«Πού είσαι μάγκα μου, να δεις τί γίνεται τώρα…»

Αποτέλεσμα εικόνας για Γιώργος Ιωάννου

Γράφει ο Α. Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ

Σε προσωπικό επίπεδο… για αυτογνωσία…

Με τον Γιώργο Ιωάννου καταπιάνομαι χρόνια. Τα βιβλία του, όταν τα διαβάζω, ξανά και ξανά, πάντα μου δίνουν λαβή  να διατρέχω τη Θεσσαλονίκη, την πόλη μου, εκεί που εσπούδασα κι έζησα για πάνω από είκοσι χρόνια. Το παρακάτω κείμενο είναι απόσπασμα από ένα βιβλίο του Θωμά Κοροβίνη, ενός ακόμη Θεσσαλονικέα, που τα βιβλία του είναι καλό γιατρικό σε δύσκολες ώρες. Αν και ολιγοσέλιδο το βιβλίο αυτό, έχω τη γνώμη ότι λέγει πολλά. Και προπάντων επίκαιρα. Θα τα χαρακτήριζα προφητικά λόγια.

«Πού είσαι μάγκα μου, να δεις τί γίνεται τώρα. Κέντρα διερχομένων έτι υφιστάμενα… Κομπλεξικές μουστόγριες ακλόνητες με διακριτικά. Κατά πού βόσκει ο Μαχάων; Η Ομόνοια χωρίς ομόνοια. Και χωρίς αναγνωριστικά. “Παυσίλυπος ην ο τόπος”[1] Στον καιρό σου… Όσο αναπνέω θα υποστηρίζω τη μνήμη σου, τη μνήμη μιας καρδιάς που δεν παράδωσε τα κλειδιά της στο έλεος των κατσιαπλιάδων. Η μπόχα της απάτης σιγοτρώει και τις τελευταίες αντιστάσεις. Κατά πού βαδίζουμε; “Έτσι θα ‘ναι και τότε”[2]. Βραβεία ειρήνης για τους σφάχτες των λαών και νόθα Νόμπελ. Η διεθνής των κατεργάρηδων, ο δαίμων της αλητείας, συχνά κι η Αγία Έδρα ευλογούν: “Pax vobis”. Ειρήνη, έλεος κι εγκώμια για τους θεομπαίχτες, τους βανδάλους κι “αυτούς που αρπάξανε το ψίχουλο απ’ του σπουργιτιού το στόμα”[3], καθώς είχε στην ώρα του φωνάξει ο Ελύτης. Συχνή εμφάνιση χαμερπών λαοπλάνων δίκην εκστατικών προφητών. Τους ψηφίζουν. Τους χειροκροτούν. Τους κάνουνε ταγούς και καίσαρες. Γκουρού. Αποφεύγονται τα Γυμνάσια. Αποθεώνονται τα Γυμναστήρια. Γεμίσαμε εξυπνάκηδες. Θρίαμβος ημιμάθειας. Γενεά Πολυτεχνείων, στα πράγματα. Πρώην μαοϊκοί, νυν σινιέ. Παπα-ροκάδες. Μεγάλος αδελφός Μίκης ενδίδει σε λούστρα εποχής. Άλλοι φωτισμένοι αδελφοί, της κακομοίρας. Καίγονται, όλα σιγοκαίγονται σ’ αυτή την “Εύφλεκτη χώρα”[4]».

[1] «Παυσίλυπος γαρ ο τόπος». Φράση του Ιωάννου· «Ομόνοια 1980».

[2] Τίτλος πεζογραφήματος του Ιωάννου· «Καταπακτή».

[3] Ποιητική φράση του Ελύτη.

[4] Τίτλος άρθρου και συλλογής άρθρων του Γιώργου Ιωάννου.

ΘΩΜΑΣ ΚΟΡΟΒΙΝΗΣ, Θεσσαλονίκη 2003 – Ρεπορτάζ. Γράμμα στον αδελφό Γιώργο Ιωάννου που λείπει είκοσι χρόνια στην καταπακτή, εκδ. Μυγδονία, Θεσσαλονίκη 2005, 28-29.

