Αρχείο κατηγορίας Χωρίς κατηγορία

Ο Μέγας Κωνσταντίνος, άγιος και ισαπόστολος

Γράφει ο Α. Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ

Για τον Μέγα Κωνσταντίνο η βιβλιογραφία είναι εκτεταμένη. Στις αντιμαχόμενες πλευρές για το αν τελικά ο Μέγας Κωνσταντίνος βαπτίστηκε χριστιανός ή όχι, και γιατί η Εκκλησία τον τιμά ως άγιο, η συζήτηση πολλές φορές ξεπερνά τα επιστημονικά όρια και καταντά ιδεοληψία. Αυτά, κυρίως, για εκείνους που αρέσκονται σε νεοπαγανιστικές δοξασίες και αυταπάτες. Στην περίπτωση αυτή παλαιότερα ο παπα-Γιώργης Μεταλληνός είχε δώσει μια διάλεξη. Σ’ αυτήν απαντά με τη δέουσα επιστημονική δεοντολογία· [απομαγνητοφωνημένη αυτή η διάλεξη, με κάποια ορθογραφικά λάθη, κυκλοφορεί ευρύτατα στο Διαδίκτυο: http://www.impantokratoros.gr/megas_konstantinos_sykofanties.el.aspx

Λέγω ορθογραφικά λάθη, γιατί ο κορυφαίος ιστορικός του 19ου αιώνα Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος, στον οποίο συχνά σε αυτήν τη διάλεξή του παραπέμπει ο παπα-Γιώργης Μεταλληνός, γράφετε με ένα (ρ) κι όχι με δύο όπως είναι το σωστό].

Για τον ιστορικό, που, όπως ορθότατα σημειώνει στην παραπάνω διάλεξή του ο παπα-Γιώργης Μεταλληνός οφείλει να σέβεται τις πηγές κι όχι να τις διαστρεβλώνει, αξία έχει και τούτο, το οποίο εσκεμμένα αποσιωπάται. Αφορά τον 4ο αιώνα και τη βαθμιαία τότε στροφή από τον ειδωλολατρικό στον χριστιανικό κόσμο. Τί είναι αυτό που αποσιωπάται; Με σαφήνεια το καταγράφει ο συνάδελφος εκκλησιαστικός ιστορικός Δημήτριος Μόσχος, καθηγητής στη Θεολογική Σχολή του ΕΚΠΑ. Στο βιβλίο του Συνοπτική Ιστορία της Χριστιανικής Εκκλησίας, τ. Α΄, εκδ. Ακρίτας 2008, σσ. 86-87, γράφει τα εξής: «Τον 4ο αιώνα κρίση δημοσιονομική και διοικητική αναγκάζουν σε αλλαγές στη δομή του ρωμαϊκού κράτους. Ο Μέγας Κωνσταντίνος συνεχίζει τις μεταρρυθμίσεις του Διοκλητιανού, ενισχύει τη γραφειοκρατία, τη φορολογία και εισάγει τον χρυσό solidus, το πιο σταθερό και διαδεδομένο νόμισμα του Μεσαίωνα και σηματοδοτεί το πέρασμα στην Ύστερη Αρχαιότητα. Για τις σχέσεις του με τον Χριστιανισμό έχουμε τις περισσότερες πηγές από τα έργα του Ευσεβίου. Η μεταστροφή του αποτελεί ακόμη αντικείμενο συζητήσεων, πάντως το γεγονός είναι ότι έχουμε μια κοσμογονική αλλαγή με το Διάταγμα των Μεδιολάνων (313, για την ακρίβεια τις Αποφάσεις – rescripta των Μεδιολάνων, που εξαπέλυσε ο Λικίνιος). Αλλαγές στο νομικό καθεστώς (ιδιοκτησία κ.λπ.) επιτρέπουν τη νομική ύπαρξη και τη διαχείριση χρημάτων, ελεύθερη λατρεία και οικοδομικό πρόγραμμα ναοδομία (και με κρατικές ενισχύσεις). Για την ειλικρίνεια των προθέσεων του Κωνσταντίνου έχουν γίνει πολλές συζητήσεις, το πιθανότερο όμως είναι ότι αποτελεί συνδυασμό προσωπικής στροφής και πολιτικής κίνησης. Ο Χριστιανισμός ήταν ήδη υπολογίσιμη δύναμη από τον 3ο αι., δεν μπορούσε πλέον να γίνει επιστροφή στον εθνισμό. Παράλληλα, η μονοθεϊστική, καλύτερα ενοθεϊστική (ένας θεός πάνω από τους πολλούς) πίστη υπήρχε ήδη σε πολλούς αυτοκράτορες από τον 3ο αι., ήρθε άρα φυσιολογικά. Η αναγνώριση της προσφοράς του από τη χριστιανική Εκκλησία καταγράφεται σε συμβολικό επίπεδο με την ανακήρυξή του σε άγιο και ισαπόστολο. Η ιδιαίτερη προσωπογράφησή του από τον Ευσέβιο είχε σκοπό να στηρίξει την πολιτική θεολογία του τελευταίου, που σε ένα ιεραρχικό σύστημα (Πατήρ – Υιός – Αυτοκράτορας) εμφανίζεται να μεταφέρει το έργο του Λόγου του Θεού στον κόσμο».

Όμως, την κυριαρχία του Χριστιανισμού ως νέας πίστης, δεν την καταγράφουν μόνον οι εκκλησιαστικοί συγγραφείς, αλλά και άλλοι επιφανείς ιστορικοί, παγκοσμίου κύρους, όπως ο Peter Brown. Σε δύο βιβλία του, μεταφρασμένα στην ελληνική γλώσσα, με εντυπωσιακή σαφήνεια σκιαγραφεί τη στροφή από το παγανιστικό στο χριστιανικό περιβάλλον. Υποστηρίζει ότι ήδη από τα τέλη του 3ου αιώνα οι χριστιανοί ήταν υπολογίσιμη δύναμη στον ρωμαϊκό κόσμο. Σύμφωνα με τον ίδιο τον Brown, αυτό εν πολλοίς οφειλόταν στην «ιδιαίτερη συνεκτική και ριζοσπαστική συμβολή τους», δηλαδή στο πως σε μια κοινωνία, όπως ήταν η ρωμαϊκή, μπορούσε να ασκηθεί η «υπερφυσική δύναμη». Εξ’ ου και ο χαρακτηρισμός από τον Brown αυτών των ανθρώπων ως «φίλων του Θεού», (Η δημιουργία της Ύστερης Αρχαιότητας, μτφρ. Θεοδόσης Νικολαΐδης, εκδ. Εστία, Αθήνα 2001, σσ. 103-104). Υπ’ αυτές, λοιπόν, τις προϋποθέσεις συνεχίζει ο Brown, ο Μέγας Κωνσταντίνος έγινε «εστεμμένος χριστιανός Απολογητής», γιατί «έβλεπε τον εαυτό του και την αποστολή του ως χριστιανού αυτοκράτορα μέσα στο φως της χριστιανικής ερμηνείας την οποία προσέφεραν στον μέσο μορφωμένο άνθρωπο οι χριστιανοί Απολογητές της εποχής», (Ο κόσμος της ύστερης Αρχαιότητας 150–750 μ.Χ., μτφρ. Ελένη Σταμπόγλη, εκδ. Αλεξάνδρεια, Αθήνα 1998, σ. 94).

