Τις σκέψεις μου για τις “συναντήσεις” μου με βιβλία που ξεχωρίζω μπορείτε να διαβάζετε στο ηλεκτρονικό περιοδικό για το παιδικό βιβλίο “Κόκκινη Αλεπού”
https://kokkinialepou.gr/telos-ma-ti-telos-einai-ayto/
«Τέλος; Μα, τι τέλος είναι αυτό;»

Συγγραφέας/εικονογράφος: Noemi Vola
Μετάφραση: Μαριάννα Ψύχαλου
Εκδόσεις: Mικρή Σελήνη
Χρονιά έκδοσης: 2022
Ηλικία: 5+, 7+ (προτείνεται και για μεγαλύτερες ηλικίες)
«Τέλος; Μα τι τέλος είναι αυτό;» Είναι ερώτηση που απευθύνεται στον αναγνώστη ή μήπως είναι ρητορική; Μάλλον είναι ένα βιβλίο που μονολογεί! Σε κάθε περίπτωση είναι ένας πολύ πρωτότυπος τρόπος να αρχίσει ένα βιβλίο. Αποκωδικοποιώντας και την εικονογράφηση του εξωφύλλου και συσχετίζοντάς τη με τον τίτλο, απογειώνεται η περιέργεια για το τι πρόκειται ν’ ακολουθήσει. Το σίγουρο είναι ότι κανείς δε φαντάζεται πως το θέμα του βιβλίου είναι η καλλιέργεια της δημιουργικής σκέψης.
«Όταν ήμουν μικρός ήθελα να γίνω μάστορας. Αλλά, όχι ένας οποιοσδήποτε μάστορας. Ήθελα να επιδιορθώνω το τέλος των ιστοριών». Κι επειδή δεν υπάρχει καιρός για χάσιμο ο μάστορας αρχίζει αμέσως τη δουλειά του ήδη, από την εμφάνιση της φόδρας του βιβλίου. Ποντίκια δουλεύουν πυρετωδώς και με μεγάλη προσήλωση και οργανωτικό πνεύμα. Τρέχουν όπως οι ιδέες. Γιατί ξέρουν ότι πάνω στη δουλειά έρχεται η έμπνευση. Πράγματι, το εσώφυλλο προδιαθέτει τον αναγνώστη -πριν την περιήγησή του στο κείμενο- ότι θα βιώσει μία διαφορετική αναγνωστική εμπειρία. Ενα εξαιρετικά ενδιαφέρον και πρωτότυπο στοιχείο στην εμπνευσμένη εικονογράφηση είναι ο τρόπος που η Vola χρησιμοποιεί τις κυριολεξίες για να εικονογραφήσει τις μεταφορές ή τους συμβολισμούς. Ποιος περιμένει, για παράδειγμα, ότι το εργαστήρι ενός επιδιορθωτή ιστοριών θα απεικονίζεται σαν ένα εργαστήρι μάστορα με κανονικά εργαλεία και όχι σαν ένα γραφείο εικονογράφου ή συγγραφέα με μολύβια, χρώματα, χαρτιά και βιβλία; Ή ένα τέλος που «δε μπορείς να το χωνέψεις» θα έχει την όψη φιδιού μεγάλου μήκους που έχει καταπιεί τανκς που «του έχουν κάτσει στο στομάχι» και διαγράφονται σε πολλά σημεία του σώματός του;
Οι ζωγραφιές της Vola θυμίζουν παιδί πάνω στην πιο ζωηρή ώρα της δημιουργίας και έμπνευσης. Άλλοτε με λεπτομέρειες, άλλοτε πιο αφαιρετικά, πότε με στοιχεία κόμικς ή γραφιστικού σχεδίου, πότε με χρώμα, κάποιες φορές ασπρόμαυρα. Όταν βρισκόμαστε στα σαλόνια που είναι χωρισμένα σε καρέ, εκεί, πραγματικά νιώθουμε ότι βρισκόμαστε στη μέση μιας ιδεοθύελλας! Ζωγραφίζει τις ιδέες όπως έρχονται. Στην αρχή χρειάζονται τον χρόνο τους για να κατέβουν: μεγάλα καρέ, λεπτομέρειες. Συνεχίζοντας -στη δεξιά σελίδα- τα καρέ μικραίνουν ολοένα και περισσότερο, οι λεπτομέρειες μειώνονται μέχρι που απουσιάζουν, γιατί