Με αφορμή τα Συμβούλια Επιλογής Συντονιστών Εκπαιδευτικού Έργου

Γράφει ο Α. Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ

Την ώρα που στο χώρο της εκπαίδευσης, οι ιθύνοντες προσπαθούν να στεριώσουν έναν καινούργιο θεσμό, αυτόν των Συντονιστών Εκπαιδευτικού Έργου, οι ίδιοι που διατείνονται ότι επιχειρούν ακόμη μια «εκπαιδευτική μεταρρύθμιση» στην ταλαίπωρη ελληνική Παιδεία, με κάλπικο τρόπο τον απαξιώνουν και τον καταδικάζουν σε αποτυχία. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ο τρόπος αξιολόγησης και επιλογής των Συντονιστών Εκπαιδευτικού Έργου. Στα περιβόητα Συμβούλια Επιλογής, πέραν του ότι στα περισσότερα λείπουν οι αξιολογητές που έπρεπε να προέρχονται από τα πανεπιστημιακά παιδαγωγικά τμήματα, εντάχθηκαν και οι αιρετοί, οι γνωστοί δηλαδή κομματάνθρωποι, οι οποίοι χρόνια τώρα είναι οι «συνδικαλιστές» των «σκοτεινών διαδρόμων», που ξεβγάζουν στα διευθυντήρια των κάθε λογής συστημάτων και της οποιαδήποτε εξουσίας, όλες εκείνες τις μετριότητες που διοικούν την εκπαίδευση. Προς Θεού, για να μην παρεξηγηθώ, όσους διοικούν την εκπαίδευση, δεν τους βάζω όλους σ’ ένα τσουβάλι: σίγουρα υπάρχουν και οι εξαιρέσεις που, βέβαια, είναι ελάχιστες.

Στους παραπάνω συνδικαλιστές των «σκοτεινών διαδρόμων», τα ψέλνει ο αξέχαστος Μάνος Χατζηδάκης, σε ήχο πλάγιο, ιωνικό: «Βεβαίως οι διάδρομοι, έχουν απαίτηση μιας ιδιαιτέρας τεχνικής που να περιέχει, ολοκληρωτική απουσία θέσεων και απόψεων, φανατική προσήλωση στην οριζόντια ραθυμία, αντίσταση καμία, καθώς επίσης χαμηλή φωνή, βλέμμα κενόν, και ηλεκτρισμό κάπου στη βάση, ανυποψίαστο. Ώσπου ο κυκλοφορών, να γίνει μια χαλκογραφία πράσινη επί των τοιχωμάτων της εταιρίας, δίχως πάθος, δίχως έρωτα και δίχως προοπτική αναστάσεως. Γιατί θ’ αποτελέσει εσαεί, βάση, θεμέλιο μιας διοικητικής μηχανής, υπερηφάνεια πολιτιστική εντοιχισμένη δια παντός στα μνημεία και εις τα κοιμητήρια. Κατόπιν τούτου, ο χρονογράφος εθνικής εφημερίδος, θεατρογράφος και διανοητής, καθώς πιστεύει ο ίδιος φυσικά, θα γράψει με περίσσια ένταση, περίπου τα εξής:

Είμαι λαβράκι / Είμαι λοξός σαν αδελφούλα / Είμαι λουλούδι δίχως όνομα που ολοένα μεγαλώνει / Είμαι και κοριτσάκι – όταν θυμώνω

Δεν δέχομαι οτ’ είμαι πεταλούδα / Είμ’ αυτοδιορισμένος κι ο έχων χρίσμα του Κυρίου / Και εννοώ να ουρλιάζω…», ΜΑΝΟΣ ΧΑΤΖΗΔΑΚΗΣ. (21981). «Τα κόκκινα παπούτσια και η τεχνική των σκοτεινών διαδρόμων», στο: Τα σχόλια του Τρίτου. Μια νεοελληνική μυθολογία, Αθήνα: Εξάντας, σσ.  150-151.

Το μόνο που μένει μετά την επιλογή των Συντονιστών Εκπαιδευτικού Έργου είναι η αναφώνηση: «Άξιος!». Μα για όλους; Είναι ένα ερώτημα.

Αποτέλεσμα εικόνας για Τσίκι τσίκι Ακριθάκης

ΑΛΕΞΗΣ ΑΚΡΙΘΑΚΗΣ, “Τσίκι – τσίκι”, Τέμπερα σε μελάνι και χαρτί· 49-65 εκ.

Τα παιδιά του κόσμου

Του ΠΑΝΤΕΛΗ ΜΠΟΥΚΑΛΑ

Τίποτε, επιμένει ένας αρκετά παλιός αφορισμός, δεν μπορεί να αποσπάσει την προσοχή του οικουμενικού κοινού από ένα Μουντιάλ. Τίποτε; Το δράμα των παιδιών της Ταϊλάνδης, που εγκλωβίστηκαν στη σπηλιά, στα έγκατα της γης, ένας πραγματικός και πραγματικά σκληρός αγώνας, άφησε ευθύς εξαρχής σε δεύτερη μοίρα το πλανητικό ενδιαφέρον για όσα συμβαίνουν στα γήπεδα της Ρωσίας.