Πανελλαδικές εξετάσεις αγλωσσίας

Του ΤΑΚΗ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΥ

«Η φιλία, δώρο ακριβό κι ευτύχημα σπάνιο, έχει πανάρχαιους τίτλους ευγενείας. Την εχάρηκαν άνθρωποι εκλεκτοί, σε όλα τα γεωγραφικά και τα ιστορικά πλάτη της οικουμένης, και την εγκωμίασαν ποιητές, σοφοί, πολιτικοί, με τον τρόπο του ο καθένας, αλλά όλοι με την ίδια συγκίνηση». Ποιος θα μπορούσε να διαφωνήσει; Είναι σαν να διαφωνείς με την άποψη ότι η αναπνοή είναι απαραίτητη για την ανθρώπινη ζωή ή ότι οι μέλισσες όπως και οι μέρμηγκες είναι εργατικά ζωντανά, σε αντίθεση με τους τζίτζικες που ξύνονται ολημερίς παράγοντας τον ενοχλητικό και θορυβώδη τριγμό τους, αυτόν που σου χαλάει τον μεσημεριανό ύπνο του ελληνικού καλοκαιριού. Με όλον τον σεβασμό στον Ευάγγελο Παπανούτσο, το κείμενο αυτό, απόσπασμα από το έργο του «Πρακτική Φιλοσοφία», είναι ό,τι πιο επίπεδο και αδιάφορο μπορεί να βάλει ο νους του ανθρώπου. Στη δε αναφορά της εκφώνησης διαβάζω πως πρόκειται για «διασκευή» – τι θέλει άραγε να πει ο ποιητής;

Και όμως το αδιάφορο και επίπεδο αυτό κείμενο που εξαντλείται στην κοινοτοπία του υπήρξε το θέμα των πανελλαδικών εξετάσεων στο μάθημα των μαθημάτων, την έκθεση ιδεών. Έκθεση ιδεών χωρίς ιδέες. Με την εκσυγχρονιστική προσθήκη: «Η φιλία στην εποχή των ΜME, δηλαδή των μέσων κοινωνικής δικτύωσης». Για λόγους πνευματικής υγείας παρακάμπτω την ταύτιση των ΜΜΕ με τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Το θέμα, ως ανεμένετο εθεωρήθη βατόν, κοινώς φιλικόν προς τους χρήστες, τους υποψηφίους. Ένα γκάτζετ παπαγαλίας με ακριβείς οδηγίες χρήσης. Για να συμπληρωθεί δε η εικόνα, τους ζητήθηκαν τα συνώνυμα των εξής λέξεων: «Εγκωμίασαν», «ευχαρίστηση», «συναναστροφή». Τα αντώνυμα των λέξεων «οικεία», «επιδέξιος», «αξία». Και ποια «νοηματική σχέση» ορίζουν οι λέξεις: «δηλαδή», «όταν», «λοιπόν». Δεν ερωτήθηκαν για τον ρόλο του συνδέσμου «και» στη σύνταξη, λάθος κατά τη γνώμη μου, διότι έτσι θα μπορούσαν οι εξεταστές να αντιληφθούν αν ο εξεταζόμενος γνωρίζει εις βάθος τη γλώσσα του, αφού στην κοινή χρήση οι σύνδεσμοι έχουν αντικατασταθεί από το μακρόσυρτο βέλασμα εεε…

Τα παιδιά περνάνε τόσο δύσκολα με τα μνημόνια, οπότε μην τα ταλαιπωρήσουμε και με τη νεοελληνική γλώσσα. Έχουν όλη τη ζωή μπροστά τους για να βρουν μια γλώσσα να τη μιλάνε και να τη γράφουν. Εξάλλου, τα παιδιά μαθαίνουν τόσο καλά αγγλικά, γαλλικά και γερμανικά, και ο Παπανούτσος είναι σίγουρη αξία. Και το χειρότερο δεν είναι αυτό. Το χειρότερο είναι ότι αυτή η εις βάθος εξέταση κρίσεως και γλωσσικής επάρκειας είναι και η μόνη εξέταση ελληνικών που γίνεται για τις πανελλαδικές εξετάσεις.Το μάθημα της λογοτεχνίας έχει καταργηθεί ακόμη και για τους υποψήφιους φιλολόγους.

Τα χειρότερα έπονται. Αρκεί να αναλογισθείς ότι αυτά τα παιδιά έχουν περάσει έξι χρόνια στα θρανία της μέσης εκπαίδευσης και θα μπουν σε κάποιο ΑΕΙ ή ΤΕΙ με εφόδιο τη νοηματική σχέση του «λοιπόν» και του «δηλαδή» και την «ευχαρίστηση» που παράγεται από τη «συναναστροφή» με τα likes στις αναρτήσεις του FB.

Λοιπόν, ή μήπως δηλαδή, αποδεικνύεται για μία ακόμη φορά πως η έκθεση ιδεών είναι το μάθημα όπου ο μαθητής μαθαίνει να παπαγαλίζει νομίζοντας πως κατεβάζει ιδέες. Το μάθημα των μαθημάτων. Η πληβειοποίηση αφορά πριν απ’ όλα την απονεύρωση της γλώσσας, την επιβολή του καθεστώτος της αγλωσσίας, κοινώς της συλλογικής ακρισίας.

ΠΗΓΗ

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Τζούλιο Καΐμη και Φώτης Κόντογλου

«Η Ευρώπη, είναι αλήθεια, πως ποθεί αχαλίνωτα την πρόοδο, μα μοιάζει με το νήπιο που αναπτύσσεται και μεγαλώνει με τεράστιες διαστάσεις. Για τούτο βλέπουμε τον πολιτισμό της να εξελίσσεται με ιλιγγιώδη ταχύτητα, πνευματικά ακανόνιστος.

Αντίθετα, η Ανατολή, σαν την γριά που αργοβαδίζει έχοντας πείρα της ζωής, είναι επιφυλακτική και συντηρητική, και μένει ακλόνητη στην πίστη της […]

[…] Αυτό που χαρακτηρίζει τον ζωγράφο αυτόν, είναι ότι δεν είναι ερασιτέχνης, αλλά αισθάνεται την Τέχνη ως τον δεσμό του λαϊκού ρυθμού αρμονικά δεμένο με τη χιλιόχρονη θρησκευτική παράδοσή του, μέσα στην πνευματική ενότητα και στασιμότητά της. Και επειδή, ο ψυχικός δεσμός με τη θρησκεία του είναι ζωντανός μέσα του, για τούτο ο Κόντογλου βρίσκει το ρυθμό του στη Βυζαντινή τέχνη, ως το σημείο να τη θεωρεί θεμέλιο λαϊκής συνθέσεως και της ατομικής του εμπνεύσεως. Βαδίζει συστηματικά στο σκοπό του αυτόν και πιστεύει στον αδιάσειστο συμβατικό ελληνικό ρυθμό που κατ’ αυτόν ενσαρκώνεται μέσα στη Βυζαντινή αγιογραφία και αυτό τον κάνει να μην πάρει την τέχνη στο Μουσείο όπως κάνουν όλοι οι άλλοι αλλά να δώσει μια νέα ζωή στην ξεπερασμένη εικονογραφία της Ορθόδοξης Εκκλησίας […]

[…] Μια επισκόπηση στο σπίτι του ανθρώπου αυτού δεν τη θεωρούμε διόλου άσκοπη.

Εκεί που μένει και εργάζεται δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ούτε σπίτι ούτε εργαστήριο. Θα το λέγαμε μάλλον εκκλησία, και εντούτοις έχει κάτι, που δεν μοιάζει ούτε με εκκλησία.

“Όπως η Βυζαντινή τέχνη είναι απλή, έτσι και με λόγια απλά θα σου την εξηγήσω – μου λέει ο Κόντογλου. Το ότι ο κόσμος σήμερα δεν την εννοεί, δεν μου φαίνεται διόλου παράξενο, μια που ο σημερινός άνθρωπος, με τις περίπλοκες ιδέες του, δεν είναι σε θέση να δεχθεί μια απλή συγκίνηση. Η λιτότητα και η απλότητα της ζωγραφικής της ανατολικής χριστιανοσύνης έχει προσόντα όλως διόλου ξέχωρα. Βλέπουμε πραγματικά με πόση απλότητα και σοφία η Ερμηνεία της Ζωγραφικής του Μοναχού Διονυσίου του εκ Φουρνά των Αγράφων εξηγεί όλα τα τεχνολογικά και συνθετικά της ανατολικής ζωγραφικής” […]

[…] “Όχι. Η Βυζαντινή τέχνη – λέει ο Κόντογλου – δεν μπορεί να πει κανείς πως εχάθηκε. Στην Τουρκοκρατία εξακολουθούσε να ζει η μεγάλη παράδοσή της. Έφτασε σε ακμή που κανείς δεν την υποπτεύεται. Οι ταπεινοί και πραείς τη καρδία καλόγεροι και κοσμικοί δουλεύοντας δίχως καμιά φιλοδοξία και πολλάκις και αμοιβή, έδωσαν μορφές και συλλήψεις σπάνιες στην παγκόσμια ζωγραφική. Στους λαϊκούς ζωγράφους της Τουρκοκρατίας υπάρχει ένας έντονος αρχαϊσμός, που δεν είναι η νεκρή ανάμνηση του κλασικισμού, αλλά ζωντανό αίσθημα που πηγάζει από τις αστείρευτες πηγές της λαϊκής ψυχής” […]

[…] “Στην Ανατολή – εξακολουθεί ο Κόντογλου – η πνευματικότητα είναι στοιχείο αυτής της ίδιας εκτέλεσης. Αυτή καθεαυτή η τεχνική επεξεργασία και η χρήση των υλικών είναι πνευματική . Όσο για τη ζωγραφική δεν υπάρχει άλλο από την τεχνική της μαστοριά. Όλη η προσπάθεια του ζωγράφου είναι να κάμει έργα σωστής τεχνικής. Τα άλλα είναι φυσικά χαρίσματα της καλής εκτέλεσης” […]

[…] Οι αρχαίοι Έλληνες είχαν ασφαλώς καθιερώσει τους συμβατικούς κανόνες που απέδιδαν τις θαυματουργικές αυτές μορφές, των αγαλμάτων, την πλαστική τους και το χρωματισμό τους. Από το χριστιανισμό χάθηκαν οι κανόνες εκείνοι, αλλά αναζητούν με άλλον τρόπο μέσα στην Ερμηνεία του Διονυσίου του Μοναχού.