οι ιδέες έχουν αρχίσει πλέον να πέφτουν γρήγορα σαν δυνατή βροχή. Και πριν γίνουν καταιγίδα έρχεται το ποντίκι-συντονιστής που καταλαβαίνει ότι πρέπει να βάλει ένα φρένο σ’ αυτή την έκρηξη φαντασίας και φωνάζει ένα δυνατό ΣΤΟΠ -για να μην ξεφύγει το θέμα. Δεν υπάρχει χρόνος να το «περιποιηθεί» το τέλος με σχεδιαστικές λεπτομέρειες. Υπάρχει άμεση ανάγκη για την έλευσή του και γι αυτό είναι ασπρόμαυρο με βιαστικές μολυβιές. Πόσο έξυπνο τέχνασμα και ταυτόχρονα πόσο αυθεντικά παιδικό.

Το «τέλος» δίνεται πάντα με ασπρόμαυρες βιαστικές γραμμές γιατί καμιά φορά μπορεί να είναι λυτρωτικό και σωτήριο. Δεν υπάρχει χρόνος για χρώματα και περιποίηση. Και το αποφασίζουν πάντα τα ποντίκια, ίσως επειδή δουλεύουν ακούραστα στα υπόγεια του εργαστηρίου της φαντασίας και του υποσυνείδητου. Γιατί αυτά τα πλάσματα έχουν τη φυσική ικανότητα να κινούνται γρήγορα, να κρύβονται και να τρυπώνουν μέσα στα πιο μικρά σημεία, να μπαινοβγαίνουν στα υπόγεια και στα ανώγεια. Και μάλιστα, πολύ συχνά, τρομάζουν τους ανθρώπους που τα αντιλαμβάνονται, αν και τόσο μικρό το μέγεθός τους, όπως οι νέες ιδέες τρομάζουν όσους έχουν άγνοια. Στα υπόγεια της φαντασίας, -στο υποσυνείδητο ίσως- δεν υπάρχει φυσικό φως για να μην τους αποσπά την προσοχή. Πρέπει να είναι πάντοτε σε ετοιμότητα για να φέρουν στο φως το «τέλος» όταν χρειαστεί και ξέρουν ότι αυτό γίνεται μόνο πάνω στη δουλειά, όπως ακριβώς γίνεται με κάθε δημιουργία. Πάνω στη δουλειά έρχεται η έμπνευση και… το τέλος.
«Να το εμφανίζω στο σημείο που εγώ θέλω, όταν το θέλω και όπως το θέλω». Πόσο αυθεντική παιδική λογική! Τόσο που οδηγεί συνειρμικά τη σκέψη μας στο παιχνίδι ρόλων (θέατρο) που παίζουν τα παιδιά. Κατά τη διάρκεια του συμβολικού παιχνιδιού, υποδύονται ρόλους που θέλουν τα ίδια επιλέγοντας να αφήσουν την πραγματικότητα. Με μοναδικό υλικό τους την φαντασία «γράφουν» δημιουργικά τα σενάριά τους με το σώμα τους και τα παίζουν, τα «εικονογραφούν» δραματοποιώντας τα είτε μόνα τους ή με φίλους. Ή πάλι γίνεται το αντίστροφο: πρώτα «εικονογραφούν» παίζοντας ρόλους χωρίς ένα συγκεκριμένο στόρι και σιγά σιγά, καθώς μπαίνουν κι άλλα παιδιά στην εικόνα τους, δημιουργείται και το σενάριο. Όταν, όμως, για δικούς τους λόγους, είτε επειδή νιώσουν άβολα ή κουραστούν, ή δεν τους εκφράζει πια, λένε ένα δυνατό λυτρωτικό «ΣΤΟΠ», «στο σημείο που το θέλουν, όταν το θέλουν και όπως το θέλουν», χωρίς, φυσικά, ίχνος συστολής. Βγαίνουν από το παιχνίδι και παίζουν αλλού, είτε διώχνουν τα παιδιά που δε τα θέλουν στο παιχνίδι τους ή το αλλάζουν τελείως. Όπως τσαλακώνουν το χαρτί τους όταν κάνουν λάθος και το πετάνε στον κάδο, έτσι λένε το ΤΕΛΟΣ και επιστρέφουν στην ασφάλεια της πραγματικότητάς τους.
