Εν ΠάτμωVI

Προβολή εικόνας πλήρους μεγέθους

VI

Φτάναν οι αναμενόμενες
Φωτιές στο κάθε χέρι
Της επαιτείας, που άδειο
Στο σκότος του περίμενε
Της φωτιάς το μερίδιο

Οι κασετίνες των οστών
Και των θριάμβων άνοιξαν
Και τότε η νύχτα που άδειασε
Στα πόδια των δικαίων
Τη μυροθήκη της
Δρόσιζε των μαρτύρων
Τους λαμπερούς κροτάφους

Μα όλα ένα σκότος τα έπινε
Κι έφτυνε στάχτη, κύματα
Δώστε τη στ’ ακρογιάλια
Που ξέρουν με τις στάχτες
Να ζωγραφίζουν το αχανές
Πάνω σε ουράνια βότσαλα

*

Μέσα σ’ ένα όνειρο μπόρεσα κι έγινα γίγαντας μιας ενάρετης
θέας
Το χέρι μου έμαθε τη σαγήνη του βάρους και το ξάγναντο της
ελαφράδας
Ηρθαν μυστικά όλων των χρωμάτων κι όλων των φωνών
που μετά βίας τα συγκράτησα
Διότι γύρευαν να με θανατώσουν σε στάση παρηγορίας
Και διότι ακόμη τα δοξαστικά τους αρώματα με ήθελαν γύρη
τους κι εγώ δεν ξέρω πότε κι από ποιόν άνεμο σκορπι-
σμένη πάνω στις άλλες γύρινες προετοιμασίες

Ημουν συντετριμμένος και σκουλήκι μπρος στην αγάπη,
που σε στιγμές ηρεμίας προφήτευε βίους ενάρετους και
νύχτες έναστρες εντός μου να με απολυτρώνουν από το
βάρος της ταπεινής πράξης που σφραγίζει το στόμα κάθε
μεγαλείου

Πολλές φορές χωρίς να το περιμένω η ματιά του Ιωάννη
σαν αξίνα μ’ έσκαβε κι ύστερα το αδύνατο χέρι του που
θέριζε αστραπές
Μου ‘ριχνε μερικούς ταπεινούς σπόρους
Ετσι από μέσα μου ξεπετάχτηκαν τόσα δάση και τόσα θηρία
που ταιριάζουν στα δάση
Κι όλα τα μυστικά του θεού που τα γέννησαν δάση

Τώρα μπορώ να σας ρίξω μια ματιά σαν κεραυνός που καίει
ένα βοσκό
Και να δείτε μια στιγμή την όψη μου
Να με δείτε στον ύπνο σας εαυτό σας γεμάτο συντριβή
για το κακό που έκαμε στον πλησίον και σήμερα απελπιστικά
μετανιώνει

Τώρα μπορώ να σας προσκαλέσω γιατί κι εγώ όσο ήμουν
τιποτένιος έκρυβα το πρόσωπο μου

Δημήτρης Παπαδίτσας