ΓΥΜΝΑΣΙΟ ΚΟΡΗΣΟΥ
Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Δεντροφύτευση στο Γυμνάσιο Κορησού από τον Αλέξανδρο Φίτζιο

“Η μια από τις δύο καρυδιές που φύτεψα στην αυλή του γυμνασίου της Κορησού συν πέντε βυσσινιές.
Στόχος μου η ενίσχυση βιοποικιλότητας και άγριας ζωής”.

Αλέξανδρος Φίτζιος

Εδώ είναι οι 5 βυσσινιές. Αλέξανδρε, ευχαριστούμε πολύ!

Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο “2020 Περνάμε δύσκολα” της Φανής Γουγούση Κείμενο εμπνευσμένο από την επικαιρότητα και το ποίημα της Κικής Δημουλά, “Τα πάθη της βροχής” ασκ. 4 σελ. 226 Κ.Ν.Λ. Γ’ ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ

Φωτογραφία: INTIMENEWS/ΖΑΧΟΣ ΓΙΩΡΓΟΣ
Πηγή: iefimerida.gr – https://www.iefimerida.gr/ellada/koronoios-merimna-dimon-gia-ilikiomenoys-zoyn-monoi

Πολλές οικογένειες της Κίνας έχουνε απομονωθεί λόγω του κορωνοϊού που έχει μεταδοθεί σε ολόκληρη την Κίνα, αλλά και την Ελλάδα. Τα παιδιά έχουν χωριστεί από τους γονείς, γιατί ένας από τους δύο έχει νοσήσει από τον κορωναϊό. Όλοι οι άνθρωποι της Κίνας ζουν σε καραντίνα και απομονωμένοι από όλους με το άγχος και τον φόβο μήπως κολλήσουν. Δεν βγαίνει κάνεις πλέον έξω. Το Υπουργείο Παιδείας έχει πάρει δραστικά μέτρα για το καλό όλων μας. Έτσι, τα παιδιά δεν μπορούν να πάνε πουθενά. Έχουν κλείσει τα πάντα λόγω κορωνοϊού. Δυστυχώς αυτό δεν είναι παραμύθι, αλλά βασίζεται σε αληθινά γεγονότα που τα ζούμε σήμερα και πραγματικά όλοι φοβόμαστε. Εύχομαι να τελειώσει σύντομα όλη αυτή η καραντίνα, να καταπολεμηθεί ο κορωνοϊός και να μην εξαπλωθεί κι άλλο. Γιατί όσο εξαπλώνεται τόσους περισσότερους θανάτους θα έχουμε.

Φανή Γουγούση

Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο «Το μαύρο κύμα» του Παναγιώτη Θωμόπουλου Ένα διαφορετικό τέλος στην ιστορία του αποσπάσματος από του βιβλίο του Λουίς Σεπούλβεδα, Η ιστορία του γάτου που έμαθε σ΄ένα γλάρο να πετάει
Η Κενγκά τώρα πια βουτηγμένη στο πετρέλαιο ψάχνει απεγνωσμένα να βρει καθαρό νερό, για να καθαρίσει το πετρέλαιο από πάνω της. Είναι τόσο απογοητευμένη. Η μόνη παρήγορη σκέψη είναι ότι πρόλαβε να αφήσει το αβγό της στον γάτο, να το κλωσήσει και έπειτα να το μεγαλώσει. Μετά από πολλή προσπάθεια βρήκε ένα μέρος με καθαρό νερό. Βουτούσε και ξαναβουτούσε με τόση χαρά ώσπου καθάρισε όλο το πετρέλαιο από τα φτερά της. Τώρα πια είχε σωθεί, πετούσε ελεύθερη κι ευτυχισμένη χωρίς να ξέρει που πηγαίνει. Πού να ήξερε όμως τι την περίμενε; Πετώντας πάνω από ένα δασάκι δύο κυνηγοί σημάδευαν πουλιά και ξαφνικά μια σφαίρα σφηνώθηκε στο σώμα της. Η Κενγκά έπεσε στο έδαφος σχεδόν νεκρή. Όμως μόλις πλησίασαν οι κυνηγοί και είδαν ότι είναι γλάρος, κάλεσαν τη φιλοζωική. Όμως ήταν ήδη αργά η Κενγκά έσβησε.
Παναγιώτης Θωμόπουλος
Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Οδηγίες για παραμονή παιδιών και εφήβων στο σπίτι  (11 Μαρτίου 2020)

