![]() |
Για ν’ αντιληφθείς πώς ήταν, τότε, εκείνη,
πρέπει πρώτα να καλέσεις τον εαυτό σου
σ’ έναν τόπο όπου κολώνες συγκρατούν
την οροφή του Εντός σου˙
όπου σκάλες νιώθεις κι επικίνδυνα αψίδες
γεφυρώνουν τα βάραθρα ενός χώρου,
χτισμένου με τόση προσοχή
που πλέον δεν μπορείς ούτε μια πέτρα του να φύγεις,
γιατί θα σωριαστείς.
Κι όταν ως έτσι ευρύχωρος καταστείς,
κι όλα εντός σου γίνουν πέτρα:
τοίχος και θόλος και θέα κι ανήφορος -,
δοκίμασε και με τα δύο χέρια
το μέγα παραπέτασμα,
που κρέμεται μπρος στη μορφή σου,
να παραμερίσεις λίγο: λάμπουν, από πολύ ψηλά,
πράγματα που ξεπερνούν την πνοή και την αφή σου.
Παλάτια ορθώνονται μέσα από άλλα παλάτια,
σκάλες ξεχύνονται ολοένα πιο πλατιές μέσα από τις κουπαστές
και πάνω ξεπροβάλλουν
κράσπεδα που η θέα τους και μόνο σε ζαλίζει.
Κι ακόμη: σύννεφα καπνού από τα λιβανιστήρια
θολώνουν το σχήμα κάθε Κοντινού˙
το Απώτατο όμως κάθετα με τις αχτίδες του εντός σου σημαδεύει˙
κι αν τώρα φλόγας όστρακο διάφανη λάμψη τρεμοπαίξει
πάνω σ’ ενδύματα που αργά πλησιάζουν:
αυτό πώς θα το αντέξεις;
Εκείνη όμως έφτανε και σήκωνε
το βλέμμα σε όλα αυτά: να δει.
(Ενα μικρό κορίτσι ανάμεσα σε γυναίκες˙ ένα παιδί.)
Κι ήσυχη ανέβαινε, γεμάτη αυτοπεποίθηση,
προς στα πολυτελή ενδύματα με κίνηση λεπτή:
τόσο βαθιά είχε φυτευτεί ο έπαινος στην καρδιά της
και είχε πλέον υπερβεί τα έργα των ανθρώπων.
Κι ευφρόσυνα στα εσώτερα σημεία παραδιδόταν:
ανάθημα οι γονείς την οδηγούσαν, τηρώντας την υπόσχεσή τους,
κι ο Αρχιερέας, επιβλητικός με το κόσμημα στο στήθος,
φάνηκε να την υποδεχτεί: τα χέρια εκείνη άφησε
κι έτσι μικρή, διάβηκε μέσα από το πλήθος
για τη μοίρα, που την πρόσμενε έτοιμη ήδη,
ψηλότερη από τη Στοά, κι από τον Ναό ακόμη πιο βαριά.
Rainer Maria Rilke
