Στην κατάθλιψη

Προβολή εικόνας πλήρους μεγέθους

Καλή σου μέρα, καλώς όρισες ξανά,
μαύρο σου ετοίμασα καφέ
λες και δεν έλειψες ποτέ
εδώ και χρόνια.
Σκοτεινιασμένος στέκεσαι
πλάι στις κουρτίνες τις βαριές και τις κρατώ κλεισμένες,
σκοτεινιασμένος και μου λες πως δεν αντέχεις πια
να νανουρίζω ξένα χέρια, να αγρυπνώ,
με άλλους να σμίγω.
Τα μάτια μου αστράφτουνε κεράκια γενεθλίων,
η γλώσσα μου απόρριμμα, ποντίκι μια σταλιά,
σβώλος πηγμένου σιροπιού η κόμη μου.
Αδέσποτο και χαρωπό πλανιέται το κορμί μου.
Κοινοτοπίες με ευθυμούν και έβαλα κιλά-
δεν είμαι το κορίτσι που σε γνώρισα.

Πού να ‘ναι τώρα το χλωμό που σε στοίχειωνε πρόσωπο
και πού η κρύπτη μαχαιριών που έφερε στον κόρφο;
Τυφλώθηκε άραγε ή πλέον δεν ριγεί
στη θέα του αίματος που ρέει;
Γιατί σωπαίνει τις κραυγές;

Είσαι ένας πρώην εραστής αμετακίνητος,
ψηλός, με πνιγμένα κι ανέφικτα μάτια,
με πηγαίνεις για ένα ποτό και σε δίνη φιλιών με βυθίζεις
κι όλο ξεθάβεις τα παλιά μας ερωτόλογα:
«Ελα να κάτσεις δίπλα μου,
ξέρω για τι με θες,
ανήκουμε ο ένας στον άλλον…»

Βρυχάται  η κουζίνα μου μες στην κακοκαιρία.
Είμαι αμαρτάνουσα και είμαι ελεεινή. Είμαι κατοικημένη.

Clare Pollard