ΕΟΔΥ Οδηγίες για παραμονή παιδιών και εφήβων στο σπίτι _ 11 ΜΑΡΤΙΟΥ 2020

ΕΘΝΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΥΓΕΙΑΣ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΥΓΕΙΑΣ 

Οδηγίες για παραμονή παιδιών και εφήβων στο σπίτι 

στο πλαίσιο της Κοινής Υπουργικής Απόφασης για την πρόληψη της διασποράς του νέου κορωνοϊού SARS-CoV-2 στις σχολικές μονάδες και την κοινότητα 

11 Μαρτίου 2020 

  • Αποφυγή των συναθροίσεων και του συγχρωτισμού οπουδήποτε (π.χ. καφετέριες, κινηματογράφοι) 
  • Αποφυγή ομαδικών εξωσχολικών δραστηριοτήτων 
  • Αποθάρρυνση συναντήσεων σε σπίτια φίλων, εστιατόρια ή εμπορικά κέντρα 
  • Ενθάρρυνση εκπαιδευτικών δραστηριοτήτων εξ αποστάσεως (e-learning) 
  • Αποφυγή επαφής με άτομα που ανήκουν στις ευπαθείς ομάδες 
  • Συχνό και καλό πλύσιμο των χεριών με νερό και σαπούνι ή αλκοολούχο διάλυμα 
  • Κάλυψη του βήχα ή του φτερνίσματος με χαρτομάντιλο και απόρριψη στα απορρίμματα. Αν αυτό δεν είναι διαθέσιμο, με το εσωτερικό του αγκώνα 
  • Αποφυγή αγγίγματος ματιών, μύτης και στόματος 
  • Αποφυγή στενής επαφής (χειραψίες, αγκαλιές και φιλιά) 
  • Αποφυγή επαφής με άτομα που έχουν συμπτώματα λοίμωξης 
  • Σε περίπτωση εμφάνισης συμπτωμάτων, παραμονή στο σπίτι και επικοινωνία με ιατρό ή με τον ΕΟΔΥ. Βιβλιογραφία 

Centers for Disease Control and Prevention. Coronavirus Disease 2019 (COVID-19). Interim Guidance for Administrators of US Institutions of Higher Education 

https://www.cdc.gov/coronavirus/2019-ncov/community/guidance-ihe-response.html 

ΕΘΝΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΌΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΥΓΕΙΑΣ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΕΠΙΔΗΜΙΟΛΟΓΙΚΗΣ ΕΠΙΤΗΡΗΣΗΣ ΚΑΙ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗΣ ΓΙΑ ΛΟΙΜΩΔΗ ΝΟΣΗΜΑΤΑ Τηλ. 2105212000 www.eody.gov.gr 

Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Ηλίας Βενέζης, “Η επιστροφή του Αντρέα” Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας Β’ Γυμνασίου σελ. 132

Το ψηφιακό βιβλίο εδώ

Ανάλυση του κειμένου εδώ.

Το απόσπασμα του κειμένου από το 1.37 και μετά

Μαρτυρίες για το δράμα των προσφύγων της Μ. Ασίας εδώ.

Σταύρος Μαλαγκονιάρης, «Ηρθαν οι “πρόσφυγγες” να πάρουν το ψωμί μας»

Παράλληλο κείμενο

Διδώ Σωτηρίου

[Οι πρόσφυγες]  

Το 1922 έγινε η Μικρασιατική καταστροφή. Ένας ολόκληρος κόσμος, ο Ελληνισμός της Μικράς Ασίας, διωγμένος από τους Τούρκους εγκαταστάθηκε στην Ελλάδα. Το κείμενο που ακολουθεί, αποτελείται από τμήματα, παρμένα από το μυθιστόρημα Μέσα στις φλόγες. Στο βιβλίο αυτό, με αφορμή την ιστορία μιας οικογένειας, γίνεται αναφορά στους Έλληνες της Μικράς Ασίας, στις τραγικές στιγμές που πέρασαν όταν ξεριζώθηκαν, καθώς και στις αφάνταστες δυσκολίες που αντιμετώπισαν στην Ελλάδα, έως ότου ξαναφτιάξουν τη ζωή τους. Αφηγήτρια είναι ένα κορίτσι, η Αλίκη Μάγη, που ήδη έχει φτάσει στην Ελλάδα και περιμένει με ανυπομονησία τους δικούς της.