Στα εργαστήρια δημιουργικής γραφής πρωτεύοντα ρόλο έχει η φαντασία, η δημιουργικότητα και το παιχνίδι με τις λέξεις. Αυτό εδώ, όμως, είναι ένα βιβλίο- παιχνίδι με λέξεις και εικόνες, από το εμπροσθόφυλλο μέχρι το οπισθόφυλλο. Οι εικόνες συμπληρώνουν, διανθίζουν το λεκτικό κείμενο, αποδίδουν την πλοκή με τρόπο διαφορετικό απ’ αυτόν που θα προσλάμβανε ο αναγνώστης αν περιοριζόταν μόνο στο λεκτικό. Οι εικόνες ενισχύουν και διευρύνουν το νόημα των λέξεων, προωθούν την πλοκή. Η δύναμη και η υπεροχή των εικόνων αναδεικνύεται σε κάθε σελίδα, δημιουργώντας ένα παιχνίδι ανάμεσα στον αναγνώστη και σ’ αυτές, εγείροντας παράλληλα και την φαντασία του.
Είναι πραγματική απόλαυση και πρόκληση συνάμα να στέκεσαι σε κάθε εικόνα του βιβλίου, σε σαλόνι ή στο πιο μικρό καρέ, προσπαθώντας να αντιληφθείς τη διασύνδεση των δύο μέσων, εικόνας και κειμένου. Οι εικόνες ενισχύουν τον κειμενικό λόγο προσθέτοντας στοιχεία που οδηγούν τη σκέψη του αναγνώστη σε μονοπάτια διακειμενικότητας, φαντασίας και κυρίως σε σκέψεις «έξω απ’ το κουτί» (συνήθως συμβαίνει το αντίθετο). Ίσως επειδή εικονογράφος και συγγραφέας είναι το ίδιο πρόσωπο.

Αν και εικονοβιβλίο, θεωρώ ότι πρόκειται για ένα διηλικιακό βιβλίο και δεδομένου ότι κάθε παιδί έχει διαφορετική αναγνωστική ετοιμότητα, είναι προτιμότερο να έχουν προηγούμενες αναγνωστικές εμπειρίες. Ιδανικά να έχουν ηλικία και γνώση τέτοια ώστε να μπορούν να αποκωδικοποιήσουν τη σχέση εικόνας κειμένου και να αντιληφθούν τη διακειμενικότητα και το χιούμορ.
Καθώς ολοκληρώνεται η αφήγηση ο ήρωάς μας μεγαλώνει. «Έτσι, τώρα που μεγάλωσα, αποφάσισα τελικά να γίνω εφευρέτης ιστοριών…» Μέσα από τις εμπειρίες του έχει συνειδητοποιήσει ότι σπουδαιότερος μάστορας είναι εκείνος που όχι απλώς επιδιορθώνει αλλά δημιουργεί τις δικές του ιστορίες «αυτός που καθορίζει την πορεία όλης της ιστορίας. Επειδή αν το καλοσκεφτείς, η φαντασία μας δεν έχει όρια…».
