Τι να σου γράψω, καρδιά μου
στο χωριό τίποτε δεν αλλάζει
τούτα τα καλοκαιριάτικα βράδια
όλοι τους είναι κουρασμένοι
όλοι τους είναι άυπνοι
και των παιδιών ακόμη χάθηκ’ η χαρά
απ’ τον ήλιο καμένα τα πρόσωπά τους
τα χέρια και τα πόδια έχουν σκάσει
και το ποτάμι ακόμη στέγνωσε
κι η γη πυρώνεται ξερή
ακούγεται μουσική
τις περασμένες της νύχτας ώρες
απ’ το καφενείο των μεροκαματιάρηδων
ο Αλή με τα καπνά
κι ο Βελή με τα παντζάρια δεν έχουν δουλειά
τις ελπίδες τους στο αύριο αφήσαν
τις ανησυχίες τους στο τραπέζι του ποτού
στο χωριό τίποτε καινούριο δεν υπάρχει
άλλος το καλαμπόκι του κι άλλος το τριφύλλι
οι άνθρωποι στην αγωνία της ζωής
έκοψαν το μεγάλο πλάτανο
θα θυμάσαι
κατά κει στο τζαμί
είχαμε στήσει μια κούνια
κι όταν έβρεχε κάτω της μπαίναμε
τσιγάρα καπνίζαμε τις νύχτες
κρυφά
το χωριό έμεινε χωρίς πλατάνια
τα πουλιά χωρίς φωλιά
οι μεροκαματιάρηδες χωρίς ίσκιο
πλατεία θα ‘φτιάχναν εκεί
με μάρμαρο αστραφτερό
οι μεγάλοι που προχωρούν μπροστά
κι όσοι το χωριάτη σκέφτονται
στο χωριό τίποτε καινούριο δεν υπάρχει
η Αϊσέ κλέφτηκε
ο Αχμέτ των άλαλων και των μοναχικών είναι πάλι τσομπάνος
η γιαγιά του πέθανε στο ραμαζάνι
κι ούτε είδηση απ’ τη μάνα του
έφυγε και χάθηκε
στέκει πονεμένος πίσω
απ’ το κοπάδι
η τελευταία λέξη η αγάπη
η τελευταία λέξη ο χαιρετισμός
απ’ όλους μας τα ίδια λόγια
ΜΕΜΕΤ ΤΣΟΛΑΚ
(μετάφραση: ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΛΟΥΠΗΣ)