Ερχόμαστε από τη τολμηρή πλευρά της Ιστορίας. Η Ορθόδοξη Εκκλησία και ο καινούργιος κόσμος

Του ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ ΣΤΑΜΟΥΛΗ· Καθηγητή Θεολογικής Σχολής ΑΠΘ

“Έτσι συμβαίνει πάντοτε: ο ποιητής ριψοκινδυνεύει, ενώ πίσω του άνθρωποι παραπλανημένοι επιμένουν να κρατάνε καλά κλειστή μια πόρτα που από καιρό τώρα έχει χάσει τη δικαιολογία της κλειδαριάς της”, Οδυσσέας Ελύτης, “Τέχνη – Τύχη – Τόλμη”, στο: Ανοιχτά χαρτιά, (1987), Ίκαρος: Αθήνα,σ. 116.

Μακαριώτατε, σεβασμιώτατοι, σεβαστοί πατέρες.

Ζούμε σε ένα κόσμο που φλέγεται. Δεν μπορούμε να κάνουμε πως δεν καταλαβαίνουμε. Της Ορθοδοξίας δεν της πρέπει μια τέτοια στάση. Δεν της πρέπει μια τέτοια έκπτωση.

Η ίδρυση, η ιστορική ίδρυση της Εκκλησίας, σχετίστηκε με τον ευαγγελισμό του καινούργιου. Ο Χριστός ήταν το απόλυτα καινούργιο. Ένας καινούργιος κόσμος από Ανατολή σε Δύση και από Βορρά σε Νότο. Η αρχή μιας άλλης κίνησης, μιας στάσιμης κίνησης και μιας αεικίνητης στάσης, καθώς θα  έλεγε ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, και μαζί  το τέλος αυτής της κίνησης, το κάλλος το άγιον, το «τελικό» αίτιο, στο οποίο επιστρέφει κάθε αγαθή δημιουργία, προκειμένου να χαθεί μέσα στην απεραντοσύνη της ενότητας.[1]

Βέβαια, η ενότητα, είναι μια διαδικασία συνεχούς μαθητείας, συνεχούς κατάδυσης, στους κραταιούς «θανάτους» που επιβάλλει η αγάπη[2]. Μια πορεία αιμάτινη, που παλεύει να νικήσει τις οποιεσδήποτε φοβίες γεννά η συνήθεια και η ανέξοδη παραμονή σε «κεκτημένα» και δάφνες του παρελθόντος. Μια συνήθεια και μια ειδωλολατρική παραμονή, που αδυνατούν να δουν την αλήθεια που ευαγγελίζεται ο εκάστοτε καιρός∙ ο καιρός του ποιήσαι. Την αλήθεια ενός σώματος ζώντος, που συνεχώς αυξάνει και ταξιδεύει στη συνάντησή του με την προσδοκία των εσχάτων. Γι αυτό και έχει δίκιο ο ποιητής όταν λέγει, πως: «Μ’ αν είναι για χάρη της ομόνοιας να πνίγεται πάντοτε η αλήθεια […] μια τέτοια ενότητα καλύτερα να συντριβεί»[3].

Και τα λέγω τούτα, διότι η εικόνα που σήμερα διαμορφώνεται στη δημόσια πλατεία για την Εκκλησία δεν είναι η καλύτερη δυνατή. Μια εικόνα, για την οποία δεν ευθύνονται πάντα οι εκτός των τειχών∙ αυτοί που συχνά και με απίστευτη ευκολία ονομάζονται «εχθροί» της Εκκλησίας. Αυτό, βέβαια,  δεν αφαιρεί τις ευθύνες από τους πονηρούς της ιστορίας, οι οποίοι παραμονεύουν πάντα την Εκκλησία. Ξέρουμε, όμως, πως  τα κάστρα πέφτουν από μέσα, από τους αλλοτριωμένους φρουρούς τους, από τους υπερασπιστές  μιας τσαλακωμένης ή και ανύπαρκτης ιδεολογίας, τους μαχητές μιας χυδαίας ιδιοτέλειας, που μάχεται μετά μανίας την προφητεία. Εκείνη δηλαδή τη φλόγα η οποία με οδηγό την κριτική της διάθεση δεν διστάζει να κάψει βεβαιότητες και ασφάλειες που οδηγούν σε καθεστωτική νοοτροπία και στάση. Γι αυτό και ο απόστολος Παύλος όταν μιλάει, δεν μιλάει για τους εκτός, αλλά για τις αμαρτάδες των εντός, τις αμαρτάδες των μελών της κοινότητας. Συνεπώς, η επίρριψη όλων των κακών στις πλάτες των «εχθρών» της Εκκλησίας θα ήταν μια εύκολη, αλλά μαζί και υποκριτική λύση. Μια λύση, η οποία θα έσωζε μια ψευδή ενότητα, αλλά  θα ακινητοποιούσε το πλοίο της Εκκλησίας στο λιμάνι της απόλυτης εσωστρέφειας.

Φονταμενταλισμοί άγριοι, ρητορική μίσους και αναξιοπρέπειας, κυνήγι μαγισσών, μαχαιρώματα αδελφών, απόδοση προθέσεων, μανικός εξευτελισμός προσώπων και αγώνων μιας ζωής, διαπόμπευση της διαφορετικότητας, συνωμοσιολογίες και απόλυτη ιδιωτικοποίηση και ως εκ τούτου στραγγαλισμός  της ορθοδοξίας, αποτελούν σήμερα λίγα από εκείνα τα φερτά υλικά   που φτιάχνουν το σκοινί που κρατά το πλοίο της Εκκλησίας δεμένο στο λιμάνι της παρακμής και της σταδιακής νέκρωσης.

Ίσως αυτές μου οι παρατηρήσεις να φαίνονται σκληρές, ίσως και απόλυτες, πολύ πιθανόν και άδικες. Έχω την αίσθηση, όμως, και οφείλω με ειλικρίνεια να το ομολογήσω, πως μοιάζει σήμερα η Εκκλησία, η Ορθόδοξη Εκκλησία μας, να περνά τη δυσκολότερη φάση της νεότερης ιστορίας της. Μια πραγματικότητα, η οποία αναγκάζει πολλούς να παίρνουν το δρόμο της απολογητικής, προκειμένου να σώσουν ό, τι σώζεται, άλλους να υιοθετούν  μια επιθετική  πρακτική, ελπίζοντας στην άτακτη υποχώρηση του κακού και κάποιους, τέλος, αποκαρδιωμένους, να επιλέγουν την εύκαιρη παραμονή τους στο μυστήριο της σιωπής∙ αυτής της πραγματικότητας που κάποτε είναι χρυσός.

Βεβαίως, κοντά στα ξερά καίγονται και τα χλωρά. Και αυτά δεν είναι λίγα, ίσως να είναι και τα περισσότερα. Είμαι πεπεισμένος πως είναι τα περισσότερα. Μάλιστα, πολλές φορές μάχονται με όλες τους τις δυνάμεις για την αποκάλυψη μιας άλλης Εκκλησίας, φιλάνθρωπης και ανοικτής, βουτηγμένης στην αγάπη της θυσίας του Σταυρού και της Ανάστασης, μιας Εκκλησίας για τον άνθρωπο και τον κόσμο. Όμως, η δύναμη και η ένταση του κακού είναι τέτοια που διεκδικεί, και πολλές φορές  πετυχαίνει, την άχρι καιρού περιθωριοποίηση της πραγματικής παρουσίας. Γι αυτό και είναι πλέον, σήμερα, περισσότερο από ποτέ, αναγκαία η εντατικοποίηση της προσπάθειας. Να βρεθεί εκείνος ο τρόπος εξόδου της Εκκλησίας προς τον άλλον, το άλλο, το διαφορετικό. Την έξοδο στην κοινωνία, στον πολιτισμό, προκειμένου να επιτευχθεί η επέκταση του σώματος, ο ολοκληρωτικός ανακαινισμός του. Άλλωστε, καθώς σημειώνει ο Γιώργος Σεφέρης, «Οι ανανεώσεις έτσι γίνονται, με μια ζωή εντατικότερη, με μια ευκολότερη και ταχύτερη κυκλοφορία του αίματος, οι ζωντανοί οργανισμοί αφομοιώνουν και αυξάνουν, οι άρρωστοι οργανισμοί βγάζουν αποστήματα και δηλητηριάζονται. Είναι νόμος φυσικός. Το λιοντάρι, έλεγε ο Παύλος Valéry, είναι καμωμένο από αφομοιωμένο πρόβατο».

Έχω την αίσθηση, λοιπόν, πως τώρα είναι ο καιρός του ποιήσαι. Τώρα που το κακό έχει φουντώσει. Ρωτήσανε κάποτε τον άγιο Κύριλλο Αλεξανδρείας, για ποιο λόγο δεν παρουσιάστηκε από την αρχή ο Κύριος, αλλά πρόσφερε στην ανθρώπινη ζωή τη φανέρωση της θεότητάς του στους έσχατους χρόνους, και εκείνος απάντησε: «Επειδή επρόκειτο να αναμειχθεί στην ανθρώπινη ζωή για να εξαλείψει την κακία κατ’ ανάγκη περίμενε να βλαστήσει όλη η κακία που με τις πράξεις του εχθρού είχε ριζώσει και τότε χτύπησε την αξίνα στη ρίζα όπως λέει το ευαγγέλιο». Και συνεχίζει, «πραγματικά όσοι από τους γιατρούς διακρίνονται στην τέχνη τους, όταν βαθιά στο σώμα ο πυρετός καίει και σιγά – σιγά δυναμώνει από την αιτία της αρρώστιας, καθυστερούν τη θεραπεία μέχρι το πάθος της αρρώστιας  να φτάσει σε ακμή και δεν προσφέρουν στον ασθενή καμιά βοήθεια μέσω της τροφής.  Όταν όμως το κακό σταθεροποιηθεί τότε παρέχουν τις υπηρεσίες της τέχνης τους, αφού δηλαδή φανερωθεί ολόκληρη η ασθένεια. Παρόμοια και εκείνος που γιατρεύει τους αρρώστους στην ψυχή περίμενε να αποκαλυφθεί ολόκληρη η νόσος της κακίας, με την οποία αναμείχθηκε η φύση μας, για να μη μείνει τίποτα από τα κρυμμένα αθεράπευτο»[4].

Και πιστεύω βαθιά, πως μια τέτοια θεραπεία του σώματος μπορεί να προσφέρει ο εναγκαλισμός του πολιτισμού της σάρκωσης. Ένας πολιτισμός – όχημα που υφαίνεται από τα υλικά της κένωσης και της πρόσληψης. Τουτέστιν τα υλικά της ενανθρώπησης. Συχνά πυκνά ψάχνουμε το πώς της χριστοποίησης της Εκκλησίας και έχουμε την αίσθηση ότι πρόκειται για πράγμα περίπλοκο. Ιδέες επί ιδεών, αναλύσεις επί αναλύσεων, κατασκευάσματα θεωρητικά, συγκροτούν μια δήθεν πραγματικότητα με αμφίβολη προοπτική και οπωσδήποτε αμφίβολο παρόν∙ ξένη προς τη ζωή και τις ανάγκες της. Όμοια με τόσες άλλες υποτονικές ουτοπίες, που κάνει την ποιήτρια Κική Δημουλά να σημειώνει δηκτικά: «Δαπανηρή ιδέα ο βίος / Ναυλώνεις έναν κόσμο/ για να κάνεις το γύρο μιας βάρκας»[5].  Και λίγο πριν, στο ίδιο ποίημα, στο ποίημα Γιαλό γιαλό: «Α, τί ταξίδι φόρτωσα / γεμάτο περιπέτεια μαζί σου Ελευθερία. / Θα πηγαίναμε στη ζούγκλα σου, βαθιά / να κυνηγήσουμε άγριες αλυσίδες./ Όμως εσύ μακρύτερα απ᾿ το θρύλο σου δεν πας. / Μόνο εκδρομούλες μονοήμερες σε πανό και μέθη / -γιαλό-γιαλό η υπενθύμισή σου. / Ωραία που θα φεύγαμε φοβιτσιάρες άγκυρες».

Μακαριώτατε, σεβασμιώτατοι, σεβαστοί πατέρες.

Γινόμαστε όλοι μάρτυρες τον τελευταίο καιρό μιας ιδιόμορφης επίθεσης, η οποία στηρίζεται στη βία της δύναμης, στη βία της εξουσίας, στη βία της κυριαρχικότητας, στη σωματική βία, στη βία του συναισθήματος, αλλά και στη βία του βλέμματος και των συμβόλων. Πραγματικότητες ανέραστες, αντιδημιουργικές και ως εκ τούτου άκρως αντι-ανθρωπιστικές, που αποκαλύπτουν το «πρόσωπο του τέρατος», αλλά και τον «φόβο μήπως το συνηθίσουμε». «Από την ώρα που ο Φραγκεστάϊν γίνεται στόλισμα νεανικού δωματίου», γράφει ο Μάνος Χατζιδάκις, «ο κόσμος προχωράει μαθηματικά στην εκμηδένισή του. Γιατί δεν είναι που σταμάτησε να φοβάται, αλλά γιατί συνήθισε να φοβάται».

Και όλα αυτά κάτω από το ένδυμα  μιας κάποιας δήθεν ευλάβειας, «επιζήμιο», την ονομάζει ο άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας, η οποία κρύβει τα σημάδια του μεσσιανισμού και του λαϊκισμού, ενός ακραίου παραλογισμού, που προσπαθεί να επιβάλλει τη νέκρωση του σώματος της Εκκλησίας. Ενός παραλογισμού, που παλεύει να εξαφανίσει με μιας τα πολύτιμα ενός τρόπου, ο οποίος γεννήθηκε στη φάτνη και αναπτύχθηκε εντός της Εκκλησίας με αγώνες αιμάτινους απέναντι στις πολύτροπες προκλήσεις του καιρού, αιρετικές και άλλες. Ενός παραλογισμού,  ο οποίος ναρκισσευόμενος δεν μπορεί να κοιτάξει έξω από τον κλειστό του εαυτό. Ενός παραλογισμού ανασφαλούς, με εμφανή τα σημάδια της έλλειψης αυτοσυνειδησίας, ο οποίος προκειμένου να αυτοεπιβεβαιωθεί επιτίθεται μετά μανίας στους πάντες και τα πάντα. Κάθε διαφορετική άποψη είναι αιρετική, ο κάθε διαφορετικός είναι αιρετικός, μασόνος, οικουμενιστής, ισλαμολάγνος, διαπλεκόμενος, άπιστος, εχθρός της Εκκλησίας. Και έτσι, φτάσαμε στο σημείο να θεωρούμε καινοτομία και μεγάλη αμαρτία τη συνοδικότητα, την οικουμενικότητα, τη φιλανθρωπία, τον διάλογο, το αγκάλιασμα των τσαλακωμένων του κόσμου, την κοινοτικότητα, την κοινωνικότητα, την κινητικότητα, την οποιαδήποτε συνάντηση με αυτό που δεν είμαστε. Στ’ αλήθεια φτάσαμε στο σημείο να θεωρούμε αμαρτία την ίδια τη σάρκωση∙ εκείνο δηλαδή το μυστήριο που διά του αδειάσματος του εαυτού αφήνει χώρο για την πρόσληψη του άλλου. Θέλουμε θαύματα, αλλά ξεχνούμε ότι η προϋπόθεση για να περπατήσει κανείς στα κύματα, είναι η συνάντηση με τον ελάχιστο αδελφό, την πόρνη, τον ληστή και τον τελώνη.