Η γραφή (λέξεις ή εικόνες) δίνει δύναμη στο δημιουργό. Τον κάνει Θεό που έχει τη δυνατότητα να δημιουργεί ήρωες, να τους πεθαίνει, να χτίζει ή να καταστρέφει, να γελάει ή κλαίει, χωρίς να χρειάζεται να απολογηθεί σε κανένα. Και το κυριότερο, να φέρνει το τέλος όταν το επιθυμεί. Είναι ένα βιβλίο που αναδεικνύει όχι μόνο τη δύναμη της δημιουργικής γραφής αλλά -κυρίως- τη δύναμη της… δημιουργικής εικονογραφικής γραφής.
«Επειδή, αν το καλοσκεφτείς, η φαντασία μας δεν έχει όρια. Άρα οι ιστορίες δεν τελειώνουν ποτέ… ακόμα και όταν έχουν τελειώσει.»
Η πιο σπουδαία ιστορία που γράφουμε, ωστόσο, είναι η ιστορία της ζωής μας. Είναι σημαντικό να δίνουμε οι ίδιοι ΤΕΛΟΣ σε καταστάσεις που μας στενοχωρούν, προσβάλουν, καταπιέζουν, κακοποιούν ψυχικά ή σωματικά. Να λέμε ένα ηχηρό ΤΕΛΟΣ ακόμα και στις ίδια μας τις σκέψεις όταν καμιά φορά μας δημιουργούν άγχος. Να θυμίζουμε στον εαυτό μας τα όριά του. Χρειάζεται δύναμη και τόλμη να πεις «τέλος», χωρίς να απολογηθείς, να αλλάξεις το περιβάλλον σου αν δε σου ταιριάζει ή αν το σύστημα δεν βοηθάει, να φεύγεις εσύ και να αφήνεις τους άλλους πίσω. Αυτό είναι μια σπουδαία δεξιότητα που οφείλουμε να έχουμε καλλιεργήσει στα παιδιά από νωρίς και αυτό το βιβλίο γίνεται ένα σπουδαίο εργαλείο ακόμα και γι αυτό. Να τους καλλιεργήσουμε την αυτοπεποίθηση και την καθαρή εσωτερική ματιά τους, να ξέρουν κάθε πτυχή της προσωπικής τους ιστορίας, σε ποια σελίδα ή κεφάλαιο βρίσκονται, να έχουν το θάρρος να επιστρέφουν, να κάνουν παύση και να συνεχίσουν αργότερα.. Πάντα υπάρχει χρόνος, άλλωστε, όχι μόνο για επιδιορθώσεις αλλά και για -δημιουργική- γραφή νέων κεφαλαίων στη ζωή μας.
Ναι, είναι σίγουρα μάστορας η Noemi Vola! Πριόνι η φαντασία της, κατσαβίδι το χιούμορ της, μολύβια και χρώματα οι εικόνες της και οι ιδέες της, ψαλίδι η δημιουργικότητά της κι εμείς απολαμβάνουμε τα μαστορέματά της!
*Πρόταση δημιουργικής ανάγνωσης: Το βιβλίο δίνει τη δυνατότητα στον αναγνώστη να το διαβάσει με δύο τρόπους: Σαν ένα εικονοβιβλίο χωρίς λόγια, που αφηγείται την ιστορία μέσα σε μια πλούσια εικονιστική μορφή, πολυεπίπεδη και ανοιχτή σε ερμηνείες, εστιάζοντας σε οπτικά και γραφιστκά στοιχεία, αλλά και σαν ένα βιβλίο που έχει μόνο ένα μικρό κείμενο -χωρίς εικόνες. Τα παιδιά χωρίζονται σε δύο ομάδες. Η μία ομάδα το διαβάζει σαν silent book και η άλλη σαν ένα βιβλίο μόνο με λέξεις. Η μία ομάδα καλείται να δημιουργήσει το κείμενο η άλλη τις εικόνες. Η ανταλλαγή απόψεων μεταξύ των ομάδων θα έχει εξαιρετικό ενδιαφέρον όπως και οι ιστορίες που θα έχουν δημιουργηθεί.