Κανείς μας ακόμα δεν μπορούσε να πιστέψει πως είμαστε οι πρώτες σταγόνες της καταιγίδας που έφτανε, η πρώτη αχνή γραμμή μιας ατέλειωτης ανθρωποθάλασσας που θα ξεχυνόταν σε λίγο σ’ εκείνο το άγνωστο λιμάνι.

Αρχίσαμε να βαδίζουμε πιασμένοι απ’ το χέρι, κοντά ο ένας στον άλλον, χαμένοι, μουδιασμένοι, δισταχτικοί, σαν να ‘μαστέ τυφλοί και δεν ξέραμε πού θα μας φέρει το κάθε βήμα που αποτολμούσαμε. Γυρεύαμε ξενοδοχείο στο λιμάνι για ν’ ακουμπήσουμε και να περιμένουμε τους δικούς μας. Όπου κι αν ρωτούσαμε, παίρναμε την ίδια στερεότυπη απόκριση:

—  Απ’ τη Σμύρνη έρχεστε; Δε δεχόμαστε πρόσφυγες.

—  Μα, θα σας πληρώσουμε καλά, ανθρώποι του Θεού, έλεγε η θεία Ερμιόνη.

Εκείνοι επέμεναν στην άρνησή τους:

—  Φοβόμαστε τις επιτάξεις*. Στη Χίο, στη Μυτιλήνη, στη Σάμο επιτάξανε όλα τα σχολεία, τα ξενοδοχεία, τα πάντα…

—  Τι θέλαμε, τι γυρεύαμε να ‘ρθούμε σε τούτον τον αφιλόξενο τόπο, έλεγε η κυρία Ελβίρα. Τι θέλαμε, τι γυρεύαμε να χωριστούμε από τους άντρες μας!

Στο τέλος βρέθηκε ένας αναγκεμένος* ξενοδόχος και μας έδωσε ένα σκοτεινό, άθλιο δωμάτιο με έξι κρεβάτια. Για πότε γινήκαμε πραγματικοί πρόσφυγες δεν το καταλάβαμε. Μέσα σε λίγα εικοσιτετράωρα όλος ο κόσμος αναποδογύρισε. Βαπόρια φτάναν το ένα πίσω από τ’ άλλο και ξεφόρτωναν κόσμο, έναν κόσμο ξεκουρντισμένο, αλλόκοτο, άρρωστο, συφοριασμένο, λες κι έβγαινε από φρενοκομεία, από νοσοκομεία, από νεκροταφεία. Έπηξαν οι δρόμοι, τα λιμάνια, οι εκκλησίες, τα σκολειά, οι δημόσιοι χώροι. Στα πεζοδρόμια γεννιόνταν παιδιά και πέθαιναν γέροι.

Ενάμισι εκατομμύριο άνθρωποι βρεθήκανε ξαφνικά έξω από την προγονική τους γη. Παράτησαν σκοτωμένα παιδιά και γονιούς άταφους. Παράτησαν περιουσίες, τον καρπό στα δέντρα, το φαΐ στη φουφού*, τη σοδειά στην αποθήκη, το κομπόδεμα στο συρτάρι, τα πορτρέτα των προγόνων στους τοίχους. Και βάλθηκαν να τρέχουν, να φεύγουν κυνηγημένοι απ’ το τούρκικο μαχαίρι και τη φωτιά του πολέμου. Και λογίζονταν τυχεροί που αντάλλαξαν το έχει τους*, την πατρίδα τους, το παρελθόν τους με μια στάλα σιγουριά… Άρπαξαν βάρκες, καΐκια, σχεδίες, βαπόρια και πέρασαν τη θάλασσα σ’ έναν ομαδικό, φοβερό ξενιτεμό. Κοιμήθηκαν αποβραδίς νοικοκυραίοι στον τόπο τους και ξύπνησαν φυγάδες, θαλασσοπόροι, άστεγοι, άποροι, αλήτες και ζητιάνοι στα λιμάνια του Πειραιά, της Σαλονίκης, της Καβάλας, του Βόλου, της Πάτρας.