Ξεχνούμε επίσης ή αγνοούμε παντελώς, πως εκεί έξω, βρίσκεται ένας κόσμος σε αναμονή. Ένας κόσμος που θέλει να δει την Ορθόδοξη Εκκλησία να νοηματοδοτεί τη ζωή και μαζί με τις άλλες Θρησκείες να αποτελούν τον αγαπητικό αρμό συγκρότησης  των κοινωνιών που διαλύονται. Ένας κόσμος κουρασμένος από εξουσιαστικότητες και εξουσιαστές, από επαρκείς και δυνατούς. Ένας κόσμος τραυματισμένος από την αφιλία.

Και ερωτώ. Είμαστε έτοιμοι σήμερα για ένα τέτοιο εσωτερικό και εξωτερικό «μαζί». Είμαστε έτοιμοι για την άρνηση του ετεροπροσδιορισμού. Να σταματήσουμε επιτέλους να λέμε τι δεν είμαστε και να πούμε τι είμαστε, ποιοι είμαστε και γιατί υπάρχουμε; Μήπως, τελικά, μετά από τόσα χρόνια επιμονής στην παρουσία μιας αλήθειας γεμάτης επάρκεια και δύναμη, πρέπει να αναζητήσουμε τη λύση στην αυτοπαράδοσή μας στην αλήθεια ενός αδύναμου και ανεπαρκούς απέναντι στην εξουσία και την εξουσιαστικότητα Χριστού, στην αλήθεια ενός Θεού «ανυπερήφανου[6]», όπως λέγει ο μεγάλος ποιητής Συμεών ο Νέος Θεολόγος;  Μήπως ήλθε ο καιρός να παραδεχτούμε επιτέλους, πως η προσέλευσή μας στην ενότητα της εμπειρίας της πίστης δεν αρνείται, πολύ περισσότερο δεν μηδενίζει τις διατυπώσεις και τους όρους της πίστης, αλλά καλεί σε μια υπέρβασή τους, τουτέστιν σε μια οριστική κατάφαση στο γεγονός που θέλει τη δύναμη των ονομάτων να ηττάται από τη σημασία του αφράστου αγαθού[7]; Μήπως μια τέτοια παραδοχή της ήττας μάς επιτρέπει να έχουμε το νου μας στον Άδη και να μην απελπιζόμαστε;

Ερχόμαστε από  μια ιστορία, την ιστορία της θείας οικονομίας, εντός της οποίας τα πρόσωπα του Χριστού, της Παναγίας, των προφητών, των πατριαρχών και των αγίων χάραξαν πορεία επαναστατική, πορεία αντίστασης στη διαίρεση και το μαρασμό. Ερχόμαστε από την τολμηρή πλευρά της ιστορίας και έχω την αίσθηση, πως είναι  τούτα  τα τολμήματα του παρελθόντος, που σήμερα δεν επιτρέπουν την υποχώρηση, αλλά επιβάλουν το σάλπισμα μιας ωφέλιμης ήττας. Την ομολογία μιας αναστάσιμης ήττας, που θα αποβάλλει την αμαρτία της σκληρότητας, θα αναδείξει ως τελικό όριο το πρόσωπο του κάθε άλλου και προβάλλοντας την ποιητική ευαισθησία της αγιότητας θα επιτρέψει στα μέλη της Οικουμενικής Εκκλησίας των Ορθοδόξων να ζουν με τον πόνο που προκαλεί η αναπηρία ενός ανθρώπινου σώματος και την ελπίδα της φυσιολογίας  ενός δέντρου, τα κλαδιά του οποίου δε μαράθηκαν, αλλά κλαδεύτηκαν από τον Θεό της αγάπης μήνα Φεβρουάριο για ν’ ανθίσουν αναστάσιμα την Άνοιξη.

Ένας σπουδαίος ιεράρχης, ο μακαριστός Μητροπολίτης Χαλκηδόνος κυρός Μελίτων, αντιμέτωπος με αντίστοιχα προβλήματα της εποχής του, έγραφε σχετικά, στο προφητικό του κείμενο, με τίτλο Λόγος εις την υποκρισίαν: «Δεν είναι δυνατόν η Εκκλησία, και μάλιστα η Ορθόδοξος, η δική μας Εκκλησία, να νοηθή ως άσχετη προς τη ζωή, προς τους καιρούς, προς την αγωνίαν αυτής της ώρας, προς τα φλέγοντα προβλήματα αυτής της στιγμής, απλώς ως πόλις επάνω όρους κειμένη και θεωρούσα τα περί αυτήν. Ως Εκκλησία είμεθα εμπεπλεγμένοι εις την πορείαν του γένους των ανθρώπων, εις την μεγάλην αυτήν περιπέτεια, που ονομάζεται Ιστορία, άγουσα εις την τελείωσιν των εσχάτων. Υποκρινόμενοι την χθες, απουσιάζομεν από την σήμερον και η αύριον έρχεται άνευ ημών. Ομιλών εις την 4ην Πανορθόδοξον Διάσκεψιν της Γενεύης, είχον ειπεί: “Η χθες παρήλθε προ πολλού, ούτε καν την σήμερον ζώμεν, μας προέλαβεν η μεθαύριον”. Το επαναλαμβάνω αυτό σήμερον εντονώτερον. Διότι είναι η πέραν της αυτάρκους υποκρισίας αλήθεια, η απλή, η ευκολωτέρα αντιμετώπισις των προβλημάτων είναι να τα χλευάση και να τα κατακρίνη κανείς και να αντιπαρέλθη, όπως ο Ιερεύς και ο λευΐτης της Σαμαρειτικής παραβολής. Αλλά η πληγή είναι εδώ και κράζει […] Άν όλοι οι μικρόνοες, όλοι οι εθελοτυφλούντες, όλοι οι παρελθοντολόγοι και εγκαυχώμενοι δια την αρετήν της εποχής των συνωμοτήσουν, δια να κατακρίνουν όλα αυτά τα πράγματα, η Εκκλησία έχει χρέος να σταθή με θεανδρικήν κατανόησιν, ενανθρωπιζομένη όπως ο Κύριος της εν μέσω ενός νέου κόσμου, πού έρχεται μακρόθεν, και να ακούση αυτή την αγωνιώδη κραυγήν, πού αναπηδά από όλα αυτά τα θεωρούμενα από μας έξαλλα πράγματα. Κάτι έχει να μας πή με όλα αυτά τα φαινόμενα αυτός ο κόσμος, που έρχεται νέος εις το προσκήνιον της Ιστορίας». Και κατέληγε αναρωτώμενος: «είμεθα Εκκλησία Χριστού συνεχώς ενανθρωπιζομένη, συνεχώς μεταμορφουμένη και συνεχώς μεταμορφώνουσα;»[8].

Και κάτι τελευταίο, με αφορμή όλον αυτόν τον Ορθόδοξο παραλογισμό για τον οποίο προ ολίγου σας μίλησα. Δεν είναι λίγοι εκείνοι σήμερα που  μετ’ επιτάσεως  ρωτούν και να ξαναρωτούν: «τι γυρεύει η αλεπού στο παζάρι;». Μάλιστα όσο περνά ο καιρός οι φωνές πληθαίνουν και γίνονται  πιο δυνατές. Πρόκειται για ένα ισχυρό ρεύμα το οποίο πιστεύει ότι η Εκκλησία δεν μπορεί να έχει δημόσιο λόγο, διότι αφορά αποκλειστικά και μόνο τη σφαίρα του ιδιωτικού. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι αυτή είναι μια απάντηση σε όλους εκείνους που χρόνια τώρα ταυτίζουν την Εκκλησία με τον κρατικό μηχανισμό και την εξουσιαστικότητα. Οφείλω, όμως, με έμφαση να σημειώσω,  ότι η φύση της Εκκλησίας είναι πολιτική και μαζί αντιεξουσιαστική. Δεν μπορεί να ταυτίζεται με κρατικούς μηχανισμούς, αλλά και δεν μπορεί να περιθωριοποιηθεί, δεν μπορεί να εξοριστεί από τη δημόσια πλατεία, η οποία αποτελεί το χώρο παρουσίας και δράσης της.

Μακαριώτατε, σεβασμιώτατοι, σεβαστοί πατέρες.

Η Εκκλησία δεν είναι η   αλεπού της Ιστορίας, αλλά εκείνη η δημιουργική υπόσταση που μπορεί να τη μεταμορφώσει και να την αγιάσει. Αυτό οφείλουμε να το φωνάξουμε όλοι δυνατά.

[1] Βλ. Περί Θείων Ονομάτων 4, 7, PG 3, 704 Α.

[2] Άσμ. 8, 6-7: «Θες με ως σφραγίδα επί την καρδίαν σου, ως σφραγίδα επί τον βραχίονά σου∙ ότι κραταιά ως θάνατος αγάπη, σκληρός ως άδης ζήλος∙ περίπτερα αυτής περίπτερα πυρός, φλόγες αυτής∙ ύδωρ πολύ ου δυνήσεται σβέσαι την αγάπην».

[3] Τ. Πατρίκιος, Μαθητεία Ξανά, Αθήνα 1991, σ. 93.

[4] Κυρίλλου Αλεξανδρείας, Κατά ανθρωπομορφιτών, εισαγωγή – σχόλια Χρυσόστομου Σταμούλη, μετάφραση Γεωργίας Ροδινού – Χρυσόστομου Σταμούλη, εκδ. Το Παλίμψηστον, Θεσσαλονίκη 1993, σ. 199.

[5] Κ. Δημουλά, Γιαλό γιαλό.

[6] Συμεών του Νέου Θεολόγου, Ευχαριστία…: «Ούπω έγνων ότι συ υπάρχεις ο ανυπερήφανος Θεός μου και Κύριος. Ούπως γαρ φωνής σου ηξιώθην ακούσω, ίνα γνωρίσω σε, ούπω ης είπων μοι μυστικώς ότι “Εγώ ειμι”».

[7] Γρηγορίου Νύσσης, Εις το Άσμα Ασμάτων…: «…ο δε παντός γνωριστικού χαρακτήρος εξώτερος αεί ευρισκόμςνος πώς αν δια τινος ονοματικής σημασίας περιληφθείη; Τούτου χάριν επινοεί μεν παντοίων ονομάτων δύναμιν εις την του αφράστου αγαθού σημασίαν ηττάται δε πάσα φραστική λόγου δύναμις και της αληθείας ελάττων ελέγχεται […] επινοούσα φωνάς ενδεικτικάς της αφράστου μακαριότητος […] και ο μέγας Δαβίδ μυρίοις ονόμασι το θείον καλών και ηττάσθαι της αληθείας ομολογών».

[8] Μητροπολίτου Γέροντος Χαλκηδόνος Κύρου Μελίτωνος, Λόγος εις την υποκρισίαν,  Λόγοι και Ομιλίαι, επιμέλεια διάκονος Ανδρέας Νανάκης, εκδ. Πανσέληνος, Άγιον Όρος 1991, σσ. 86-89.

Ομιλία στην πανθρακική ιερατική Σύναξη των τεσσάρων Μητροπόλεων της Θράκης υπό τον Μακαριώτατο Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και Πάσης Ελλάδος κ. κ. ΙΕΡΩΝΥΜΟ τον Β΄, (Αλεξανδρούπολη 6 Ιουλίου 2016).

ΠΗΓΕΣ

antidosis ~ Χρυσόστομος Σταμούλης

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥΠΟΛΕΩΣ

Ο πόλεμος των πολιτισμών και η Ελλάδα

Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΑΡΑΜΠΕΛΙΑ

Ο Σάμιουελ Χάντιγκτον πριν εικοσιπέντε χρόνια μιλούσε ήδη για έναν «πόλεμο των πολιτισμών», που τείνει να διαιρέσει ακόμα και με ποταμούς αίματος τον σύγχρονο κόσμο, υποκαθιστώντας εν μέρει ή εν όλω τις ιδεολογικές ή τις πολιτικο-κοινωνικές αντιπαραθέσεις. Το βιβλίο του Χάντιγκτον κυκλοφόρησε αμέσως μετά την ειρηνιστική αυταπάτη του Φουκουγιάμα για το «Τέλος της Ιστορίας» ως ο αντίποδάς του. Ο Φουκουγιάμα υμνούσε τον ενιαίο μονοπολικό κόσμο που αναδυόταν μετά την κατάρρευση του Σοβιετικού στρατοπέδου,  και την εποχή της παγκοσμιοποίησης, ενώ ο αντι-πολυπολιτισμικός Χάντιγκτον διέβλεπε την τεράστια σημασία των πολιτισμικών συγκρούσεων, που απειλούν με ρηγματώσεις την παγκοσμιοποίηση.

Τότε λοιπόν σηκώθηκε μια τεράστια κατακραυγή εναντίον του, τόσο στις χώρες της Δύσης όσο και στην Ελλάδα.

Ο Χάντιγκτον, ο οποίος ήταν ένας συντηρητικός συστημικός Αμερικανός συγγραφέας, επικρίθηκε έντονα τόσο από τους γνωστούς διανοουμένους της πολυπολιτισμικής παγκοσμιοποίησης, κατ’ εξοχήν της μπλερικής και της γαλλικής «χαβιαροαριστεράς», όσο και  από την ελληνική διανόηση. Και αυτό, διότι, για να δικαιολογήσει και την επίθεση της Δύσης εναντίον της Σερβίας, που βρισκόταν τότε σε πλήρη εξέλιξη, έβαζε στο ίδιο τσουβάλι τον ισλαμικό πολιτισμικό χώρο με τον… ορθόδοξο. Η Ελλάδα η Σερβία  και η Ρωσία, για τον Χάντιγκτον δεν ανήκουν στην Ευρώπη, και συνιστούν έναν διαφορετικό πολιτισμό, τον ορθόδοξο, όπως και ο ισλαμικός. Κατά συνέπεια η Δύση πρέπει να οργανωθεί αποκλείοντας τον ορθόδοξο χριστιανικό χώρο, όσο και τον μουσουλμανικό.

Μάλιστα επειδή εκείνη την περίοδο η επίθεση κατά της ορθόδοξης Σερβίας γινόταν σε συμμαχία με τους μουσουλμάνους ενώ και στο Αφγανιστάν ήταν πρόσφατη η συμμαχία μεταξύ ισλαμιστών και Αμερικανών εναντίον των Ρώσων, γι’ αυτό και το κέντρο βάρος έμπαινε στην Ορθοδοξία και όχι στο Ισλάμ!

Η μοιραία υποτίμηση της αντίθεσης με το Ισλάμ φάνηκε την ίδια περίοδο με την ευκολία με την οποία ο Μπους ο πρεσβύτερος  επιτέθηκε στο Ιράκ του Σαντάμ Χουσεϊν, διαλύοντας ένα ισχυρό κοσμικό αραβικό κράτος, εμπόδιο στον φονταμενταλισμό. Οι Ισραηλινοί έκαναν το ίδιο στην Παλαιστίνη ενισχύοντας τους Αδελφούς Μουσουλμάνους και τη Χαμάς εναντίον του Αραφάτ και της Φατάχ.

Στις 11 Σεπτεμβρίου του 2001, στη Νέα Υόρκη και στο Πεντάγωνο, καταδείχτηκε περίτρανα ποιο ήταν το βασικό διακύβευμα. Η σύγκρουση του σουνιτικού Ισλάμ, κατ’ εξοχήν με τη Δύση, αλλά όχι μόνο με αυτή, αλλά με το σύνολο του χριστιανικού κόσμου (τους Σέρβους, τους Ρώσους, κ.λπ.), ακόμα και με τους ετερόδοξους μουσουλμάνους (τους σιϊτες) ήταν το αντικείμενο αυτού του πολέμου.  Και η Δύση απάντησε και αυτή με τα όπλα ενός πολέμου των πολιτισμών. Εξόντωση του Σαντάμ, εισβολή στο Αφγανιστάν, διάλυση της Συρίας και της Λιβύης, και κατά συνεπεία πλήρης απελευθέρωση του βαθύτερου ισλαμικού υποβάθρου των μουσουλμανικών λαών, ως έσχατο ταυτοτικό καταφύγιο τους.