Τα παιχνίδια της μπάλας –ένα θέαμα, τίποτε παραπάνω– χωρίζουν τον κόσμο σε έθνη και σημαίες, και αρκετά συχνά η θρυλούμενη «γιορτή» παράγει μίσος και βία. Οι κίνδυνοι που αντιμετωπίζουν δώδεκα παιδιά, δικά του παιδιά, τον ενώνει. Αγωνιά γι’ αυτά και προσεύχεται, όποιον Θεό κι αν λατρεύει κάθε τμήμα του. Είναι άλλωστε από τις σπάνιες φορές, και δυστυχώς μόνο επί δραμάτων, που και οι Θεοί εμφανίζονται συμφιλιωμένοι στη συλλογική συνείδηση, η οποία για λίγο έστω, για πολύ λίγο, γίνεται στ’ αλήθεια οικουμενική. Όπως συνέβη και το 2010, όταν 33 Χιλιανοί ανθρακωρύχοι είχαν εγκλωβιστεί επίσης στα έγκατα της γης, επί 69 ημέρες.

Ο πολυεθνικός χαρακτήρας της ομάδας των ειδικών που έχουν αναλάβει τη διάσωση των παιδιών είναι το πρότυπο μιας παγκοσμιοποίησης που διαφέρει από την κυρίαρχη. Τώρα, το μοναδικό αγαθό με απόλυτη αξία είναι η ζωή, η οποία όμως σε αναρίθμητες άλλες περιπτώσεις, που συναπαρτίζουν τη θλιβερή «κανονικότητα», κρίνεται αμελητέα και αναλώσιμη, ακόμα κι αν πρόκειται για τη ζωή παιδιών.

Την ίδια ώρα που αγωνιούμε για τα παιδιά της Ταϊλάνδης, κάποια συνομήλικά τους χάνουν τη ζωή τους στα πεδία των πολέμων –εμφυλίων και μη– της Αφρικής και της Ασίας, βίαια επιστρατευμένα και ποτισμένα μίσος από πολέμαρχους κάθε λογής. άλλα, στις ίδιες ηπείρους, γερνούν πρόωρα από την πείνα και την πλήρη ανέχεια. άλλα, ακόμα και πολύ μικρότερά τους, θαλασσοπνίγονται στη Μεσόγειο μαζί με τους γονείς τους, κουρταλώντας μάταια τις θύρες μιας ηθικά και πνευματικά γερασμένης ηπείρου που «ενώνεται» υποκύπτοντας εκ νέου στη γοητεία των τειχών· άλλα χωρίζονται βίαια από τους δικούς τους, στη «νέα ήπειρο» αυτά, τη δυστοπία του Ντόναλντ Τραμπ· και κάποια, στην ίδια την Ταϊλάνδη αλλά και σε γειτονικές της χώρες, γίνονται λεία στα βρώμικα χέρια αρρωστημένων Ευρωπαίων και Αμερικανών, εταίρων του «σεξουαλικού τουρισμού».

Παγκόσμια λοιπόν η συγκίνηση για τα παιδιά της Ταϊλάνδης. Όσον αφορά όμως γενικά τα παιδιά όλου του κόσμου, είναι οικουμενική δυστυχώς η υποκρισία. Ο φαρισαϊσμός, είναι φανερό, δεν περιοριζόταν ποτέ στα εδάφη πέριξ του Ιορδάνη.

ΠΗΓΗ

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Εξανθρωπισμός της σημερινής τεχνολογικής κοινωνίας

Αποτέλεσμα εικόνας για ΕΡΙΧ ΦΡΟΜ

«Μπορεί η τεχνετρονική κοινωνία να είναι το σύστημα του μέλλοντος, αλλά δεν έχει γίνει ακόμα. Μπορεί να αναπτυχθεί απ’ αυτό που υπάρχει σήμερα, κι όπως φαίνεται θα αναπτυχθεί, εκτός αν μεγάλος αριθμός ανθρώπων δουν τον κίνδυνο και διορθώσουν την πορεία τους. Για να το κάνουμε αυτό, είναι απαραίτητο να καταλάβουμε με μεγαλύτερη λεπτομέρεια τη λειτουργία του σημερινού τεχνολογικού συστήματος και την επίδραση που έχει στον άνθρωπο.