Η σημερινή μας εποχή δεν αισθάνεται τη θρησκευτική τέχνη μα όταν θα την αισθανθεί, τότε η Ερμηνεία αυτή θα αναδώσει νέο φως».

ΤΖΟΥΛΙΟ ΚΑΪΜΗ, Συναντήσεις με τους Φώτη Κόντογλου, Γιαννούλη Χαλεπά και Ν. Χατζηκυριάκο – Γκίκα, εκδ. Γαβριηλίδης, Αθήνα 1992, 12-13, 16-17, 19-20, 23, 30, 31.

Η Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου

Του ΧΡΗΣΤΟΥ ΓΙΑΝΝΑΡΑ

Συναχθήκαμε εδώ σήμερα να διαδηλώσουμε πιστότητα στη μνήμη της Γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου.

Επιτρέψτε μου να υπογραμμίσω: Ημέρα μνήμης δεν σημαίνει ημέρα συναισθηματικής απλώς εκτόνωσης. Θρηνούμε τη δολοφονία 353.000 Ελλήνων από τις στρατιωτικές και παραστρατιωτικές δυνάμεις του τουρκικού κράτους, στα πλαίσια κεντρικής πολιτικής απόφασης και μεθοδικά σχεδιασμένης στρατηγικής. Η οδύνη είναι ανεξάλειπτη και αφόρητη, αλλά μόνη η οδύνη μένει πάντοτε άγονη.

Έχει νόημα να διασώζουμε τη μνήμη της Γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου, αν η εγρήγορσή μας είναι ιστορικά γόνιμη. Αν δηλαδή έχει έμπρακτες συνέπειες που εγγυώνται για το μέλλον τον αυτοσεβασμό μας και τη συλλογική μας αξιοπρέπεια. Τουλάχιστον, να μην συνεργήσουμε να απαλειφθούν από την πανανθρώπινη συνείδηση τα όρια ανάμεσα στον πολιτισμό και στη βαρβαρότητα, στην ανθρωπιά και στην κτηνωδία.

Στον Πόντο άνθισε, για εικοσιοκτώ ολόκληρους αιώνες, ένας πολιτισμός- όχι η φυλή απλώς ή το γένος των Ελλήνων. Ο ίδιος εκείνος πολιτισμός που κόμισε στην ανθρωπότητα την έκπληξη, για πρώτη φορά, της κριτικής σκέψης, δηλαδή τη βάση της επιστήμης και της έρευνας. Κόμισε, για πρώτη φορά, την εκδοχή της συλλογικότητας ως κοινού αθλήματος προκειμένου να «αληθεύει» ο βίος, του αθλήματος της πολιτικής. Δίχως αυτόν τον πολιτισμό η ζωή των ανθρώπων σήμερα, σε καθολική κλίμακα, θα ήταν άλλη. Η Γενοκτονία του ποντιακού Ελληνισμού στοιχειοθετεί, πρωταρχικά, έγκλημα απέναντι σε έναν πολιτισμό με πανανθρώπινη εμβέλεια.

Δεν πρόκειται για μεγαλόστομη ρητορεία. Ο ξεριζωμός του Ελληνισμού από τον Πόντο, κοιτίδα πανάρχαιη του ανθρώπινου πολιτισμού, θα είχε σήμερα το ανάλογό του, αν εξαλείφονταν οι Γάλλοι από το Παρίσι, οι Βρετανοί από την Οξφόρδη, οι Γερμανοί από τη Χαϊδελβέργη- Τι θα σήμαινε ένα τέτοιο γεγονός για τη σύνολη ανθρωπότητα, έστω και χωρίς την κτηνωδία των απαγχονισμών, των βιασμών, των ανασκολοπισμών, των πυρπολήσεων; Πόντος χωρίς Ελληνισμό σημαίνει εξάλειψη και διακοπή της συνέχειας μιας πληθυσμιακής παρουσίας ταυτισμένης με πρόταση πολιτισμού που ενδιαφέρει πανανθρώπινα.

Τιμούμε τη μνήμη του μαρτυρικού ποντιακού Ελληνισμού στο ποσοστό που διασώζουμε την επίγνωση της πρότασης πολιτισμού που ενσάρκωνε. Οι Έλληνες του Πόντου ήταν ζωντανό κατάλοιπο της οικουμενικής δυναμικής του Ελληνισμού προτού αυτή να υποταχθεί στον εθνικιστικό επαρχιωτισμό και αλλοτριωθεί σε βαλκανικό περιθώριο της Ευρώπης. Τότε, πριν από τους δυο παγκόσμιους πολέμους, ο Έλληνας, όπως έγραψε ο Ελύτης «ανάσαινε ακόμα τον αέρα μίας περίπου αυτοκρατορίας. Οι δυνατότητές του να κινηθεί χωρίς διαβατήριο γλώσσας καλύπτανε μεγάλα μέρη της Ιταλίας και της Αυστρίας, ολόκληρη την Αίγυπτο, τη νότια Βουλγαρία, τη Ρουμανία, τη Ρωσία του Καυκάσου και, φυσικά, την Κωνσταντινούπολη με την ενδοχώρα της, ως κάτω, κατά μήκος του Αιγαίου, τη λεγόμενη στις μέρες μας νοτιοδυτική Τουρκία».   Και προσθέτει ο Ελύτης «Είναι, το ξέρω, δύσκολο να αξιολογείς το σημερινό μολύβι σαν χθεσινό χρυσάφι». Όμως, πρέπει να προσθέσουμε, αλίμονο αν πάψει το χρυσάφι να μετράει την ποιότητα της ζωής ακόμη και σε χρόνια μολυβένιου λήθαργου.   Ίσως σήμερα ένα παιδί που τελειώνει το ελληνικό σχολείο να αγνοεί ακόμα και το που βρίσκεται γεωγραφικά ο Πόντος, που η Τραπεζούντα, που η Σινώπη, η Κερασούντα, η Αμισός, η Αμάσεια, η Αργυρούπολη, η Οινόη, η Παναγία Σουμελά.

Να αγνοεί ότι εκεί ανθούσε επί αιώνες ένας γεμάτος σφρίγος Ελληνισμός και ότι έφτασε κάποια στιγμή που αποτέλεσε αυτόνομο ελληνικό κράτος.

Τουλάχιστον όμως να μην αγνοεί το σημερινό ελληνόπουλο ότι έξω από τα όρια του επαρχιώτικου ελλαδικού κρατισμού, ο ελληνισμός του Πόντου είχε κατορθώσει επιτεύγματα που σήμερα μόνο θαυμάζουμε οι κατά υπηκοότητα Έλληνες, όντας ανίκανοι να τα πραγματώσουμε. Ανυπέρβλητο επίτευγμα η από θέσεως ισχύος, και για αυτό δημιουργική, συνάντηση του ποντιακού (και γενικότερα του μικρασιατικού) ελληνισμού με τα επιτεύγματα της ευρωπαϊκής Νεωτερικότητας. Λειτούργησε στις χαμένες αυτές κοιτίδες του Ελληνισμού η πανάρχαιη αφοβία των Ελλήνων να προσλαμβάνουν ο,τιδήποτε και οπουδήποτε χωρίς να υποτάσσονται στο πρόσλημμα. Αφομοίωναν στις δικές τους ανάγκες και στους δικούς τους στόχους θησαυρίσματα αλλότριων πολιτισμών- δεν αλλοτριώθηκε όμως τότε η ελληνική αυτοσυνειδησία και ετερότητα από τέτοιες προσλήψεις. Η αλλοτρίωση κυριάρχησε μόνο στο ελλαδικό κρατίδιο, όπου η ελληνικότητα βιώθηκε (και βιώνεται) σαν εξουθενωτική μειονεξία, αφού μία ξιπασμένη διανόηση πότισε (και ποτίζει) αυτό το λαό, ως το μεδούλι, με τη βεβαιότητα ότι είναι δεύτερος, καθυστερημένος, υπανάπτυκτος σε σύγκριση με τα «πεφωτισμένα και λελαμπρισμένα της εσπερίας έθνη».