Έκτοτε, χρόνο τον χρόνο, αυτός ο πόλεμος διεξάγεται σε όλο και περισσότερα πεδία. Από την Αλ Κάϊντα, στον Ισλαμικό Στρατό, και από την σύγκρουση μηχανισμών στη ανοικτή σύγκρουση πολιτισμών. ΟΙ τρομοκράτες που ανατίναξαν τους δίδυμους πύργους ανήκαν σε μια συνωμοτική οργάνωση και είχαν εκπαιδευτεί για να ολοκληρώσουν το έργο τους. Ακόμα και στο Μπατακλάν ή τις Βρυξέλλες επρόκειτο για οργανωμένους πυρήνες, σε άμεση διασύνδεση με το Ισλαμικό Κράτος. Όμως στη Γερμανία ή ακόμα περισσότερο στη Γαλλία, τόσο στη Νίκαια όσο  και στη Ρουέν, πλέον η άμεση σχέση με το Ισλαμικό Κράτος είναι όλο και πιο μακρινή και οι τρομοκράτες δρουν χωρίς εξοπλισμό και εκπαίδευση και χτυπούν πλέον και τα θρησκευτικά σύμβολα του «αντιπάλου», εκκλησίες και ιερείς.

Δηλαδή η ισλαμική τρομοκρατία τείνει να αποκτήσει ως δυνητική βάση στρατολογίας, τους μουσουλμάνους που ζουν στις δυτικές κοινωνίες και αντλεί από αυτούς στοιχεία περιθωριακά, προβληματικά ή παρανοϊκά, τα οποία στρατεύονται στις πιο αποτρόπαιες τρομοκρατικές ενέργειες. Και στον βαθμό που μόνο στη δυτική Ευρώπη ζουν δεκαπέντε ή είκοσι εκατομμύρια μουσουλμάνων, και στη Ρωσία άλλα τόσα, γίνεται κατανοητό πως το αδιέξοδο θα τείνει να επεκταθεί. Διότι προφανώς στην Ευρώπη θα ενισχυθεί ο γενικευμένος φόβος και ή δυσπιστία έναντι των μουσουλμάνων γενικά, θα γενικευθούν οι ξενοφοβικές συμπεριφορές, και θα εκτιναχτούν τα ακροδεξιά κόμματα. Οι μουσουλμάνοι θα  κλειστούν περισσότερο στο θρησκευτικό καβούκι τους και κατά συνέπεια  η σύγκρουση θα διαιωνιστεί.  Η πρόβλεψη του Χάντιγκτον θα γνωρίσει μια εφιαλτική επαλήθευση.

Μπορεί να υπάρξει απάντηση σε αυτό τον πόλεμο;

Είναι προφανές πως οι λύσεις αποτελούν ένα σύνολο και θα πρέπει να εκτυλιχθούν σε βάθος χρόνου. Η καταστολή και η αστυνόμευση της λεγόμενης «ριζοσπαστικοποίησης» των νεαρών μουσουλμάνων, και των ανεξέλεγκτων τζαμιών είναι μεν αναγκαία αλλά όχι αρκετή. Πριν από όλα οι δυτικές δυνάμεις θα πρέπει να πάψουν να επεμβαίνουν στις μουσουλμανικές χώρες, αφού πρώτα βέβαια απολυμάνουν όλο το πύον που άφησαν σε αυτές, δηλαδή το Ισλαμικό Κράτος. Αντί να συνεχίζουν να μεταφέρουν πληθυσμούς προς εκμετάλλευση στα εργοστάσια και τις πόλεις τους, όπως έκανε η «πονόψυχη» κυρία Μέρκελ, να ενισχύσουν τις παραγωγικές δομές στις χώρες από όπου έρχονται οι μετανάστες.

Όσο για τους μουσουλμάνους, θα πρέπει με τη σειρά τους να «απαγορεύσουν» τη μεταβολή της θρησκευτικής πίστης σε πρωταρχικό στοιχείο της πολιτικής ταυτότητάς τους, δηλαδή σε ισλαμισμό. Θα πρέπει να βαδίσουν στον αντίποδα του δρόμου που ακολουθεί… η Τουρκία με τον Ερντογάν. Μετά το κύμα της μεγάλης ισλαμοποίησης, μπροστά στα αδιέξοδά της, που οδηγεί σε αλληλοσφαγή μεταξύ των ίδιων (π. χ., μεταξύ σουνιτών και σιϊτών) θα πρέπει  να θέσουν τέλος σε αυτή την αδιέξοδη επιλογή.

Τέλος, ως προς τα οίκου μας. Είναι προφανές πως η ασύγγνωστη ελαφρότητα με την οποία  η ελληνική κυβέρνηση και η ελληνική αριστερά σχεδόν στο σύνολό της, αντιμετωπίζει το προφυγικό και το μεταναστευτικό ζήτημα κινδυνεύει να μεταφέρει και στην Ελλάδα – μια χώρα των συνόρων μεταξύ των πολιτισμών – μια σύγκρουση πλανητικών διαστάσεων, στην οποία εμείς δεν έχουμε οποιαδήποτε ανάμιξη.

Η αύξηση των προσφυγικών/μεταναστευτικών πληθυσμών σε συνθήκες –υποχρεωτικά– αποξένωσης και ταλαιπωρίας, δημιουργεί αναπόφευκτα –έστω και σε λίγους από αυτούς– αισθήματα μίσους και διαχωρισμού με τους ντόπιους. Αυτό δε συνοδεύεται με την παρουσία μιας μουσουλμανικής μειονότητας, την οποία υποδαυλίζει συστηματικά η Τουρκία, εναντίον της Ελλάδας.

Κατά συνέπεια είναι υπαρκτός ο κίνδυνος να εμφανιστεί, ακόμα και υποκινούμενος από τον νέο-οθωμανισμό, ή ακόμα και από άλλους μικρότερους άσπονδους γείτονές μας, ένας εγχώριος φονταμενταλισμός. Επιπλέον, η δημιουργία τζαμιού στο κέντρο της Αθήνας, κάτω από σαουδαραβική διαχείριση(!), με τις εντάσεις και τις συγκρούσεις που αναπόφευκτα θα επιφέρει, αποτελεί την καλύτερη συνταγή για τη μεταβολή του σε χώρο θρησκευτικού και πολιτισμικού μίσους.

Προφανώς, λοιπόν, πρέπει να λύσουμε το ταχύτερο δυνατό το προσφυγικό/μεταναστευτικό πρόβλημα, με την  άμεση επιστροφή των παράτυπων μεταναστών στις χώρες τους, την αποτελεσματική φύλαξη των συνόρων, (οι προσπάθειες να αποτραπεί η είσοδος πολιτικών φυγάδων από την Τουρκία το αποδεικνύει ότι είναι εφικτή)  – και την άμεση αποστολή των προσφύγων στις χώρες που έχουν συμφωνήσει να τους δεχτούν. Αν αρχίσει να οξύνεται και στη χώρα μας ο «πόλεμος των πολιτισμών» δεν υπάρχει επιστροφή.

ΠΗΓΕΣ

Άρδην

Ο Θεός παραφρόνησε;

Του ΤΑΚΗ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΥ

Ο ένας νοικιάζει μια νταλίκα και σκοτώνει όποιον βρεθεί στον δρόμο του. Ο άλλος κυκλοφορεί με τρακόσια φυσίγγια και κλείνει ραντεβού μέσω ιστοσελίδας κοινωνικής δικτύωσης για να σκοτώσει. Ένα μαχαίρι φτάνει για να κόψει ο τρίτος την καρωτίδα του ιερέα στην εκκλησία της Νορμανδίας. Διάγνωση: ο ένας είναι παράφρων, ο δεύτερος ήταν σιίτης, άρα δεν έχει σχέση με το Ισλαμικό Κράτος, ο τρίτος όμως φώναζε το όνομα του ISIS καθώς ορμούσε μες στον ναό. Καθημερινότητα της δυτικής Ευρώπης, καθημερινότητα και του αραβικού κόσμου ακόμη. Εκεί τα θύματα της τρομοκρατίας δεν μπορούν να μετρηθούν.

Οι δυτικές χώρες μπορούν ακόμη να εκπλήσσονται. Κάτι είναι κι αυτό. Ζητούνται ευθύνες απ’ την αστυνομία στη Νίκαια, ο υπουργός Εσωτερικών της Γαλλίας απολογείται, ο πρόεδρος Ολάντ τον καλύπτει. Στη Γερμανία συνεδριάζει το συμβούλιο ασφαλείας της χώρας. Μήπως πρέπει να δοθούν περισσότερα μέσα στην αστυνομία; Μήπως το παρακάναμε με την ελεύθερη μετακίνηση; Ρωτήστε όσους ψήφισαν Brexit και στήθηκαν ώρες στην ουρά για να περάσουν το Κανάλι. Ευτυχώς εμείς εδώ δεν έχουμε τέτοια προβλήματα. Η Ελλάδα, ως περίπου ευρωπαϊκή χώρα, μεθοριακός σταθμός του Δυτικού Πολιτισμού, προς το παρόν ασχολείται με την απλή αναλογική και την κατασκήνωση των No Border Αλληλέγγυων.

Οι θιασώτες του πολιτισμικού σχετικισμού συνεχίζουν να υποστηρίζουν τη θεωρία της πολυπολιτισμικότητας. Η θεωρία πάνω απ’ όλα. Οταν έχεις φτάσει να κατασκευάσεις ένα θεωρητικό σχήμα, όταν έχεις φάει τη ζωή σου στο πανεπιστήμιο για να το διδάσκεις, όταν η πνευματική ζωή στην Ευρώπη, αλλά και στις ΗΠΑ, τις τελευταίες δεκαετίες αρδεύεται από τον σχετικισμό, πώς να δεχθείς ότι η πραγματικότητα έχει την αναίδεια να σε διαψεύδει; Ο πολιτισμικός σχετικισμός έχει γίνει η θρησκευτική πίστη των ελίτ της Δύσης. Και τα συμπαρομαρτούντα, τα κοινωνιολογικά και οικονομικά κίνητρα. Οταν όλοι οι πολιτισμοί είναι ίδιοι, οι άνθρωποι συμπεριφέρονται με τον ίδιο τρόπο αν δεν τους χωρίζουν οι κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες.

Και η θρησκεία; Μα για τους άθεους, τους σοβαρούς διανοούμενους του κόσμου τούτου, όλες οι θρησκείες είναι ισότιμες, όπως και όλοι οι πολιτισμοί. Και γιατί δεν σκοτώνουν χριστιανοί ή Εβραίοι στο όνομα του δικού τους Θεού, κι ας είναι άποροι, αποκλεισμένοι κοινωνικά ή ψυχασθενείς; Το έκαναν οι χριστιανοί με τις Σταυροφορίες και τους θρησκευτικούς πολέμους που αιματοκύλισαν την Ευρώπη. Μόνο που μας χωρίζουν κάτι αιώνες Ιστορίας από τότε. Και απαντά ο μειλίχιος διανοητής: Κάποια στιγμή θα φτάσει και το Ισλάμ στα δικά μας επίπεδα ανοχής. Και δεν είναι έτσι όλο το Ισλάμ. Συμφωνώ απολύτως: μόνο που το Ισλάμ παράγει τρομοκρατία στο όνομα του Θεού του. Και στόχος της είναι η Δύση.

Υπάρχει μια δόση σχεδόν θρησκευτικού φανατισμού σε όλες τις μορφές τρομοκρατίας. Ακόμη και οι βλαμμένοι δικοί μας που μιλούσαν στο όνομα της επανάστασης τον είχαν. Στην περίπτωση της Τζιχάντ το κίνητρο, τουλάχιστον το ομολογημένο, είναι η θρησκεία. Η παραφροσύνη είναι ο καταλύτης.

Πολιτισμική αφέλεια; Αν η Δύση δεν παραδεχθεί ότι ο πόλεμος που της κηρύχθηκε είναι πολιτισμικός, θα βυθίζεται όλο και περισσότερο στην κινούμενη άμμο του τρόμου. Και ο πανικός θα φέρει τον λαϊκισμό στην εξουσία, τη δυτική εκδοχή του παράφρονος Θεού της Τζιχάντ.

ΠΗΓΗ

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΑΛΕΤΑΣ – ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΚΑΡΙΜΠΑΣ. Ιδεολογικά παράλληλα στην Επανάσταση του 1821

Γράφει ο Α. Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ

ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ [1]

Κυρίες και κύριοι πριν σας ξεδιπλώσω τη σκέψη μου για την ιδεολογική, σε ότι αφορά στην Επανάσταση του 1821, σχέση του Γιώργου Βαλέτα με τον Γιάννη Σκαρίμπα, επιτρέψτε μου λίαν συντόμως να καταθέσω μια δοκιμή αυτοβιογραφίας. Η γνωριμία μου με τα κείμενα του Γιώργου Βαλέτα και του Γιάννη Σκαρίμπα ξεκινά από τα χρόνια που ήμουν μαθητής στο Εκκλησιαστικό Λύκειο Λαμίας. Στις αρχές της δεκαετίας του ΄80 είχα την τύχη να έχω έναν φωτισμένο φιλόλογο καθηγητή, τον Νίκο Αναγνωστόπουλο, που κατά την ώρα διδασκαλίας του μαθήματος της Ιστορίας, καταργώντας πολλές φορές το διδακτικό εγχειρίδιο, μυούσε εμένα και πολλούς συμμαθητές μου στη μελέτη ιδιαίτερα ριζοσπαστικών κειμένων που σχετίζονται με την εποχή της Τουρκοκρατίας, ανατρέποντας πολλές φορές όσα μέχρι τότε γνωρίζαμε για πρόσωπα και γεγονότα της μακρόχρονης σκλαβιάς μας στον Τούρκο δυνάστη. Τέτοια κείμενα προέρχονταν από τη γραφίδα του Γιώργου Βαλέτα και του Γιάννη Σκαρίμπα. Ασχέτως κι αν οι μετέπειτα σπουδές μου στο γνωστικό αντικείμενο της Ιστορίας του Νέου Ελληνισμού, απομακρύνθηκαν απ’ αυτήν τη σκοπιά θεώρησης της παραπάνω περιόδου, ποτέ δεν σταμάτησα να εντρυφώ, όποτε οι περιστάσεις το ζητούν, στη σκέψη τους. Για όσους δεν γνωρίζουν τώρα τι συνιστούν τα κείμενα των δύο αυτών συγγραφέων και πως αυτά ερμηνεύουν την εθνική Παλιγγενεσία, ευθύς αμέσως θα προσπαθήσω να σας παρουσιάσω. Εξ’ ου και ο τίτλος της εισήγησής μου για ιδεολογικά παράλληλα στην Επανάσταση του 1821.

Ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΑΛΕΤΑΣ ΚΑΙ Ο ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΚΑΡΙΜΠΑΣ

ΩΣ ΙΣΤΟΡΙΚΟΙ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ ΤΟΥ 1821

Οι περισσότεροι ιστορικοί όταν γράφουν τις μελέτες τους παράγουν δύο είδη δημοσιευμάτων. Κι αυτό το κάμουν για να συμβάλλουν στον εμπλουτισμό της ιστορικής γνώσης, ο καθένας βέβαια, με το δικό του τρόπο. Τα είδη αυτά θα μπορούσαν να κατηγοριοποιηθούν ως εξής: επιστημονικά έργα (μονογραφίες, προσωπογραφίες, άρθρα), και έργα που απευθύνονται στο ευρύ κοινό, με σκοπό πάντα τα τελευταία να ανταποκρίνονται με τον καλύτερο δυνατό τρόπο στη διάδοση της ιστορικής γνώσης σ’ έναν κύκλο ανθρώπων των λαϊκών κυρίως στρωμάτων. Η άποψη ό,τι υπάρχει ριζική διάκριση ανάμεσα στις δύο παραπάνω πλευρές συγγραφής ιστορικών μελετών, μολονότι κατά το παρελθόν από κυρίαρχα ιδεολογικά ρεύματα, που με συνέπεια εκκολάπτονταν σε πολλές πανεπιστημιακές ιστορικές σχολές, σήμερα είναι ξεπερασμένη. Σ’ αυτήν την προοπτική ο ιστορικός χρόνος – εδώ αυτός που αναφέρεται στα πρόσωπα της Επανάστασης του 1821 – δεν μπορεί να είναι δεδομένος σ’ όποιον του υποκλίνεται ως ερευνητής του. Απεναντίας, χρησιμοποιώντας έναν μαθηματικό όρο, θα έλεγα ό,τι ο ιστορικός χρόνος είναι μια μεταβλητή, στην οποία με συνέπεια ο ιστορικός επάνω της μπορεί να οικοδομήσει τους στόχους της έρευνάς του, προκείμενου να μελετήσει και να ερμηνεύσει περιόδους του παρελθόντος με τις οποίες καταπιάνεται. Κι όχι μόνο να τις μελετήσει και να τις ερμηνεύσει, αλλά και να τις προσαρμόσει στο παρόν που ο ίδιος ζει. Αυτήν την τελευταία συνιστώσα την υπολογίζω ιδιαίτερα. Παρακάτω θα την επικαλεστώ, αποτιμώντας την ερμηνεία που δίνουν ο Γιώργος Βαλέτας κι ο Γιάννης Σκαρίμπας στην Επανάσταση του 1821 και τη μακρά διάρκεια των μηνυμάτων της μέχρι σήμερα.

Κατά συνέπεια, λοιπόν, και οι δυό τους, ο πρώτος γεννημένος το 1907 στην Άργενο Λέσβου, κορυφαίος γραμματολόγος και συγγραφέας, και ο δεύτερος γεννημένος το 1893 στην Αγία Ευθυμία Φωκίδας κι εγκατεστημένος από το 1915 στη Χαλκίδα, εργαζόμενος ως εκτελωνιστής – αξίζει εδώ να αναφέρω ό,τι ήταν απόγονος οικογένειας αγωνιστών του 1821 – είναι οι συγγραφείς που πέραν της ενασχόλησής τους με τη Λογοτεχνία, ο Βαλέτας ως γραμματολόγος κι ο Σκαρίμπας ως λογοτέχνης, καταπιάστηκαν και με τη συγγραφή ιστορικών μελετών για την Επανάσταση, οι οποίες για πολλούς ιστορικούς από τη δεκαετία του ‘40 και εξής χαρακτηρίστηκαν αιρετικές, μιας και με ιδιαίτερα αιχμηρό τρόπο καυτηριάζουν πρόσωπα και γεγονότα της εθνικής Παλιγγενεσίας, όπως λόγου χάριν οι κοτζαμπάσηδες, οι Φαναριώτες κι ο κλήρος.

Εδώ, ας μου επιτραπεί το εξής ερμηνευτικό σχόλιο. Είναι γεγονός ότι σήμερα στο χώρο της ιστορικής επιστήμης και έρευνας, το κυρίαρχο ιδεολογικό ρεύμα είναι γνωστό με τον όρο «αποδόμηση» του ιστορικού παρελθόντος. Πολλά πρόσωπα και γεγονότα, αυτά που κατά κύριο λόγο σχετίζονται με την εποχή της Τουρκοκρατίας, βρίσκονται στο στόχαστρο της ιστορικής έρευνας. Θυμίζω μερικά: ο μύθος του Κρυφού Σχολειού, ο μύθος του χορού του Ζαλόγγου, κ.λπ. Πρωτεργάτες ετούτης της νοοτροπίας αποδόμησης, ουκ ολίγοι ιστορικοί, σπουδασμένοι οι περισσότεροι σε πανεπιστημιακές σχολές Ιστορίας, Κοινωνικής Ανθρωπολογίας, Κοινωνιολογίας στην Εσπερία και, βέβαια, γοητευμένοι οι περισσότεροι από τα προτάγματα του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού και της Γαλλικής Επανάστασης. Το αποτέλεσμα αυτής της τάσης στη σημερινή ιστορική επιστήμη είναι η προσπάθεια αναθεώρησης και το ξαναγράψιμο ζητημάτων γύρω από την Επανάσταση. Οι τάσεις αυτές, εδώ και τρεις περίπου δεκαετίες κυριαρχούν στις περισσότερες πανεπιστημιακές σχολές Ιστορίας και δυστυχώς, οφείλω ως εκπαιδευτικός να το τονίσω αυτό, εντέχνως πολλοί προσπαθούν να περάσουν και στο χώρο της Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης. Το γεγονός με το βιβλίο της Ιστορίας της ΣΤ΄ Δημοτικού, γνωστό ως βιβλίο της κας. Ρεπούση είναι ενδεικτικό. Δεν είναι του παρόντος εδώ να αναμοχλεύσουμε τέτοια ζητήματα. Άλλωστε έχουν γραφτεί τόσα πολλά, αλλά υπέρ κι άλλα κατά, που όποιος στο μέλλον καταπιαστεί με τη μελέτη τους, έχω τη γνώμη ότι οφείλει αντικειμενικά να τα θεωρήσει και να τα αποτιμήσει.

Απόπειρες, όμως, διαφορετικής θεώρησης της ιστορικής γνώσης για την  Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, η οποία εμπερικλείει και την Επανάσταση του 1821 έχουν γίνει και στο απώτερο παρελθόν. Ξεκινώντας από τον γνωστό Γιάννη Κορδάτο και φτάνοντας μέχρι τη γενιά του Ομίλου Μελέτης του Νεοελληνικού Διαφωτισμού, με κορυφαίους νεοελληνιστές και ιστορικούς, τον Κ. Θ. Δημαρά, τον Άλκη Αγγέλου και τον Φίλιππο Ηλιού, η εικόνα που σχηματίζει κανείς μελετώντας το έργο όλων αυτών είναι κάπως παρόμοια με τη σημερινή σχολή αποδόμησης της νεότερης ιστορίας μας. Παρόμοια, όχι όμως ταυτόσημη. Και ευθύς αμέσως τεκμηριώνω την άποψή μου, προσαρμόζοντάς την στα έργα του Γιώργου Βαλέτα και του Γιάννη Σκαρίμπα. Πριν, όμως, σας ξεδιπλώσω περισσότερο τη σκέψη μου οφείλω με έμφαση εδώ να σημειώσω ό,τι σε καμιά περίπτωση ο Γιώργος Βαλέτας κι ο Γιάννης Σκαρίμπας δεν μπορούν όχι μόνο να ταυτιστούν, αλλά ούτε να συγκριθούν με την σημερινή ομάδα ιστορικών αποδόμησης του άμεσου ιστορικού μας παρελθόντος. Ο λόγος, νομίζω, ότι είναι προφανής: ο Γιώργος Βαλέτας κι ο Γιάννης Σκαρίμπας υπήρξαν αγωνιστές της ελευθερίας του λαού μας, συνάμα και φλογεροί πατριώτες. Θα ήταν βεβήλωση να τους ταυτίσει κανείς με νοοτροπίες που θέλουν την Ιστορία της Τουρκοκρατίας και της Επανάστασης του 1821 να τη γράφουν «γενιτσαραγάδες». Κι αυτό γιατί η δημιουργία της ιστορικής γνώσης εν πολλοίς εξαρτάται από το είδος των ερωτημάτων που ο ιστορικός θέτει για το παρελθόν, σε συνάρτηση βέβαια, με την εκπαίδευσή του, τα ενδιαφέροντά του και τις ιδεολογικές ροπές που κυριαρχούν στην εποχή του. Αυτή η διαφορετικότητα των «ιστορικών βλεμμάτων», δεν με παρεμποδίζει καθόλου να υποστηρίξω το γεγονός ό,τι για την Επανάσταση του 1821 ο Γιώργος Βαλέτας, κυρίως μέσα από τα βιβλία του: Το προδομένο Εικοσιένα και την έκδοση της Ελληνικής Νομαρχίας, και ο Γιάννης Σκαρίμπας μέσα από δύο βιβλία του: Το 1821 και η Αλήθεια, και Το 1821 και η Αριστοκρατία του, αποτίμησαν πρόσωπα και γεγονότα υπό τη σκιά της μαρξιστικής θεώρησης της Ιστορίας. Αν και έκαμαν ιδεολογική χρήση της Ιστορίας, ουδείς μπορεί να αμφισβητήσει το ιστορικό τους κριτήριο, ακόμα κι αν διαφωνεί μαζί τους. Και οι δύο στα τέσσερα παραπάνω έργα τους, επισημαίνουν τα κριτήρια που μας επιτρέπουν να διακρίνουμε την αλήθεια από το ψέμα. Υπό την προϋπόθεση ότι πατριωτικά και όχι αποδομητικά υπηρετούν την ιστορική επιστήμη. Αν λόγου χάριν ο Γιώργος Βαλέτας γράφει για προδομένο 1821, το κάμει διότι «το πραγματικό Εικοσιένα είναι παραχωμένο στις λαϊκές πηγές τους, που δεν μας παραδόθηκαν».

Στην ίδια τροχιά θεώρησης κινείται και Γιάννης Σκαρίμπας. «Αν ο μόνος σκοπός που αξίζει τον κόπο κανείς να γεννηθεί» γράφει στο 1821 και η Αλήθεια, «είναι η λευτεριά, και μόλις γεννηθεί του την υποθηκεύουν τα συμφέροντα, τι άλλο του απομένει αν όχι η επανάσταση;» Και συνεχίζει: «οι Τούρκοι δεν ήσαν οι χειρότεροι. Ο ελληνικός λαός δεν θάκανε την επανάσταση για να αποκαταστήσει πολιτικά τους κοτζαμπάσηδες. Οι λέγοντες ότι η Επανάσταση ήταν μόνο Εθνική, ή είναι αδιάβαστοι ή δεν μας λένε την αλήθεια». Ολόκληρη αυτήν την ιδεολογία ο Γιάννης Σκαρίμπας την τεκμηριώνει επικαλούμενος τα γραπτά του Γιάννη Κορδάτου και του Σμυρνιού λογοτέχνη Δημήτρη Φωτιάδη, που κι αυτοί ασχολήθηκαν με πρόσωπα και γεγονότα της Επανάστασης. Στο 1821 και η Αριστοκρατία του, από την αυστηρότατη κριτική του δεν θα γλιτώσουν ούτε οι λόγιοι, ούτε ο ανώτερος κλήρος, ούτε οι πολιτικοί της Επανάστασης.

Κυρίες και κύριοι

Τα έργα του Γιώργου Βαλέτα και του Γιάννη Σκαρίμπα για το 1821 ιδεολογικά είναι παράλληλα. Κατά συνέπεια το ιστορικό κριτήριό τους, οικειοποιημένο τη μαρξιστική θεώρηση της Ιστορίας, με πατριωτικό κατεξοχήν χαρακτήρα, επιδιώκει να αγγίξει την κοινή λαϊκή ματιά, ούτως ώστε αυτή αμερόληπτα να γνωρίσει και να κρίνει πρόσωπα και γεγονότα τα οποία συνέβαλαν στον αγώνα της εθνικής Παλιγγενεσίας. Για τον Γιώργο Βαλέτα πολλά μέχρι σήμερα έχουν γραφτεί. Αποτιμώντας συνολικά το έργο του, γραμματολογικό και ιστορικό, παρά τα λάθη που νεότεροι έχουν επισημάνει σε αυτό, όπως επί παραδείγματι η έκδοση των απάντων του Παπαδιαμάντη, ή ακόμη και η διαφορετική θεώρησή του για ζητήματα του πνευματικού βίου κατά την Τουρκοκρατία – αναφέρω επιγραμματικά εδώ τη μονόπλευρη κριτική που κάμει για τους αντιπάλους του γνωστού Διδασκάλου του Γένους Βενιαμίν Λεσβίου – δεν μπορεί να μην αναγνωρίσει σ’ αυτόν τον δρόμο που άνοιξε στην έρευνα σε εμάς τους νεότερους για τη διερεύνηση πολλαπλών ζητημάτων και της Λογοτεχνίας και της Ιστορίας. Το ίδιο συμβαίνει και με τον Γιάννη Σκαρίμπα. Υπ’ αυτήν την έννοια σημαντικά είναι αυτά που γράφει ο Π. Δ. Μαστροδημήτρης: «όταν διαβάζουμε έργα του Σκαρίμπα βρισκόμαστε μέσα σε έναν εξωλογικό, σε έναν ονειρικό χώρο, όπου ο ύπνος μας διακόπτεται από χτυπητές παραστάσεις, καμωμένες από ζωηρά και ανόμοια χρώματα, από παράξενες παρουσίες σκιών (ανθρώπων και ομοιωμάτων ανθρώπων)». Ετούτο τον εξωλογικό και ονειρικό χώρο μπορεί κανείς να τον δια-γνώσει αν διαβάσει και Το Προδομένο Εικοσιένα του Γιώργου Βαλέτα.

[1]Αποσπάσματα εισήγησης που έγινε στην Εσπερίδα για τον Γιώργο Βαλέτα, την οποία οργάνωσαν η Περιφερειακή Διεύθυνση Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Β. Αιγαίου και το Πειραματικό ΓΕ. Λ. Μυτιλήνης του Πανεπιστημίου Αιγαίου, (Αίθουσα Τελετών – 25 Ιουνίου 2016).

ΚΩΣΤΗΣ ΜΟΣΚΩΦ. Ένας αλπινιστής μιας ματωμένης επανάστασης που δεν τελείωσε

Γράφει ο ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ

“Τέλειες μέρες / Τέλειο δείλι / Ροβολούν οι πλαγιές γελαστές / Σ το παράκτιο μπαράκι οι φίλοι / Ανταμώνουν: /Ζυγώνουν γιορτές.

Μα που είν’ η Γκρέτα; / Η Κατερίνα; / Πως μακραίνουν της λίστας αυτής / Οι απόντες; / Μα που είν’ ο Ηλίας;” / Και ο Πανάγος και ο Μοσκώφ μου ο Κωστής;”

Διονύσης Σαββόπουλος, Ο Χρονοποιός.

Καλοκαίρι ήταν (29 Ιουνίου 1998) όταν “έφυγε” ο Κωστής Μοσκώφ. Αν κι από τότε έχουν περάσει δεκαοκτώ χρόνια, πολλοί είναι οι μελετητές που συνεχίζουν να αξιολογούν και να ερμηνεύουν το έργο του. Κι αυτό γίνεται διότι η πνευματική φιγούρα του Κωστή Μοσκώφ, του Θεσσαλονικιού κι Αλεξανδρινού συνάμα, του διανοούμενου κι οραματιστή, του ποιητή κι ιστορικού, του εραστή της καθ’ ημάς Ανατολής, παραμένει ακόμη ζωντανή σ΄ όποιον ως τρόπο ζωής κατανοεί την κληρονομιά του ελληνορθόδοξου πολιτισμού.

