ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΑ Α΄ ΛΥΚΕΙΟΥ· Προσεγγίζοντας το φαινόμενο εξάπλωσης της νέας θρησκευτικής συνείδησης

Του ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑ

Δεδομένου ό,τι οι μαθητές/τριες συχνά έρχονται αντιμέτωποι/ες με μεγάλα θρησκευτικά ερωτήματα – άλλωστε οι προσλαμβάνουσες σήμερα εικόνες (από τα ΜΜΕ και το Διαδίκτυο) για ζητήματα όπου οι θρησκείες είναι παρούσες – είναι αναγκαίος ο πλούσιος και κριτικός θρησκευτικός γραμματισμός τους, γεγονός που θα τους βοηθήσει να γνωρίσουν καλύτερα γνήσιες κι όχι κίβδηλες μορφές θρησκευτικής πίστης.

Γι’ αυτόν το λόγο, σ’ ότι αφορά στη γιγαντιαία σήμερα εξάπλωση της Νέας Θρησκευτικότητας, της οποίας, βέβαια, οι αρχές εντοπίζονται στη δεκαετία του 1960, [Καπετανάκης, (2014)], κρίνεται σκόπιμη και εφικτή, κυρίως για τις δύο πρώτες τάξεις του Λυκείου, η με παιδαγωγική, θρησκειολογική και θεολογική βαρύτητα ενασχόληση με αυτόν το νέο τύπο θρησκευτικότητας.

Λαμβάνοντας υπόψιν τα παραπάνω, επιλέγονται δύο σημαντικοί συγγραφείς, ο πρώτος από το χώρο της Συγκριτικής Λογοτεχνίας (George Steiner), και ο δεύτερος από το χώρο της Θρησκειολογίας (Δημήτρης Μπεκριδάκης), των οποίων τα παρουσιαζόμενα εδώ κείμενα αποτελούν άριστη θεώρηση και αποτίμηση του φαινομένου της νέας θρησκευτικής συνείδησης.

ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ Γ., (2014), Θρησκευτική αγωγή στο ελληνικό Λύκειο, Αθήνα: Manifesto, σ. 24.

GEORGE STEINER, (2007), «Τα πράσινα ανθρωπάκια», στο Νοσταλγία του απόλυτου, Αθήνα Άγρα, (μτφρ. Παλμύρα Ισμυρίδου), σσ. 71-89

Δ. ΜΠΕΚΡΙΔΑΚΗΣ, Η επανεμφάνιση της θρησκείας σε συνθήκες παγκοσμιοποίησης…

Η ΑΛΩΣΗ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ· Επιστημονική Επιμέλεια: Ευάγγελος Χρυσός, εκδ. Ακρίτας, Αθήνα 1994, σσ. 391· [Συλλογικός Τόμος]

Γράφει ο Α. Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ

Η έρευνα για την Άλωση της Κωνσταντινούπολης στις 29 Μαΐου 1453  εμπλουτίστηκε με τον παρόντα τόμο. Πρόκειται για συλλογική προσπάθεια ειδικών επιστημόνων που καταγράφουν τις ιστορικές συντεταγμένες που οδήγησαν στην πτώση της Βασιλεύουσας. Μολονότι τα γεγονότα της Άλωσης έχουν επανειλημμένα αναλυθεί και ερμηνευτεί, ο παρών τόμος προσφέρει στην ιστορική έρευνα ένα corpus μελετημάτων, οι οποίες σκιαγραφούν πολύπλευρα τις τελευταίες ημέρες της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.

Η συλλογή των κειμένων, όπως υπογραμμίζει ο επιμελητής του τόμου καθηγητής βυζαντινολόγος Ευάγγελος Χρυσός, έγινε «sine ira et studio» και την ευθύνη για το περιεχόμενο τους έχουν αποκλειστικά οι συγγραφείς τους. Αυτό συνακόλουθα καταδεικνύει και τις «ερμηνευτικές τάσεις» του κάθε μελετήματος. Η ερμηνεία των ιστορικών γεγονότων της Άλωσης συντελείται στο πλαίσιο της διακρίβωσης αυτών, υπό την «οπτική γωνία του κάθε ερευνητή». Ωστόσο, στην προσέγγιση και την κατανόησή τους παραμένει σταθερή η άποψη ότι η πτώση της Πόλης το 1453 δεν έγινε απροσδόκητα. Στην προκείμενη περίπτωση, η δουλεία που προέκυψε επέφερε μεν την πνευματική κατάπτωση, επέτρεψε δε στο Γένος να ανασυντάξει τις δυνάμεις του και  να επιβιώσει. Τούτο άριστα μπορεί κανείς να το διαγνώσει στο γεγονός ότι στη μακρά περίοδο της Οθωμανοκρατίας ο Ελληνισμός ανάπλασε το παρόν με το παρελθόν του, συντήρησε τη μακραίωνη βυζαντινή παράδοση και αφομοίωσε νέες ιδέες, όπως αυτές της Αναγέννησης και του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού, στοχεύοντας έτσι στην Εθνική Παλιγγενεσία του 1821.

Οι περισσότερες μελέτες του παρόντος τόμου συγκλίνουν στην παραπάνω θέση. Η πρώτη, του Ph. Serrand, τιτλοφορούμενη «Η καταστροφή μιας εικόνας», παρουσιάζει με τρόπο ποιητικό, την «εσωτερική εικόνα» της Πόλης προς τον κόσμο της Δύσης και της καθ’ ημάς Ανατολής. Εδώ, η «εσχατολογική διάσταση» των γεγονότων, δείχνει τη «στάση των ίδιων των Βυζαντινών απέναντι στη μοίρα της Πόλης τους». Είναι γνωστό, άλλωστε, ότι η αίσθηση του τέλους της Κωνσταντινούπολης, για τους Ρωμηούς κατοίκους του πρώτου μισού του 15ου αιώνα, θεωρήθηκε ως αντανάκλαση φυσικών φόβων που προερχόταν από την εμπειρία πολλών επιθέσεων και πολιορκιών. Προσεκτική ανάλυση των πρωτογενών πηγών, καταδεικνύει πως σκοτεινές και αλύτρωτες δυνάμεις καταστροφής και διαφθοράς της ιδιωτικής και δημόσιας βυζαντινής κοινωνίας ενέδρευαν παντού, εξωθώντας τον επίλεκτο λαό της Νέας Ιερουσαλήμ να εκπίπτει από την υψηλή κλήση στην οποία είχε κληθεί. Για το λόγο αυτό δεν ήσαν λίγοι οι βυζαντινοί λόγιοι που πίστευαν ότι κάθε εσωτερικός ή εξωτερικός εχθρός, όπως η πανώλη, ο πόλεμος, ακόμη και οι σεισμοί, αποτελούσαν θεϊκή παρέμβαση ως τιμωρία για αμαρτίες που είχαν διαπραχθεί. Ο Ιωσήφ Βρυέννιος ο πυρίπνους σοφός διδάσκαλος, γνωστός από τη ρήση του «ουκ αρνησόμεθά σε, φίλη ορθοδοξία, ου ψευσόμεθά σε, πατροπαράδοτον σέβας», στον 14ο αιώνα, όταν το κακό της πτώσης της Βασιλεύουσας φαινόταν μη αναστρέψιμο, με λεπτομερή τρόπο καταγράφει την αντίσταση ολίγων στην κατάσταση φθοράς στην οποία είχε περιέλθει μεγάλο μέρος του βυζαντινού λαού: «Αν η εικόνα των τιμωριών που μας επιβάλει ο Θεός, προκαλεί αμηχανία και σύγχυση, ας αναλογιστούμε τους παραλογισμούς μας και τότες θα εκπλαγούμε γιατί ακόμη δεν μας κτύπησε κεραυνός… Παραπονιόμαστε στο Θεό είτε βρέχει είτε δε βρέχει, είτε κάνει κρύο είτε κάνει ζέστη, πως δίνει πλούτο στον ένα ενώ αφήνει τον άλλο φτωχό, πως πνέει νοτιάς ή έρχεται καταιγίδα από βοριά, και εντελώς απλά μεταμορφωνόμαστε σε αδιάλλακτους δικαστές του Θεού. Πολλοί από μας αδιάντροπα βλασφημούν την ορθόδοξη πίστη, το Σταυρό, το Νόμο, τους αγίους, τον ίδιο το Θεό, όταν ακόμη κι ένας άπιστος δε θα έκανε τόσο πολύ… Αυταπατόμαστε όταν πιστεύουμε στους αστρολόγους, πως η ύπαρξή μας δηλαδή κατευθύνεται από τις Ώρες, την Τύχη, τις Μοίρες, την Ειμαρμένη, τα σημάδια του Ζωδιακού Κύκλου και των Πλανητών. Είμαστε βέβαιοι πως οι Νηρηίδες ζουν στη θάλασσα και πως Στοιχειά υπάρχουν παντού…  Προσέχουμε τα όνειρα και πιστεύουμε πως λένε το μέλλον. Κρεμάμε φυλακτά στο λαιμό μας και εξασκούμε τη μαντεία… Απομακρυνόμαστε ακόμη πιο πολύ και από την αρετή ψάχνοντας συνεχώς το κακό… Αυτές και άλλες είναι οι αμαρτίες που μας καθιστούν αξίους των τιμωριών μας, με τις οποίες ο Θεός μας επισκέπτεται ως πληρωμή γι’ αυτά τα λάθη και άλλες ίσης βαρύτητας κακοήθειες. Έτσι τιμωρεί ο Θεός το λαό Του»[1]. Η περιγραφή αυτή μαρτυρά τη αίσθηση πως το πλήθος των αμαρτιών της Πόλης έκαμε αναπόφευκτη τη θεία εκδίκηση και δεν υπάρχει αμφιβολία πως για τους βυζαντινούς το τέλος της, πέρα από οποιαδήποτε ιστορική ερμηνεία, προήλθε και μέσα από ένα ισχυρό κτύπημα εσωτερικών εχθρών έχοντας εσχατολογική διάσταση.

Η δεύτερη μελέτη, γραμμένη από τον Γ. Πρίντζιπα, εκθέτει τους  ιστορικούς, αυτόπτες μάρτυρες της Άλωσης. Οι Γ. Σφραντζής, Δούκας, Μ. Κριτόβουλος και Λ. Χαλκοκονδύλης προσεγγίζονται με βάση την παλαιότερη μελέτη του Ν. Β. Τωμαδάκη[2].

Η τρίτη μελέτη του Αθανάσιου Αγγέλου παρουσιάζει αρκετό ενδιαφέρον. Προσεγγίζει από διαφορετική σκοπιά τον πρώτο μετά την Άλωση Οικουμενικό Πατριάρχη Γεννάδιο Β΄ Σχολάριο. Για λόγους που έχω εξηγήσει σε σχετικό άρθρο μου[3], η μελέτη του κ. Αγγέλου παρακάμπτει τη μοναδική ως σήμερα μονογραφία του π. Θ. Ζήση, Γεννάδιος Β΄ Σχολάριος Βίος – συγγράμματα – διδασκαλία, Πατριαρχικό Ίδρυμα Πατερικών Μελετών, Θεσσαλονίκη 1980. Ωστόσο, η άποψή του ότι ως «βυζαντινός λόγιος» ο Γεννάδιος είχε μια ιδιότυπη στάση, που τον έκανε να εξαρτιέται από το δυτικό σχολαστικισμό, φρονώ ότι είναι διερευνήσιμη, στο πλαίσιο της συσχέτισής του με τον Θωμά Ακινάτη, τον οποίο και εκτενώς είχε μεταφράσει.