Ποιες είναι οι καθοδηγητικές αρχές αυτού του συστήματος όπως είναι σήμερα;

Προγραμματίζεται από δύο αρχές που κατευθύνουν τις προσπάθειες και τις σκέψεις καθενός που δουλεύει σ’ αυτό: Η πρώτη αρχή είναι το αξίωμα ότι ένα πράγμα πρέπει να κατασκευαστεί επειδή τεχνικά είναι δυνατή η κατασκευή του. Αν είναι δυνατή η κατασκευή πυρηνικών όπλων, τότε πρέπει να κατασκευαστούν, ακόμα κι αν αυτό μπορεί να μας καταστρέψει όλους. Αν είναι δυνατό να πάμε στο φεγγάρι ή στους πλανήτες, πρέπει να πάμε, ακόμα κι αν πρόκειται να θυσιάσουμε πολλές άλλες ανάγκες που θα πρέπει να καλυφθούν πάνω στη γη. Αυτή η αρχή σημαίνει την άρνηση όλων των αξιών που έχει καλλιεργήσει η ουμανιστική παράδοση. Αυτή η παράδοση ήθελε να γίνεται ένα πράγμα γιατί χρειαζόταν στον άνθρωπο για την ανάπτυξή του, για τη χαρά του και για τη λογική του, γιατί είναι καλό, ωραίο και αληθινό. Μια κι έχει γίνει αποδεκτή η αρχή πως ένα πράγμα πρέπει να γίνεται επειδή είναι τεχνικά δυνατό να κατασκευαστεί, εκθρονίζονται όλες οι άλλες αξίες και η τεχνολογική ανάπτυξη γίνεται το βάθρο της ηθικής».

«Η δυνατότητα πως μπορούμε να κατασκευάσουμε ρομπότ που να είναι όπως οι άνθρωποι, ανήκει, αν μπορεί ποτέ να γίνει πραγματικότητα, στο μέλλον. Αλλά το παρόν έχει κιόλας να μας παρουσιάσει ανθρώπους που ενεργούν σαν ρομπότ. Όταν στην πλειονότητά τους οι άνθρωποι θα είναι σαν τα ρομπότ, τότε πραγματικά δε θα υπάρχει πρόβλημα στην κατασκευή ρομπότ που να είναι σαν τους ανθρώπους. Η ιδέα των κομπιούτερ που μοιάζουν με ανθρώπους αποτελεί ένα καλό παράδειγμα για την εναλλακτικότητα ανάμεσα στις ανθρώπινες και απάνθρωπες χρήσεις της μηχανής. Ο κομπιούτερ μπορεί να εξυπηρετήσει την έξαρση της ζωής σε πολλούς τομείς. Αλλά η ιδέα ότι αντικαθιστά τον άνθρωπο και τη ζωή αποτελεί την εκδήλωση της σημερινής παθολογίας».

ΕΡΙΧ ΦΡΟΜ. (1979). Η επανάσταση της ελπίδας. Για μια ανθρώπινη τεχνολογία, μτφρ. Δημήτρης Θεοδωρακάτος. Αθήνα: Μπουκουμάνη, σσ. 50-51, 65.

Ένα ηθικό μανιφέστο για έναν πλανήτη που μοιραζόμαστε με περισσότερους από έξι δισεκατομμύρια ξένους

KWAME ANTHONY APPIAH. (2015). Κοσμοπολιτισμός. Ηθική σε έναν κόσμο ξένων, μτφρ. Ελένη Αστερίου. Αθήνα: Αλεξάνδρεια.

Αποτέλεσμα εικόνας για κοσμοπολιτισμός βιβλίο

“Σ’ αυτό τον εμπνευσμένο στοχασμό γύρω από την παγκόσμια ηθική ο διαπρεπής πολιτικός φιλόσοφος Απάια θέτει παλιά ερωτήματα που έχουν καταστεί επείγοντα από την παγκοσμιοποίηση. Τι σημαίνει να είναι κανείς πολίτης του κόσμου; Τι οφείλουμε στους ξένους δυνάμει της κοινής ανθρώπινης υπόστασής μας; Οι απαντήσεις του Απάια προκύπτουν μέσα από μια συναρπαστική σύνθεση αυτοβιογραφίας, ιστορίας, λογοτεχνίας και φιλοσοφίας. Η προσωπική ιστορία του συγγραφέα -γιος Αφρικανού πατέρα και Αγγλίδας μητέρας, ο οποίος μεγάλωσε στη Γκάνα και σπούδασε στο Ηνωμένο Βασίλειο- ταιριάζει ωραία με τα υπεράνω συνόρων θέματα του βιβλίου, κεντρικός στόχος του οποίου είναι να ξανασκεφτούμε τις ηθικές αρχές του κοσμοπολιτισμού, αυτής της μακραίωνης παράδοσης που απορρίπτει τον φυλετισμό και τον εθνικισμό για χάρη ενός ευρύτερου εναγκαλισμού της ανθρώπινης κοινότητας”, G. JONH IKENBERRY, “Foreign Affairs”.