Γόνος εύπορης οικογένειας ο Κωστής Μοσκώφ γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1939 από πατέρα καπνέμπορο από τον Πόντο, τον Ηρακλή Μοσκώφ και μητέρα Ιταλίδα, την Αμίνα Αριγκόνι, κι αυτή γόνο της οικογένειας του αρχιτέκτονα κόντε Πιέρο ντ΄ Αριγκόνι, που καταγόταν από τους Ισπανοεβραίους της Αραγονίας. Με ανώτατες σπουδές σε Ελλάδα και Γαλλία, ο Κωστής Μοσκώφ υπήρξε ένας από τους πιο ρηξικέλευθους ιδεολόγους μαρξιστές που γνώρισε η Ελλάδα κατά τον 20ο αιώνα. Δημοσιογράφος, μορφωτικός ακόλουθος στην ελληνική πρεσβεία της Αιγύπτου, εκπρόσωπος του Ιδρύματος Ελληνικού Πολιτισμού στη Μέση Ανατολή, συγγραφέας, ποιητής και ιστορικός. Δίκαια τον χαρακτήρισαν «φορέα» του ελληνικού πολιτισμού στον αραβικό κόσμο και γενικότερα στη Μέση Ανατολή.

Ιδιαίτερος ήταν ο τρόπος με τον οποίο ο Κωστής Μοσκώφ αποτίμησε την Ορθοδοξία, παρότι του κολλήσανε τη ρετσινιά του «νεορθόδοξου». Την αγκάλιασε με σεβασμό, με το προφητικό και το μαρτυρικό της συνάμα στοιχείο, «το πριν το σώμα» των Ελλήνων μαρξιστών όπως ο ίδιος έλεγε. Η στροφή του αυτή, αν και κατά τη δεκαετία του ’80 με τον χριστιανο-μαρξιστικό διάλογο, εξέπληξε τον κόσμο της Αριστεράς, στηρίζονταν σε μια βασική αρχή: στον ελληνοκεντρισμό του, ο οποίος παρέμεινε ανοιχτός στον «Άλλο», στους άλλους, τους λαούς δηλαδή και τις εθνότητες της καθ’ ημάς Ανατολής, μακριά βέβαια από τους συνήθεις εθνικιστικούς τόνους. Γι’ αυτό ως μορφωτικός ακόλουθος έκαμε πράξη τη σύζευξη της ελληνικότητας με τις πολιτιστικές παραδόσεις των λαών της Μέσης Ανατολής.

Το διεισδυτικό συγγραφικό του έργο αποτελεί σπάνια παρακαταθήκη έναντι της σημερινής χαοτικής και εκβαρβαρισμένης «ελληνικότητας». Μελετώντας το κανείς αισθάνεται το μεθυστικό άρωμα που αποπνέει η οικουμενική ρωμηοσύνη. Αποκομίζει μια βαθιά μυσταγωγία για το αληθεύειν και κοινωνείν της κληρονομιάς της. Σπάει τα ερέβη του ορθολογιστικού υπάρχειν και κυοφορεί το θαύμα της εκθαμβωτικής παρουσίας του Προσώπου, πληρέστερα θεμελιώνουν στο λόγο της παράδοσης κι όχι στα άσαρκα ιδεολογήματα, που κατά καιρούς μας έρχονται από λογής – λογής γραικύλους και «προοδευτικούς» γραφιάδες. Μιας παράδοσης που ο αξέχαστος Ζήσιμος Λορεντζάτος στις Ρωμιές του νοηματοδοτεί με τα εξής ρωμαλέα λόγια: «στα γράμματα (αλλά και σε άλλες εκδηλώσεις κάθε πολιτισμού ανθρωπινού) δεν υπάρχει διαχωριστική γραμμή ανάμεσα σε πεθαμένους και ζωντανούς: και αυτό είναι παράδοση… Από την άποψη αυτή, εκείνο που λέμε ή ονομάζουμε πρωτοποριακό δεν υπάρχει. Είναι μια άπλερη φαντασία μας. Μονάχα η παράδοση υπάρχει πλέρια. Γιατί η παράδοση είναι η ζωή, και μάλιστα η ανώτερη φάση της ζωής που δεν ξεχωρίζει πεθαμένους από ζωντανούς: και αυτό είναι παράδοση. Κάθε φορά που έχομε αληθινή ζωή έχομε παράδοση. Έχομε προσθήκη, περπάτημα, πλουτισμό της παράδοσης. Οι έσχατοι γίνονται πρώτοι, οι πρώτοι έσχατοι. Όσοι αποτελούν την παράδοση μπορεί να πει κανένας πως έχουν όλοι την ίδια πάντα χρονολογία, τη σημερινή. Η παράδοση δεν είναι τα περασμένα ή τα μελλούμενα, αν και είναι περισσότερο τα μελλούμενα παρά τα περασμένα, αφού η παράδοση ζει στο αιώνιο τώρα: και αυτό είναι παράδοση. Μια δύναμη που συμβαδίζει με τη ζωή και που η ζωή (στην ανώτερη φάση της) συμβαδίζει μαζί της: ζωή και παράδοση ταυτόσημες».

Ετούτος το λόγος βγαίνει ατόφιος, πεντακάθαρος και στον Κωστή Μοσκώφ, που στο τελευταίο βιβλίο του: Η Σάρκα Σου Όλη μας υπενθυμίζει: «το Σώμα μας ως πρόσωπο, δηλαδή ολότητα. Το Σώμα μας ως σάρκα της ιστορίας, τόπος. Πήραν τα παραθαλάσσια – Μακεδονία και Θράκη. Κατασπαράχθηκε πρόσκαιρα έστω το Σώμα των σύνοικων λαών. Και θριαμβολογούμε οι ανόητοι με θούρια εκκωφαντικά. Απολησμόνησαν πως η δύναμη του ανθρώπου αυτής της γης είναι ο διάλογος ανάμεσα στους λαούς της – μυστικός Έρωτας. Έρωτας με τους καβγάδες και τις αγάπες του. Πήραν τα κομμάτια τους, αλλά χάσαν το Σώμα ολόκληρο. Χάσαν την Ανατολική Θράκη, την Ιωνία, τον Πόντο, την ίδια τη Βασιλεύουσα. Ξέχασαν το κήρυγμα του Ρήγα, πως ο Δεσπότης είναι ο Οθωμανός – αυτόν πρέπει να κυνηγάνε. Και έτσι, αντίτιμο της μεγάλης Ύβρεως, αντίτιμο του να θέλουμε την Κόκκινη Μηλιά, βρεθήκαμε πίσω στον Έβρο. Και παραλίγο μετά από εκατό χρόνια, να βρεθούμε πίσω στη Μελούνα και στον Όλυμπο».

Ο Κωστής Μοσκώφ πάνω σ’ αυτήν την υπόσταση της ελληνορθοδοξίας υπήρξε μυσταγωγός μιας παράδοσης κινούμενης σε αγιοπατερικό κοινωνικό πλαίσιο. Άνθρωπος της σπουδής, της μυστικιστικής αφής και της φωταψίας. Δεν θα τον ξεχώριζα από τον Ν. Γ. Πεντζίκη, τον Γ. Βαφόπουλο, τον Γ. Ιωάννου. Σ’ ολάκερο το έργο του πιστεύω ό,τι τίθενται αμείλικτα τα παρακάτω ερωτήματα. Εξακολουθεί να είναι πονεμένη η ρωμηοσύνη; Επιβιώνει στο υποσυνείδητο μας; Ή μήπως την καταντήσαμε κι αυτή, όπως τόσα άλλα που παραπέμπουν στις πηγές και τις ρίζες μας φολκ κλορ; Γιατί σ’ ότι αφορά την ελληνορθόδοξη ταυτότητα και αυτοσυνειδησία, μας κατατρέχει πάντοτε το σύνδρομο της απολογητικής, αυτό δηλαδή που μας κάμει συνεχώς να διατρανώνουμε την πιστότητά μας σ’ αυτή; Είναι τόσο δύσκολο να κατανοήσουμε, όχι το ποιοι και τι είμαστε, όσο να πραγματώσουμε μέσα μας αυτό που όντως είμαστε; Την πινδαρική δηλαδή προτροπή του «μάθε και γίνε αυτό που είσαι», με έμφαση στο γίγνεσθαι παρά στο μανθάνειν;

Περαίνοντας ετούτη την επιφυλλίδα επιθυμώ να τονίσω αυτό που παραπάνω κατέγραψα ως «νεορθοδοξία». Όσοι ομιλούν γι’ αυτήν, είναι νομίζω προφανές, ότι μπροστά στο κάλλος της Ορθοδοξίας καταδεικνύουν την ανεπάρκειά τους. Ο αξέχαστος Π. Νέλλας, ο Χρ. Γιανναράς, ο Κ. Ζουράρις, ο παπα-Γιώργης Μεταλληνός, ο Σεβ. Περγάμου Ιωάννης, ο αείμνηστος π. Ι. Ρωμανίδης και ο Κ. Μοσκώφ, στην κυριολεξία δεν αρθρώνουν κανένα διαφορετικό λόγο απ’ αυτό που αιώνες τώρα κομίζει η Ορθοδοξία. Οι υπέρμαχοι αυτού του όρου οδηγούνται σε μυθοπλασία, παραβλέποντας τη δυναμική της Ορθοδοξίας, που επιγραμματικά θα μπορούσε να εστιαστεί στα εξής: τη βιωματική σχέση μας με την βυζαντινή και μεταβυζαντινή κληρονομιά. Και την αντίστασή μας σ’ ότι παραπλανητικό, ανέραστο και πιετιστικό μας κληροδότησε η Δύση. Είναι καιρός πια να κατανοήσουμε ότι η ταυτότητα της ελληνορθοδοξίας και της ρωμηοσύνης, σε καμιά περίπτωση δεν παραπέμπει στην τραγελαφική θεώρηση περί ελληνοχριστιανικού ιδεολογήματος.

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

1972, «Η εθνική και κοινωνική συνείδηση στην Ελλάδα – Ιδεολογία του μεταπρατικού χώρου στην Ελλάδα».

1978, «Εισαγωγικά στο κίνημα της εργατικής τάξης στην Ελλάδα», (Σύγχρονη Εποχή).

1979, «Η κοινωνική συνείδηση στην ποίηση της Θεσσαλονίκης», (Σύγχρονη Εποχή).

1979, «Θεσσαλονίκη 1700-1912. Τομή της μεταπρατικής πόλης», (Στοχαστής).

1979, «Η πράξη και η σιωπή. Τα όρια του Έρωτα και της Ιστορίας». Δοκίμια Ι, (Εξάντας).

1983, «Η πράξη και η σιωπή. Τα όρια του Έρωτα και της Ιστορίας». Δοκίμια ΙΙ, (Καστανιώτης).

1984, «Λαϊκισμός και Πρωτοπορία» Δοκίμια ΙΙΙ, (Καστανιώτης).

1985, «Εισαγωγικά στην ιστορία του κινήματος της εργατικής τάξης. Η διαμόρφωση της εθνικής και κοινωνικής συνείδησης στην Ελλάδα», (Καστανιώτης).

1987, «Η διοργάνωση του επαναστατικού μας ονείρου», (Καστανιώτης).

1993, «Αραβική ποίηση – 20ος αιώνας», (Καστανιώτης).

1995, «Εβραϊκή ποίηση», (Καστανιώτης).

1997, «Στα όρια του Έρωτα και της Ιστορίας», (Ιανός).

1998, «Η Σάρκα σου Όλη», (Εξάντας).

ΑΝΕΚΔΟΤΑ

«Γεωγραφία», (γεωγραφική καταγραφή της ελλαδικής ενδοχώρας).

«Ο Αμνός του Κυρίου», (μυθιστορία).

«Αν ήσουν η νύχτα»…

«Αν ήσουν η νύχτα, σε κάποιες ώρες μυστικές, να ιδείς
κάτι σκιές θα μπορούσες, που σαλεύουν μες στα πάρκα.
Δεν είναι άνθρωποι, που στον παρόν τους κινούνται ή στο μέλλον τους.
Είναι τ’ αγάλματα, που από το παρελθόν τους αναδύονται
και στο μέλλον τους μέσα περπατούν συλλογισμένα.
Θυμούνται, αναρριγούνε και τον εαυτό τους ερωτεύονται.

Αν ήσουν η νύχτα, σε κάποιες ώρες, που έμειναν έξω απ’ το χρόνο,
στα μεγάλα παράθυρα των πινακοθηκών θα μπορούσες
να διακρίνεις κάτι σκιές, που ασάλευτες βαριά ανασαίνουν.
Δεν είναι άνθρωποι, που μες στο χρόνο ταξιδεύουν.
Είναι τα παλιά πορτραίτα, που σταμάτησαν στο παρελθόν.
Κλείνουν τα μάτια και τον πρώτον εαυτό τους ονειρεύονται.

Αν ήσουν η νύχτα, σε κάποιες ώρες, που δεν έχουνε περάσει,
θα μπορούσες απ’ τα παράθυρα των ωδείων ν’ ακούσεις
κάτι βαθείς ήχους από ξεμακρυσμένες συμφωνίες.
Δεν είναι όργανα, που ανθρώπων χέρια τα κινούνε.
Είναι οι ξεχασμένες παρτιτούρες πάνω στ’ αναλόγια,
που εντός τους γρηγορεί το πνεύμα της μεγάλης μουσικής.
Καθώς αναπολούν, κραδαίνονται οι χορδές των πενταγράμμων τους.

Αν ήσουν η νύχτα, σε κάποιες ώρες, που δεν ξαναγυρίζουν,
μέσ’ απ’ των βιβλιοθηκών τα παράθυρα θα μπορούσες
ν’ ακούσεις κάτι βαθειές μελωδικές απαγγελίες.
Δεν είναι ανθρώπων φωνές, που αναδιπλώνονται στο χρόνο.
Είναι τα σκονισμένα των μεγάλων ποιητών βιβλία,
που απ’ την αρχή κατοικεί μέσα τους ο ακέριος Λόγος.

Αν ήσουν η νύχτα, σε ώρες, που όλες ίδιες είναι,
θα μπορούσες να ιδείς κι’ αγάλματα που δεν κινούνται

πορτραίτα που δεν ανασαίνουν
παρτιτούρες
βουβές και βιβλία απ’ την αρχή τους κοιμισμένα.

Είναι γιατί το μάρμαρο κ’  οι μπογιές δεν έχουν κίνηση.
Γιατί το χαρτί κ’ η μελάνη δεν μπορούν να τραγουδήσουν»
.

Γ. Θ. ΒΑΦΟΠΟΥΛΟΣ, (1978), «Αν ήσουν η νύχτα», στο: Τα Ποιήματα, Αθήνα: Κέδρος, σσ. 208-209.

ΦΙΛΟΚΑΛΙΚΗ ΑΝΑΖΩΠΥΡΩΣΗ ΚΑΤΑ ΤΟΝ 18ο ΑΙΩΝΑ. Η μαρτυρία τριών αγίων

Του ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑ

Πλήρης χάριτος ο θησαυρός της εκκλησιαστικής μας παράδοσης αποτελεί σπάνια παρακαταθήκη, ακόμη και για το σημερινό αδιάφορο θεολογικά άνθρωπο. Οι περιπτώσεις είναι πολλές. Στέκομαι μόνο σε μια, επίκαιρη μιας και συνδέεται με τη μνήμη του αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου (14 Ιουλίου).