Ακολουθούν δύο μελέτες παρόμοιες ως προς τη θεματολογία τους. Η μία, του Κ. Κωνσταντινίδη παρουσιάζει τους Κωνσταντινοπουλίτες πρόσφυγες στην Μεγαλόνησο και τη δραστηριότητά τους στην αντιγραφή χειρογράφων στη Μονή Μαγγάνων, και η άλλη της Μ. Ευθυμίου, διαπραγματεύεται το ρόλο που έπαιξαν οι Εβραίοι κατά τις ημέρες της Άλωσης.

Τον  Νικόλαο Κουζάνο, φιλόσοφο-θεολόγο και το έργο του «De pace fidei» προσεγγίζει ο Γερμανός ιστορικός E. Meuthen. Υπό τη σκιά της άλωσης της Πόλης ο Ν. Κουζάνος, συνέγραψε τον παραπάνω διάλογο, διαπνεόμενος από την ιδέα της συγκλίσεως των θρησκειών.

Η έβδομη μελέτη, του W. Brandmuller παρουσιάζει την αντίδραση της Ρώμης στην  πτώση της Κωνσταντινούπολης. Η αξιοπιστία όμως του άρθρου είναι ελέγξιμη, γιατί με κέντρο βάρους τη στάση του Πάπα Νικολάου Ε΄ και όσα συνέβησαν στη Σύνοδο Φερράρας – Φλωρεντίας (1438-1439), ο συγγραφέας επιχειρεί  μονοσήμαντη και μεροληπτική θεώρηση των γεγονότων, στηριζόμενος  σε μονομερείς ως επί το πλείστον πηγές, όπως του G. Hofmann και του J. Gill, και αποσιωπώντας τα απομνημονεύματα του Σίλβεστρου Συρόπουλου, αλλά και το έργο του Κ. Γιαννακόπουλου, Βυζαντινή Ανατολή και Λατινική Δύση, Εστία, Αθήνα 1966, σσ.131-170.

Τα επόμενα τέσσερα άρθρα παρουσιάζουν τον απόηχο που είχε η Άλωση της Βασιλεύουσας στον σλαυϊκό και ισλαμικό κόσμο. Η J. Kalic, μελετά το ρόλο των Σέρβων κατά την πτώση της, οι V. Tapkova-Zaimova και A. Miltenova, προσεγγίζουν την Άλωση μέσα από την ιστορικοαποκαλυπτική λογοτεχνία της Βουλγαρίας, ο ρώσος ιστορικός D. Afinogenov παραθέτει άγνωστες ειδήσεις για την Άλωση μέσα στα ρωσικά χρονικά και ο S. Aksin παρουσιάζει την οθωμανική άποψη γι’ αυτή.

Εξίσου σημαντικές είναι και οι επόμενες τρεις μελέτες. Ο Μ. Βαρβούνης προσφέρει μια διεισδυτική προσέγγιση των «λαϊκών αντιλήψεων» των Ελλήνων για την Άλωση. Λαϊκές παραδόσεις, δημοτικά τραγούδια και διηγήσεις, δικαιολογούσαν κατά πολύ το χαρακτηρισμό της Πόλης ως «εθνικό και θρησκευτικό σύμβολο». Ο W. Puchner περιγράφει τη θεατρική δραματουργία του 16ου και 17ου αιώνα και τον αντίκτυπο που είχε σ’ αυτή η Άλωση. Τέλος, ο πρωτοπρ. Γ. Δ. Μεταλληνός με τον ευαίσθητο πάντα τρόπο που χαρακτηρίζει το λόγο του μας πλοηγεί στην ιστορική πορεία του Γένους μετά την Άλωση. Βασικός άξονας των απόψεων του πατρός Γεωργίου είναι η οικουμενική συνείδηση της Ρωμανίας, στη βυζαντινή και μεταβυζαντινή διάστασή της.

Τις σελίδες του συγκεκριμένου έργου κοσμούν πολλές λιθογραφίες και χαλκογραφίες της Κωνσταντινούπολης. Ξεχωριστή είναι η χαλκογραφία του 1728 που παρατίθεται στο τέλος του τόμου. Το παράρτημα με τα χρονικά της Άλωση είναι ο μεγεθυντικός φακός, απ’ όπου αυτούσια έρχονται κοντά μας τα ιστορικά γεγονότα.

[1] L’ Etat intellectuel et moral des Byzantins au XIVe siècle, Mélanges Charles Diehl, vol. I, Paris,  225.

[2] Δούκας, Κριτόβουλος, Σφραντζής, Χαλκοκονδύλης. Περί Αλώσεως της Κωνσταντινουπόλεως, Αθήναι 1953.

[3] Ο Ποιμήν, 63 (1998) 149-151.

Δημοσιεύθηκε παλαιότερα στον ιστότοπο:

Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΜΕΣΟΠΕΛΑΓΑ

Πολυγνώμονες και δοξόσοφοι

Γράφει ο Α. Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ

Του Ευστρατίου, χάρισμα

Η συζήτηση που είχα χθες με ένα φίλο και συνάδελφο, από τους ελάχιστους που όταν συναντιόμαστε, με πόνο ψυχής συζητάμε για τα εκπαιδευτικά μας πράγματα, κινήθηκε γύρω από τις πανελλαδικές εξετάσεις. Στα πολλά που είπαμε, σταθήκαμε και στο γεγονός της κατάτμησης της παρεχόμενης γνώσης στο σχολείο. Γνώσης, βέβαια, που ο κύριος όγκος της είναι άχρηστος και το χειρότερο, σε πολλά γνωστικά αντικείμενα γίνεται μονολιθικός, αφού ο καθένας από εμάς τους εκπαιδευτικούς που διδάσκει σ’ ένα σχολείο νοιάζεται μόνο για το δικό του μάθημα και δεν ενδιαφέρεται για άλλα γνωστικά αντικείμενα. Εκείνη η περίφημη διαθεματικότητα, διεπιστημονικότητα, που το παλαιότερα γνωστό Παιδαγωγικό Ινστιτούτο κόπτονταν για να γίνει διδακτική πράξη, όχι μόνον πήγε περίπατο, αλλά πολλοί εκ των συναδέλφων μας στα σχολεία, όχι μόνο δεν γνωρίζουν τα απαραίτητα γι’ αυτήν, αλλά ούτε που επιθυμούν να ακούσουν ό,τι από κοινού θα μπορούσαν να συνεργαστούν με άλλους συναδέλφους για να κάμουν ένα μάθημα ανοικτών επιστημονικών οριζόντων.

Ετούτη, λοιπόν, η κατάτμηση της γνώσης σε πολλαπλούς τομείς καταστρέφει την ομορφιά της αληθινής έρευνας. Αυτός ο τεμαχισμός του επιστητού στο σχολείο, κυρίως στο Λύκειο, τεμαχισμός του φυσικού και πνευματικού κόσμου σε επιμέρους τομείς και ακόμη παραπέρα σε κατευθύνσεις, νοοτροπία που πολλές φορές με ζήλο καλλιεργούμε όλοι μας – έτσι μας βολεύει – κάμει την παιδεία μας συνεχώς να βρίσκεται σ’ έναν επιθανάτιο ρόγχο. Λέγω βολεύει διότι έτσι γίνεται χρόνια στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση· λόγοι μεθοδολογικοί διαμορφώνουν αυτό το θολό τοπίο, με αποτέλεσμα ακόμη και οι ίδιοι οι μαθητές να καλύπτονται πίσω απ’ αυτό, με εκείνη την τραγικότητα ότι μόνον τα μαθήματα που μέσω των πανελλαδικών εξετάσεων θα τους οδηγήσουν σ’ αυτό που θέλουν να σπουδάσουν έχουν αξία, ενώ τα υπόλοιπα, συνεχώς θα είναι υποβαθμισμένα στη σκέψη τους, καθόλου δεν θα τους ενδιαφέρουν· με κείνη τη θλιβερή πολλές φορές εικόνα μέσα στην τάξη, όταν για παράδειγμα ένας φιλόλογος θα μπαίνει να διδάξει Ιστορία γενικής παιδείας, όλοι σχεδόν οι μαθητές θα έχουν ξεχασμένο το βιβλίο τους μονίμως κάτω από το θρανίο.

Στα παραπάνω αξίζει να προστεθεί και τούτο: ο καθένας μας σήμερα γνωρίζει πόσο δαιδαλώδης έχει γίνει η διαμόρφωση ειδικοτήτων, με μέτριους σε αρκετές περιπτώσεις ειδικούς επιστήμονες. Στις μέρες μας το φαινόμενο αυτό έχει λάβει ανησυχητικές  διαστάσεις. Το ερώτημα είναι καίριο: άραγε θα σπάσει ποτέ αυτός ο φαύλος κύκλος; Μάλλον όχι. Λυπηρό μεν αυτό, είναι  δε η σκληρή πραγματικότητα. Οι διαπιστώσεις, ωστόσο, είναι οδυνηρές· ο κόσμος και η ζωή θα συνεχίσουν να κομματίζονται περισσότερο σε επιμέρους ενότητες, κι όσοι θα αρέσκονται σ’ αυτό το κομμάτιασμα πάντοτε θα είναι μετριότητες. Απεναντίας όσοι θα παλεύουν για καθολική κατάκτηση της γνώσης, όσοι δάσκαλοι και καθηγητές θα μεταβάλλουν ολάκερη τη ζωή τους σε κονίστρα αγώνων για να συγκροτηθεί μια ενότητα για τον κόσμο και την ανθρώπινη ζωή, θα είναι οι ελάχιστοι και ίσως οι πιο τίμιοι γι’ αυτό που κλήθηκαν να διακονήσουν και να διδάξουν σε μια σχολική τάξη. Και η εικόνα θα παραμένει η ίδια. Ένας απολιθωμένος σωρός άχρηστων αρκετές φορές γνώσεων, χωρίς καμιά εσωτερική ενότητα, που θα συντελεί σ’ ένα είδος «μολύνσεως του εγκεφάλου». Ο σωρός αυτός των γνώσεων πάντα θα μοιάζει με σωριασμένα οικοδομικά υλικά, χώμα, πέτρες, τούβλα, ασβέστη, τσιμέντο, σίδερα κι άλλα, χωρίς αρχιτεκτονικά σχέδια και χωρίς δημιουργικά χέρια για οικοδόμηση.