Ενάμισι εκατομμύριο αγωνίες και οικονομικά προβλήματα ξεμπάρκαραν στο φλούδι της Ελλάδας*, με μια θλιβερή ταμπέλα κρεμασμένη στο στήθος: «Πρόσφυγες!». Πού ν’ ακουμπήσουν οι πρόσφυγες; Τι να σκεφτούν; Τι να ξεχάσουν; Τι να πράξουν; Πού να δουλέψουν; Πώς να ζήσουν;

Τρέμαν ακόμα από το φόβο. Τα μάτια τους ήταν κόκκινα απ’ το αιμάτινο ποτάμι της κόλασης που διάβηκαν. Και σαν πάτησαν σε στέρεο έδαφος, μετρήθηκαν να δουν πόσοι φτάσανε και πόσοι λείπουν. Κι οι ζωντανοί δεν το πιστεύανε, μόνο άπλωναν τα χέρια τους στο κορμί τους και το ψάχνανε, για να βεβαιωθούνε πως δεν ήταν βρικόλακες. Και ψάχναν και για την ψυχή τους, να δουν αν ήταν στη θέση της. Μ’ αυτή ήταν άφαντη. Είχε μείνει πίσω στην πατρίδα, κοντά στους αγαπημένους νεκρούς και στους αιχμαλώτους, κοντά στα σπιτάκια, στα χωράφια, στις δουλειές και στα καζάντια…*

Μικροί μεγάλοι στριμωχνόμαστε στις παραλίες αποβλακωμένοι, άβουλοι, με μια έμμονη ιδέα ο καθένας, κι άλλος με μια άνοια αποκρουστική. Οι πιο τυχεροί ξεδίναν, γιατί κλαίγανε και βρίζανε και μούγκριζαν από πόνο.

Μια νέα γυναίκα πετούσε από καιρό σε καιρό ένα τραγικό νανούρισμα: «Νάνι, νάνι, το παιδάκι μου να κάνει…». Στην αγκαλιά της κρατούσε ένα μαξιλάρι που όλο το σκέπαζε και το φιλούσε και κοίταζε γύρω της πανικόβλητη. Κανένας δεν την πρόσεχε. Μόνο ο γερο-πατέρας της πάσχιζε να την ησυχάσει.

—  Κορούλα μου, Ελένη μου, κάνε, παιδί μου, κουράγιο. Αυτό ήταν το θέλημα του Θεού…

Κάποιος δημοσιογράφος που πρόσεξε τη σκηνή, κοντοστάθηκε και θέλησε να πληροφορηθεί.

—  Αχ! έκανε ο γέρος. Τ’ αγοράκι της έσκυψε να πάρει απ’ την κούνια κι αντί γι’ αυτό πήρε το μαξιλάρι κι έφυγε!

Μια μέρα, αντάμωσα μέσα σ’ ένα ανθρώπινο μπουλούκι το θείο Θανάση με την κόρη του τη Βαλεντίνη. Ήταν οι πρώτοι συγγενείς που έβλεπα κι αρπάχτηκα απ’ αυτούς, ξεσπώντας σ’ ένα παραπονεμένο κλάμα.

Η Βαλεντίνη προσπάθησε να με μερώσει.

—  Θα ‘ρθουν, μην απελπίζεσαι. Είναι κόσμος, χιλιάδες κόσμος, που μπαρκάρει ακόμα.

Της έδειξα πού βρίσκεται το ξενοδοχείο μας. Μα ο θείος Θανάσης δεν πήγε μαζί της. Αδιάφορος και ήρεμος κοίταζε τον κόσμο. Είχε πάθει πάλι μια δυνατή νευρική κρίση κι έλεγε ξερά:

— Πώς κάνουν έτσι οι άνθρωποι! Τι τους έπιασε και το χάσαν πάλι το τσερβέλο*;

Η Βαλεντίνη μας ανιστόρησε όλα όσα ήξερε για την καταστροφή. Πώς μπήκαν οι ζεϊμπέκηδες* μέσα στη Σμύρνη. Στην αρχή δεν πείραξαν άνθρωπο· μα ύστερα ρίχτηκαν με λύσσα στη σφαγή και στο πλιάτσικο*, αρχίζοντας απ’ την αρμένικη γειτονιά. Ο Νουρεντίν πασάς έβγαλε τότε φιρμάνι ν’ αφήνουν όλα τα γυναικόπαιδα και τους γέρους να φεύγουν, και να κρατούνε αιχμάλωτους μόνο τους άντρες και τ’ αγόρια.

