο ένα αποπροσανατολιστικό ψυχοναρκωτικό ή θα γίνουμε πραγματικοί μαθητές Αυτού που είπε ότι η Βασιλεία του Θεού είναι μέσα μας;

Καλά Χριστούγεννα μαζί με το Χριστό. Ας μην είναι τα Χρόνια μας Πολλά, αρκεί να είμαστε μαζί Του…