Και ο μεγαλοφυής θείος Πλάτων πάντα θα είναι επίκαιρος. Η παρακάτω ιστορία από τον Φαίδρο αξίζει συνοπτικά να την καταγράψω: μετά την ανακάλυψη του αλφαβήτου από τον θεό Θεύθ, οι πολλές κι αναφομοίωτες γνώσεις που αποκτούσε ο καθένας με την ανάγνωση των βιβλίων, χωρίς αυτοσυγκέντρωση και άσκηση της μνήμης, μετέβαλλε τους ανθρώπους από σοφούς σε «πολυγνώμονες και δοξόσοφους», (Φαίδρος, 274-275). Νομίζω ό,τι δεν χρειάζονται σχόλια…

Τζούλιο Καΐμη και Γιαννούλης Χαλεπάς

«Στο μαρμαρονήσι της Τήνου κοντά στη θάλασσα, ψηλά στη θάλασσα είναι το χωριό του Πύργου, χαριτωμένο και λευκό, κρυμμένο κάτω από καμπυλωτά μα όχι και φοβερά βουνά. Ο Χαλεπάς όσο ζούσε έμενε εκεί μοναχός του, γεμάτος νεανικό σφρίγος και δούλευε ακούραστα ολημερίς. Ήτανε εύκολο να τον βρει κανείς γιατί όλοι τον ξέρανε εκεί. Και σαν τον βρήκα έμεινα σπίτι του κάμποσες ημέρες δίχως αυτό ίσως να το πάρει καν είδηση. Η πρώτη εντύπωση που σχημάτιζε κανείς μπροστά στον μυστηριώδη εκείνο γεροντάκο, που ‘χε τα μάτια μικρά, δεν θα διέφερε από εκείνη που θα είχε αν βρισκόταν μπροστά σ’ ένα τάφο κι αν κάπου – κάπου έβγαζε μια λέξη μόνον για να σ’ απαντήσει πρόθυμα, η λέξη εκείνη θα ‘τανε σίγουρα μια λέξη θετική και μετρημένη όπως οι απίθανες εκείνες φωνές που βγαίνουν απ’ τα μνήματα, φωνές αποκαλυπτικές που σ’ ενθουσιάζουν και σε τρομάζουν μαζί […]

[…] Προτού φύγω όμως από εκεί, έκρινα καλό κάτι τουλάχιστον να τον ρωτήσω, αλλά δεν ήξευρα τι; Γιατί κατάλαβα ότι κάθε λόγος γι’ αυτόν θα ‘τανε περιττός. Τότε σκέφθηκα μέσα μου να τον ρωτήσω το πιο εύκολο πράγμα του κόσμου, γιατί αισθανόμουνα ότι μόνον μια απλοϊκή απάντησή του θα μπορούσε να αποκαλύψει περισσότερο από χίλια λόγια το μυστικό του.

«Ποια είναι η πρώτη τέχνη που επιχείρησε να κάνει ο άνθρωπος» ερώτησα αμέσως.

Και ο γέρος απάντησε επίσης αμέσως:

«Ο πηλός, γιατί χρειάζεται μόνο τα δάκτυλα».

Η σύντομη εκείνη απάντηση στάθηκε πολύ σοφή. Ο Θεός μας έφτιασε από πηλό και μας έδωσε επίσης δάκτυλα για να δημιουργήσουμε και εμείς με την ίδια ύλη τα προπλάσματά μας που να σταθούν πρώτη προσπάθεια της τεχνοτροπίας της σκληρής ύλης. Αλλά δεν πρόκειται για τυπικό αντίγραφο αλλά για μεταμόρφωση της τεχνικής. Ώστε το αίσθημα του ωραίου, του ρυθμού, της ιδέας και της πλαστικότητας να ‘ναι η αιτία απ’ όπου θα βγει η τεχνική της ύλη, που δεν είναι πάλι άλλο τι παρά η ίδια η τέχνη;»

ΤΖΟΥΛΙΟ ΚΑΪΜΗ, Συναντήσεις με τους Φώτη Κόντογλου, Γιαννούλη Χαλεπά και Ν. Χατζηκυριάκο – Γκίκα, εκδ. Γαβριηλίδης, Αθήνα 1992, 36-37, 44-45.

ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Ν. ΜΟΣΧΟΣ Συνοπτική ιστορία της Χριστιανικής Εκκλησίας. Η πρώτη χιλιετία τ. Α΄, εκδ. Ακρίτας, Αθήνα 2008, σσ. 244 + Γενικό Ευρετήριο σσ. 12

Γράφει ο Α. Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ

Παλαιότερα ο π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ τεκμηριώνοντας την άποψη περί ιστορικότητας της χριστιανικής πίστης, με χαρακτηριστικό τρόπο υποστήριζε ότι ο Χριστιανισμός ως «θρησκεία των ιστορικών», «καταφεύγει δυναμικά στην ιστορία». Γι΄ αυτό και η διδασκαλία του είναι «μαρτυρία πίστεως σε ορισμένα γεγονότα του παρελθόντος, σε ορισμένα συγκεκριμένα δεδομένα της ιστορίας». Δίνοντας έμφαση στην ιστορικότητα του ίδιου του χριστιανικού Πιστεύω, ο επιφανής Ρώσος ορθόδοξος κληρικός και ιστορικός, έλεγε ότι αυτό «περιέχει την όλη ουσία του Χριστιανισμού σ’ ένα απλό ιστορικό σχεδίασμα σαν μια “ιστορία της σωτηρίας” από τη δημιουργία προς την τελείωση, προς την έσχατη κρίση και το τέλος της ιστορίας»[1].

Η επίδραση που άσκησε ο π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ, στους μεταγενέστερους εκκλησιαστικούς ιστορικούς υπήρξε τεράστια. Τούτο μπορεί κανείς να το διαγνώσει και στο παρουσιαζόμενο εδώ βιβλίο του Δημητρίου Ν. Μόσχου, Καθηγητή στη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Η γοητεία της σπουδής σε όποιον σελίδα – σελίδα το περιδιαβεί, θα σηματοδοτηθεί από την ανακάλυψη μιας συνιστώσας των ιστορικών τεκμηρίων, τις οποίες πρώτος ο π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ έθεσε στο πολύπλευρο και διεισδυτικό συγγραφικό του έργο, στις τάσεις των οποίων όλο και περισσότερο θητεύει σήμερα η εκκλησιαστική ιστορική επιστήμη.

Είναι πράγματι γεγονός ότι η σύγχρονη εκκλησιαστική ιστοριογραφία, απαλλαγμένη από αδυναμίες παλαιότερων εποχών έχει καταφέρει να αποτυπώσει ένα διαφορετικό λόγο, που συνεχώς ιχνηλατεί πρόσωπα και γεγονότα, βλέποντας την Εκκλησιαστική Ιστορία ως ιστορικό και θεολογικό έργο. Έγνοια του εκκλησιαστικού ιστορικού είναι δυναμικά πάντοτε, άλλοτε να θεάται κι άλλοτε να αποτιμά το μακρινό και εγγύτερο θεολογικό και εκκλησιαστικό παρελθόν. Για τον εκκλησιαστικό ιστορικό που θέλει να έχει καλή σχέση με την επιστήμη που υπηρετεί, είναι αυτόδηλο ότι το υφάδι της ενασχόλησής του με ιστορικά γεγονότα και πρόσωπα που σχετίζονται με την Εκκλησία και το έργο της, στη διαδρομή δύο χιλιάδων και πλέον ετών, με τα πρόσωπα που τη διακονούν, αλλά και γενικότερα με τη Θρησκευτική Ιστορία[2] δομείται πάνω σ’ ένα βασικό άξονα. Πέραν της αντικειμενικότητας[3], η σχέση του ίδιου του εκκλησιαστικού ιστορικού με τα ίδια τα εκκλησιαστικά ιστορικά γεγονότα εξαρτάται πάντα από τον τρόπο που τα καταγράφει και τα ερμηνεύει. Κύρια επιδίωξή του είναι η νηφάλια προσέγγιση και ανάλυσή τους, στην προοπτική που θέλει τον χριστιανό ιστορικό, να βλέπει την ιστορία σαν «μυστήριο και τραγωδία – μυστήριο της σωτηρίας και τραγωδία της αμαρτίας»[4].

Όσον αφορά τώρα στην παρουσίαση του συγκεκριμένου βιβλίου, ευθύς εξ αρχής, θα ήθελα να ξεκαθαρίσω δύο θεωρητικά ζητήματα. Το πρώτο σχετίζεται με την Εισαγωγή (σσ. 17-34). Ο συγγραφέας μετά από μια σύντομη ανασκόπηση διαφόρων ιστορικών σχολών που αναπτύχθηκαν κυρίως από την εποχή του Διαφωτισμού και ύστερα, και οι οποίες επηρέασαν η καθεμιά την Εκκλησιαστική Ιστορία, (διαφωτιστικός ορθολογισμός, θετικισμός, ιδεαλισμός, ρομαντισμός, σχολή των Annales, ρωσική θεολογία της Sobornost, θεολογική γενιά του ’60), προβαίνει στην πραγμάτευση της ύλης με επιστημονικά κριτήρια και προτάσεις, για μια θεολογική ερμηνεία των γεγονότων της μακραίωνης ιστορικής διαδρομής της Χριστιανικής Εκκλησίας.

Συγκεκριμένα υποστηρίζει ότι, ο εκκλησιαστικός ιστορικός οφείλει να τοποθετείται κριτικά έναντι των εκκλησιαστικών ιστορικών γεγονότων, ούτως ώστε να είναι σε θέση να ξεκαθαρίζει τη σχέση της Εκκλησιαστικής Ιστορίας με το «εσχατολογικό μέλλον» της διδασκαλίας της Εκκλησίας. Για να το επιτύχει αυτό, οφείλει με τον καλύτερο τρόπο να ακολουθεί τη μεθοδολογία που βλέπει αντικειμενικά και κριτικά τα εκάστοτε ιστορικά γεγονότα. Υπ’ αυτήν την έννοια, ορθά ο συγγραφέας υποστηρίζει ότι «καμμιά θεολογία δεν διαγράφει ποτέ τα γεγονότα, ούτε τα επινοεί», διότι «ηθελημένη διαστρέβλωση» αυτών κινδυνεύει να «διασύρει συνολικά το έργο της Εκκλησιαστικής Ιστορίας». Όμορες προς την Εκκλησιαστική Ιστορία επιστήμες, όπως η Κοινωνική Ανθρωπολογία και η Κοινωνιολογία, για τον συγγραφέα είναι δυνατόν να προσφέρουν το απαραίτητο υλικό για εφαρμόσει ο εκκλησιαστικός ιστορικός τη μέθοδο εκείνη ερμηνείας του εσχατολογικού μηνύματος του Ευαγγελίου, με αποτέλεσμα να κάμει μια άλλη ανάγνωση της κοινωνίας που αυτοπροσδιορίζεται ως χριστιανική.