Όποιος μελετά την πορεία της Εκκλησίας μέσα στους αιώνες, δεν είναι δύσκολο να παρατηρήσει ότι αυτή, στη μακρά διάρκεια της ιστορίας της, στηριγμένη στην εμπειρία των αγίων, διέσωσε την πνευματική υπόσταση και την ιστορική μαρτυρία της, χωρίς να υποτάσσεται σε καμιά θρησκευτικότητα και εκκοσμίκευση. Αυτή η ασυμβατότητα, την έκαμε πολλές φορές να κρατά μια κριτική στάση απέναντι στα κυρίαρχα ιδεολογικά ρεύματα, τα οποία πάντοτε προσπαθούσαν να μεταβάλλουν την ασκητική σοφία της, σ’ ένα ουδετεροποιημένο αντικείμενο και να την περιορίσουν μόνο στην περιοχή της γνώσης. Φέρνω ως παράδειγμα την ησυχαστική παράδοση του 14ου και την αναγέννηση αυτής με την κολλυβαδική του 18ου αιώνα. Και στις δύο περιπτώσεις, είναι σαφές ότι συγκρούσθηκαν δύο σαφώς αντιτιθέμενοι κόσμοι, η υπερβατική Ανατολή με την ενδοκοσμική Δύση, με αποτέλεσμα χάρη στην πρώτη, να διαφυλαχθούν απαραχάρακτες οι θεολογικές προϋποθέσεις, που πάντοτε καθιστούσαν την Εκκλησία αληθινή κιβωτό σωτηρίας. Αυτό το χαρακτηριστικό την έκαμε να θέσει στο περιθώριο κάθε εξωτερικό σχήμα και η ίδια με βάση την ευχαριστιακή της ζωή, σε καιρούς ιδιαίτερα χαλεπούς, όπως λόγου χάριν κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας, να είναι «καινός τρόπος», πραγματώνοντας έτσι τη σωτηρία των υπόδουλων Ελλήνων από λογής – λογής παραχαράξεις της πίστης. Τούτο επαληθεύεται από το γεγονός ότι πολλοί λόγιοι διδάσκαλοι του Γένους, κληρικοί οι περισσότεροι, προσπάθησαν να αναχαιτίσουν το ρεύμα κάθε αιρετικής απόκλισης και αλλαξοπιστίας ευρύτερων λαϊκών στρωμάτων, με ειδικές συγγραφές, που σκοπό είχαν να καταδείξουν τη διάσωση της ελληνορθόδοξης παράδοσης.

Έχει ιδιαίτερη σημασία να κατανοήσει κανείς ότι οι δυνάμεις που στους χρόνους της δουλείας ενήργησαν και υπέσκαψαν καταλυτικά τα πνευματικά θεμέλια της ελληνορθόδοξης Ανατολής, ήταν ο Σχολαστικισμός και ο Διαφωτισμός. Γεγονός είναι ότι και τα δύο αυτά μεγέθη, ποικιλότροπα επηρέασαν πολλούς ορθόδοξους διδασκάλους λογίους που έζησαν και έδρασαν στην Ευρώπη. Ο Σχολαστικισμός, όπως αυτός δοκιμάστηκε στον Ρωμαιοκαθολικισμό με τον θωμιστικό αριστοτελισμό και αργότερα με τον πιετισμό, δικαιώθηκε τόσο στην Προτεσταντική Μεταρρύθμιση, όσο και στην Αντιμεταρρύθμιση, αλλοτρίωσε τις βιωματικές ρίζες της ελληνορθόδοξης παράδοσης. Ο Διαφωτισμός από την άλλη πλευρά, όσο κι αν υπήρξε φορέας καινούριων δημιουργικών ιδεών, που κυρίως αφορούσαν τη φιλοσοφία και τις επιστήμες, θέτοντας με τον τρόπο αυτό στο περιθώριο κάθε μεσαιωνική δεισιδαιμονία και πολιτισμική αποτελμάτωση, τελικά εσήμανε τον αφελληνισμό του Γένους και την αποστασία από την ελληνορθόδοξη παράδοση. Γι’ αυτό και η επιρροή των δύο αυτών ρευμάτων στη Νοτιοανατολική Ευρώπη, υπήρξε καίρια και σε πολλές περιπτώσεις έγινε αποδεκτή, παρότι έτυχε ισχυρών κριτικών αντιστάσεων, οι οποίες όπως ήταν λογικό προήλθαν εξ ολοκλήρου από την ορθόδοξη αυτοσυνειδησία.

Έχοντας, λοιπόν, αυτό το σκηνικό υπ’ όψη, είναι ευτύχημα το γεγονός που κατά την τελευταία εικοσαετία, έχει ήδη αρχίσει να γίνεται πράξη μια διαφορετική ανάγνωση του Νεοελληνικού Διαφωτισμού. Μια ανάγνωση υπό το πρίσμα των κριτηρίων της ορθόδοξης παράδοσης. Αυτή η διαφορετική αποτίμηση μας πηγαίνει κατευθείαν σε πρόσωπα που αντιστάθηκαν στο ρήγμα που προκάλεσε το κίνημα αυτό στη νεοελληνική συνείδηση. Ομιλώ, εδώ, για την ιδεολογία του Αντιδιαφωτισμού, η οποία στάθηκε αντίθετη στη μετακένωση στην καθ’ ημάς Ανατολή των φιλοσοφικών, εκπαιδευτικών και κοινωνικοπολιτικών ιδεών του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού και εκφράστηκε από λογίους κληρικούς και διδασκάλους, όπως η τριανδρία των Αγίων Αθανάσιου Παρίου, Νικοδήμου Αγιορείτου, Μακαρίου Νοταρά, γνωστοί ως Κολλυβάδες Πατέρες. Οι πνευματικοί καρποί της κίνησης αυτής, που προσφυώς από τον π. Αμφιλόχιο Ράντοβιτς ονομάσθηκε «φιλοκαλική αναγέννηση», μπορούν να συνοψισθούν ως εξής. Πρώτον, αποκάλυπτε μια απροσδόκητη για την εποχή της θεολογική εγρήγορση, τροφοδοτώντας το Γένος με όλα εκείνα τα στοιχεία για πνευματική αυτάρκεια. Δεύτερον, και οι τρεις Άγιοι, Αθανάσιος ο Πάριος, Νικόδημος ο Αγιορείτης, Μακάριος ο Νοταράς, υπήρξαν ενσυνείδητοι εκφραστές της πατερικής αυθεντίας και συμπύκνωσαν στο έργο τους όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά για την επαναφορά των λειτουργικών πράξεων της αρχαίας εκκλησιαστικής παράδοσης. Εξ’ ου και η επιμονή τους για συχνή Θεία Μετάληψη και για τέλεση των μνημοσύνων το Σάββατο κι όχι την Κυριακή. Τρίτον, η αναφορά τους στη διδασκαλία των «θεοφόρων διδασκάλων της Εκκλησίας», λειτούργησε ως η θεμελιώδης αφετηρία για προβολή της ορθόδοξης πνευματικότητας, προσδιορισμένης ως πολιτισμική αντιπρόταση, προς τη διαδικασία μετάβασης προς νέες μορφές παιδευτικών αξιών που πρωτίστως προωθούσε ο Διαφωτισμός. Και τέταρτον, επέτυχε την τροφοδότηση το υπόδουλου Γένους με μια σειρά κειμένων πολιτισμικής αυτοσυνειδησίας, με κορυφαίο αυτό της Φιλοκαλίας των Ιερών Νηπτικών Πατέρων (Βενετία 1782), όπου το ασκητικό ιδεώδες της Ορθοδοξίας, προερχόμενο για μια ακόμη φορά μέσα από το μοναχισμό, έδινε στην υπόδουλη ρωμηοσύνη λόγο υπαρκτικής αφύπνισης στις ουσιώδεις πνευματικές ανάγκες που τότε είχε.

ΕΠΙΛΟΓΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ

Αυτές οι διαπιστώσεις, για αντίσταση της αγιότητας έναντι κοσμικών και διανοητικών σχημάτων στο Σώμα του Ζώντος Χριστού, ως μυστηριακή κοινότητα της Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας, ολάκερου δηλαδή του σώματος του λαού της, «συν όλη τη Εκκλησία», καθώς λέγει ο Απόστολος Παύλος, κατά τη γνώμη μου εδραιώνουν την άποψη και πρόταση προς την Ορθόδοξη Εκκλησία, για κοινό εορτασμό των παραπάνω τριών Αγίων, στα πρότυπα του εορτασμού των Τριών Ιεραρχών, με κύριο στόχο τη διαρκή προβολή της φιλοκαλικής αναγέννησης στον πολυπολιτισμικό 21ο αιώνα.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΗ ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗ (ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ)

Πέραν των πολλών επιστημονικών συνεδρίων που κατά την τελευταία εικοσαετία έχουν γίνει προς τιμήν και μνήμη των τριών αγίων Κολλυβάδων Πατέρων, η βιβλιογραφία έχει εμπλουτισθεί και με αρκετές μελέτες. Η παρακάτω παράθεση σχετικής βιβλιογραφίας είναι ενδεικτική.

ΑΚΡΙΒΟΠΟΥΛΟΣ Κ., Το κολλυβαδικό κίνημα. Η τελευταία φιλοκαλική αναγέννηση, εκδ. Τέρτιος, Κατερίνη 2001.

ΔΙΟΝΥΣΙΑΤΗΣ ΘΕΟΚΛΗΤΟΣ, (μοναχός), Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης. Ο βίος και τα έργα του 1749-1809, εκδ. Παπαδημητρίου, Αθήνα 1959.

ΖΗΣΗΣ Θ., (πρωτοπρ.), Κολλυβαδικά. Άγιος Νικόδημος Αγιορείτης. Άγιος Αθανάσιος Πάριος, εκδ. Βρυέννιος, Θεσσαλονίκη 2004.

ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ Α., «Ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης και η ορθόδοξη πνευματικότητα. Μικρό σχόλιο», Παριανά, τχ. 73(Απρίλιος – Ιούνιος 1999)133-136, [και Εκκλησιαστική Αλήθεια, (16 Ιουνίου 1999)7].

Ο ίδιος, «Ορθόδοξη Εκκλησία και Νεοελληνικός Διαφωτισμός», Manifesto, τχ. 17(Άνοιξη 2009)61-63.

ΚΑΛΟΜΟΙΡΟΣ Ι., «Η κίνηση της Εκκλησίας εκτός του κόσμου τούτου», Επίγνωση, τχ. 71(1999).

ΚΑΡΑΘΑΝΑΣΗΣ Α., «Ο άγιος Αθανάσιος Πάριος και ο ορθόδοξος φωτισμός», Θεολογία, 70(1999)158-170.

ΚΑΡΑΪΣΑΡΙΔΗΣ Κ., (πρωτοπρ.), Ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης και το λειτουργικό του έργο, εκδ. Ακρίτας, Αθήνα 1998.

MARNELLOS G., Saint Nicodeme l’ Hagiorite (1749-1809), εκδ. Πατριαρχικό Ίδρυμα Πατερικών Μελετών, Θεσσαλονίκη 2002.

ΜΕΤΑΛΛΗΝΟΣ Γ., (πρωτοπρ.), «Η δυναμική του Διαφωτισμού στη δράση των Κολλυβάδων», Ο Ερανιστής, 21(1997)189-200.

ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ Σ., Άγιος Μακάριος Κορίνθου. Ο γενάρχης του φιλοκαλισμού, εκδ. Ακρίτας, Αθήνα 2000.

ΠΑΣΧΑΛΙΔΗΣ Σ., Το υμναγιολογικό έργο των Κολλυβάδων. Συμβολή στη μελέτη της αγιολογικής γραμματείας κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας, Θεσσαλονίκη 2007.

ΠΑΣΧΟΣ Π., Εν ασκήσει και μαρτυρίω, εκδ. Αρμός, Αθήνα 1996.

ΡΑΝΤΟΒΙΤΣ Α., (Αρχιμανδρ.), Η φιλοκαλική αναγέννηση του XVIII και XIX αιώνα και οι πνευματικοί καρποί της, εκδ. Ίδρυμα Γουλανδρή – Χορν, Αθήνα 1984.

ΣΚΡΕΤΤΑΣ Ν., (Αρχιμανδρ.), Η Θεία Ευχαριστία και τα προνόμια της Κυριακής κατά τη διδασκαλία των Κολλυβάδων, εκδ. Μυγδονία, Θεσσαλονίκη 2008.

ΠΡΟΣΦΥΓΙΑ ΚΑΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗ. Προς μια κοινωνία ετεροτήτων· θεολογική θεώρηση

Του ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑ

ΠΡΟΑΝΑΚΡΟΥΣΜΑ[1]

Όταν πριν κάποια χρόνια, το 2002, κυκλοφόρησε σε δεύτερη έκδοση το βιβλίο του καλού συναδέλφου Θανάση Ν. Παπαθανασίου: Ο Θεός μου ο αλλοδαπός[2], στην Ελλάδα το προσφυγικό και μεταναστευτικό ζήτημα βρίσκονταν θα λέγαμε εν εξελίξει. Για τα θεολογικά γράμματα – κι όχι μόνον – το εν λόγω βιβλίο λειτούργησε ως καταλύτης σ’ ότι αφορά τη σχέση του νεοέλληνα με τα κύματα προσφύγων και μεταναστών, που από τα τέλη της δεκαετίας του ’80, όλο και περισσότερο κατακλύζουν την πατρίδα μας. Ο συγγραφέας με ιδιαίτερα καυστική γραφή διαπίστωνε ό,τι «οι νεοέλληνες τελούν μεν πλέον σε συγκατοίκηση με τους αλλοδαπούς που στάγδην κατέκλυσαν τη χώρα, η συγκατοίκηση, όμως, αυτή είναι εξαιρετικά τρικιμιασμένη και, συχνά, δυσβάστακτα πικρόγευστη εκατέρωθεν»[3]. Δεν υπάρχει αμφιβολία ό,τι το ολιγοσέλιδο αυτό βιβλίο, από την πλευρά της θεολογικής θεώρησης του τότε προσφυγικού και μεταναστευτικού ζητήματος, αποτελούσε τη σημαντικότερη συμβολή στο ζήτημα. Έκτοτε μια σειρά από δημοσιεύματα[4], αυτά που προέρχονται από το θεολογικό και εκκλησιαστικό χώρο, στην προοπτική της νηφάλιας θεώρησης του πολιτισμικά διαφορετικού Άλλου, το καθένα συνέβαλε θετικά στο πανανθρώπινο χριστιανικό μήνυμα ότι κάθε πρόσφυγας και μετανάστης δεν είναι εχθρός, αλλά συνάνθρωπος και ούτε μπορεί να λειτουργήσει ως απειλή για τον Δυτικό χριστιανικό πολιτισμό.

Ερχόμενος τώρα στο θέμα μου, ευθύς εξ αρχής ας μου επιτραπεί εδώ μια βασική διαπίστωση. Σε πολλούς είναι διάχυτη η άποψη ό,τι ο θεολογικός λόγος, κυρίως αυτός που απορρέει από το εσωτερικό της Ορθοδοξίας, είναι αποστεωμένος, ο οποίος συνεχώς κοιτά προς τα πίσω, συντηρώντας με πολλαπλούς τρόπους μια παράδοση που ξεκινά από την εποχή του Ιησού, διαπερνά τη ρωμαϊκή, μετέπειτα βυζαντινή και τη μεταβυζαντινή εποχή και φτάνει μέχρι σήμερα. Δεν υπάρχει αμφιβολία ό,τι αυτή η άποψη είναι πέρα για πέρα λανθασμένη. Υποστηρίζεται, κυρίως, από ομάδες ανθρώπων που στο σύνολό τους σχεδόν δεν έχουν κάποια ουσιαστική σχέση γενικότερα με τη χριστιανική πίστη, ειδικότερα, όμως, με την Ορθοδοξία.

