![]() |
Φοράω τις χοντρές λαστιχένιες μπότες
και μπαίνω στην αφιλόξενη
κάμαρα από σύρμα λεπτό φτιαγμένη
και παλιά ανάγλυφα γράμματα
-δεν έχω τίποτα να χάσω-
πάνω σε πιάτα με τουλίπες
τοποθετώ το γυμνό σου
κεφάλι και κεντάω
σε ακίνητο λαιμό
μακριά φύλλα
με μια αράχνη από βρεγμένο νήμα
σου κλείνω το στόμα
και σου δείχνω με το δάκτυλο
όρθιο ανοικτό ψαλίδι
να ισορροπεί σε γέρικους φόβους
από βελούδο
-περπάτησε λοιπόν προς τον κήπο με τα ρόδα-
γράφει το καπέλο του πατέρα
το αφήνω στο πλάι σου
από το σώμα μου βγαίνουν
γυναίκες, άνδρες και ζώα από μαλλί
-δεν σε βλέπω πια-
ανοίγω με το χέρι το ξύλινο συρτάρι
παίρνω μαχαίρι και πιρούνι
χωρίζω στα δύο τα ανάκατα γράμματα
της ασημένιας πιατέλας
και γράφω στη μέση
-τι κάνουν όλοι αυτοί οι ξένοι στο σπίτι μου;
Δάφνη Νικήτα