Το δεύτερο θεωρητικό ζήτημα αφορά στη μεθοδολογία παρουσίασης της Ιστορίας της Χριστιανικής Εκκλησίας κατά την πρώτη χιλιετία, (σσ. 35-242). Αν και ο τρόπος της παρουσίασης των ιστορικών γεγονότων είναι συνοπτικός, καταβάλλεται προσπάθεια αυτά να καταγραφούν και να αποτιμηθούν με νηφαλιότητα. Επισκοπώντας χίλια χρόνια εκκλησιαστικών και θεολογικών αγώνων, ο συγγραφέας πετυχαίνει να αποδώσει διαγραμματικά την Ιστορία της Χριστιανικής Εκκλησίας κατά την πρώτη χιλιετία της, μια χιλιετία της οποίας το τέλος συμπίπτει με το οριστικό Σχίσμα Ανατολικής και Δυτικής Εκκλησίας (1054).

Σκοπός του έργου είναι να δώσει ένα «οδηγητικό νήμα» στην έρευνα της Ιστορίας του Χριστιανισμού, η οποία δεν είναι μόνο σύνθετη, αλλά θέτει επί τάπητος και την ερμηνεία των ιστορικών γεγονότων, μέσα από την «οπτική γωνία της ορθόδοξης θεολογίας», που ορθά ο συγγραφέας τη θέλει να βρίσκεται σε ένα συνεχή «διάλογο με όλα τα ιστοριογραφικά ρεύματα της εποχής της νεωτερικότητας». Ο αναγνώστης, είτε αυτός σχετίζεται άμεσα, είτε έμμεσα με τη θεολογική επιστήμη, άνετα μπορεί να συνεχίσει μόνος του το εγχείρημα της ιστορικής σπουδής του Χριστιανισμού, με πρόσθετο οπλισμό τη σχετική βιβλιογραφία που παραθέτει ο συγγραφέας στο τέλος κάθε κεφαλαίου, αλλά και την επιπλέον βιβλιογραφία που πλουσιοπάροχα σήμερα προφέρεται. Όπως λόγου χάριν, δύο πρόσφατα μεταφρασμένα στην ελληνική γλώσσα και εκδοθέντα βιβλία, του Bamber Gascoigne, Συνοπτική Ιστορία του Χριστιανισμού, μτφρ. Μαρία Τσάτσου, εκδ. Ενάλιος, Αθήνα 2008, και του Α. Ντ. Λη, Παγανιστές και Χριστιανοί στην Ύστερη Αρχαιότητα. Ένα ανθολόγιο πηγών, μτφρ. Χαρίκλεια Τσαλιγοπούλου, εκδ. Ενάλιος, Αθήνα 2009[5].

Υπ’ αυτές τις προϋποθέσεις, ο συγγραφέας οργανώνει το υλικό του σε δύο μέρη. Στο πρώτο παρουσιάζει την Ιστορία της Εκκλησίας από την ίδρυσή της μέχρι το διάταγμα των Μεδιολάνων (313), (σσ. 37-89). Στο δεύτερο, την περίοδο όπου ο χριστιανική οικουμένη ήταν ενιαία (313-1054), (σσ. 93-242). Εκείνο, ωστόσο, που εδώ οφείλω να επισημάνω με καίριο τρόπο είναι το γεγονός ότι, ο συγγραφέας ευθύς εξ αρχής θέτει το κρίσιμο ερώτημα: κατά πόσο η Εκκλησία αποτέλεσε το «προνομιακό πεδίο απολογητικής» της χριστιανικής πίστης, ή την «απόλυτη απόδειξη της ολοκληρωτικής αποτυχίας της;».

Μια πρώτη ερμηνεία ο αναγνώστης μπορεί να αναζητήσει ανατρέχοντας στα συμπεράσματα που παραθέτει ο συγγραφέας στο τέλος κάθε κεφαλαίου, όπως ότι, ο «Χριστιανισμός μετεξελίχθηκε από “κίνημα του Ιησού” στον πολιτιστικό και θρησκευτικό χώρο του Ιουδαϊσμού, σε μια ανεξάρτητη κίνηση ανθρώπων από αρκετά έως τελείως διαφορετικά θρησκευτικά και πολιτιστικά περιβάλλοντα, που επεξεργάσθηκε το αρχικό παράδοξο βίωμα της Αποκάλυψης του ενός βιβλικού Θεού στο πρόσωπο και το έργο ενός Μεσσία που σταυρώνεται και ανασταίνεται και αναμένεται να επανέλθει για να σώσει και να κρίνει τον κόσμο», (σ. 43), ή ότι, η Χριστιανική Εκκλησία κατά την περίοδο 135-313, με το άνοιγμά της στον ελληνορωμαϊκό κόσμο και την αντιπαράθεσή της με αυτόν, καταφέρνει να διασφαλίσει την διδασκαλία της και να δώσει ιδιαίτερη βαρύτητα στην «έμπρακτη ηθική (αγάπη, διακονία), σε αντιδιαστολή με τον Γνωστικισμό, στην προφητεία (χάρισμα)», εξηγώντας γιατί αυτός ο τρόπος ζωής οδηγούσε στου «διωγμούς (μαρτύριο)», (σ. 88).

Το βιβλίο του Δ. Μόσχου, σε έκδοση φροντισμένη από τις εκδόσεις Ακρίτας, αποτελεί ευπρόσδεκτη συμβολή στην εκκλησιαστική ιστορική επιστήμη.

Υποσημειώσεις

[1] Χριστιανισμός και Πολιτισμός, μτφρ. Ν. Πουρναράς, εκδ. Πουρναράς, Θεσσαλονίκη 2000, σ. 40. Για τη προσφορά του π. Γ. Φλωρόφκσυ στη Θεολογία βλ., «π. Γεώργιος Φλωρόφκσυ. Από τη θεολογία των Πατέρων στη “νεοπατερική σύνθεση”», Σύναξη τχ. 64 (Οκτώβριος – Δεκέμβριος 1997) 4-82. Πρβλ. N. Berdyaev, Το πεπρωμένο του ανθρώπου στο σύγχρονο κόσμο, μτφρ. Ευτυχία Β. Γιούλτση, εκδ. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 1980, σ. 18.

[2] Επίκαιρη επισκόπηση του ζητήματος γύρω απ’ αυτόν τον κλάδο της ιστορικής επιστήμης βλ. Olwen Hufton «Τι είναι Θρησκευτική Ιστορία σήμερα;», στον τόμο: Τι είναι Ιστορία σήμερα;, μτφρ. Κώστας Αθανασίου, εκδ. Νήσος, Αθήνα 2007, σσ. 115-154.

[3] Γενικότερα σ’ ότι αφορά στο ερώτημα κατά πόσο η ιστορία μπορεί να είναι αντικειμενική βλ. W. H. Walsh, Εισαγωγή στη Φιλοσοφία της Ιστορίας, μτφρ. Φ. Βώρος, εκδ. Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 1994, σσ. 145-182.

[4] π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ, Χριστιανισμός και Πολιτισμός, σ. 85.

[5] Το δεύτερο ειδικότερα, έρχεται να συμπληρώσει προγενέστερες μελέτες για την μακρά περίοδο διαλόγου και συγκρούσεως του Χριστιανισμού με τα θρησκευτικές παραδόσεις της Ύστερης Αρχαιότητας. Βλ. Ε. Ρ. Ντοντς, Εθνικοί και Χριστιανοί σε μια εποχή αγωνίας. Όψεις της θρησκευτικής εμπειρίας από τον Μάρκο Αυρήλιο ως τον Μ. Κωνσταντίνο, μτφρ. Κ. Αντύπας, εκδ. Αλεξάνδρεια, Αθήνα 1995. Peter Brown, Ο κόσμος της ύστερης αρχαιότητας (150-750 μ.Χ.), μτφρ. Ελένη Σταμπόγλη, εκδ. Αλεξάδρεια, Αθήνα 1998. Δ. Κυρτάτας, Επίκρισις. Η κοινωνική δομή των χριστιανικών κοινοτήτων από τον πρώτο έως τον τρίτο αιώνα, εκδ. Εστία, Αθήνα 1992.

Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό: Επιστημονική Επετηρίς Ιεράς Μητροπόλεως Μυτιλήνης, Ερεσού και Πλωμαρίου ΑΓΙΑ ΣΙΩΝ, 3 (2008) 216-219.

Ο Μέγας Κωνσταντίνος, άγιος και ισαπόστολος

Γράφει ο Α. Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ

Για τον Μέγα Κωνσταντίνο η βιβλιογραφία είναι εκτεταμένη. Στις αντιμαχόμενες πλευρές για το αν τελικά ο Μέγας Κωνσταντίνος βαπτίστηκε χριστιανός ή όχι, και γιατί η Εκκλησία τον τιμά ως άγιο, η συζήτηση πολλές φορές ξεπερνά τα επιστημονικά όρια και καταντά ιδεοληψία. Αυτά, κυρίως, για εκείνους που αρέσκονται σε νεοπαγανιστικές δοξασίες και αυταπάτες. Στην περίπτωση αυτή παλαιότερα ο παπα-Γιώργης Μεταλληνός είχε δώσει μια διάλεξη. Σ’ αυτήν απαντά με τη δέουσα επιστημονική δεοντολογία· [απομαγνητοφωνημένη αυτή η διάλεξη, με κάποια ορθογραφικά λάθη, κυκλοφορεί ευρύτατα στο Διαδίκτυο: http://www.impantokratoros.gr/megas_konstantinos_sykofanties.el.aspx

Λέγω ορθογραφικά λάθη, γιατί ο κορυφαίος ιστορικός του 19ου αιώνα Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος, στον οποίο συχνά σε αυτήν τη διάλεξή του παραπέμπει ο παπα-Γιώργης Μεταλληνός, γράφετε με ένα (ρ) κι όχι με δύο όπως είναι το σωστό].