—————————————————–

Συγγραφέας/εικονογράφος: Αnete Melece
Μετάφραση: Αργυρώ Πιπίνη
Εκδόσεις: Σιέλ
Χρονιά έκδοσης: 2023
Ηλικία: 5+
Ξεχωρίζεις το βιβλίο στο ράφι του βιβλιοπωλείου. Το πιάνεις στα χέρια, το χαϊδεύεις. Εξώφυλλο με ωραία υφή χαρτιού, ματ – όχι αδιάφορο γυαλιστερό που αφήνει την αίσθηση της αφής ασυγκίνητη. Σε κερδίζει αμέσως με το χρώμα και την αισθητική του. Η συγγραφέας σού είναι άγνωστη. Το ξεφυλλίζεις λίγο βιαστικά και μετά από την πρώτη σελίδα τα μάτια σου αρχίζουν να χαμογελάνε.
Πραγματική αισθητική απόλαυση η ανάγνωση αυτού του βιβλίου. Όταν φτάνεις στο τέλος γυρίζεις πάλι στην αρχή και εύχεσαι να ήταν περισσότερες οι σελίδες του. Όχι μόνο «άξιζε τα λεφτά του», σκέφτεσαι, αλλά σου θύμισε και κείνο το όνειρό σου, που το είχες ξεχάσει για καιρό και σε παρακινεί να έχεις πάντα το βλέμμα σου στραμμένο σ’ αυτό. Και όχι μόνο σ’ αυτό αλλά να δημιουργείς νέα όνειρα σε όποια ηλικία κι αν είσαι, χωρίς να σταματάς ποτέ να τρέχεις πίσω τους.
Ποια είναι όμως η υπέρβαρη κυρία Όλγα που φαίνεται στο εξώφυλλο να κάθεται μέσα στο ροζ περίπτερό της και μια μέρα κάνει ένα απρόσμενο ταξίδι; Φαίνεται αρκετά περίεργη ιστορία και αστεία. Με την πρώτη ματιά. Μια δεύτερη ματιά όμως αποκαλύπτει περισσότερα. Κρατάει ένα περιοδικό «TRAVEL» στο ένα χέρι και με το άλλο τρώει ένα μπισκότο σοκολάτας. Το βλέμμα της ονειροπόλο – ταξιδεύει με τη φαντασία. Ανοίγεις το εμπροσθόφυλλο με το κοπτικό που σχηματίζει ένα παράθυρο και «μπαίνεις» στο περίπτερο. Η φόδρα του βιβλίου, το εσώφυλλό του, δεν είναι απλώς ο προθάλαμος της ιστορίας, είναι η μισή ιστορία. Η άλλη μισή βρίσκεται στο πίσω εσώφυλλο. Κάθεται, όχι σε σκαμπό, αλλά σε μία αναπαυτική πολυθρόνα και σκέφτεσαι: μα καλά, πόσο μεγάλο είναι αυτό το περίπτερο; Παρατηρείς καλύτερα την εικόνα και εντοπίζεις ένα … καζανάκι στην πλάτη της(!), ενώ πιο δίπλα υπάρχει κι ένα νιπτηράκι. Γύρω της, όλων των ειδών τα εμπορεύματα. Ένας πολύχρωμος κόσμος, τέλεια τακτοποιημένος μέσα στο ροζ περίπτερο. Είναι ο πολύχρωμος κόσμος της Ολγας. Είναι, στ’ αλήθεια;
Η εικονογράφηση του βιβλίου είναι σαφέστατα το δυνατό του σημείο. Θα μπορούσε να είναι ένα εικονοβιβλίο χωρίς λόγια. Και αυτό είναι λογικό, αν λάβουμε υπόψη μας ότι το βιβλίο αυτό είναι από τις λίγες περιπτώσεις βιβλίων που δημιουργήθηκαν μετά το φιλμ. Γιατί η ιστορία της Όλγας πρώτα ζωντάνεψε σε -βραβευμένο- animation της Anete Melece και μετά έγινε βιβλίο από την ίδια. (Στην πρώτη του σελίδα του ββιλίου υπάρχει και το QRcode που οδηγεί στο βίντεο).