Η Σμύρνη είχε παραδοθεί στις φλόγες και στο αίμα. Ο κόσμος στριμωχνόταν στην παραλία ζητώντας προστασία απ’ τον αγγλογαλλικό και τον αμερικάνικο στόλο· και παρακαλούσε τους συμμάχους να τον σώσουν απ’ το λεπίδι. Μα οι ξένοι είχαν, λέει, διαταγές να μην επεμβαίνουν! Και κάθονταν πάνω στα καράβια τους με σταυρωμένα χέρια και κάπνιζαν τα τσιμπούκια τους! Και κοίταζαν, σαν θεατές, το φοβερό μαρτύριο ενός ολόκληρου πληθυσμού.

Όσοι άνθρωποι είχαν λεφτά, έδιναν ολόκληρη περιουσία για να τους πάρουν οι βάρκες. Μα τις περισσότερες φορές άλλοι, πιο χεροδύναμοι και σβέλτοι, σπρώχναν τους

πρώτους κι άρπαζαν τη θέση τους. Κι οι βάρκες, κάθε τόσο, αναποδογύριζαν κι οι άνθρωποι πνίγονταν μέσα στον πανικό, σαν τις μύγες.

— Θε μου! Θε μου! δε θέλω ν’ ακούσω άλλο, έλεγε η θεία Ερμιόνη.

Η καταστροφή της Σμύρνης (λιθογραφία, λεπτομέρεια)

* * *

Μια μέρα, ήταν περίπου μεσημέρι, ένα νιόφερτο καράβι είχε μόλις ξεφορτώσει φουρνιές τη συμφορά.

— Αλίκη! μου φώναξε ο Τρύφωνας, ο γιος της κυρίας Ελβίρας, δες σ’ εκείνη την πέμπτη βάρκα. Διακρίνεις;

Σκίρτησα ολόκληρη. Τα μάτια μου πήδηξαν από τις κόγχες και ξοπίσω τους πήδηξε και η καρδιά μου. Είδα το Στέφο πρώτο στην πλώρη της βάρκας και πίσω του τη μητέρα, που κρατούσε στην αγκαλιά της τη Νιόβη, και τη θεία Ελένη με την Ινώ, και τη Ριρή που είχε κρεμασμένα στο λαιμό κιάλια και σιγοκουβέντιαζε με δυο άγνωστους νέους. Και στο τιμόνι είδα κοντά σε δυο θεόρατους μπόγους τον πατέρα που κάπνιζε την πίπα του. Έμοιαζαν όλοι μαζί με τουρίστες που πήγαιναν σε ταξιδάκι αναψυχής.

Ήταν πραγματικότητα ή παράκρουση*; Έσπρωχνα σαν τρελή τον κόσμο ως να φτάσω στην αποβάθρα. Άπλωνα τα σκελετωμένα χέρια μου, που τα ήθελα σαν μαγνήτες, και φώναζα: «Ελάτε! Ελάτε επιτέλους!». Αιώνες μου φάνηκε πως έκανε κείνη η βάρκα ως ν’ αγγίξει τη στεριά, ν’ αγγίξω κι εγώ εκείνους, να βεβαιωθώ πως δεν ήταν πλάσματα της φαντασίας μου.

Για πότε βρέθηκα μέσα στην αγκαλιά της μάνας μου δεν το κατάλαβα.

—  Έρχεται κι ο θείος Γιάγκος, είπε, τον είδαμε στη Μυτιλήνη. Ευτυχώς σώθηκε!

Ο πατέρας τραβολογούσε δυο δέματα.

—  Τα χαλιά, έλεγε, προσέχετε μη βραχούν τα χαλιά. Αυτή ‘ναι όλη η περιουσία μας.

Πόσο απλή ήταν η αντάμωση και πόσο σκληρή και περίπλοκη η αγωνία της προσμονής!