Για τον ιστορικό, που, όπως ορθότατα σημειώνει στην παραπάνω διάλεξή του ο παπα-Γιώργης Μεταλληνός οφείλει να σέβεται τις πηγές κι όχι να τις διαστρεβλώνει, αξία έχει και τούτο, το οποίο εσκεμμένα αποσιωπάται. Αφορά τον 4ο αιώνα και τη βαθμιαία τότε στροφή από τον ειδωλολατρικό στον χριστιανικό κόσμο. Τί είναι αυτό που αποσιωπάται; Με σαφήνεια το καταγράφει ο συνάδελφος εκκλησιαστικός ιστορικός Δημήτριος Μόσχος, καθηγητής στη Θεολογική Σχολή του ΕΚΠΑ. Στο βιβλίο του Συνοπτική Ιστορία της Χριστιανικής Εκκλησίας, τ. Α΄, εκδ. Ακρίτας 2008, σσ. 86-87, γράφει τα εξής: «Τον 4ο αιώνα κρίση δημοσιονομική και διοικητική αναγκάζουν σε αλλαγές στη δομή του ρωμαϊκού κράτους. Ο Μέγας Κωνσταντίνος συνεχίζει τις μεταρρυθμίσεις του Διοκλητιανού, ενισχύει τη γραφειοκρατία, τη φορολογία και εισάγει τον χρυσό solidus, το πιο σταθερό και διαδεδομένο νόμισμα του Μεσαίωνα και σηματοδοτεί το πέρασμα στην Ύστερη Αρχαιότητα. Για τις σχέσεις του με τον Χριστιανισμό έχουμε τις περισσότερες πηγές από τα έργα του Ευσεβίου. Η μεταστροφή του αποτελεί ακόμη αντικείμενο συζητήσεων, πάντως το γεγονός είναι ότι έχουμε μια κοσμογονική αλλαγή με το Διάταγμα των Μεδιολάνων (313, για την ακρίβεια τις Αποφάσεις – rescripta των Μεδιολάνων, που εξαπέλυσε ο Λικίνιος). Αλλαγές στο νομικό καθεστώς (ιδιοκτησία κ.λπ.) επιτρέπουν τη νομική ύπαρξη και τη διαχείριση χρημάτων, ελεύθερη λατρεία και οικοδομικό πρόγραμμα ναοδομία (και με κρατικές ενισχύσεις). Για την ειλικρίνεια των προθέσεων του Κωνσταντίνου έχουν γίνει πολλές συζητήσεις, το πιθανότερο όμως είναι ότι αποτελεί συνδυασμό προσωπικής στροφής και πολιτικής κίνησης. Ο Χριστιανισμός ήταν ήδη υπολογίσιμη δύναμη από τον 3ο αι., δεν μπορούσε πλέον να γίνει επιστροφή στον εθνισμό. Παράλληλα, η μονοθεϊστική, καλύτερα ενοθεϊστική (ένας θεός πάνω από τους πολλούς) πίστη υπήρχε ήδη σε πολλούς αυτοκράτορες από τον 3ο αι., ήρθε άρα φυσιολογικά. Η αναγνώριση της προσφοράς του από τη χριστιανική Εκκλησία καταγράφεται σε συμβολικό επίπεδο με την ανακήρυξή του σε άγιο και ισαπόστολο. Η ιδιαίτερη προσωπογράφησή του από τον Ευσέβιο είχε σκοπό να στηρίξει την πολιτική θεολογία του τελευταίου, που σε ένα ιεραρχικό σύστημα (Πατήρ – Υιός – Αυτοκράτορας) εμφανίζεται να μεταφέρει το έργο του Λόγου του Θεού στον κόσμο».

Όμως, την κυριαρχία του Χριστιανισμού ως νέας πίστης, δεν την καταγράφουν μόνον οι εκκλησιαστικοί συγγραφείς, αλλά και άλλοι επιφανείς ιστορικοί, παγκοσμίου κύρους, όπως ο Peter Brown. Σε δύο βιβλία του, μεταφρασμένα στην ελληνική γλώσσα, με εντυπωσιακή σαφήνεια σκιαγραφεί τη στροφή από το παγανιστικό στο χριστιανικό περιβάλλον. Υποστηρίζει ότι ήδη από τα τέλη του 3ου αιώνα οι χριστιανοί ήταν υπολογίσιμη δύναμη στον ρωμαϊκό κόσμο. Σύμφωνα με τον ίδιο τον Brown, αυτό εν πολλοίς οφειλόταν στην «ιδιαίτερη συνεκτική και ριζοσπαστική συμβολή τους», δηλαδή στο πως σε μια κοινωνία, όπως ήταν η ρωμαϊκή, μπορούσε να ασκηθεί η «υπερφυσική δύναμη». Εξ’ ου και ο χαρακτηρισμός από τον Brown αυτών των ανθρώπων ως «φίλων του Θεού», (Η δημιουργία της Ύστερης Αρχαιότητας, μτφρ. Θεοδόσης Νικολαΐδης, εκδ. Εστία, Αθήνα 2001, σσ. 103-104). Υπ’ αυτές, λοιπόν, τις προϋποθέσεις συνεχίζει ο Brown, ο Μέγας Κωνσταντίνος έγινε «εστεμμένος χριστιανός Απολογητής», γιατί «έβλεπε τον εαυτό του και την αποστολή του ως χριστιανού αυτοκράτορα μέσα στο φως της χριστιανικής ερμηνείας την οποία προσέφεραν στον μέσο μορφωμένο άνθρωπο οι χριστιανοί Απολογητές της εποχής», (Ο κόσμος της ύστερης Αρχαιότητας 150–750 μ.Χ., μτφρ. Ελένη Σταμπόγλη, εκδ. Αλεξάνδρεια, Αθήνα 1998, σ. 94).

Πανελλαδικές εξετάσεις αγλωσσίας

Του ΤΑΚΗ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΥ

«Η φιλία, δώρο ακριβό κι ευτύχημα σπάνιο, έχει πανάρχαιους τίτλους ευγενείας. Την εχάρηκαν άνθρωποι εκλεκτοί, σε όλα τα γεωγραφικά και τα ιστορικά πλάτη της οικουμένης, και την εγκωμίασαν ποιητές, σοφοί, πολιτικοί, με τον τρόπο του ο καθένας, αλλά όλοι με την ίδια συγκίνηση». Ποιος θα μπορούσε να διαφωνήσει; Είναι σαν να διαφωνείς με την άποψη ότι η αναπνοή είναι απαραίτητη για την ανθρώπινη ζωή ή ότι οι μέλισσες όπως και οι μέρμηγκες είναι εργατικά ζωντανά, σε αντίθεση με τους τζίτζικες που ξύνονται ολημερίς παράγοντας τον ενοχλητικό και θορυβώδη τριγμό τους, αυτόν που σου χαλάει τον μεσημεριανό ύπνο του ελληνικού καλοκαιριού. Με όλον τον σεβασμό στον Ευάγγελο Παπανούτσο, το κείμενο αυτό, απόσπασμα από το έργο του «Πρακτική Φιλοσοφία», είναι ό,τι πιο επίπεδο και αδιάφορο μπορεί να βάλει ο νους του ανθρώπου. Στη δε αναφορά της εκφώνησης διαβάζω πως πρόκειται για «διασκευή» – τι θέλει άραγε να πει ο ποιητής;

Και όμως το αδιάφορο και επίπεδο αυτό κείμενο που εξαντλείται στην κοινοτοπία του υπήρξε το θέμα των πανελλαδικών εξετάσεων στο μάθημα των μαθημάτων, την έκθεση ιδεών. Έκθεση ιδεών χωρίς ιδέες. Με την εκσυγχρονιστική προσθήκη: «Η φιλία στην εποχή των ΜME, δηλαδή των μέσων κοινωνικής δικτύωσης». Για λόγους πνευματικής υγείας παρακάμπτω την ταύτιση των ΜΜΕ με τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Το θέμα, ως ανεμένετο εθεωρήθη βατόν, κοινώς φιλικόν προς τους χρήστες, τους υποψηφίους. Ένα γκάτζετ παπαγαλίας με ακριβείς οδηγίες χρήσης. Για να συμπληρωθεί δε η εικόνα, τους ζητήθηκαν τα συνώνυμα των εξής λέξεων: «Εγκωμίασαν», «ευχαρίστηση», «συναναστροφή». Τα αντώνυμα των λέξεων «οικεία», «επιδέξιος», «αξία». Και ποια «νοηματική σχέση» ορίζουν οι λέξεις: «δηλαδή», «όταν», «λοιπόν». Δεν ερωτήθηκαν για τον ρόλο του συνδέσμου «και» στη σύνταξη, λάθος κατά τη γνώμη μου, διότι έτσι θα μπορούσαν οι εξεταστές να αντιληφθούν αν ο εξεταζόμενος γνωρίζει εις βάθος τη γλώσσα του, αφού στην κοινή χρήση οι σύνδεσμοι έχουν αντικατασταθεί από το μακρόσυρτο βέλασμα εεε…

Τα παιδιά περνάνε τόσο δύσκολα με τα μνημόνια, οπότε μην τα ταλαιπωρήσουμε και με τη νεοελληνική γλώσσα. Έχουν όλη τη ζωή μπροστά τους για να βρουν μια γλώσσα να τη μιλάνε και να τη γράφουν. Εξάλλου, τα παιδιά μαθαίνουν τόσο καλά αγγλικά, γαλλικά και γερμανικά, και ο Παπανούτσος είναι σίγουρη αξία. Και το χειρότερο δεν είναι αυτό. Το χειρότερο είναι ότι αυτή η εις βάθος εξέταση κρίσεως και γλωσσικής επάρκειας είναι και η μόνη εξέταση ελληνικών που γίνεται για τις πανελλαδικές εξετάσεις.Το μάθημα της λογοτεχνίας έχει καταργηθεί ακόμη και για τους υποψήφιους φιλολόγους.

Τα χειρότερα έπονται. Αρκεί να αναλογισθείς ότι αυτά τα παιδιά έχουν περάσει έξι χρόνια στα θρανία της μέσης εκπαίδευσης και θα μπουν σε κάποιο ΑΕΙ ή ΤΕΙ με εφόδιο τη νοηματική σχέση του «λοιπόν» και του «δηλαδή» και την «ευχαρίστηση» που παράγεται από τη «συναναστροφή» με τα likes στις αναρτήσεις του FB.

Λοιπόν, ή μήπως δηλαδή, αποδεικνύεται για μία ακόμη φορά πως η έκθεση ιδεών είναι το μάθημα όπου ο μαθητής μαθαίνει να παπαγαλίζει νομίζοντας πως κατεβάζει ιδέες. Το μάθημα των μαθημάτων. Η πληβειοποίηση αφορά πριν απ’ όλα την απονεύρωση της γλώσσας, την επιβολή του καθεστώτος της αγλωσσίας, κοινώς της συλλογικής ακρισίας.

ΠΗΓΗ

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Τζούλιο Καΐμη και Φώτης Κόντογλου

«Η Ευρώπη, είναι αλήθεια, πως ποθεί αχαλίνωτα την πρόοδο, μα μοιάζει με το νήπιο που αναπτύσσεται και μεγαλώνει με τεράστιες διαστάσεις. Για τούτο βλέπουμε τον πολιτισμό της να εξελίσσεται με ιλιγγιώδη ταχύτητα, πνευματικά ακανόνιστος.

Αντίθετα, η Ανατολή, σαν την γριά που αργοβαδίζει έχοντας πείρα της ζωής, είναι επιφυλακτική και συντηρητική, και μένει ακλόνητη στην πίστη της […]

[…] Αυτό που χαρακτηρίζει τον ζωγράφο αυτόν, είναι ότι δεν είναι ερασιτέχνης, αλλά αισθάνεται την Τέχνη ως τον δεσμό του λαϊκού ρυθμού αρμονικά δεμένο με τη χιλιόχρονη θρησκευτική παράδοσή του, μέσα στην πνευματική ενότητα και στασιμότητά της. Και επειδή, ο ψυχικός δεσμός με τη θρησκεία του είναι ζωντανός μέσα του, για τούτο ο Κόντογλου βρίσκει το ρυθμό του στη Βυζαντινή τέχνη, ως το σημείο να τη θεωρεί θεμέλιο λαϊκής συνθέσεως και της ατομικής του εμπνεύσεως. Βαδίζει συστηματικά στο σκοπό του αυτόν και πιστεύει στον αδιάσειστο συμβατικό ελληνικό ρυθμό που κατ’ αυτόν ενσαρκώνεται μέσα στη Βυζαντινή αγιογραφία και αυτό τον κάνει να μην πάρει την τέχνη στο Μουσείο όπως κάνουν όλοι οι άλλοι αλλά να δώσει μια νέα ζωή στην ξεπερασμένη εικονογραφία της Ορθόδοξης Εκκλησίας […]

[…] Μια επισκόπηση στο σπίτι του ανθρώπου αυτού δεν τη θεωρούμε διόλου άσκοπη.