Σ’ αυτό το μοτίβο θεώρησης των πραγμάτων, εξυπακούεται ότι δεν είναι λίγοι και εκείνοι που θεωρούν ό,τι η θρησκεία στον 21ο αιώνα έχει μπει στο «ντουλάπι της ιστορίας». Δεν είναι του παρόντος εδώ να αναμοχλεύουμε τέτοια ζητήματα. Ωστόσο, εκείνο που οφείλω με παρρησία να τονίσω είναι το γεγονός ότι, η θρησκεία όχι μόνον με τη θεολογική της, αλλά κυρίως με τη θρησκειολογική[5] αλλά και την κοινωνιολογική[6] ερμηνεία του όρου, στο πλαίσιο ενός παγκοσμιοποιημένου και  μετανεωτερικού περιβάλλοντος, δεν δίνει μόνον απαντήσεις σε μεταφυσικά ερωτήματα. Ακουμπά και συνειδήσεις ανθρώπων που επιζητούν να ανήκουν κάπου. Στη διαλεκτική ανθρώπου και πίστης σε ένα Θεό, ή σε πολλούς θεούς και θεές, η θρησκεία, κατά τον επιτυχή χαρακτηρισμό του πανεπιστημιακού Νίκου Κοτζιά «είναι ένας τρόπος δημιουργίας και κατανόησης των ανθρώπινων κοινωνιών»[7]. Η άποψη αυτή, στηριζόμενη στη θέση του Γερμανού φιλοσόφου και κοινωνιολόγου J. Habermas, φέρνει στο προσκήνιο το κυριότερο από θρησκευτικής και θεολογικής πλευράς πρόταγμα για το προσφυγικό και μεταναστευτικό σήμερα ζήτημα, ό,τι δηλαδή, η θρησκεία οφείλει να συνενώνει τις κοινωνίες πάντα σε μια θετική ηθική βάση, εκεί όπου η αλληλεγγύη θα υπερβαίνει θρησκευτικούς, φυλετικούς και εθνικούς διαχωρισμούς. Επιπλέον, η θρησκεία στις σημερινές πολυπολιτισμικές κοινωνίες, συμπεριλαμβανομένης και της ελληνικής, η θρησκεία ως βασικός κορμός της συλλογικής ταυτότητας, σε σημαντικό βαθμό καθορίζει και διαμορφώνει την ταυτότητα κάθε λαού[8].

William McTaggart (1883-1889), “Οι μετανάστες”

ΝΟΗΜΑΤΟΔΟΤΩΝΤΑΣ ΤΙΣ ΛΕΞΕΙΣ

Είναι γεγονός ό,τι για ένα αρκετά μεγάλο μέρος του παγκόσμιου πληθυσμού, σήμερα όσο ποτέ άλλοτε, οι λέξεις πρόσφυγας και μετανάστης προκαλούν φόβο. Καλυπτόμενοι οι περισσότεροι πίσω από τις στερεότυπες διακρίσεις, οι οποίες ειρήσθω εν παρόδω, στη μακρά διάρκεια της Ιστορίας διέσχιζαν την ίδια τη ζωή των ανθρώπων, εκφράζουν την άποψη ότι καθετί διαφορετικό στον πολιτισμό, την κουλτούρα, τη θρησκεία, ουκ ολίγες φορές λειτουργεί ως εχθρός. Ποιοι, όμως, είναι εκείνοι που υποκινούν αυτήν την αξιολόγηση, που στο όνομα της προσφυγιάς και της μετανάστευσης ομιλούν για την διαφορετικότητα, η οποία γίνεται εχθρική, για περιβάλλοντα που μέχρι πριν κάποια χρόνια θέλαμε να πιστεύουμε ό,τι είναι εθνολογικά και πολιτισμικά ομοιογενή; Πρόκειται για ένα καίριο πράγματι ερώτημα. Αναμφίβολα η ξενοφοβία και ο ρατσισμός στις μέρες μας βρίσκει εκφραστές όχι μόνο σε ακραίους πολιτικούς και ευρύτερους κοινωνικούς εν γένει χώρους, αλλά δυστυχώς και σε εκκλησιαστικούς. Οι περιπτώσεις είναι αρκετές κι αποτελούν παράδειγμα προς αποφυγήν, μιας και ουδεμία σχέση έχουν με την πεμπτουσία της χριστιανικής διδασκαλίας, η οποία σε ότι αφορά στον άνθρωπο και τον κόσμο – εξ ου και οι όροι χριστιανική ανθρωπολογία και κοσμολογία – κινείται στους τρεις παρακάτω βασικούς άξονες. Πρώτον, το μοντέλο της ανθρώπινης ζωής δεν είναι τίποτε περισσότερο από μια κοινωνία προσώπων, μια «κοινωνία ετεροτήτων». Δεύτερον, αυτή η κοινωνία διαφορετικών προσώπων οφείλει πάντοτε να επιζητά την αυταπάρνηση, την αλληλεγγύη, την αγάπη προς τον συνάνθρωπο, όσο διαφορετικός κι αν είναι αυτός. Αυτόν τον τρόπο θέασης του διαφορετικού ανθρώπινου προσώπου, ο κορυφαίος Ρώσος θεολόγος του 20ου αιώνα π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ τον περιγράφει χαρακτηριστικά με τα εξής συνταρακτικά λόγια: «η αυταπάρνηση δεν εξαλείφει ούτε καταστρέφει την προσωπικότητα. Αντίθετα μάλιστα, η προσωπικότητα δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί αληθινά παρά μέσα σ’ ένα καθολικό διάλογο με τους άλλους. Όταν απαρνούμαστε τον εαυτό μας, διευρύνουμε την ύπαρξή μας, ανοιγόμαστε προς τους άλλους, τους φέρνουμε στο νου και στην καρδιά μας. Γινόμαστε περισσότερο ο εαυτός μας»[9]. Ο τρίτος βασικός άξονας, είναι άκρως σημαντικός, διότι από την σκοπιά της θεολογίας και της νηφάλιας θεώρησης των σημερινών κοινωνικών προβλημάτων, ένα εξ αυτών θα ‘λεγα ό,τι είναι και το προσφυγικό – μεταναστευτικό ζήτημα, βλέπει τους πολιτισμούς, όπου αυτοί ειρηνικά, ανθίζουν και καρποφορούν, να μην απαξιώνονται, καθότι όλοι τους «εμπεριέχουν ερμηνείες του κόσμου», όσο διαφορετικές, βέβαια, κι αν είναι αυτές.

Οι τρεις παραπάνω βασικοί άξονες, αξιώματα της θεολογικής επιστήμης για την ερμηνεία του ανθρώπινου προσώπου και του κόσμου[10] – επιτρέψτε μου εδώ με έμφαση να τονίσω ό,τι η θεολογία είναι επιστήμη, κι όπως κάθε επιστήμη έχει τα αξιώματά της, έτσι κι αυτή διατυπώνει τη δική της διδασκαλία με αυτά – για ό,τι σχετίζεται με το θέμα μας, την προσφυγιά και τη μετανάστευση, όταν αυτά δεν παραχαράσσονται και δεν παρερμηνεύονται, δείχνουν τον τρόπο οικοδόμησης μιας κοινωνίας ανθρώπων, εκεί που η ετερότητα, η διαφορετικότητα, μπορεί να ανοίξει το δρόμο ενάντια στην κοινωνική αδικία και την εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, στοιχειοθετώντας την ανθρώπινη παρουσία σε αυτόν τον κόσμο στις πραγματικές της διαστάσεις, όπως ακριβώς ατόφια την αποτιμά ολάκερη η χριστιανική διδασκαλία, αλλά όπως λέγει κι ποιητής Τάσος Λειβαδίτης σε έναν πολύτιμο όπως τον ονομάζει στίχο: «κι όταν δεν πεθαίνει ο ένας για τον άλλο / είμαστε κιόλας νεκροί»[11].

Διδάσκοντας κάποια ημέρα πέρυσι το μάθημα των Θρησκευτικών σε ένα τμήμα της Β΄ Λυκείου στο σχολείο που υπηρετώ, στη συζήτηση που είχα με τους μαθητές και τις μαθήτριές μου για το προσφυγικό και μεταναστευτικό σήμερα ζήτημα, ο παραπάνω στίχος λειτούργησε θεραπευτικά, ενάντια σε λογικές στατικές και περίκλειστες γύρω από τον εαυτούλη μας, λογικές που θρυμματίζουν το ανθρώπινο πρόσωπο, στην καθολικότητά του. Λογικές που ουκ ολίγες φορές από όσους αρέσκονται με πολλαπλούς τρόπους, κυρίως εκείνους που ως μοναδικό όπλο ενάντια στην ετερότητα και τη διαφορετικότητα χρησιμοποιούν τη βία, καταστέλλουν την πολυμορφία, ή το χειρότερο για δήθεν, τάχαμου «ανθρωπιστικούς» λόγους σπρώχνουν πρόσφυγες και μετανάστες να λειτουργούν «ως αρμαθιά ακοινώνητων μεταξύ τους γκέτο»[12], με αποτέλεσμα αυτοί που είναι απ’ έξω, οι καθαροί στη φυλή και στο αίμα, συχνά πυκνά να επαναλαμβάνουν ως μόνιμη πια επωδό τον κίνδυνο εθνολογικής αλλοίωσης της πατρίδας μας. Σαφέστατα, εδώ, πρόκειται για αισθήματα περικύκλωσης και απειλής, έξαρσης «πολυειδών ρατσισμών»[13], που δυστυχώς εκπορεύονται και από εκκλησιαστικούς κύκλους.

Σε αυτούς, πράγματι, τους εκκλησιαστικούς κύκλους κυοφορούνται αντιλήψεις μοναδικότητας και απολυτότητας. Σε ότι αφορά στις τραγικές διαστάσεις που σήμερα έχει πάρει η προσφυγιά και η μετανάστευση, οι ίδιοι αυτοί κύκλοι, συνεπικουρούμενοι και από ακραίες πολιτικές πρακτικές, επιδιώκουν να πείσουν όσους νηφάλια με αγάπη και  χριστιανικό ήθος τολμούν να μιλήσουν για τους πρόσφυγες και μετανάστες, ότι μόνο μέσα από τις δικές τους διαδικασίες και από το δικό τους χώρο μπορεί να δημιουργηθεί κάτι καλό. Έξω από αυτούς υπάρχει το χάος και η καταστροφή, η ξενοφοβία, ο ρατσισμός. Στην κυριολεξία καθετί διαφορετικό δεν έχουν τη διάθεση να το ακούσουν. Κι αυτό συμβαίνει γιατί σκέφτονται ολιστικά και απόλυτα. Βέβαια, κάποιος μπορεί εδώ να υποστηρίξει ότι όλα αυτά ισχύουν μόνο για απλούς θρησκευόμενους ανθρώπους. Σας πληροφορώ ό,τι αυτό είναι ένα τραγικό λάθος. Οι επιλογές αυτές πληθαίνουν και σε ένα μέρος του θεολογικού – εκκλησιαστικού χώρου. Πως εξηγείται αυτό; Η υπόθεση – ερμηνεία, νομίζω, είναι τόσο απλή. Επιτρέψτε μου να καταθέσω ένα ερμηνευτικό σχόλιο. Όταν κάποιος διαλέγεται με τέτοιους κύκλους, στην καλύτερη περίπτωση θέλει να νομίζει ό,τι στοχεύει στον ειλικρινή διάλογο. Οι πολλαπλές, όμως, αγκυλώσεις τους σιγά – σιγά τον αποδιώχνουν από τον αρχικό στόχο. Αν και εκφράζει μια ευρύτερη προβληματική, αν και έχει ανοικτούς ορίζοντες, μετανιώνει για το εγχείρημά του να διαλεχθεί μαζί τους. Για να γίνω κατανοητός θα φέρω ένα τρανταχτό παράδειγμα. Σε συζήτηση για τους πρόσφυγες και τους μετανάστες που πριν λίγο καιρό είχα με γνωστούς τέτοιων κύκλων, οι οποίοι παρεμπιπτόντως τονίζω εδώ στα πρόσωπα των προσφύγων και των μεταναστών βλέπουν τον κίνδυνο ισλαμοποίησης της ελληνικής κοινωνίας, γι’ αυτό και η καθύβρισή τους, για προβληματισμό τους έθεσα τα δύο παρακάτω κείμενα, δίχως, βέβαια, εξ αρχής να τους αποκαλύψω τους συγγραφείς τους. Το πρώτο κείμενο: «ήρθαν έτσι τα πράγματα, ώστε γύρω μας να αφθονούν οι γυμνοί και οι άστεγοι. Είναι πάμπολλοι οι πρόσφυγες που χτυπούν τις πόρτες μας. Πάμπολλοι είναι οι ξένοι και οι μετανάστες. Όπου κι αν κοιτάξεις, θα δεις χέρια απλωμένα σε ζητιανιά. Για σπίτι έχουν το ύπαιθρο. Κατάλυμα βρίσκουν στις στοές, τις παρόδους και τα ερημικότερα σημεία της αγοράς. Φωλιάζουν σε τρύπες όπως οι νυχτοκόρακες και οι κουκουβάγιες. Τα ρούχα τους είναι διάτρητα κουρέλια. Για χωράφι έχουν τη διάθεση όσων δίνουν ελεημοσύνη. Για τροφή, ότι τύχει. Πίνουν νερό από τις κρήνες όπως τα ζώα, και για ποτήρια έχουν τις χούφτες τους. Για αποθήκη έχουν την κοιλιά τους, όσο μπορεί αυτή να συγκρατήσει ότι μπαίνει μέσα. Τραπέζι τους είναι τα γόνατά τους διπλωμένα. Κρεβάτι, το έδαφος. Μπάνιο, κάποιος ποταμός ή λίμνη, όπως τα έχει προσφέρει ακατέργαστα και κοινά σε όλους ο Θεός. Η ζωή τους είναι πλέον γεμάτη μετακινήσεις και αγριάδα, όμως δεν ήταν έτσι εξαρχής. Ας όψονται η συμφορά και η ανάγκη»[14]. Και το δεύτερο: «Θα σας πω κάτι ενοχλητικό και βαρύ. Ξέρω ότι θα οργιστείτε, αλλά θα σας το πω. Και δεν θα το πω για να σας βλάψω, αλλά για να σας διορθώσω… Διάφοροι λένε ότι (αυτοί οι φτωχοί άνθρωποι) είναι φυγάδες, ξένοι και τιποτένιοι, που άφησαν τις πατρίδες τους και συρρέουν στην πόλη μας. Για πες λοιπόν! Αυτός είναι ο λόγος που αγανακτείς… επειδή όλοι την θεωρούν λιμάνι τους και προτιμούν την ξένη πόλη από τη γενέτειρά τους; Αντιθέτως, θα ‘πρεπε να χαιρόμαστε για το γεγονός ότι όλοι καταφεύγουν στα χέρια σας σαν σε λιμάνι κοινό και θεωρούν την πόλη αυτή μητέρα όλων»[15].