Κάθε φορά που διαβάζω εικονογραφημένο με κείμενο μου θυμίζει παρτιτούρα πιάνου που καλείσαι να διαβάζεις δύο πεντάγραμμα ταυτόχρονα. Είναι σίγουρα πιο προκλητική διαδικασία η παράλληλη ανάγνωση των δύο αφηγηματικών μέσων και αυτό το βιβλίο σου δίνει αυτή την χαρά να τη βιώσεις. Η διάδραση του λεκτικού με το εικονικό στοιχείο λειτουργεί πολυεπίπεδα. Πότε οι εικόνες λειτουργούν συμμετρικά επαναλαμβάνοντας την ίδια πληροφορία με το κείμενο, πότε ενισχυτικά, προσθέτοντας ένα εύρος στο νόημα των λέξεων, πότε δίνουν πληροφορίες πέρα από το νόημα των λέξεων, πότε λειτουργούν αυτόνομα. Η διάταξη των εικόνων θυμίζει μερικές φορές κόμικ που διακόπτεται από εικόνες μεγάλου μεγέθους χωρίς πλαίσιο ή και το αντίστροφο. Εξαρτάται από ποια οπτική το διαβάζεις. Τα σαλόνια ή οι ολοσέλιδες απλαισίωτες εικόνες που έρχονται… έξω από τη σελίδα και καταλήγουν πάλι προς τα έξω(!) δημιουργούν μία απόσταση ανάμεσα στην ιστορία και στον αναγνώστη. Τον μετατρέπουν σε παρατηρητή της ζωής της Όλγας. Πότε τη βλέπει από τον πρώτο όροφο ενός κτιρίου, άλλοτε πλησιάζοντας προς το περίπτερο -και τότε οι εικόνες μεγαλώνουν- πότε τη βλέπει μέσα στο περίπτερο από ένα ψηλό ράφι, άλλοτε σα να είναι μέσα σε αερόστατο, άλλοτε από το ύψος ενός πουλιού που πετάει ψηλά, ενώ στο τέλος τη βλέπει μέσα από την θάλασσα.

Οι μικρές εικόνες, από την άλλη, εισάγουν τον αναγνώστη στη συνείδηση της Όλγας. Η εστίαση τώρα είναι εσωτερική, ο αναγνώστης γίνεται η Όλγα και βλέπει τη ζωή -τμηματικά- μέσα από ένα μικρό πλαίσιο παραθύρου. Μπαίνει στη θέση της, ένα πολύ ωραίο στοιχείο που μπορεί να αξιοποιηθεί για να καλλιεργήσει την ενσυναίσθηση στα παιδιά και στους μεγάλους.
Η γραμματοσειρά με κεφαλαία ενισχύει την αισθητική του κόμικ, όπως άλλωστε και το ίδιο το κείμενο, που χωρίς ίχνος φλυαρίας δημιουργεί εικόνες από μόνο του. Προφανώς, έπαιξε το ρόλο της η μετάφραση και μας χάρισε ένα κείμενο, που αν αποκοπεί από τις εικόνες θα μπορούσε να είναι και μια αυτόνομη ιστορία, που συνέβη πριν από πολλά πολλά χρόνια στη Λετονία, έχει γίνει εθνικός θρύλος και μεταφέρεται από γενιά σε γενιά μέσα από τις προφορικές αφηγήσεις.