Εκεί που μένει και εργάζεται δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ούτε σπίτι ούτε εργαστήριο. Θα το λέγαμε μάλλον εκκλησία, και εντούτοις έχει κάτι, που δεν μοιάζει ούτε με εκκλησία.

“Όπως η Βυζαντινή τέχνη είναι απλή, έτσι και με λόγια απλά θα σου την εξηγήσω – μου λέει ο Κόντογλου. Το ότι ο κόσμος σήμερα δεν την εννοεί, δεν μου φαίνεται διόλου παράξενο, μια που ο σημερινός άνθρωπος, με τις περίπλοκες ιδέες του, δεν είναι σε θέση να δεχθεί μια απλή συγκίνηση. Η λιτότητα και η απλότητα της ζωγραφικής της ανατολικής χριστιανοσύνης έχει προσόντα όλως διόλου ξέχωρα. Βλέπουμε πραγματικά με πόση απλότητα και σοφία η Ερμηνεία της Ζωγραφικής του Μοναχού Διονυσίου του εκ Φουρνά των Αγράφων εξηγεί όλα τα τεχνολογικά και συνθετικά της ανατολικής ζωγραφικής” […]

[…] “Όχι. Η Βυζαντινή τέχνη – λέει ο Κόντογλου – δεν μπορεί να πει κανείς πως εχάθηκε. Στην Τουρκοκρατία εξακολουθούσε να ζει η μεγάλη παράδοσή της. Έφτασε σε ακμή που κανείς δεν την υποπτεύεται. Οι ταπεινοί και πραείς τη καρδία καλόγεροι και κοσμικοί δουλεύοντας δίχως καμιά φιλοδοξία και πολλάκις και αμοιβή, έδωσαν μορφές και συλλήψεις σπάνιες στην παγκόσμια ζωγραφική. Στους λαϊκούς ζωγράφους της Τουρκοκρατίας υπάρχει ένας έντονος αρχαϊσμός, που δεν είναι η νεκρή ανάμνηση του κλασικισμού, αλλά ζωντανό αίσθημα που πηγάζει από τις αστείρευτες πηγές της λαϊκής ψυχής” […]

[…] “Στην Ανατολή – εξακολουθεί ο Κόντογλου – η πνευματικότητα είναι στοιχείο αυτής της ίδιας εκτέλεσης. Αυτή καθεαυτή η τεχνική επεξεργασία και η χρήση των υλικών είναι πνευματική . Όσο για τη ζωγραφική δεν υπάρχει άλλο από την τεχνική της μαστοριά. Όλη η προσπάθεια του ζωγράφου είναι να κάμει έργα σωστής τεχνικής. Τα άλλα είναι φυσικά χαρίσματα της καλής εκτέλεσης” […]

[…] Οι αρχαίοι Έλληνες είχαν ασφαλώς καθιερώσει τους συμβατικούς κανόνες που απέδιδαν τις θαυματουργικές αυτές μορφές, των αγαλμάτων, την πλαστική τους και το χρωματισμό τους. Από το χριστιανισμό χάθηκαν οι κανόνες εκείνοι, αλλά αναζητούν με άλλον τρόπο μέσα στην Ερμηνεία του Διονυσίου του Μοναχού.

Η σημερινή μας εποχή δεν αισθάνεται τη θρησκευτική τέχνη μα όταν θα την αισθανθεί, τότε η Ερμηνεία αυτή θα αναδώσει νέο φως».

ΤΖΟΥΛΙΟ ΚΑΪΜΗ, Συναντήσεις με τους Φώτη Κόντογλου, Γιαννούλη Χαλεπά και Ν. Χατζηκυριάκο – Γκίκα, εκδ. Γαβριηλίδης, Αθήνα 1992, 12-13, 16-17, 19-20, 23, 30, 31.

Η Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου

Του ΧΡΗΣΤΟΥ ΓΙΑΝΝΑΡΑ

Συναχθήκαμε εδώ σήμερα να διαδηλώσουμε πιστότητα στη μνήμη της Γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου.

Επιτρέψτε μου να υπογραμμίσω: Ημέρα μνήμης δεν σημαίνει ημέρα συναισθηματικής απλώς εκτόνωσης. Θρηνούμε τη δολοφονία 353.000 Ελλήνων από τις στρατιωτικές και παραστρατιωτικές δυνάμεις του τουρκικού κράτους, στα πλαίσια κεντρικής πολιτικής απόφασης και μεθοδικά σχεδιασμένης στρατηγικής. Η οδύνη είναι ανεξάλειπτη και αφόρητη, αλλά μόνη η οδύνη μένει πάντοτε άγονη.

Έχει νόημα να διασώζουμε τη μνήμη της Γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου, αν η εγρήγορσή μας είναι ιστορικά γόνιμη. Αν δηλαδή έχει έμπρακτες συνέπειες που εγγυώνται για το μέλλον τον αυτοσεβασμό μας και τη συλλογική μας αξιοπρέπεια. Τουλάχιστον, να μην συνεργήσουμε να απαλειφθούν από την πανανθρώπινη συνείδηση τα όρια ανάμεσα στον πολιτισμό και στη βαρβαρότητα, στην ανθρωπιά και στην κτηνωδία.

Στον Πόντο άνθισε, για εικοσιοκτώ ολόκληρους αιώνες, ένας πολιτισμός- όχι η φυλή απλώς ή το γένος των Ελλήνων. Ο ίδιος εκείνος πολιτισμός που κόμισε στην ανθρωπότητα την έκπληξη, για πρώτη φορά, της κριτικής σκέψης, δηλαδή τη βάση της επιστήμης και της έρευνας. Κόμισε, για πρώτη φορά, την εκδοχή της συλλογικότητας ως κοινού αθλήματος προκειμένου να «αληθεύει» ο βίος, του αθλήματος της πολιτικής. Δίχως αυτόν τον πολιτισμό η ζωή των ανθρώπων σήμερα, σε καθολική κλίμακα, θα ήταν άλλη. Η Γενοκτονία του ποντιακού Ελληνισμού στοιχειοθετεί, πρωταρχικά, έγκλημα απέναντι σε έναν πολιτισμό με πανανθρώπινη εμβέλεια.

Δεν πρόκειται για μεγαλόστομη ρητορεία. Ο ξεριζωμός του Ελληνισμού από τον Πόντο, κοιτίδα πανάρχαιη του ανθρώπινου πολιτισμού, θα είχε σήμερα το ανάλογό του, αν εξαλείφονταν οι Γάλλοι από το Παρίσι, οι Βρετανοί από την Οξφόρδη, οι Γερμανοί από τη Χαϊδελβέργη- Τι θα σήμαινε ένα τέτοιο γεγονός για τη σύνολη ανθρωπότητα, έστω και χωρίς την κτηνωδία των απαγχονισμών, των βιασμών, των ανασκολοπισμών, των πυρπολήσεων; Πόντος χωρίς Ελληνισμό σημαίνει εξάλειψη και διακοπή της συνέχειας μιας πληθυσμιακής παρουσίας ταυτισμένης με πρόταση πολιτισμού που ενδιαφέρει πανανθρώπινα.

Τιμούμε τη μνήμη του μαρτυρικού ποντιακού Ελληνισμού στο ποσοστό που διασώζουμε την επίγνωση της πρότασης πολιτισμού που ενσάρκωνε. Οι Έλληνες του Πόντου ήταν ζωντανό κατάλοιπο της οικουμενικής δυναμικής του Ελληνισμού προτού αυτή να υποταχθεί στον εθνικιστικό επαρχιωτισμό και αλλοτριωθεί σε βαλκανικό περιθώριο της Ευρώπης. Τότε, πριν από τους δυο παγκόσμιους πολέμους, ο Έλληνας, όπως έγραψε ο Ελύτης «ανάσαινε ακόμα τον αέρα μίας περίπου αυτοκρατορίας. Οι δυνατότητές του να κινηθεί χωρίς διαβατήριο γλώσσας καλύπτανε μεγάλα μέρη της Ιταλίας και της Αυστρίας, ολόκληρη την Αίγυπτο, τη νότια Βουλγαρία, τη Ρουμανία, τη Ρωσία του Καυκάσου και, φυσικά, την Κωνσταντινούπολη με την ενδοχώρα της, ως κάτω, κατά μήκος του Αιγαίου, τη λεγόμενη στις μέρες μας νοτιοδυτική Τουρκία».   Και προσθέτει ο Ελύτης «Είναι, το ξέρω, δύσκολο να αξιολογείς το σημερινό μολύβι σαν χθεσινό χρυσάφι». Όμως, πρέπει να προσθέσουμε, αλίμονο αν πάψει το χρυσάφι να μετράει την ποιότητα της ζωής ακόμη και σε χρόνια μολυβένιου λήθαργου.   Ίσως σήμερα ένα παιδί που τελειώνει το ελληνικό σχολείο να αγνοεί ακόμα και το που βρίσκεται γεωγραφικά ο Πόντος, που η Τραπεζούντα, που η Σινώπη, η Κερασούντα, η Αμισός, η Αμάσεια, η Αργυρούπολη, η Οινόη, η Παναγία Σουμελά.

Να αγνοεί ότι εκεί ανθούσε επί αιώνες ένας γεμάτος σφρίγος Ελληνισμός και ότι έφτασε κάποια στιγμή που αποτέλεσε αυτόνομο ελληνικό κράτος.

Τουλάχιστον όμως να μην αγνοεί το σημερινό ελληνόπουλο ότι έξω από τα όρια του επαρχιώτικου ελλαδικού κρατισμού, ο ελληνισμός του Πόντου είχε κατορθώσει επιτεύγματα που σήμερα μόνο θαυμάζουμε οι κατά υπηκοότητα Έλληνες, όντας ανίκανοι να τα πραγματώσουμε. Ανυπέρβλητο επίτευγμα η από θέσεως ισχύος, και για αυτό δημιουργική, συνάντηση του ποντιακού (και γενικότερα του μικρασιατικού) ελληνισμού με τα επιτεύγματα της ευρωπαϊκής Νεωτερικότητας. Λειτούργησε στις χαμένες αυτές κοιτίδες του Ελληνισμού η πανάρχαιη αφοβία των Ελλήνων να προσλαμβάνουν ο,τιδήποτε και οπουδήποτε χωρίς να υποτάσσονται στο πρόσλημμα. Αφομοίωναν στις δικές τους ανάγκες και στους δικούς τους στόχους θησαυρίσματα αλλότριων πολιτισμών- δεν αλλοτριώθηκε όμως τότε η ελληνική αυτοσυνειδησία και ετερότητα από τέτοιες προσλήψεις. Η αλλοτρίωση κυριάρχησε μόνο στο ελλαδικό κρατίδιο, όπου η ελληνικότητα βιώθηκε (και βιώνεται) σαν εξουθενωτική μειονεξία, αφού μία ξιπασμένη διανόηση πότισε (και ποτίζει) αυτό το λαό, ως το μεδούλι, με τη βεβαιότητα ότι είναι δεύτερος, καθυστερημένος, υπανάπτυκτος σε σύγκριση με τα «πεφωτισμένα και λελαμπρισμένα της εσπερίας έθνη».