“Ο διεγερτικός τρόπος με τον οποίο εκθέτει τη φιλοσοφία του διαταράσσει κάθε αυτάρεσκη ισορροπία… Όλα δίνονται μέσα από εκλάμψεις εικονοκλαστικού χιούμορ”,  NADINE GORDIMER, Νόμπελ Λογοτεχνίας 1991.

“Ένα ξεχωριστό και ιδιαίτερα συναρπαστικό ύφος, διαλογικό μάλλον παρά διδακτικό”, RICHARD RORTY, The New Leader.

“Ένιωσα καλύτερος άνθρωπος αφού το διάβασα και συνιστώ την ίδια εμπειρία και στους άλλους”, ORHAM PAMUK, Νόμπελ Λογοτεχνίας 2006.

“Ο Κοσμοπολιτισμός είναι μια ευπρόσδεκτη προσπάθεια να αναγεννηθεί μια παλιότερη παράδοση ηθικού και πολιτικού στοχασμού και να καταδειχθεί η σημασία του για την τωρινή μας κατάσταση”, JOHN GREY, The Nation.

[Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου].

ΕΥΣΕΒΕΙΑ

Σχετική εικόνα

«Έθεσες παντού Νόμους, ω Θεέ. Δώσε να τους ακολουθώ, δώσε να μην τους προσβάλλω. Δεν υπάρχει τόπος που να μην εισέρχεσαι. Πράξη ή Σκέψη μπορείς να τιμήσεις με την Παρουσία σου. Ένα χαμόγελο γίνεται η αποκάλυψίς σου και ένα κίνημα στολίζεται με χίλια θεία πράγματα. Αλλά πόσα δε σε προσβάλλουν και δεν σε αρνούνται. Πνιγμένα εις την άγνοια λέγουν: Δεν υπάρχουν Νόμοι· ο καθείς είναι ελεύθερος να κάνει όπως θέλει. Κανείς θεός δεν παρεστάθη εις τη γέννησή των και θ’ αγνοήσουν για πάντα την Αρμονία.

Ω, δώσε, μιμούμενος τη Φύση σου, να μην προσβάλλω τη θεία καθαρότητα των Ουρανών, την αγνότητα χωρίς στίγμα των νεφών σου. Δώσε να μαντεύσω και να σεβαστώ το Νόμο που δίνει τη Γαλήνη εις τα μακρινά βουνά, τη δύναμη εις τους βράχους, και τη χάρη εις το λεπτό άνθος που εμψυχώνει τη χάρη του λεπτού φυτού.

 Ήθελα ν’ ανέβω έως Εσένα. Να μένω πάντα στην αγκάλη σου. Γιατί κάθε άλλο είναι απάτη και σκότος».

ΝΙΚΟΣ ΠΙΚΙΩΝΗΣ, (2010), «Ευσέβεια», στο: Κείμενα, Αθήνα Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, σ. 50

Κείμενα

“Μισάνθρωπος λόγος”

Γράφει ο Α. Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ

Περιμένοντας στην ουρά του ΑΤΜ για ανάληψη χρημάτων, η μητέρα με το μικρό αγοράκι που βρισκόταν πίσω μου, έδωσε τον τόνο τού γνωστού στις μέρες μας ρατσισμού ενάντια στους πρόσφυγες και τους μετανάστες. Κάποια στιγμή το μικρό αγοράκι ξεφεύγει από τα χέρια της και αρχίζει να τρέχει στο πεζοδρόμιο. Προς την πλευρά της τράπεζας περπατούσε ένας μετανάστης. Ακούω τη μητέρα να λέει επί λέξει στο παιδί της: «πρόσεχε θα σε φάει ο μαύρος». Την κοιτάζω και τη ρωτώ το εξής απλό: «Τί λέτε στο παιδί σας;» Και η απάντηση που εισπράττω, κυριολεκτικά με αφήνει άφωνο: «Αυτοί δεν είναι άνθρωποι, είναι χιμπατζήδες».

Το σκηνικό θα μπορούσε να έχει συνέχεια… Ανήκει στα γεγονότα που καθημερινά ο καθένας μας βιώνει, με αφορμή το μεταναστευτικό φαινόμενο, το οποίο στις μέρες μας όλο και περισσότερο γιγαντώνεται, και ειδικότερα εδώ στη Λέσβο δεν είναι διαχειρίσιμο, με ευθύνες κυρίως των πολιτικών και των τοπικών παραγόντων.