Στον ποντιακό και μικρασιατικό Ελληνισμό- τουλάχιστον σε περιοχές από τις οποίες σώζονται τεκμηριωμένες μαρτυρίες- ήταν αδιανόητα στα ελληνικά δημοτικά σχολεία να μην υπάρχουν ειδικοί δάσκαλοι για τη μουσική και τα γαλλικά. Υπήρχαν ακόμη και γαλλόφωνες ελληνικές εφημερίδες, το δε θέατρο της Τραπεζούντας, όπως και αυτό της Σμύρνης, συναγωνιζόταν σε ποιότητα και επίπεδο τα θέατρα των πρωτευουσών της Ευρώπης. Κι όμως αυτός ο δημιουργικός εξευρωπαϊσμός δεν έφυγε στο παραμικρό την ελληνική πολιτιστική ιδιαιτερότητα, την καύχηση για την ευγένεια και την αρχοντιά της ελληνικής καταγωγής. Σε εξόφθαλμη αντίθεση με τον ελλαδικό Ελληνισμό, όπου, κάθε βήμα εξευρωπαϊσμού σήμαινε κατά κανόνα μίμηση και πιθηκισμό της Εσπερίας, ταπεινωτική αλλοτρίωση και ανίατη μιζέρια μειονεξίας.   Θρηνούμε για τη Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου αλλά δεν υιοθετούμε το ρόλο του θύματος- θα ήταν η εύκολη λύση φυγής από τις ιστορικές προκλήσεις. Κάθε ετήσια σύναξη στη μνήμη του ποντιακού ολοκαυτώματος οφείλει να διαδηλώνει ανυποχώρητη εμμονή στην αυτοσυνείδητη ελληνικότητα που σάρκωσε ο ποντιακός Ελληνισμός. Ελληνικότητα όχι συναισθηματική, ιδεολογική και ρητορική. Όχι φτήνια δημαγωγίας και εθνικιστικής καπηλείας. Εμμονή στην ταυτότητα πολιτισμού των Ελλήνων. Δηλαδή, στη διαχρονική ενότητα της ελληνικής γλώσσας. Στην πρωτογενή ελληνική ταυτότητα της πολιτικής ως κοινού αθλήματος σχέσεων κοινωνίας. Στην ελληνική εμμονή σε μεταφυσικό άξονα νοήματος της ανθρώπινης ύπαρξης και συνύπαρξης, στη βεβαιότητα ότι το κατόρθωμα της δημοκρατίας είναι ανέφικτο χωρίς έμπρακτο σέβας του «ιερού»- δεν γίνεται δημοκρατία χωρίς Παρθενώνα και Αγία Σοφία.

Ο ποντιακός Ελληνισμός μας κατέλειπε μέτρα αρχοντιάς, αριστοκρατίας του ήθους- τα ψηλαφούμε τα μέτρα ακόμη και σε μόνη την αυτοκυριαρχημένη ευγένεια των ποντιακών χορών. Τελώντας ετήσια σύναξη στη μνήμη της Γενοκτονίας, αυτή την αρχοντιά θέλουμε να σώζουμε ως εύτολμο πολιτικό αίτημα. Αρκετά πια γευθήκαμε την πίκρα και την ταπείνωση μιας ελλαδικής εξωτερικής πολιτικής που προκλητικά παραθεωρεί την αξιοπρέπεια του ελληνικού ονόματος και τις βιωματικές ιστορικές μας μνήμες. Βδελυσσόμαστε τους εθνικιστικούς φανατισμούς, τη μισαλλοδοξία, είμαστε έτοιμοι (και μάλιστα με αφελέστατες συχνά υπερβολές) να συγχωρέσουμε τους αυτουργούς της γενοκτονίας, να συνυπάρξουμε με τον γείτονα λαό ειρηνικά. Αλλά είναι ανυπόφορη οδύνη αυτή η ευγένεια του λαϊκού αισθήματος να μεταφράζεται από τις πολιτικές ηγεσίες σε εξωτερική πολιτική αναξιοπρέπειας και ραγιαδισμού.

Δήλωσε μόλις προ ημερών ο πρωθυπουργός της γείτονος χώρας ότι η ανέγερση στην Ελλάδα μνημείου για τη Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου προσκρούει στην ευαισθησία του τουρκικού λαού. Και, για άλλη μία φορά, δεν ακούσαμε από ελληνικά χείλη ούτε μία λέξη νηφάλιας και ευγενικής, αλλά με αξιοπρέπεια και αυτοσεβασμό, απάντησης. Σε μέρα όπως η σημερινή μνήμης και οδύνης για το φρικιαστικό ολοκαύτωμα, την εξόντωση 353.000 Ελλήνων του Πόντου και τον ξεριζωμό από την πατρώα γη άλλων 500.000 καταδικασμένων στην εξαθλίωση της προσφυγιάς, το νόημα αυτής εδώ της σύναξης δεν μπορεί να είναι παρά μόνο μία ρεαλιστική πολιτική δέσμευση. Ότι θα αποδοκιμάζουμε πάντοτε με την ψήφο μας κάθε πολιτική ηγεσία, οποιασδήποτε επίπλαστης ή πραγματικής ιδεολογικής απόχρωσης, που επιδεικτικά παραγνωρίζει την ευαισθησία του λαού μας για τη Γενοκτονία του ποντιακού και του μικρασιατικού Ελληνισμού.

Δεν είναι νοητό να ανεχόμαστε μία εξωτερική πολιτική που ή χορεύει ζεϊμπέκικο ή κουμπαριάζει με την αμετανόητη και θρασύτατη στις απαιτήσεις της ηγεσία ενός λαού που μόνο καυχάται για τα φρικώδη εγκλήματα των πατέρων του. Σχέσεις καλής γειτονίας, ναι, φιλία και συνεργασία όπου είναι εφικτή, επίσης. Αλλά, επιτέλους, στη σοβαρή αυστηρότητα και στα αγέλαστα πρόσωπα των ηγετών της γείτονος ας πάψουν οι Έλληνες πολιτικοί να αντιπροσφέρουν πληθωρικές εγκαρδιότητες, χασκογελάκια και φιλοφροσύνες της ανάγκης του ραγιά να είναι αρεστός στον αφέντη. Πιθανόν να είναι η Υπερδύναμη που επιτάσσει την άνευ όρων και χωρίς το παραμικρό αντάλλαγμα υπερψήφιση της εισόδου στην Ευρωπαϊκή Ένωση ενός ασιατικού λαού εφιαλτικής υπανάπτυξης. Αλλά είναι και αποδεδειγμένο στη διεθνή πρακτική ότι ένα κράτος που μόνο υποτάσσεται στις επιταγές των ισχυρών χωρίς σθένος και ραχοκοκαλιά ιστορικής και πολιτιστικής αυτοσυνειδησίας απωθείται στο περιθώριο των διεθνών σχέσεων, περιφρονημένο από όλους και ανυπόληπτο.

Από τη μία μεριά καθημερινές παραβιάσεις του ελληνικού εναέριου χώρου και της θαλάσσιας ελληνικής επικράτειας, ωμές προκλήσεις στη Θράκη και στις βραχονησίδες του Αιγαίου, αλυσιδωτή συνέχεια των εγκλημάτων εθνοκάθαρσης από τον Πόντο στη Μικρασία, και μετά στην Ίμβρο, στην Τένεδο, στην Κωνσταντινούπολη, στη Βόρεια Κύπρο. Και από την άλλη μεριά η ελληνική κοινωνία να ζει, χρόνια τώρα, την απροκάλυπτη ιδεολογική τρομοκρατία που της ασκεί μια συντεχνιακή διανόηση δήθεν «Αριστεράς και δήθεν «προόδου», στο όνομα ενός εκσυγχρονιστικού τάχα διεθνισμού.

Κατάλοιπο αντανακλαστικών του κάποτε μαρξιστικού διεθνισμού, ο εκσυγχρονισμός σήμερα διεθνισμός χλευάζει σαν σκοταδισμό και αναχρονισμό κάθε αίσθηση πατρίδας, κάθε αναφορά σε παράδοση και πολιτισμό των Ελλήνων. Ερμηνεύει την τουρκική επιθετικότητα σαν περίπου αυτονόητη αντίδραση στον ελληνικό, όπως λένε, εθνικισμό, στην ψυχοπαθολογική φοβία των Ελλήνων και στο φάντασμα της καχυποψίας μας- τον «εξ Ανατολών κίνδυνο», φάντασμα που το γεννάει, λένε, ο πολεμοκάπηλος εθνοκεντρισμός μας.

Μέσα σε αυτό το κλίμα τρομοκρατίας όσοι τολμούν να ψελλίσουν οδύνη για τον μεθοδικό πνιγμό του Οικουμενικού Πατριαρχείου στην Κωνσταντινούπολη, τη συνεχιζόμενη δηλαδή εθνοκάθαρση, ή για τον συστηματικό αφανισμό των μνημείων ελληνικής συνέχειας στην κατεχόμενη Κύπρο, όσοι προβάλλουν αντίρρηση για την ανεξέλεγκτη δράση και τις ωμές προκλήσεις του τουρκικού προξενείου στην Κομοτηνή ή για την ψηφοθηρική εκμετάλλευση της εκεί μουσουλμανικής μειονότητας από κομματάρχες και πολιτευτές, διασύρονται στα πρωτοσέλιδα των «προοδευτικών» εφημερίδων σαν «ελληναράδες», εθνοκάπηλοι, ρατσιστές.

Τελώντας αυτή την ετήσια σύναξη στη μνήμη της Γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου δίνουμε νόημα στην εθιμική τελετή μόνον αν θελήσουμε να λειτουργήσει ως εύτολμο πολιτικό αίτημα. Ως απαίτηση να σεβαστεί η επαγγελματική πολιτική τις ευαισθησίες της ελληνικής κοινωνίας. Να πάψουμε να ντρεπόμαστε οι Έλληνες για την άχρωμη, άοσμη και άγευστη από Ιστορία και πολιτισμό εξωτερική μας πολιτική. Όχι μόνο οι ενέργειες, αλλά και ο λόγος ο πολιτικός να απηχεί τον αυτοσεβασμό και την αξιοπρέπεια των Ελλήνων. Να εργασθεί με σοβαρότητα το Ελληνικό Κοινοβούλιο ώστε να πληθύνει ο αριθμός των χωρών που θα αναγνωρίσουν με επίσημες πράξεις τη γενοκτονία του ποντιακού Ελληνισμού. Να είναι η Γενοκτονία, ο αφανισμός της εξωελλαδικής οικουμενικής ελληνικότητας, άξονας σύνεσης αλλά και τόλμης της εξωτερικής πολιτικής.   Δύσκολο να αξιολογείς το σημερινό μολύβι σαν χθεσινό χρυσάφι. Στη σημερινή μέρα, κατά συμβολική σύμπτωση, ο ρυθμός της Ελλάδας, καθορισμένος στανικά από τα κρατικά τηλεοπτικά κανάλια συντονίζεται μόνο με την καφρική ευτέλεια του αυριανού διαγωνισμού της Eurovision. Και εμείς εδώ επιμένουμε να τελούμε μνημόσυνο της χαμένης αρχοντιάς και ευγένειας των Ελλήνων του Πόντου.

Μοναδική μας ελπίδα ο λόγος του Μακρυγιάννη: «Ότι η τύχη μας έχει τους Έλληνες πάντοτε ολίγους. Ότι αρχή και τέλος, παλαιόθεν και ως τώρα, όλα τα θεριά πολεμούν να μας φάνε και δεν μπορούν. Τρώνε από μας και μένει και μαγιά».

(Ομιλία που έγινε την 19η Μαΐου 2006, ημέρα μνήμης Γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου, στην πλατεία Αγίας Σοφίας, στη Θεσσαλονίκη).

ΠΗΓΗ

Η ΓΕΝΟΚΤΟΝΙΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΤΟΥ ΠΟΝΤΟΥ

ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟΣ ΘΕΟΛΟΓΙΚΟΣ ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΚΑΙΡΟΣ για την αναβάθμιση της θρησκευτικής εκπαίδευσης· Μια άλλη πρόταση για το ΜτΘ στην Ε΄και ΣΤ΄τάξη του Δημοτικού Σχολείου

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

Ήδη έχουν παρέλθει δυο εβδομάδες από την ανακοίνωση του ΥΠΠΕΘ για το νέο τύπο Δημοτικού Σχολείου που θα λειτουργήσει το επόμενο σχολικό έτος σε όλη την επικράτεια, η οποία επιφέρει σημαντικές ανακατατάξεις, αλλαγές, περικοπές ωρών και ανάμεσα σε αυτές τη μείωση των ωρών διδασκαλίας του Μαθήματος των Θρησκευτικών στη Ε΄ και ΣΤ΄ Δημοτικού. Υπήρχε η ελπίδα ότι θα επανεξεταζόταν η απόφαση αυτή αλλά αυτή μάλλον οριστικοποιήθηκε. Διαφαίνεται ότι ακόμη και η εκπαιδευτική πολιτική ως δέσμια των μνημονίων οφείλει κι αυτή να «θυσιάσει» διδακτικές ώρες, διδακτικά αντικείμενα, αναπληρωτές και ειδικότητες προκειμένου να μην ξεφύγει από τα ασφυκτικά δημοσιονομικά πλαίσια η οικονομία της χώρας μας.

Ο σύλλογός μας θεωρεί σοβαρότατο ατόπημα τη μείωση των ωρών διδασκαλίας Θρησκευτικών στις προαναφερθείσες τάξεις από τη στιγμή που:

  1. «Εδώ έχουμε μετανάστες, εδώ γίνονται πόλεμοι στην περιοχή μας πάνω σε δόγματα θρησκευτικά, δεν θα ξέρουν τα παιδιά στο σχολείο τι γίνεται γύρω τους;», (κ. Φίλης Υπουργός ΥΠΠΕΘ στην εκπομπή «Καλημέρα Ελλάδα» Antenna 11-5-2016).
  2. Δεν ολοκληρώθηκε ο λεγόμενος διάλογος για την Παιδεία και δεν οριστικοποιήθηκαν πορίσματα ή συμπεράσματα από αυτόν. Είναι χαρακτηριστικό ότι ενώ η ΔΟΕ δεν έφυγε από το τραπέζι του διαλόγου, το ΥΠΠΕΘ την «αδειάζει» και σπεύδει ταχέως να υλοποιήσει αυτά που του ζητούν κι όχι αυτά στα οποία  διαλέγεται.
  3. Δεν υπηρετείται η πολλάκις εξαγγελόμενη θέση του ΥΠΠΕΘ για «αναμόρφωση των Θρησκευτικών, να μην είναι ώρα του παιδιού στα σχολεία, να αποκτήσει ουσιαστική μορφωτική υπόσταση…», (κ. Φίλης στην ίδια εκπομπή) από τη στιγμή που αν μιλά για την εισαγωγή και γενίκευση στο σχολείο των πιλοτικών νέων ΑΠΣ, αυτά είναι δομημένα στην πρακτική του συνεχόμενου 2ωρου. Μήπως είμαστε έτοιμοι κι εδώ να «μπαλώσουμε» καταστάσεις; Να πάμε π.χ. στα δυο 2ωρα το μήνα για τα Θρησκευτικά και αντίστοιχα την Κοινωνική Πολιτική Αγωγή που είναι κι αυτή μονόωρο μάθημα με συνέπεια σε τυχόν επισκέψεις, εκδρομές τάξεων να «χάνεται» το μάθημα μέσα στο χρόνο κι άντε να το ξαναπιάσεις από εκεί που το άφησες με τα παιδιά…

