Σ’ ανύποπτους καιρούς
σε τυφώνες της σκέψης
τυλίχτηκα
σε θίνες και αμμόλοφους
σκορπίστηκα
μ’ ορμή σε βράχους γρανιτένιους
έσπασα
αφρίζοντας
ένα κύμα μοναχικό
που παίρνει τη δύναμή του
απ’ το παρελθόν
που εξαντλεί τις δυνατότητές του
στα πλαίσια μιας οριοθετημένης ακτής
στην ακτή των δακρύων και των οιμωγών
των σπηλαίων με τους αιχμηρούς σχηματισμούς
π’ αντανακλούν το διαχεόμενο φως
φώλιασε
τ’ αλάτι που κύλησε στις φλέβες μου
Τώρα μένω μετέωρος πάνω στα στάσιμα νερά
περιμένοντας τις σειρήνες των λυρικών
να ξαναπλάσουν
αρμονικά ηχοχρώματα
να διασπάσουν
τη συμπαγή μοναξιά του τυφλού ποιητή
να ξυπνήσουν
το σιωπηλό θυμόσοφο
απ’ το λήθαργο της αιώνιας ενθαλπίας
Σκληρό
κρυσταλλικό
ενάλιο ανεύρυσμα
προϊστορικός θησαυρός
σοφά ποιημένος
μα φθηνά εκποιημένος
Στις κόψεις του κρυστάλλου
διακρίνεις την κινητικότητα
των κυμάτων
σχηματοποιημένη
σε στέρεη φόρμα
σε πολύπλοκη δομή
Στο δάσος των αυγινών αχτίδων
θα λάμψει ο πόθος
κι ο πόνος
θα κυλήσει προς τον σταλαγμίτη
μια αέναη
διαχρονική παρουσία της κίνησης
στις στέρεες κι αμφίβολες μορφές
θα σιωπήσει ξανά
ατενίζοντας
το όνειρο
που κρέμεται από πάνω του
την απόλυτη αρμονία
τη χαρά του σύντομου ταξιδιού
που του χάρισε η φύση
Κι όταν τ’ αντιφέγγισμα του δορυφόρου
που ολόγιομος δίσκος θα καθρεφτίζεται
στα καθάρια νερά
θα διαπεράσει τη στέγη του κήπου του
αυτός
πανώριος θα διασπαστεί
ανακλώντας προς τις νησίδες
του σύμπαντος
ό,τι η μάνα θάλασσα του χάρισε
ό,τι η σκληρή πέτρα του θρυμμάτισε
θα επιστρέψει
στην πηγή του φωτός
μια ασυνεχής εκπομπή
κβαντικών σωματιδίων
Στις οπές του για πάντα θα προσμένουν
να συμπυκνώσουν με σοφία
Ό,τι εσύ δεν κατανόησες
Την “αυτοσυνειδησία”.
Μ.Κ.