Προχθές από την Ακαδημία Θεολογικών Σπουδών του Βόλου έλαβα μια πρόσκληση, για τη διάλεξη που θα κάνει στην Αθήνα ο διεθνούς φήμης φιλόσοφος Charles Taylor, Ομότιμος Καθηγητής του Πανεπιστημίου McGill (Μόντρεαλ, Καναδάς). Η διάλεξη, με θέμα: «Ο Χριστιανισμός στην κοσμική εποχή της Δύσης», θα γίνει στο αμφιθέατρο Λεωνίδας Ζέρβας, Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών, Βασιλέως Κωνσταντίνου 48, Αθήνα), στις 7.30 μμ., και οργανώνεται από την Ακαδημία Θεολογικών Σπουδών Βόλου και το Πρόγραμμα «Επιστήμες και Ορθοδοξία ανά τον κόσμο» (SOW) του Ινστιτούτου Ιστορικών Ερευνών του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών.

Με αφορμή το παραπάνω ρατσιστικό παραλήρημα της μητέρας, ανέσυρα από τη βιβλιοθήκη μου ένα από βιβλία του κορυφαίου αυτού Καναδού καθηγητή, με τίτλο: Πολυπολιτισμικότητα, εκδ. Πόλις, Αθήνα 1999, στο οποίο περιέχονται και σχόλια τεσσάρων συνεργατών του. Στην εισαγωγή, την οποία γράφει η Amy Gutmann, καθηγήτρια Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο του Princeton, διάβασα ένα απόσπασμα, που κάπως αλάφρωσε τον θυμό μου για τη μισαλλόδοξη μητέρα και τον ρατσιστικό της λόγο, ο οποίος άνετα για πολλούς θα μπορούσε να γίνει και σύνθημα, αν δεν έχει ήδη γίνει. Γράφει η κα. Amy Gutmann: «Ο μισάνθρωπος λόγος (hate speech) παραβιάζει τον πλέον στοιχειώδη ηθικό γνώμονα να σεβόμαστε την αξιοπρέπεια όλων των ανθρώπων και απλώς προϋποθέτει την εγγενή κατωτερότητα των άλλων», (σ. 67).

Θα έλεγα, λοιπόν, δίχως κανέναν ενδοιασμό ό,τι σε έναν κόσμο που εναγώνια αναζητά την ασφάλεια του, περίκλειστος μόνο στον εαυτό του, ο μετανάστης, ο πρόσφυγας, ο εκδιωγμένος, ο αναγκασμένος από τα πράγματα να αλλάζει συνεχώς τόπο και τρόπο ζωής, είναι εκείνο το πρόσωπο του άλλου· καταπώς γράφει κι ο πολύς Νίκος – Γαβριήλ Πεντζίκης: «Το εγώ μου είν’ ένας άλλος», (Προς Εκκλησιασμόν, εκδ. ΑΣΕ, Θεσσαλονίκη 1986, σ. 66).

Θρήνοι για την Άλωση της Πόλης (1453) – Σίμων Καράς

Ο Γραικός, ο Ρωμιός και ο Έλληνας

Του ΠΑΝΤΕΛΗ ΜΠΟΥΚΑΛΑ

Α​​πό τον Αριστοτέλη και την «Ποιητική» του ξέρουμε πως η ποίηση, που ασχολείται με το «καθόλου», είναι «φιλοσοφότερη» της ιστορίας, που καταπιάνεται με το «καθ’ έκαστον». Μπορεί και να ισχύει. Αλλά όπως οι κανόνες έχουν τις εξαιρέσεις τους, έτσι οι αφορισμοί έχουν τους περιορισμούς τους. Χωρίς την ιστοριογραφία πάντως, η φιλοσοφία που αποσκοπεί στη διερεύνηση των ανθρωπίνων, στην ατομική και τη συλλογική φανέρωσή τους, θα είχε πολύ λιγότερα ερείσματα, και λιγότερο στέρεα.

Τμήμα διακριτό και σπουδαίο της ιστορίας των ανθρώπων, η ποίηση αποτελεί επιπλέον και ένα ευαίσθητο ιστοριογραφικό δεδομένο η ίδια, μια μαρτυρία που εκτιμάται σε συνάρτηση με τα στοιχεία που παρέχουν οι μη λογοτεχνικές πηγές. Ιδιαίτερα η δημοτική ποίηση, με την ανιδεολογική αθωότητα που εν γένει τής αναγνωρίζεται, μπορεί να εμπλουτίσει τις ιστορικές και ανθρωπολογικές γνώσεις μας, σαν συμπληρωματική αλλά αυτοτελής πηγή. Το βλέπουμε αυτό και με τα λεγόμενα ιστορικά δημοτικά τραγούδια, όσα πλάστηκαν κατά τη διάρκεια της Επανάστασης του 1821, για να ιστορήσουν συγκεκριμένα επεισόδια του Αγώνα ή εξέχουσες μορφές του. Αν τα ρωτήσουμε με σεβασμό, χωρίς να τα θεωρούμε κατώτερης στάθμης κείμενα, θα μας δώσουν ενδιαφέρουσες απαντήσεις για κάποιους δείκτες συνδεόμενους με την ελληνογνωσία μας. Ας μείνουμε εδώ στον εθνωνυμικό δείκτη.