* επιτάξεις (η επίταξη): οι επιστρατεύσεις ανθρώπων, ζώων ή αντικειμένων για την εξυπηρέτηση στρατιωτικών ή κοινωνικών στόχων σε περιόδους έκτακτης ανάγκης * αναγκεμένος: άνθρωπος που είχε μεγάλη οικονομική ανάγκη * στη φουφού (η φουφού): στη συσκευή για το ψήσιμο κρεατικών * το έχει τους: την περιουσία τους * στο φλούδι της Ελλάδας: στη γη της Ελλάδας * καζάντια (το καζάντι): πλούτος, κέρδη * χάσαν το τσερβέλο: έχασαν τα λογικά τους * οι ζεϊμπέκηδες (ο ζεϊμπέκης): οι χωροφύλακες ή οι στρατιώτες της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, που προέρχονταν από εξισλαμισθέντες Έλληνες της Μικράς Ασίας * στο πλιάτσικο (το πλιάτσικο): στη λεηλασία * παράκρουση: παραφωνία, έντονη αναστάτωση, τρέλα

Από το Ανθολόγιο Λογοτεχνικών Κειμένων  Ε’ και ΣΤ’ Δημοτικού

Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Πολιτιστικό πρόγραμμα εν-συναίσθησης 8η συνάντηση (4 Μάρτη 2020)

Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο «Το μαύρο κύμα» της Μαριάννας Διαμαντοπούλου Ένα διαφορετικό τέλος στην ιστορία του αποσπάσματος από του βιβλίο του Λουίς Σεπούλβεδα, Η ιστορία του γάτου που έμαθε σ΄ένα γλάρο να πετάει

…Η Κενγκά μετά από πολλές προσπάθειες, για να σώσει τη ζωή της,  έβαλε την δύναμη της αγάπης της για το αυγό που ένιωθε και κατάφερε να ξεφύγει από τη μολυσμένη θάλασσα. Έξω, πανικόβλητη αλλά και ευχαριστημένη που τα κατάφερε, είδε στο βάθος την ακτή και στην άκρη της μια ψαροταβέρνα. Αμέσως κατευθύνθηκε προς τα εκεί. Βρήκε αρκετό κόσμο μέσα, μα δεν μπορούσε να μπει γιατί οι πόρτες ήταν κλειστές, άρχισε να ψάχνει γύρω γύρω για τυχόν ανοιχτό παράθυρο. Είχε βρει ένα παράθυρο στο πίσω μέρος της ψαροταβέρνας, μπήκε μέσα και αμέσως βρέθηκε στα τραπέζια που βρίσκονταν οι πελάτες. Για καλή της τύχη στο μαγαζί βρισκόταν ένας κτηνίατρος, ο οποίος κατάλαβε αμέσως τι είχε συμβεί στον γλάρο. Τότε πήρε την Κενγκά στο κτηνιατρείο του και φρόντισε αυτήν και το αυγό της, μέχρι να έρθει η κατάλληλη στιγμή να επιστρέψουν στο φυσικό τους περιβάλλον.

Μαριάννα Διαμαντοπούλου

Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο «Το μαύρο κύμα» της Ελένης Μπουζάνη Ένα διαφορετικό τέλος στην ιστορία του αποσπάσματος από του βιβλίο του Λουίς Σεπούλβεδα, Η ιστορία του γάτου που έμαθε σ΄ένα γλάρο να πετάει

… Τα φτερά μου μαύρα και γλοιώδη. Το βάρος τους ασήκωτο. Προσπάθησα πολλές φορές να τα σηκώσω μα αυτά δεν υπακούουν. Τι να κάνω; Μια απογοήτευση με κυριαρχεί. Γιατί τώρα; Όχι τώρα! Πρέπει να ζήσω. Το αυγό που σε λίγες μέρες θα έφερνα στον κόσμο, αυτό μάλλον θα χαθεί στα βάθη αυτής της θάλασσας μαζί με εμένα… Μα τι είναι αυτό που μου κρύβει το φως; Ένα πελώριο πουλί, ένας Άγιος που ήρθε να με βοηθήσει να φέρω στη ζωή ό,τι πολυτιμότερο έχω; Ξαφνικά νιώθω να ανεβαίνω στον ουρανό. Πέθανα; Χάθηκα; Έτσι απλά;
– Καλό μου πουλάκι πως σε κατάντησαν έτσι; Σε τι Θεό πιστεύει αυτός που σου το έκανε αυτό; Αν πιστεύει βέβαια… Ακούω την φωνή να μου μιλάει. Αναθάρρησα. Άνθρωπος με αισθήματα. Άνθρωπος… Μα πρέπει να τον εμπιστευτώ άραγε; Αναρωτιέμαι. Με βάζει μέσα σε μια λεκάνη με πεντακάθαρο νερό. Με τρυφερές κινήσεις με καθαρίζει παντού. Ξαφνικά νιώθω τα φτερά μου πιο ελαφρά. Άρχισα και δειλά δειλά να ξεχωρίζω φιγούρες. Βλέπω, ναι βλέπω! Μα τι χαρά είναι αυτή;
– Έλα καλό μου πουλάκι. Μην φοβάσαι. Εγώ είμαι εδώ. Θα σε τυλήξω με αυτή την κουβέρτα να ζεσταθείς, μου λέει. Με πήρε ο ύπνος. Σκεπασμένη με τη ζέστη κουβέρτα. Μα τι μου συμβαίνει… Ναι ήρθε η ώρα να γίνω μάνα…
– Καλό μου πουλάκι. Τι υπέροχο. Έκανες ένα αυγό! Τελικά δεν έσωσα ένα, αλλά δύο πουλάκια. Τι χαρά! Αυτή η μικρή μου βάρκα ήταν η σωτηρία σας!