Ο σύλλογός μας με νηφαλιότητα και σοβαρότητα προσπαθεί πέρα από κραυγές και αναθέματα να εγκύψει στο πρόβλημα που έχει δημιουργηθεί γιατί πιστεύει ότι με τη μείωση του MτΘ στις συγκεκριμένες «μεγάλες» τάξεις χάνεται η ευκαιρία που έχουν τα παιδιά για ουσιαστική γνωριμία, προβληματισμό, και ανάπτυξη κριτικής σκέψης  των δικών τους θρησκευτικών «πιστεύω», των διπλανών τους αλλά και των πιο μακρινών άλλων ανθρώπων σε ένα σαφώς παιδαγωγικά υψηλότερο και ποιοτικότερο επίπεδο από ότι στις μικρότερες τάξεις. Στο πέρασμά τους στο Γυμνάσιο υπάρχει ο κίνδυνος να έχουν σοβαρές ελλείψεις στη θρησκευτική τους παιδεία οι οποίες μάλιστα να μην αναπληρωθούν ποτέ. Γι’ αυτό λοιπόν ο σύλλογός μας, με σεβασμό πάντοτε προς όλα τα διδακτικά αντικείμενα που ένα ένα αλλά και όλα μαζί βοηθούν στην οικοδόμηση της προσωπικότητας του παιδιού και αφού πρόκειται για τετελεσμένο γεγονός το 30ωρο την εβδομάδα ανά τάξη του Δημοτικού σχολείου, έρχεται να προτείνει με στενάχωρη ίσως διάθεση καταρχήν αλλά με όφελος μάλλον αν εφαρμοστεί μελετημένα και μεθοδικά, την μείωση όχι των ωρών του μαθήματος των Θρησκευτικών αλλά του μαθήματος της Γεωγραφίας και μάλιστα σύζευξή του με το μάθημα της Ιστορίας έτσι ώστε να «ωφελούνται» και τα δυο μαθήματα. Ήδη από την εφαρμογή των ισχυόντων ΔΕΠΠΣ-ΑΠΣ υπήρχαν απόψεις και μέσα στο πρώην Παιδαγωγικό Ινστιτούτο [βλ. Γ. Καρανάσιος,  Διαθεματικότητα: Γεωγραφία και Ιστορία, οι «Επιστήμες του χάρτη», Επιθεώρηση Εκπαιδευτικών Θεμάτων, τχ. 7 (Νοέμβριος 2002) 200-208] για την ισχυρή οργανική σχέση και συγγένεια των επιστημών της Ιστορίας (ορίζεται με βάση το χρόνο) και Γεωγραφίας (ορίζεται με βάση το χώρο). Η  επιστημονική γεωγραφία πλέον δεν ταυτίζεται με την ατέρμονη παράθεση και εκμάθηση βουνών, πεδιάδων, κόλπων, ποταμών και λοιπών γεωγραφικών όρων αλλά ένα σημαντικό κομμάτι της αφορά τις ανθρώπινες δραστηριότητες μέσα στο χώρο. Στη γαλλική εκπαίδευση εφαρμόζεται εδώ και πολλές δεκαετίες η συνεξέταση πολλών ιστορικών και γεωγραφικών θεμάτων με την αξιοποίηση των σύγχρονων πολυπρισματικών θεωρήσεων που προσφέρουν οι αντίστοιχες επιστήμες ενώ τα σχολικά βιβλία έχουν σε πολλές περιπτώσεις μικτή, ιστορική και  γεωγραφική ύλη. Αλλά και στην Ελλάδα τα ήδη υπάρχοντα διδακτικά εγχειρίδια Γεωγραφίας εμφανίζουν στα πλαίσια της διαθεματικότητας ως συγγενικό τους χώρο την ενασχόληση με ιστορικά θέματα. Ακόμη ένα βήμα παραπάνω αποτελεί και το πιλοτικό νέο ΑΠΣ Γεωγραφίας όπου τονίζεται συμπερασματικά: «Η Γεωγραφία είναι το διδακτικό αντικείμενο που δημιουργεί και διατηρεί το ενδιαφέρον και την αίσθηση αναζήτησης για τόπους και βοηθάει τους μαθητές να κατανοήσουν έναν πολύπλευρο και δυναμικό κόσμο που αλλάζει. Εξηγεί πού βρίσκονται οι τόποι, πώς οι τόποι και τα τοπία σχηματίστηκαν, πώς άνθρωποι και περιβάλλοντα αλληλεπιδρούν και πώς μια σειρά από διαφορετικές οικονομίες, κοινωνίες και περιβάλλοντα συνδέονται μεταξύ τους» (Πρόγραμμα Σπουδών Γεωγραφίας Δημοτικού για το Νέο Σχολείο, 2011, σ. 4).

Ο σύλλογός μας λοιπόν προτείνει την αλλαγή αυτή προς την πολιτική και επιστημονική ηγεσία του ΥΠΠΕΘ γιατί αποτελεί τη μόνη εφικτή, αυτή τη στιγμή, λύση με το μικρότερο «κόστος» για όλα τα εμπλεκόμενα διδακτικά αντικείμενα και πάνω απ΄ όλα «υπηρετεί» τους μαθητές που πολλαπλά θα ωφεληθούν, και με τη νέα θέαση και προσέγγιση Γεωγραφίας και Ιστορίας αλλά και το νέο τρόπο σπουδής στα Θρησκευτικά.

ΠΗΓΗ

Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΜΕΣΟΠΕΛΑΓΑ

Για ακόμη μια χρονιά… θα πούμε “κάθε πέρυσι και καλύτερα”

Γράφει ο Α. Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ

Σε λίγες ημέρες αρχίζουν οι πανελλαδικές εξετάσεις. Χιλιάδες μαθητές θα κάμουν τον αγώνα τους για να διεκδικήσουν μια θέση σε μια πανεπιστημιακή σχολή. Και χιλιάδες γονείς θα προσμένουν από τα παιδιά τους την επιτυχία για να σπουδάσουν και να πάρουν ένα πτυχίο.

Όμως, ελάχιστοι είναι εκείνοι που τολμούν να ψελλίσουν το εξής απλό: αυτό το σύστημα εισαγωγής στο πανεπιστήμιο δεν μπορεί να συνεχιστεί άλλο. Είναι παρωχημένο, ξεπερασμένο, εδώ και δεκαετίες κομμένο και ραμμένο στη λογική της παπαγαλίας, του φροντιστηρίου, της απαξίωσης του σχολείου, της αφηρημένης γνώσης, του βολέματος πολλών από εμάς τους εκπαιδευτικούς και γονιών μαζί, μιας ψευδαίσθησης ότι ο τελειόφοιτος του Λυκείου είναι έτοιμος, έχει τα «κότσια» να πάει να σπουδάσει σε μια πανεπιστημιακή σχολή.

Ωστόσο, εκείνο που εισπράττει κανείς απ’ όλη αυτήν τη διαδικασία που παλαιότερα, στα χρόνια της εφηβίας μας λέγονταν πανελλήνιες εξετάσεις, ενώ σήμερα λέγονται πανελλαδικές – «άλλαξε ο Μανωλιός κι έβαλε τα ρούχα του αλλιώς» λέει ο σοφός λαός μας – είναι μια απ’ τα ίδια.

Φίλες και φίλοι αναγνώστες, το παρακάτω σχήμα, και λέω σχήμα γιατί περικλείει την παιδεία στα ασφυκτικά πλαίσια της εκπαίδευσης, της κατάρτισης, είναι σ’ όλους πια γνωστό.

Για ακόμη μια χρονιά οι απόφοιτοι της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης – οφείλω εδώ με έμφαση να σημειώσω ότι αυτοί είναι τα μόνα θύματα – θα συρθούν σε εξεταστικά κέντρα (εξεταστικά κάτεργα θα ’λεγα), για να εξεταστούν σε τέσσερα μαθήματα, ανάλογα με την κατεύθυνση λέμε σήμερα, ανάλογα με τις δέσμες λέγαμε παλιότερα, με στόχο να πάρουν ένα πτυχίο, χαρτί το λένε οι περισσότεροι, για να βρουν δουλειά. Επαγγελματικό προσανατολισμό επί το λογιώτερον το έχουμε βαφτίσει αυτό. Τι μύθος κι αυτός, αναρωτιέται κανείς, αν βέβαια, στοχάζεται σωστά. Τέτοια, δυστυχώς, είναι η απαξίωση των σπουδών, ιδιαίτερα στον καιρό μας.

Για ακόμη μια χρονιά, οι τελειόφοιτοι της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, θα τελειώνουν ένα σχολείο που δεν θα έχουν αγαπήσει, αφού χρόνια ένιωθαν αποστροφή προς αυτό· στην πραγματικότητα, αυτό που αποστρέφονταν ήταν το ίδιο το εκπαιδευτικό σύστημα, μιας και το ταύτιζαν με το σχολείο. Και δικαιολογημένα, αφού αυτό χρόνια το αναπαράγει τυφλά και δουλικά.

Για ακόμη μια χρονιά, όλοι μας, ιδίως όσοι είμαστε δάσκαλοι, καθηγητές, γονείς, θα γίνουμε θεατές τραγικών εικόνων. Μαθητές με ένα σακίδιο στον ώμο, να τρέχουν για να προλάβουν τα ιδιαίτερα μαθήματα, (πρόκειται για τους ιδιαιτεράκηδες μαθητές και καθηγητές), – τι  ειρωνεία κι αυτή Θεέ μου, το πρωί να κάνεις μάθημα στο σχολείο και το απόγευμα στα κρυφά να συνεχίζεις στο σπίτι να διδάσκεσαι και να διδάσκεις, όχι με κανέναν τρόπο ανακαλυπτικό της μάθησης και της γνώσης, αλλά όπως τον σερβίρουν τα πανάθλια λυσάρια, βοηθήματα τα λέμε σήμερα. Δεν είναι, όμως, τα ιδιαίτερα, είναι και τα οργανωμένα φροντιστήρια. Τουλάχιστον σ’ αυτά δεν μπορείς να τους προσάψεις τη ρετσινιά του ιδιαιτεράκια. Αυτά είναι οργανωμένες επιχειρήσεις, με νόμο φτιαγμένες. Κάνουν τη δουλειά τους με συνέπεια. Πληρώνουν φόρους. Παρέχουν εξιδεικευμένη γνώση. Βέβαια, είναι άλλο ζήτημα ότι και σ’ αυτά ακολουθείται η ίδια λογική: γνώση καμουφλαρισμένη, σφιχτά δεμένη στο πλαίσιο: «έτσι το θέλουν για τις πανελλαδικές, λίγο να ξεφύγεις θα χάσεις μονάδες».

Για ακόμη μια χρονιά, όλοι μας, θα είμαστε ξανά θεατές της απάθειας μιας μερίδας τελειόφοιτων της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης προς όσα χρόνια βίωσαν σ’ ένα σχολείο. Κι αυτή η απάθεια έχει τα εξής γνωρίσματα: απροθυμία για μάθηση και επικοινωνία, εικόνες χαύνωσης και νάρκωσης σ’ ότι με το ζόρι διδάσκονταν, μ’ άλλα λόγια εκείνο το γνωστό αφασικό βαριέμαι που συχνά ακούμε εμείς οι δάσκαλοι, καθ’ όλη τη διάρκεια της σχολικής χρονιάς, το οποίο μάλιστα βλέπουμε να είναι γραμμένο σε θρανία και τοίχους.

Φωτογραφία2435

Για ακόμη μια χρονιά, όλοι μας, θα είμαστε θεατές μέχρι το κόκαλο αγχωμένων μαθητών και μαθητριών. Μόνο που τα αποτελέσματα τέτοιων καταστάσεων θα τα δούμε αργότερα, αφού η πίεση και η φοβία της αποτυχίας, όπως άριστα επισημαίνει η σχετική με την εκπαιδευτική ψυχολογία έρευνα, εκδηλώνεται με θυμό, οργή της καταπιεσμένης προσωπικότητας. Ας μην ξεχνάμε βέβαια εδώ ότι μιλούμε για εφήβους, που στα γυμνασιακά και λυκειακά τους χρόνια αντί να ασκούνται και να εκγυμνάζονται στη διάπλαση ήθους, κοινωνικής συνείδησης, άρτιας δομημένης προσωπικότητας, ωθούνται μόνο στο πασάλειμμα, στην αρπαχτή μιας δήθεν γνώσης. Κι ενώ δεν λείπουν οι φωνές που καταγγέλλουν αυτά τα φαινόμενα, αυτές θα επισκιαστούν από εκείνους που συνεχίζουν να τα συντηρούν και να τα εκτρέφουν. Γιατί έτσι απλά τους βολεύει αυτή η κατάσταση.

Για ακόμη μια χρονιά, όλοι μας, θα είμαστε θεατές ενός Λυκείου φυτώριου αποσπασματικών γνώσεων, στα μαθηματικά, τη φυσική, τα αρχαία, την ιστορία, και πάει λέγοντας… που τίποτα άλλο δεν κάμουν από το να αναπαράγουν ημιμάθεια και αλαζονεία του τύπου: «εμένα δεν μου χρειάζονται τα αρχαία, αφού θέλω να σπουδάσω αρχιτέκτονας». Ούτε που υποψιαζόμαστε εδώ ότι αυτός ο στείρος επιστημονισμός, που με ακρίβεια τηρεί το σχολείο, κυρίως το Λύκειο, δημιουργεί πίθηκους. Κι ο γλαφυρός λόγος του Λουκιανού ορθότατα ύστερα από αιώνες έρχεται να μας υπενθυμίσει: «πίθηκος γαρ ο πίθηκος, η παροιμία φησί, καν χρύσεα έχη σύμβολα· και συ τοίνυν βιβλίον με έχεις εν τη χειρί και αναγινώσκεις αεί, των δ’ αναγινωσκομένων οίσθα ουδέν, αλλ’ όνος λύρας ακούεις κινών τα ώτα».

Για ακόμη μια χρονιά, όλοι μας, μαθητές, καθηγητές, γονείς, θα είμαστε θεατές της «βαβυλώνιας αιχμαλωσίας» του εκπαιδευτικού μας συστήματος. Θιασώτες μόνο των βεβαιοτήτων. Δεν θα τολμήσουμε να αναμετρηθούμε με αβεβαιότητες. Ούτε που θα κάνουμε το βήμα να σπάσουμε το σύνορο της μοναξιάς μας και να εναντιωθούμε στη χρόνια τραγελαφική αθέατη όψη ενός ανάπηρου σχολείου που δεν διδάσκει την πνευματική περιπέτεια, που επίμονα αρνείται να πει στον έφηβο ότι σιγά – σιγά καλό είναι να αφήνει πίσω του τη σταθερότητα της παιδικής αθωότητας και να αρχίσει να δοκιμάζεται στην αστάθεια και την αβεβαιότητα που συνεχώς θα ξεδιπλώνεται μπροστά του. Εκεί, δηλαδή, που συνεχώς θα καλείται να διασχίζει ένα τεντωμένο σχοινί, ισορροπώντας για να μην βρεθεί στο κενό.

Στις παραπάνω, φίλες και φίλοι αναγνώστες, διαπιστώσεις έρχεται να προστεθεί καίριο το ερώτημα: Πώς σήμερα πνευματικά αντιμετωπίζονται οι τελειόφοιτοι του Λυκείου, οι νέοι μας; Πρόκειται για ένα ερώτημα με το οποίο όλοι μας οφείλουμε να αναμετρηθούμε τίμια και ειλικρινά. Ενάντια στο κουκούλι της φυλακής που μόνο στα λόγια το λέμε σχολείο. Μάλλον πνευματικό κάτεργο είναι αφού περιέχει καταναγκασμό και δυσβάστακτα φορτία προσδοκιών.

Για να πάψουμε, λοιπόν, να λέμε «κάθε πέρυσι και καλύτερα», τώρα που οι μαθητές μας αρχίζουν τον τιτάνιο αγώνα τους με τις πανελλαδικές εξετάσεις, οφείλουμε να τους υπενθυμίσουμε αυτό που γράφει σ’ ένα περιοδικό λόγου και τέχνης ένας πατέρας, ιδιαίτερα ασκημένος στη γραφή, ότι, «ποτέ δεν θα γλιτώσουμε από τη φιλοδοξία της ανάγνωσης του μυθιστορήματος της ζωής μας· το θέμα είναι με ποια ψυχολογικά κριτήρια θα κρίνουμε τη δράση και τις παραλείψεις μας. Η δοκιμασία της περιγραφής είναι πεπερασμένη». Το αποκαλυπτικό αυτό απόσπασμα από τις παραινέσεις του πατέρα προς το παιδί του, καθώς αναφέρεται και στις σχέσεις δασκάλων και μαθητών, φέρνει στο νου το απόφθεγμα του κορυφαίου Ιρλανδού λογοτέχνη Σ. Μπέκετ: «προσπάθησες, απέτυχες. Άνευ σημασίας. Να προσπαθήσεις ξανά. Να αποτύχεις ξανά. Να αποτύχεις καλύτερα».