Στα προεπαναστατικά δημοτικά τραγούδια το εθνώνυμο Έλληνας απαντά σπανιότατα, και κυρίως στα ποντιακά άσματα (Τραντέλλενας). Απαξιωμένο όπως ήταν επί αιώνες, στη διάρκεια τη Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, αφού οι ηγεμονεύοντες χριστιανοί το ταύτισαν με τους παγανιστές, τους εθνικούς, τους ειδωλολάτρες, υποχώρησε μπροστά στα ονόματα Γραικός και το Ρωμιός, ακόμα και το χριστιανός. Στα τραγούδια που συντέθηκαν μέσα στην Επανάσταση, το Έλληνας εμφανίζεται πλέον συχνότερα, σαν ισότιμο των άλλων δύο εθνωνύμων, γεγονός που δεν μπορεί να είναι άσχετο με την όλη συζήτηση περί του πρέποντος ή του πιο ταιριαστού ιστορικά εθνωνύμου (ο «Διάλογος δύο Γραικών» του Αδαμάντιου Κοραή είχε εκδοθεί το 1805), όση απόσταση κι αν υποθέσουμε ότι υπήρχε ανάμεσα σε «επώνυμους» λόγιους και «ανώνυμους» πολεμιστές.

Ο Μακρυγιάννης λοιπόν χρησιμοποιεί το όνομα Έλληνας σε γύρισμα που ενθέτει σε ένα τραγούδι που λέει στην παρέα του, παίζοντας τον περίφημο ταμπουρά του, πολιορκημένος στην Ακρόπολη, το 1826. Ο καπετάνιος τραγουδάει μισό αυτοσχεδιάζοντας, μισό αναπλάθοντας παλαιότερα μοτίβα, όπως είχε πράξει σε άλλη περίσταση και ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης. Διαβάζουμε στα «Απομνημονεύματα» του Στρατηγού:

«Τότε έκατσε ο Γκούρας και οι άλλοι και φάγαμεν ψωμί· τραγουδήσαμεν κι εγλεντήσαμεν. Με περικάλεσε ο Γκούρας κι ο Παπακώστας να τραγουδήσω· ότ’ είχαμεν τόσον καιρόν οπού δεν είχαμεν τραγουδήσει – τόσον καιρόν, οπού μας έβαλαν οι ‘διοτελείς και γγιχτήκαμεν διά να κάνουν τους κακούς τους σκοπούς. Τραγουδούσα καλά.

Τότε λέγω ένα τραγούδι: Ο ήλιος εβασίλεψε, / -Eλληνά μου εβασίλεψε- / και το Φεγγάρι εχάθη / κι ο καθαρός Αυγερινός που πάει κοντά την Πούλια / τα τέσσερα κουβέντιαζαν και κρυφοκουβεντιάζουν. / Γυρίζει ο Hλιος και τους λέει, γυρίζει και τους κρένει· / “Εψές οπού βασίλεψα πίσου από μια ραχούλα, / άκ’σα γυναίκεια κλάματα κι αντρών τα μοιργιολόγια / γι’ αυτά τα ‘ρωικά κορμιά στον κάμπο ξαπλωμένα, /και μες στο αίμα το πολύ είν’ όλα βουτημένα /. Για την πατρίδα πήγανε στον Aδη, τα καημένα”».

«Ο μαύρος ο Γκούρας αναστέναξε και μου λέγει: “Αδελφέ Μακρυγιάννη, σε καλό να το κάμει ο Θεός· άλλη φορά δεν τραγούδησες τόσο παραπονεμένα. Αυτό το τραγούδι σε καλό να μας βγει”. – Είχα κέφι, τού ειπα, οπού δεν τραγουδήσαμεν τόσον  καιρόν. Oτι εις τα ‘ρδιά πάντοτες γλεντούσαμεν». Στη μάχη που ακολούθησε ο Γκούρας σκοτώθηκε.