Ελένη Μπουζάνη

Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Σκέψεις της Χριστίνας Νικολαΐδου πάνω στο απόσπασμα,”Όπως τα βλέπει κανείς”, από το βιβλίο της Ελένης Σαραντίτη “Κάποτε ο κυνηγός””

Το κείμενο «Όπως τα βλέπει κανείς» της Ελένης Σαραντίτη παρόλο που γράφτηκε πριν από μερικά χρόνια μπορούμε να το συγκρίνουμε με τα σημερινά γεγονότα. Όπως και τότε που κορόιδευαν την ηρωίδα του αποσπάσματος έτσι και στις μέρες μας, πολλά παιδιά για διάφορους λόγους αντιμετωπίζουν το ίδιο θέμα. Δέχονται μπούλινγκ λόγω της καταγωγής, της εμφάνισης, για τον τρόπο ντυσίματος, για την κατοικία τους και για την δουλειά των γονέων τους. Η Ευρυδίκη βρίσκεται σε μια πολύ δύσκολη κατάσταση, όπως μας περιγράφει στο κείμενο. Οι συμμαθητές της της φέρονται με έναν πολύ άσχημο τρόπο. Δεν την υπολογίζουν στην τάξη και την αφήνουν μόνη της. Τέτοιες δυσάρεστες καταστάσεις μου προκαλούν στεναχώρια για το άτομο που το περνάει, αλλά και θυμό για τα άτομα που το προκαλούν. Πιστεύω πως δεν αξίζει σε κανέναν να του φέρονται με τέτοιον τρόπο, γιατί δεν γνωρίζουν τι μπορεί να έχει περάσει. Πρέπει να μάθουμε να μη ξεχωρίζουμε κανέναν.

Χριστίνα Νικολαΐδου

Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Οι μαθήτριες εμπνέονται από “Τα πάθη της βροχής” της Κικής Δημουλά

Η βροχή χαρακτηρίζεται βραδύγλωσση, διότι το μόνο που προσφέρει είναι εσύ, εσύ. Η βροχή διηγείται μελαγχολικά, σαν μάνα που έχει χάσει το παιδί της, θρηνώντας. Κλαίει δυνατά και με λυγμούς για τις συμφορές που την έχουν βρει. Βρίσκεται σε μεγάλη θλίψη και το ξέσπασμα της αυτό την ανακουφίζει.

Γεωργία Λαδιά

Πριν λίγα χρόνια μια οικογένεια τεσσάρων ατόμων, οι γονείς και δύο παιδιά, αποφάσισαν να περάσουν τις χριστουγεννιάτικες διακοπές τους στο Λονδίνο. Έτσι μετά από ώρες ταξιδιού έφτασαν στο βροχερό Λονδίνο και ο πατέρας ακούγοντας το τηλέφωνο του να χτυπά αγχώθηκε, γιατί ήξερε ότι δεν θα είναι για καλό. Δυστυχώς το τηλεφώνημα ήταν για να ενημερώσουν τον πατέρα ότι η μητέρα του έφυγε από κοντά τους και ολόκληρες οι διακοπές πέρασαν με κλάμα και νοσταλγία, αφού ακούγοντας την βροχή, έναν από τους αγαπημένους του ήχους θυμόταν την μητέρα του και όλα όσα είχαν περάσει μαζί.

Ειρήνη Ρίμπα