Στον ποντιακό και μικρασιατικό Ελληνισμό- τουλάχιστον σε περιοχές από τις οποίες σώζονται τεκμηριωμένες μαρτυρίες- ήταν αδιανόητα στα ελληνικά δημοτικά σχολεία να μην υπάρχουν ειδικοί δάσκαλοι για τη μουσική και τα γαλλικά. Υπήρχαν ακόμη και γαλλόφωνες ελληνικές εφημερίδες, το δε θέατρο της Τραπεζούντας, όπως και αυτό της Σμύρνης, συναγωνιζόταν σε ποιότητα και επίπεδο τα θέατρα των πρωτευουσών της Ευρώπης. Κι όμως αυτός ο δημιουργικός εξευρωπαϊσμός δεν έφυγε στο παραμικρό την ελληνική πολιτιστική ιδιαιτερότητα, την καύχηση για την ευγένεια και την αρχοντιά της ελληνικής καταγωγής. Σε εξόφθαλμη αντίθεση με τον ελλαδικό Ελληνισμό, όπου, κάθε βήμα εξευρωπαϊσμού σήμαινε κατά κανόνα μίμηση και πιθηκισμό της Εσπερίας, ταπεινωτική αλλοτρίωση και ανίατη μιζέρια μειονεξίας.   Θρηνούμε για τη Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου αλλά δεν υιοθετούμε το ρόλο του θύματος- θα ήταν η εύκολη λύση φυγής από τις ιστορικές προκλήσεις. Κάθε ετήσια σύναξη στη μνήμη του ποντιακού ολοκαυτώματος οφείλει να διαδηλώνει ανυποχώρητη εμμονή στην αυτοσυνείδητη ελληνικότητα που σάρκωσε ο ποντιακός Ελληνισμός. Ελληνικότητα όχι συναισθηματική, ιδεολογική και ρητορική. Όχι φτήνια δημαγωγίας και εθνικιστικής καπηλείας. Εμμονή στην ταυτότητα πολιτισμού των Ελλήνων. Δηλαδή, στη διαχρονική ενότητα της ελληνικής γλώσσας. Στην πρωτογενή ελληνική ταυτότητα της πολιτικής ως κοινού αθλήματος σχέσεων κοινωνίας. Στην ελληνική εμμονή σε μεταφυσικό άξονα νοήματος της ανθρώπινης ύπαρξης και συνύπαρξης, στη βεβαιότητα ότι το κατόρθωμα της δημοκρατίας είναι ανέφικτο χωρίς έμπρακτο σέβας του «ιερού»- δεν γίνεται δημοκρατία χωρίς Παρθενώνα και Αγία Σοφία.

Ο ποντιακός Ελληνισμός μας κατέλειπε μέτρα αρχοντιάς, αριστοκρατίας του ήθους- τα ψηλαφούμε τα μέτρα ακόμη και σε μόνη την αυτοκυριαρχημένη ευγένεια των ποντιακών χορών. Τελώντας ετήσια σύναξη στη μνήμη της Γενοκτονίας, αυτή την αρχοντιά θέλουμε να σώζουμε ως εύτολμο πολιτικό αίτημα. Αρκετά πια γευθήκαμε την πίκρα και την ταπείνωση μιας ελλαδικής εξωτερικής πολιτικής που προκλητικά παραθεωρεί την αξιοπρέπεια του ελληνικού ονόματος και τις βιωματικές ιστορικές μας μνήμες. Βδελυσσόμαστε τους εθνικιστικούς φανατισμούς, τη μισαλλοδοξία, είμαστε έτοιμοι (και μάλιστα με αφελέστατες συχνά υπερβολές) να συγχωρέσουμε τους αυτουργούς της γενοκτονίας, να συνυπάρξουμε με τον γείτονα λαό ειρηνικά. Αλλά είναι ανυπόφορη οδύνη αυτή η ευγένεια του λαϊκού αισθήματος να μεταφράζεται από τις πολιτικές ηγεσίες σε εξωτερική πολιτική αναξιοπρέπειας και ραγιαδισμού.

Δήλωσε μόλις προ ημερών ο πρωθυπουργός της γείτονος χώρας ότι η ανέγερση στην Ελλάδα μνημείου για τη Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου προσκρούει στην ευαισθησία του τουρκικού λαού. Και, για άλλη μία φορά, δεν ακούσαμε από ελληνικά χείλη ούτε μία λέξη νηφάλιας και ευγενικής, αλλά με αξιοπρέπεια και αυτοσεβασμό, απάντησης. Σε μέρα όπως η σημερινή μνήμης και οδύνης για το φρικιαστικό ολοκαύτωμα, την εξόντωση 353.000 Ελλήνων του Πόντου και τον ξεριζωμό από την πατρώα γη άλλων 500.000 καταδικασμένων στην εξαθλίωση της προσφυγιάς, το νόημα αυτής εδώ της σύναξης δεν μπορεί να είναι παρά μόνο μία ρεαλιστική πολιτική δέσμευση. Ότι θα αποδοκιμάζουμε πάντοτε με την ψήφο μας κάθε πολιτική ηγεσία, οποιασδήποτε επίπλαστης ή πραγματικής ιδεολογικής απόχρωσης, που επιδεικτικά παραγνωρίζει την ευαισθησία του λαού μας για τη Γενοκτονία του ποντιακού και του μικρασιατικού Ελληνισμού.

Δεν είναι νοητό να ανεχόμαστε μία εξωτερική πολιτική που ή χορεύει ζεϊμπέκικο ή κουμπαριάζει με την αμετανόητη και θρασύτατη στις απαιτήσεις της ηγεσία ενός λαού που μόνο καυχάται για τα φρικώδη εγκλήματα των πατέρων του. Σχέσεις καλής γειτονίας, ναι, φιλία και συνεργασία όπου είναι εφικτή, επίσης. Αλλά, επιτέλους, στη σοβαρή αυστηρότητα και στα αγέλαστα πρόσωπα των ηγετών της γείτονος ας πάψουν οι Έλληνες πολιτικοί να αντιπροσφέρουν πληθωρικές εγκαρδιότητες, χασκογελάκια και φιλοφροσύνες της ανάγκης του ραγιά να είναι αρεστός στον αφέντη. Πιθανόν να είναι η Υπερδύναμη που επιτάσσει την άνευ όρων και χωρίς το παραμικρό αντάλλαγμα υπερψήφιση της εισόδου στην Ευρωπαϊκή Ένωση ενός ασιατικού λαού εφιαλτικής υπανάπτυξης. Αλλά είναι και αποδεδειγμένο στη διεθνή πρακτική ότι ένα κράτος που μόνο υποτάσσεται στις επιταγές των ισχυρών χωρίς σθένος και ραχοκοκαλιά ιστορικής και πολιτιστικής αυτοσυνειδησίας απωθείται στο περιθώριο των διεθνών σχέσεων, περιφρονημένο από όλους και ανυπόληπτο.

Από τη μία μεριά καθημερινές παραβιάσεις του ελληνικού εναέριου χώρου και της θαλάσσιας ελληνικής επικράτειας, ωμές προκλήσεις στη Θράκη και στις βραχονησίδες του Αιγαίου, αλυσιδωτή συνέχεια των εγκλημάτων εθνοκάθαρσης από τον Πόντο στη Μικρασία, και μετά στην Ίμβρο, στην Τένεδο, στην Κωνσταντινούπολη, στη Βόρεια Κύπρο. Και από την άλλη μεριά η ελληνική κοινωνία να ζει, χρόνια τώρα, την απροκάλυπτη ιδεολογική τρομοκρατία που της ασκεί μια συντεχνιακή διανόηση δήθεν «Αριστεράς και δήθεν «προόδου», στο όνομα ενός εκσυγχρονιστικού τάχα διεθνισμού.

Κατάλοιπο αντανακλαστικών του κάποτε μαρξιστικού διεθνισμού, ο εκσυγχρονισμός σήμερα διεθνισμός χλευάζει σαν σκοταδισμό και αναχρονισμό κάθε αίσθηση πατρίδας, κάθε αναφορά σε παράδοση και πολιτισμό των Ελλήνων. Ερμηνεύει την τουρκική επιθετικότητα σαν περίπου αυτονόητη αντίδραση στον ελληνικό, όπως λένε, εθνικισμό, στην ψυχοπαθολογική φοβία των Ελλήνων και στο φάντασμα της καχυποψίας μας- τον «εξ Ανατολών κίνδυνο», φάντασμα που το γεννάει, λένε, ο πολεμοκάπηλος εθνοκεντρισμός μας.

Μέσα σε αυτό το κλίμα τρομοκρατίας όσοι τολμούν να ψελλίσουν οδύνη για τον μεθοδικό πνιγμό του Οικουμενικού Πατριαρχείου στην Κωνσταντινούπολη, τη συνεχιζόμενη δηλαδή εθνοκάθαρση, ή για τον συστηματικό αφανισμό των μνημείων ελληνικής συνέχειας στην κατεχόμενη Κύπρο, όσοι προβάλλουν αντίρρηση για την ανεξέλεγκτη δράση και τις ωμές προκλήσεις του τουρκικού προξενείου στην Κομοτηνή ή για την ψηφοθηρική εκμετάλλευση της εκεί μουσουλμανικής μειονότητας από κομματάρχες και πολιτευτές, διασύρονται στα πρωτοσέλιδα των «προοδευτικών» εφημερίδων σαν «ελληναράδες», εθνοκάπηλοι, ρατσιστές.