Δεν καινοτόμησε πάντως ο Μακρυγιάννης. Το όνομα Έλληνας το συναντάμε σε δημοτικό τραγούδι που πλάστηκε ήδη στον πρώτο χρόνο της Επανάστασης, για να απαθανατίσει τη μάχη της Αλαμάνας, τη γενναιότητα του Διάκου και το μαρτυρικό του τέλος. Το τραγούδι αυτό, όπως υπογραμμίζει και ο Νικόλαος Πολίτη στις «Εκλογές», «εποιήθη μήνάς τινας μετά τον θάνατον του Διάκου». «Είχα δύο αντίγραφα αυτού του τραγουδιού», σημειώνει σχετικά ο Κλοντ Φοριέλ, που το δημοσίευσε το 1824 στο Παρίσι. «Το ένα το οφείλω στις φροντίδες ενός Eλληνα πολύ αγαπητού φίλου, ο οποίος το μάζεψε στα ίδια τα μέρη όπου βγήκε το τραγούδι».

Οι κρίσιμοι στίχοι στην εξακριβωμένης αυθεντικότητας παραλλαγή του Γάλλου νεοελληνιστή: «Στην Αλαμάνα έφθασαν, κι έπιασαν τα ταμπόρια. / “Καρδιά, παιδιά μου”, φώναξε, “παιδιά μη φοβηθείτε. / Ανδρεία ωσάν Έλληνες, ωσάν Γραικοί σταθείτε”».

Ο Διάκος τα λέει αυτά, ο οποίος, και στη συγκεκριμένη την παραλλαγή του τραγουδιού, λίγο παρακάτω, αλλά και σ’ εκείνη που δημοσίευσε ο Πολίτης, αυτοπροσδιορίζεται ως Γραικός:

«Χίλιοι τον πήραν απ’ εμπρός και δυο χιλιάδες πίσω, / κι Ομέρ Βριόνης μυστικά στον δρόμον τον ερώτα: / “Γίνεσαι Τούρκος, Διάκο μου, την πίστιν σου ν’ αλλάξεις, / να προσκυνάς εις το τζαμί, την εκκλησιάν ν’ αφήσεις;” / Κι εκείνος τ’ απεκρίθηκε και με θυμόν τού λέγει: / “Πάτε κι εσείς κι η πίστις σας, μουρτάτες, να χαθείτε· εγώ Γραικός γεννήθηκα, Γραικός θέλ’ απεθάνω”».

Κανένας ψυχικός ή πνευματικός διχασμός βέβαια. Έλληνας και Γραικός, αλλά και Ρωμιός, είναι ισοδύναμα πλέον, και εναλλάξιμα, όπως ισοδύναμα είναι τα ονόματα Αχαιοί, Αργείοι και Δαναοί στα ομηρικά έπη, όπου δεν απαντά το εθνικό όνομα Eλλην. Eξι χρόνια άλλωστε μετά τον θάνατο του Διάκου, ο λαϊκός τραγουδιστής βάζει στο στόμα του θνήσκοντος Γεωργίου Καραϊσκάκη την ίδια προτροπή, με επουσιώδεις λεκτικές διαφορές. Πληγωμένος ο Καραϊσκάκης, στον κάμπο της Αθήνας, νιώθει το τέλος του και «ψιλή φωνίτσα βάζει»: «Έλληνες μην κιοτέψετε, παιδιά μη φοβηθείτε, / και πάρ’ το γιούχα η Τουρκιά κι ερθεί και μας χαλάσει. / Σαν Έλληνες βαστάξετε κι ωσάν Γραικοί σταθείτε».

Να ήταν άραγε κάποιος λόγιος, κάποιος γραμματιζούμενος, ο πρώτος δημιουργός του μοτίβου, αν κρίνουμε από το επίρρημα «ανδρεία», ίσως και από το «ωσάν»; Δεν είναι απίθανο, αυτή η μέθοδος άλλωστε ήταν αρκετά συχνή στη σύνθεση των δημοτικών τραγουδιών. Αν όμως ο δήμος δεν ένιωθε δική του την πρόταση, ως προς το γράμμα και ως προς το πνεύμα της, δεν θα την ενστερνιζόταν. Θα την άφηνε να σβήσει άδοξα. Δεν θα την έκανε δηλαδή δημοτική, τραγουδώντας την και ξανατραγουδώντας την, και απαλείφοντας εντέλει το επιρρηματικό «ανδρεία», πιθανόν σαν περιττό. Ή πάλι επειδή, όπως το ξέρουμε και από τον Γιάννη Αποστολάκη, στο δημοτικό –το κλέφτικο ιδίως, καθώς και ο άμεσος γόνος του, το ιστορικό τραγούδι– προτιμούν το ρήμα και τον γυμνό πλούτο του, όχι το επίθετο και το επίρρημα.

Ομιλία στην εκδήλωση «Ποίηση και Ιστορία» του Ιστορικού Αρχείου του Πανεπιστημίου Αθηνών (19.5.2018).

ΠΗΓΗ

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