Το καραγκιοζιλίκι με τις σχολικές απουσίες

Του ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΥ

Στο ίδιο έργο θεατές… κάθε χρόνο.

– Το όριο των απουσιών (64 δικαιολογημένες και 50 αδικαιολόγητες) που απαιτείται για να θεωρείται η φοίτηση επαρκής, μοιάζει να είναι η λύτρωση από τα κάτεργα για αρκετούς μαθητές. Κάποιοι μάλιστα φτάνουν το όριο κυρίως των αδικαιολόγητων απουσιών (λέγε με και κοπάνα) ακριβώς στις 50. Η κλασική νεοελληνική κακομοιριά του «πόσα λιγότερα μπορώ να κάνω». Κι όλοι οι υπόλοιποι, σιωπηλοί και άπραγοι, καθώς «το επιτρέπει ο νόμος».

– Συγκεκριμένες μέρες πριν από τις Πανελλήνιες (…ανάλογα με τα αποθέματα καθενός) σχεδόν όλοι οι μαθητές της Γ΄ Λυκείου «αρρωσταίνουν». Και πηγαινοέρχονται γονείς και χαρτάκια γιατρών που πιστοποιούν του λόγου το «αληθές». Κάποιοι μάλιστα αξιοποιούν και το παραθυράκι του νόμου για +50 απουσίες σε περίπτωση νοσηλείας σε νοσοκομείο. Θαυματουργικά βέβαια, όλοι οι μαθητές χαίρουν άκρας υγείας για την παρακολούθηση των πάσης φύσεως φροντιστηριακών μαθημάτων.

– Μπουγάδες, μαγειρέματα, πιέσεις, αδιάφορα σφυρίγματα (και όλα νομότυπα) σε αρκετές συνεδριάσεις συλλόγων.

– Το Υπουργείο Παιδείας παρακολουθεί και αγχώνεται. Γι’ αυτό συχνά δίνει τη λύση. Φέτος, ο αγαπητός μας κ. Φίλης θυμήθηκε – λίγες ημέρες πριν από τις Πανελλήνιες – την εποχική γρίπη. Με μια εγκύκλιο – μνημείο, ουσιαστικά μάς είπε: Βαπτίστε όποιες απουσίες θέλετε ως γριπούλα κι ας πάνε από εκεί που ήρθαν. Τόσο απλά. Δεν θα ξεχάσουμε βέβαια την κυρία Διαμαντοπούλου (γνωστή και ως Υπουργό φωτοτυπίας) που το 2010 και ένα μήνα πριν από τις Πανελλήνιες έδωσε ένα μπόνους 30% στις απουσίες, καθώς είχε πέσει πολύ νωρίς το Πάσχα!!

– Για όλα τα παραπάνω δεν έχει βγει ποτέ ούτε μια ανακοινωσούλα, ούτε μια καταγγελιούλα από την άλλοτε λαλίστατη ΟΛΜΕ και τις κατά τόπους ΕΛΜΕ…

“Φελλοί” και μετριότητες καθημερινά στο προσκήνιο

«- Φελλοί, έλεγα μέσα μου, επιπλέουν στο ύδωρ λόγω αυξημένης πυκνότητός του απ’ τις λέρες. Ύστερα, εμένα αδελφέ, μου έχει χαριστεί επί γης η Βασιλεία των ουρανών· δε θα ήμουνα λοιπόν, αγνώμων και καταπλεονέκτης αν αποζήταγα εγκόσμιες προίκες και πανωπροίκια; Αστεία, αστειότατα πράματα. Αυτά είναι για κείνους που ζούνε μέχρι να πεθάνουνε και γι’ αυτό φοβούνται τόσο, εν ζωή, το θάνατό τους, μ’ αποτέλεσμα να πεθαίνουν κάθε μέρα χίλιες φορές απ’ το φόβο τους. Ενώ εγώ, ποιόν θάνατο να φοβηθώ, που κάθε μέρα ξαναγεννιέμαι, πεθαίνω κι ανασταίνομαι, γερνάω εν σοφία κι ανασταίνομαι εν ευφροσύνη. Αφήνω που έχω πάρει και παράταση, πέντε; δέκα χρόνια θες; μετά την εκφορά μου. Ενώ αυτοί, απ’ τα εξήντα, εξήντα πέντε είναι πια πεθαμένοι. Εγώ, περιμένω πως και πώς να πάρω την ψωροσύνταξή μου για ν’ αρχίσω να ζω όπως θέλω· να χωθώ, να κλειδαμπαρωθώ μέσα στις ιστορίες μου, να παλεύω σαν γίγαντας μαζί τους, να τις χαρίζω ζωή απ’ τη δικιά μου και να παίρνω δύναμη από ελόγου τους, να τις ζω και να τις δοκιμάζω πάνω στις μπαλάντζες των κυρίων κυρίων αγνώστων Χι αναγνωστών μου, που τους φαντάζομαι κατά τα γούστα μου και φτιάχνω τα σουσούμια μου κατά τα δικά τους γούστα. Αλλά, πρόσεξέ με τώρα· αυτά ακριβώς τα νιώθανε κι ας μην το εννοούνε. Γιατ’ είναι άνθρωποι κι αυτοί κι ας μην το εννοούνε. Γιατ’ είναι άνθρωποι κι αυτοί κι αυτό το χάρισμα τους το ‘δωσε ο Θεός· άλλο τώρα κι εξεταστέον το “τις πταίει”, που δεν μπήκανε ποτέ στον κόπο να εννοήσουνε αυτά που αισθάνονται. Πάντως το αισθάνονται, κι επειδή δεν έμαθαν πώς να εννοούν, σκυλιάζουνε και φέρνονται σαν τα οικόσιτα εντόπια ζώα μας. Μιας εξαρχής εξοργίστηκα κι αγριεύτηκα μαζί τους κι αγανάκτησα με την ανθρώπινη κατάντια τους. Γίνηκα κι εγώ ζούδιο του βουνού, το κόκκινο πανί της εντόπιας αρένας, που δίνει οργισμένη και φαρμακερή ζωή στο ψόφιο και νερόβραστο αίμα αυτής της πόλης. Φτωχός εγώ, ανιδιοτελής, αυτάρκης, πιο μόνος και … γι’ αυτό ευτυχέστατος· πλούσιοι αυτοί, μπουκωμένοι μ’ όλου του κόσμου τ’ αγαθά, κοσμογυρισμένοι, κοσμοπεριτριγυρισμένοι, χορτάτοι κι άπληστοι από κάθε λογής χρεία ανθρώπινη και … δυστυχείς· ακούς εκεί οξύμορα σχήματα; που να τις καταπιούν οι άνθρωποι τέτοιες εκπλήξεις; τέτοιες προσβολές; Δόστου, λοιπόν, λύσσα με τη σέσουλα…».

ΤΟΛΗΣ ΚΑΖΑΝΤΖΗΣ, Μια μέρα με τον Σκαρίμπα, εκδ. Στιγμή, Αθήνα 1985, 108-109.

ΣΧΟΛΙΟ:  Διατηρήθηκε ο τρόπος γραφής, στίξης και τονισμού του συγγραφέα. Όσο για τον μπαρμα-Γιάννη Σκαρίμπα και τον εδώ συγγραφέα Τόλη Καζαντζή, όσοι τους έχουν διαβάσει, έχω τη γνώμη ότι καταλαβαίνουν γιατί πάντοτε είναι επίκαιρος ο λόγος τους. Α. Ι. Κ.

Επιστημονικό συμπόσιο εν όψει της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Ορθοδόξου Εκκλησίας στην Κρήτη

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

Το Πανεπιστήμιο «Νεάπολις» της Πάφου και η Πατριαρχική Ανώτατη Εκκλησιαστική Ακαδημία Κρήτης συνδιοργανώνουν επιστημονικό συμπόσιο εν όψει της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Ορθοδόξου Εκκλησίας στην Κρήτη. Το επιστημονικό αυτό συμπόσιο θα πραγματοποιηθεί στις 15-16 Μαΐου στο Ηράκλειο. Οι εργασίες του συμποσίου θα διεξαχθούν στην αίθουσα τελετών της Πατριαρχικής Ανώτατης Εκκλησιαστικής Ακαδημίας Κρήτης. Έναρξη συμποσίου 11.30.

Δείτε παρακάτω σε μορφή pdf το αναλυτικό πρόγραμμα.

Πρόγραμμα Συμποσίου

ΠΗΓΗ

ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ ΔΡΩΜΕΝΑ