Η εικονογράφηση ξεχειλίζει από χιούμορ. Είναι εκπληκτικός ο τρόπος που καταφέρνει η δημιουργός να το ζωγραφίζει σε κάθε γραμμή του βιβλίου. Λεπτή, παχιά, χρωματιστή ή μαύρη, το χιούμορ είναι εκεί, λεπτό, διακριτικό, ισορροπημένο, να κλείνει το μάτι στον αναγνώστη θυμίζοντάς του πόσο λυτρωτικό είναι για την καθημερινότητα και τα προβλήματά της.
Το ασυνήθιστο χρώμα του περιπτέρου έχει διττή σημασία. Είναι, από τη μια η ίδια η Όλγα, που αν κι ενήλικας, ζει σε μια παρατεταμένη ροζ εφηβεία μεσ΄ στα όνειρα, αλλά χωρίς την τόλμη να τα κυνηγήσει. Ταυτόχρονα, μαρτυρά μία προσωπικότητα που έχει αυτή την κρυφή δύναμη να ξεχωρίζει, και περιμένει την ευκαιρία να εκτιναχθεί και να ξεκολλήσει από τον βάλτο. Κάτι που επιβεβαιώνεται όχι μόνο από την τόλμη της να βάψει ροζ το περίπτερο, αλλά και από τη γενικότερη ιδιαίτερη αισθητική στην εμφάνισή της. Εστιάζοντας στο εσωτερικό του περιπτέρου, βλέπουμε πιο βαθιά έναν άνθρωπο με καλλιτεχνικές ευαισθησίες, αν κρίνουμε από τον καλαίσθητο τρόπο που έχει οργανώσει τα εμπορεύματα και τη ζωή της μέσα σ’ αυτό, με γνώμονα τον χώρο, το χρώμα, το μέγεθος και τα ίδια τα προϊόντα. Τίποτα δεν περισσεύει. Η μοναδική καθαρή επιφάνεια που έχει κρατήσει για τον εαυτό της είναι το εσωτερικό της πόρτας! Κι εκεί πάνω έχει κολλήσει τα όνειρά της!
Κλεισμένη στον εαυτό της, χωρίς ίχνος κοινωνικής ζωής και φίλους -οι σχέσεις με τους πελάτες της δεν είναι κοινωνική ζωή- ζει «τρώγοντας» τα προβλήματα των άλλων. Οι πελάτες της «αφήνουν» τα προβλήματα και τις ανησυχίες τους κι αυτή είναι διαθέσιμη να ακούει, δε λέει όχι ποτέ. Είναι πελάτες, πώς να πεις όχι; Υπομένεις…
Όμως, αυτά τα «σκουπίδια» των πελατών της προσθέτουν βάρος -συναισθηματικό που την εγκλωβίζει όλο και περισσότερο. Η μόνη αντίστασή της να μην αφομοιωθεί από το άσχημο περιβάλλον της είναι η ώρα που βραδιάζει και κλείνει το περίπτερο. Κλείνεται στον εαυτό της κι ονειρεύεται ότι ζει τα όνειρά της. Τρώει κάθε μέρα -για πόσο καιρό κανείς δεν ξέρει- ό,τι έχει το περίπτερο: πότε τα «σκουπίδια» των πελατών της πότε τα σκουπίδια (σνακ) του περιπτέρου, αλλά πάντα έχει το βλέμμα στραμμένο στο όνειρο (εμπνευσμένος αυτός ο παραλληλισμός με τα «σκουπίδια»)
Και οι κλέφτες, τελικά, αυτά που της έκλεψαν ήταν η μιζέρια και η έλλειψη αυτοπεποίθησης. Η μοναξιά και η κατάθλιψη. Της χάρισαν το ταξίδι! Και θα έπρεπε μάλλον να τους ευγνωμονεί και αυτούς και το τρελό σκυλάκι γι αυτό το δώρο.