Τελώντας αυτή την ετήσια σύναξη στη μνήμη της Γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου δίνουμε νόημα στην εθιμική τελετή μόνον αν θελήσουμε να λειτουργήσει ως εύτολμο πολιτικό αίτημα. Ως απαίτηση να σεβαστεί η επαγγελματική πολιτική τις ευαισθησίες της ελληνικής κοινωνίας. Να πάψουμε να ντρεπόμαστε οι Έλληνες για την άχρωμη, άοσμη και άγευστη από Ιστορία και πολιτισμό εξωτερική μας πολιτική. Όχι μόνο οι ενέργειες, αλλά και ο λόγος ο πολιτικός να απηχεί τον αυτοσεβασμό και την αξιοπρέπεια των Ελλήνων. Να εργασθεί με σοβαρότητα το Ελληνικό Κοινοβούλιο ώστε να πληθύνει ο αριθμός των χωρών που θα αναγνωρίσουν με επίσημες πράξεις τη γενοκτονία του ποντιακού Ελληνισμού. Να είναι η Γενοκτονία, ο αφανισμός της εξωελλαδικής οικουμενικής ελληνικότητας, άξονας σύνεσης αλλά και τόλμης της εξωτερικής πολιτικής.   Δύσκολο να αξιολογείς το σημερινό μολύβι σαν χθεσινό χρυσάφι. Στη σημερινή μέρα, κατά συμβολική σύμπτωση, ο ρυθμός της Ελλάδας, καθορισμένος στανικά από τα κρατικά τηλεοπτικά κανάλια συντονίζεται μόνο με την καφρική ευτέλεια του αυριανού διαγωνισμού της Eurovision. Και εμείς εδώ επιμένουμε να τελούμε μνημόσυνο της χαμένης αρχοντιάς και ευγένειας των Ελλήνων του Πόντου.

Μοναδική μας ελπίδα ο λόγος του Μακρυγιάννη: «Ότι η τύχη μας έχει τους Έλληνες πάντοτε ολίγους. Ότι αρχή και τέλος, παλαιόθεν και ως τώρα, όλα τα θεριά πολεμούν να μας φάνε και δεν μπορούν. Τρώνε από μας και μένει και μαγιά».

(Ομιλία που έγινε την 19η Μαΐου 2006, ημέρα μνήμης Γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου, στην πλατεία Αγίας Σοφίας, στη Θεσσαλονίκη).

ΠΗΓΗ

Η ΓΕΝΟΚΤΟΝΙΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΤΟΥ ΠΟΝΤΟΥ

ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟΣ ΘΕΟΛΟΓΙΚΟΣ ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΚΑΙΡΟΣ για την αναβάθμιση της θρησκευτικής εκπαίδευσης· Μια άλλη πρόταση για το ΜτΘ στην Ε΄και ΣΤ΄τάξη του Δημοτικού Σχολείου

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

Ήδη έχουν παρέλθει δυο εβδομάδες από την ανακοίνωση του ΥΠΠΕΘ για το νέο τύπο Δημοτικού Σχολείου που θα λειτουργήσει το επόμενο σχολικό έτος σε όλη την επικράτεια, η οποία επιφέρει σημαντικές ανακατατάξεις, αλλαγές, περικοπές ωρών και ανάμεσα σε αυτές τη μείωση των ωρών διδασκαλίας του Μαθήματος των Θρησκευτικών στη Ε΄ και ΣΤ΄ Δημοτικού. Υπήρχε η ελπίδα ότι θα επανεξεταζόταν η απόφαση αυτή αλλά αυτή μάλλον οριστικοποιήθηκε. Διαφαίνεται ότι ακόμη και η εκπαιδευτική πολιτική ως δέσμια των μνημονίων οφείλει κι αυτή να «θυσιάσει» διδακτικές ώρες, διδακτικά αντικείμενα, αναπληρωτές και ειδικότητες προκειμένου να μην ξεφύγει από τα ασφυκτικά δημοσιονομικά πλαίσια η οικονομία της χώρας μας.

Ο σύλλογός μας θεωρεί σοβαρότατο ατόπημα τη μείωση των ωρών διδασκαλίας Θρησκευτικών στις προαναφερθείσες τάξεις από τη στιγμή που:

  1. «Εδώ έχουμε μετανάστες, εδώ γίνονται πόλεμοι στην περιοχή μας πάνω σε δόγματα θρησκευτικά, δεν θα ξέρουν τα παιδιά στο σχολείο τι γίνεται γύρω τους;», (κ. Φίλης Υπουργός ΥΠΠΕΘ στην εκπομπή «Καλημέρα Ελλάδα» Antenna 11-5-2016).
  2. Δεν ολοκληρώθηκε ο λεγόμενος διάλογος για την Παιδεία και δεν οριστικοποιήθηκαν πορίσματα ή συμπεράσματα από αυτόν. Είναι χαρακτηριστικό ότι ενώ η ΔΟΕ δεν έφυγε από το τραπέζι του διαλόγου, το ΥΠΠΕΘ την «αδειάζει» και σπεύδει ταχέως να υλοποιήσει αυτά που του ζητούν κι όχι αυτά στα οποία  διαλέγεται.
  3. Δεν υπηρετείται η πολλάκις εξαγγελόμενη θέση του ΥΠΠΕΘ για «αναμόρφωση των Θρησκευτικών, να μην είναι ώρα του παιδιού στα σχολεία, να αποκτήσει ουσιαστική μορφωτική υπόσταση…», (κ. Φίλης στην ίδια εκπομπή) από τη στιγμή που αν μιλά για την εισαγωγή και γενίκευση στο σχολείο των πιλοτικών νέων ΑΠΣ, αυτά είναι δομημένα στην πρακτική του συνεχόμενου 2ωρου. Μήπως είμαστε έτοιμοι κι εδώ να «μπαλώσουμε» καταστάσεις; Να πάμε π.χ. στα δυο 2ωρα το μήνα για τα Θρησκευτικά και αντίστοιχα την Κοινωνική Πολιτική Αγωγή που είναι κι αυτή μονόωρο μάθημα με συνέπεια σε τυχόν επισκέψεις, εκδρομές τάξεων να «χάνεται» το μάθημα μέσα στο χρόνο κι άντε να το ξαναπιάσεις από εκεί που το άφησες με τα παιδιά…

Ο σύλλογός μας με νηφαλιότητα και σοβαρότητα προσπαθεί πέρα από κραυγές και αναθέματα να εγκύψει στο πρόβλημα που έχει δημιουργηθεί γιατί πιστεύει ότι με τη μείωση του MτΘ στις συγκεκριμένες «μεγάλες» τάξεις χάνεται η ευκαιρία που έχουν τα παιδιά για ουσιαστική γνωριμία, προβληματισμό, και ανάπτυξη κριτικής σκέψης  των δικών τους θρησκευτικών «πιστεύω», των διπλανών τους αλλά και των πιο μακρινών άλλων ανθρώπων σε ένα σαφώς παιδαγωγικά υψηλότερο και ποιοτικότερο επίπεδο από ότι στις μικρότερες τάξεις. Στο πέρασμά τους στο Γυμνάσιο υπάρχει ο κίνδυνος να έχουν σοβαρές ελλείψεις στη θρησκευτική τους παιδεία οι οποίες μάλιστα να μην αναπληρωθούν ποτέ. Γι’ αυτό λοιπόν ο σύλλογός μας, με σεβασμό πάντοτε προς όλα τα διδακτικά αντικείμενα που ένα ένα αλλά και όλα μαζί βοηθούν στην οικοδόμηση της προσωπικότητας του παιδιού και αφού πρόκειται για τετελεσμένο γεγονός το 30ωρο την εβδομάδα ανά τάξη του Δημοτικού σχολείου, έρχεται να προτείνει με στενάχωρη ίσως διάθεση καταρχήν αλλά με όφελος μάλλον αν εφαρμοστεί μελετημένα και μεθοδικά, την μείωση όχι των ωρών του μαθήματος των Θρησκευτικών αλλά του μαθήματος της Γεωγραφίας και μάλιστα σύζευξή του με το μάθημα της Ιστορίας έτσι ώστε να «ωφελούνται» και τα δυο μαθήματα. Ήδη από την εφαρμογή των ισχυόντων ΔΕΠΠΣ-ΑΠΣ υπήρχαν απόψεις και μέσα στο πρώην Παιδαγωγικό Ινστιτούτο [βλ. Γ. Καρανάσιος,  Διαθεματικότητα: Γεωγραφία και Ιστορία, οι «Επιστήμες του χάρτη», Επιθεώρηση Εκπαιδευτικών Θεμάτων, τχ. 7 (Νοέμβριος 2002) 200-208] για την ισχυρή οργανική σχέση και συγγένεια των επιστημών της Ιστορίας (ορίζεται με βάση το χρόνο) και Γεωγραφίας (ορίζεται με βάση το χώρο). Η  επιστημονική γεωγραφία πλέον δεν ταυτίζεται με την ατέρμονη παράθεση και εκμάθηση βουνών, πεδιάδων, κόλπων, ποταμών και λοιπών γεωγραφικών όρων αλλά ένα σημαντικό κομμάτι της αφορά τις ανθρώπινες δραστηριότητες μέσα στο χώρο. Στη γαλλική εκπαίδευση εφαρμόζεται εδώ και πολλές δεκαετίες η συνεξέταση πολλών ιστορικών και γεωγραφικών θεμάτων με την αξιοποίηση των σύγχρονων πολυπρισματικών θεωρήσεων που προσφέρουν οι αντίστοιχες επιστήμες ενώ τα σχολικά βιβλία έχουν σε πολλές περιπτώσεις μικτή, ιστορική και  γεωγραφική ύλη. Αλλά και στην Ελλάδα τα ήδη υπάρχοντα διδακτικά εγχειρίδια Γεωγραφίας εμφανίζουν στα πλαίσια της διαθεματικότητας ως συγγενικό τους χώρο την ενασχόληση με ιστορικά θέματα. Ακόμη ένα βήμα παραπάνω αποτελεί και το πιλοτικό νέο ΑΠΣ Γεωγραφίας όπου τονίζεται συμπερασματικά: «Η Γεωγραφία είναι το διδακτικό αντικείμενο που δημιουργεί και διατηρεί το ενδιαφέρον και την αίσθηση αναζήτησης για τόπους και βοηθάει τους μαθητές να κατανοήσουν έναν πολύπλευρο και δυναμικό κόσμο που αλλάζει. Εξηγεί πού βρίσκονται οι τόποι, πώς οι τόποι και τα τοπία σχηματίστηκαν, πώς άνθρωποι και περιβάλλοντα αλληλεπιδρούν και πώς μια σειρά από διαφορετικές οικονομίες, κοινωνίες και περιβάλλοντα συνδέονται μεταξύ τους» (Πρόγραμμα Σπουδών Γεωγραφίας Δημοτικού για το Νέο Σχολείο, 2011, σ. 4).

Ο σύλλογός μας λοιπόν προτείνει την αλλαγή αυτή προς την πολιτική και επιστημονική ηγεσία του ΥΠΠΕΘ γιατί αποτελεί τη μόνη εφικτή, αυτή τη στιγμή, λύση με το μικρότερο «κόστος» για όλα τα εμπλεκόμενα διδακτικά αντικείμενα και πάνω απ΄ όλα «υπηρετεί» τους μαθητές που πολλαπλά θα ωφεληθούν, και με τη νέα θέαση και προσέγγιση Γεωγραφίας και Ιστορίας αλλά και το νέο τρόπο σπουδής στα Θρησκευτικά.

ΠΗΓΗ

Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΜΕΣΟΠΕΛΑΓΑ