Η Όλγα πλέει στο ποτάμι της αυτογνωσίας της περιπέτειας, της εμπειρίας, της ψυχικής και πνευματικής κάθαρσης. Το ποτάμι είναι ο δρόμος που την οδηγεί στο όνειρό της και όταν το συνειδητοποιεί αφήνεται και απολαμβάνει το ταξίδι. Το περίπτερο, δε, λειτουργεί ως σωσίβιο. Υπέροχοι κι οι δύο αυτοί συμβολισμοί. Το νερό και το σωσίβιο. Ο ίδιος ο εαυτός της είναι αυτός που θα την σώσει! Οι δεξιότητες και οι ικανότητές της είναι τα εφόδιά της για μία νέα αρχή.
Και κάπου εδώ, συναντιέται το παιδί που ακούει το παραμύθι με τον ενήλικα που του το διαβάζει (ή το παιδί που το διαβάζει με τη συγγραφέα). Καθένας ανάλογα με τις προσωπικές του εμπειρίες αποκωδικοποιεί διαφορετικά τα κρυφά νοήματα, δίνει διαφορετική σημασία στις εικόνες και τις λέξεις. Τα πάνω κάτω έρχονται όχι μόνο στους ενήλικες αλλά και στα παιδιά. Και είναι πολύ ανακουφιστικό να ξέρουν ότι όταν κάτι δε πάει καλά κάνεις απλώς “restart”. Αρκεί να έχεις μάθει να παρατηρείς τον εαυτό σου και να αφουγκράζεσαι τις ανάγκες του.
Η Ολγα, στο τέλος, έχει μάθει να μη συμβιβάζεται. Όταν κάποιος βάζει την ομπρέλα του μπροστά και της εμποδίζει τη θέα, αυτή σηκώνει το περίπτερό της και μετακινείται πιο δίπλα! Στο πίσω εσώφυλλο ζει το όνειρό της. Και τότε, το παράθυρο του περιπτέρου γίνεται μία κορνίζα για το ωραιότερο έργο τέχνης που έχει η ίδια δημιουργήσει.
Αν σταμάτησε να ονειρεύεται; Ρωτήστε τα παιδιά που θα τους το διαβάσετε!
Καθόλου τυχαίο που το συγκεκριμένο βιβλίο είναι μεταφρασμένο σε περισσότερες από 20 γλώσσες. Είναι ένα βιβλίο που αντανακλά την εποχή μας. Μέσα σε τόσο πιεστικούς εργασιακούς ρυθμούς, που συχνά η δουλειά γίνεται σπίτι, οι άνθρωποι δεν έχουν χρόνο να ονειρευτούν. Χρειάζονται ένα γερό ταρακούνημα, να τους έρθουν τα πάνω κάτω για να αλλάξουν οπτική. «Πήραμε τη ζωή μας λάθος κι αλλάξαμε ζωή». Αυτός ο στίχος του Σεφέρη ήταν καρφωμένος στο μυαλό μου όσο διάβαζα το βιβλίο. Η Όλγα θα μπορούσε να ζει οπουδήποτε, όχι μόνο στη Ρίγα της Λετονίας. Το περίπτερο -το οποίο υπάρχει στ’ αλήθεια στη Ρίγα- θα μπορούσε να βρίσκεται στην Ομόνοια ή στην πλατεία ενός μικρού χωριού.
Η ίδια η δημιουργός λέει ότι το πλεονέκτημα που έχει το βιβλίο σε σχέση με το φιλμ είναι η δυνατότητα που σου δίνει να το κρατάς στα χέρια σου. Συμφωνούμε απόλυτα μαζί της και μάλιστα, ανυπομονούμε να κρατήσουμε και το νέο της βιβλίο που θα κυκλοφορήσει αρχές Νοέμβρη με τον τίτλο στα ελληνικά «Ποιός έκλεψε το όνειρο της Στέλλας;» σε μετάφραση και πάλι της Αργυρώς Πιπίνη, από τις εκδόσεις Ciel.