Οικογένεια μεταναστών - Giuseppe Pellizza da Volpedo - 1906

Giuseppe Pellizza da Volpedo (1906), “Οικογένεια μεταναστών”

Στο ερώτημα αν τέτοια κείμενα, στο σημερινό θολό τοπίο της παγκοσμιοποίησης και της πολυπολιτισμικότητας, όπου η πραγματικότητα των ανθρώπινων σχέσεων δεν είναι αμιγής και μονότροπη, μπορούν να λειτουργήσουν ως υπόδειγμα ανοχής και δεξίωσης του πολιτισμικά διαφορετικού Άλλου, μακριά, βέβαια, από εκείνη τη χθόνια λογική της καθαρότητας της φυλής και του αίματος, η απάντηση από τους «χριστιανομαθημένους» συνομιλητές μου δεν ήταν ξεκάθαρη. Μα δεν συμφωνείτε με όσα λένε τα κείμενα; Επέμενα. Καμιά ξεκάθαρη απάντηση. Απεναντίας, μάλιστα, «στόλισαν» με εκείνη την απέχθεια που νιώθουν όσοι ποτέ τους δεν έχουν νιώσει ψήγματα αλληλεγγύης το περιεχόμενο των κειμένων. Όταν, όμως, τους αποκάλυψα τους συγγραφείς, οι οποίοι δεν είναι άλλοι από τον Γρηγόριο Νύσσης, αδελφό του Μεγάλου Βασιλείου και τον Ιωάννη Χρυσόστομο, έμειναν έκπληκτοι για το πώς Πατέρες της Εκκλησίας αιώνες πριν από εμάς σήμερα, εξηγούσαν πως ο κοντινός, ο πλησίον, μπορεί να είναι ο πλέον «απόμακρος για την ανθρώπινη λογική»[16], είτε βιολογική, είτε πολιτισμική, είτε θρησκευτική: ο ξένος, ο εχθρός!

Οφείλω, βέβαια, εδώ να πω και ετούτο: η κοινωνία ανθρώπων και η σχέση μεταξύ των δεν είναι μια πραγματικότητα που προϋποθέτει τη συμμετοχή ενός μόνο εκ των συμμετεχόντων. Απεναντίας αυτή η κοινωνία ανθρώπινων προσώπων αποκτά νόημα, μόνο όταν ο καθένας μας ως πράξη συμβολής καταθέτει την ύπαρξή του με σεβασμό και κατανόηση της υπάρχουσας διαφορετικότητας, ετερότητας, στη διακονία πάντα μιας «κοινής εν κινήσει ευχαριστιακής τράπεζας»[17]. Κι αυτό δεν είναι ουτοπία. Είναι πραγματικότητα[18]. Φτάνει για κάποιους, ο εκκλησιαστικός και θεολογικός χώρος, σε ότι αφορά στους πρόσφυγες και τους μετανάστες, να μην περιορίζεται μόνο σε πράξεις τελετουργικές, σε μια κάποια διεκπεραίωση θεσμικών συντεταγμένων από την αλήθεια των πραγμάτων της ζωής και του κόσμου, εκεί δηλαδή, που ο Άλλος είναι ολοκληρωτικά απών. Στην περίπτωση αυτή θα πρέπει να κατανοήσουμε ό,τι η αγάπη, η ελευθερία, η αλληλεγγύη, η προσέγγιση και η δεξίωση του διαφορετικού πολιτισμικά Άλλου, είναι ατραποί και δρόμοι που δεν είναι αδιάβατοι.

Υπ’ αυτήν την έννοια η προσφυγιά και η μετανάστευση, όταν δεν τη βλέπουμε ως «απειλή και έγκλημα»[19], απεναντίας όταν τη βλέπουμε ως «σηματωρό»[20] για πλεύση σε κοινό πλοίο που οδηγεί στη συνύπαρξη, θα αντιταχθούμε απέναντι σε όσους υποστηρίζουν ό,τι ο κόσμος μας πρέπει να είναι συγκροτημένος μέσα από αποκλεισμούς και μοναδικότητες. Καθώς φαίνεται οι απαξιωτικές πρακτικές εκείνων που στα πρόσωπα των προσφύγων και των μεταναστών βλέπουν μόνον εχθρούς, είναι πολύ δύσκολο να συνειδητοποιηθεί ό,τι η συνύπαρξη στηρίζεται σε μια λογική βάση που δικαιολογεί την ανοχή και αφήνει περιθώρια στην ελευθερία της επιλογής για ό,τι πιστεύει ο Άλλος. Στην προκειμένη περίπτωση το μεταναστευτικό ζήτημα θεωρούμενο στις ιστορικές τους διαστάσεις, δεν μπορεί να σημαίνει απλά ό,τι μετακινούνται κάποιες ομάδες ανθρώπων, στοχεύοντας σε μια καλύτερη ζωή και τίποτε παραπάνω. Αυτή η θεώρηση είναι τόσο απλουστευτική και καταντά γελοία. Δεν πρέπει να ξεχνάμε, λοιπόν, ό,τι οι άνθρωποι που μεταναστεύουν στις υποδεχόμενες κοινωνίες αναπόφευκτα μεταφέρουν την ξεχωριστή πολιτισμική και θρησκευτική τους παράδοση[21]. Κι αυτή οφείλουμε να τη σεβόμαστε.

Ωστόσο, το γεγονός αυτό δεν αναιρεί τη βασική παρατήρηση που κάμει ένας από τους σημαντικότερους σήμερα μελετητές της μετανεωτερικότητας, 0 Ζίγκμουντ Μπάουμαν· στο πλαίσιο, βέβαια, που η μετανεωτερικότητα[22] συνδέεται άμεσα με τον περιορισμό της εθνικής κυριαρχίας, την παγκοσμιοποίηση της κουλτούρας και τους τρόπους συσσώρευσης οικονομικού κεφαλαίου. Στο καταιγιστικό  βιβλίο του Ρευστοί καιροί, ο κορυφαίος Πολωνός κοινωνιολόγος, αναφερόμενος στους πρόσφυγες γράφει ό,τι «αποτελούν την ενσάρκωση των “ανθρώπινων αποβλήτων”, χωρίς να έχουν κάποια χρήσιμη λειτουργία να επιτελέσουν στη χώρα άφιξης και προσωρινής παραμονής και χωρίς να υπάρχει ούτε η πρόθεση ούτε η ρεαλιστική προοπτική για αφομοίωση και ενσωμάτωση στο κοινωνικό σώμα». Και συνεχίζει: «οι πρόσφυγες βρίσκονται μεταξύ διασταυρούμενων πυρών ή, για μεγαλύτερη ακρίβεια, είναι δέκτες αντιφατικών μηνυμάτων. Εκδιώκονται με τη βία ή εκφοβίζονται για να φύγουν από την ιδιαίτερη πατρίδα τους, αλλά τους αρνούνται την είσοδο σε κάποια άλλη. Δεν αλλάζουν χώρους. Χάνουν το χώρο τους πάνω στη γη και πετιούνται στο πουθενά […] Τα στρατόπεδα των προσφύγων ή των αιτούντων άσυλο είναι έξυπνα επινοήματα προσωρινών εγκαταστάσεων που καθίστανται μόνιμα μέσω του αποκλεισμού των εξόδων τους. Επιτρέψτε μου να το επαναλάβω. Οι τρόφιμοι των στρατοπέδων προσφύγων ή των αιτούντων άσυλο δεν μπορούν να επιστρέψουν “εκεί απ’ όπου ήρθαν”, αφού οι χώρες αυτές δεν τους θέλουν πίσω. Οι ζωές τους έχουν καταστραφεί, τα σπίτια τους έχουν υποστεί ζημιές, ισοπεδωθεί ή κλαπεί. Επιπλέον δεν υπάρχει διέξοδος, γιατί καμιά κυβέρνηση δεν θα δει με ευχαρίστηση την εισροή εκατομμυρίων αστέγων και θα κάνει ό,τι μπορεί για να αποτρέψει την εγκατάσταση των νεοφερμένων»[23]. Αυτές οι καίριες παρατηρήσεις του Μπάουμαν, οδηγούν στον εντοπισμό μιας σημαντικής αιτίας, κατά την οποία οδηγεί ένα πλήθος οργανισμών και θεσμών, στο πλαίσιο του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων[24], να προβάλλουν μοντέλα συνύπαρξης διαφορετικών λαών, με σκοπό της δημιουργία ενός μελλοντικού «πολυπολιτισμικού και ανεκτικού “παγκόσμιου” πολίτη»[25], ή «κοινωνίες μεταναστών» κατά τον Μάικλ Ουόζλερ, καθηγητή στο Πανεπιστήμιο του Πρίνστον[26], στο πλαίσιο πάντα της συνύπαρξης και της ανεκτικότητας του πολιτισμικά διαφορετικού Άλλου.

Στην προοπτική που ο θεολογικός και ο εκκλησιαστικός χώρος μπορεί εδώ να έχει ουσιαστική συμμετοχή, όχι, όμως, με εκείνη την επιδερμική χρήση της φιλανθρωπίας, αλλά στη βάση της συνιστώσας που θέλει τον ξεριζωμό, τον λιμό και τη γενοκτονία των προσφύγων και των μεταναστών να καταλαγιάζει σε αληθινή «κοινωνία ετεροτήτων»[27]. Τότε και μόνον τότε η χριστιανική ανθρωπολογία φαίνεται να αποκτά ουσιαστική σημασία, όταν αναφέρεται στην αρμονική συνύπαρξη[28] ανθρώπων διαφορετικής πίστης και κουλτούρας. Χρέος και αγώνας κάθε χριστιανού είναι η ταύτισή του με τον Άλλο, όσο διαφορετικός πολιτισμικά, θρησκευτικά κι αν είναι. Κάτι σαν το πατέρα Ναζάριο, τον ρωμαιοκαθολικό ιερέα στη εκπληκτική ταινία του Λουίς Μπουνιουέλ, με τίτλο Ναζαρέν, ο οποίος προτιμούσε να ζει σε φτωχογειτονιές του Μεξικού ταυτίζοντας τον εαυτό του με πάμφτωχους και περιθωριακούς ανθρώπους, αλλά και κάτι σαν τον αξέχαστο παπα-Στρατή Δήμου, που κι αυτός ταύτισε τον εαυτό του με κάθε πρόσφυγα και μετανάστη.

Όλα τα παραπάνω εντάσσονται σε εκείνο το πλαίσιο θέασης και κριτικής του Δυτικού χριστιανικού πολιτισμού, που στο φλέγον σήμερα ζήτημα της προσφυγιάς και της μετανάστευσης, αδυνατεί να εκφράσει δυναμικό, ρηξικέλευθο, πανανθρώπινο λόγο. Αδυνατεί γιατί αρκείται μόνο στη ρητορική μιας λανθάνουσας φιλανθρωπίας, με μεταμφιεσμένο προσωπείο, που παλινωδεί ανάμεσα σε επισημότητες και συναισθηματισμούς, και λαχανιασμένος ανελέητα μαστιγώνει την αξιοπρέπεια ανθρώπων που αναζητούν διέξοδο στα αδιέξοδα που άλλοι τους δημιουργούν. Αν αυτό δεν είναι πασιφανής αμηχανία και ενοχή του Δυτικού χριστιανικού κόσμου απέναντι στον πρόσφυγα και μετανάστη, τί άλλο θα μπορούσε άραγε να είναι;

[1] Εισήγηση που έγινε στο Διεθνές Συνέδριο Crossing Borders (Λέσβος 7-10 Ιουλίου 2016) για το προσφυγικό ζήτημα / Λόφος Πανεπιστημίου Αιγαίου.

[2] Ο Θεός μου ο αλλοδαπός. Κείμενα για μιαν αλήθεια που είναι του δρόμου, Αθήνα: Ακρίτας· η πρώτη έκδοσή του είχε γίνει το 1995, όχι όμως με όλα τα κείμενα της δεύτερης.

[3] Αυτόθι, σ. 13.

[4] Ενδεικτικά αναφέρω τα εξής: Χρυσόστομος Σταμούλης, (2010), Ώσπερ ξένος και αλήτης ή Σάρκωση: η μετανάστευση της αγάπης, Αθήνα: Ακρίτας, και Αρχιεπίσκοπος Τιράνων, Δυρραχίου και πάσης Αλβανίας Αναστάσιος (Γιαννουλάτος), (2015), Συνύπαρξη, Ειρήνη, φύση, φτώχεια, τρομοκρατία, αξία. Θρησκειολογική θεώρηση, Αθήνα: Αρμός. Ωστόσο, για την τεράστια εισροή προσφύγων και μεταναστών κατά την τελευταία δεκαετία, σημαντικότατη είναι και η συμβολή του αφιερώματος του περιοδικού Σύναξη, τχ. 96, (Οκτώβριος – Δεκέμβριος 2005) 3-66, όπου φιλοξενούνται ενδιαφέροντα κείμενα των: Νίκου Ζία, Χρυσόστομου Σταμούλη, Αντωνίου Κ. Παπαντωνίου, Αρχιμ. Γρηγορίου Δ. Παπαθωμά, Βασιλείου Ν. Μακρίδη, Πανωραίας Κανελλοπούλου, Γρηγορίου Ιωάννου, καθώς επίσης και ένα ιδιαίτερα συγκινητικό κείμενο μιας φοιτήτριας γεννημένης στην Αλβανία και εγκατεστημένης στην Ελλάδα, η οποία αφηγείται τη σχέση της με το Θεό και την Εκκλησία ως μετανάστρια. Το αφιέρωμα του περιοδικού κλείνει με δύο συναξάρια, με τίτλο: «Χαρά στον όπου νταγιαντά». Η λέξη νταγιαντάς σημαίνει αυτόν που υπομένει, αντέχει. Τα δύο συναξάρια που δημοσιεύονται εδώ αφορούν, το μεν πρώτο τον όσιο Ιωάννη Παλαιολαυρίτη, το δε δεύτερο τον άγιο Εύπλο, οι οποίοι συνεχώς έπαιρναν το δρόμο για ξένα μέρη.

[5] E. Feil, (1986), Religio, Gottingen. Πρβλ., Αρχιεπίσκοπος Τιράνων, Δυρραχίου και πάσης Αλβανίας Αναστάσιος (Γιαννουλάτος), (2004), «Θρησκεία», στο: Ίχνη από την αναζήτηση του υπερβατικού. Συλλογή θρησκειολογικών μελετημάτων, Αθήνα: Ακρίτας, σσ. 27-47, όπου και σχετική ελληνόγλωσση και ξενόγλωσση βιβλιογραφία.

[6] Για το θέμα σημαντικό είναι το βιβλίο του Ιωάννη Πέτρου, (2002), Θρησκεία και κοινωνία. Κοινωνιολογική ανάλυση των σχέσεων θρησκείας και κοινωνίας στη σύγχρονη πραγματικότητα, Θεσσαλονίκη: Μπαρμπουνάκης.

[7] «Θρησκεία – Πολυπολιτισμός», (2004), στο: Ορθόδοξες Εκκλησίες σε έναν πλουραλιστικό κόσμο. Ένας οικουμενικός διάλογος, Εμμανουήλ Κλάψης, (επιμ.), Αθήνα: Καστανιώτης, σσ. 11 -12. Πρβλ., τα όσα επίσης ο ίδιος λέγει στα προλεγόμενά του για τη σχέση θρησκείας και ανεκτικότητας στο: Μάικλ Ουόλζερ, (1998), Περί ανεκτικότητας, Για τον εκπολιτισμό της διαφοράς, Κατερίνα Μανδενάκη (μτφρ.), Αθήνα: Καστανιώτη, σσ. 26-29. Στην προκειμένη περίπτωση αξίζει, εδώ, να σημειωθεί και η εξαιρετικής σημασίας προσέγγιση της θρησκείας από ανθρωπολογικής και εθνογραφικής πλευράς, την οποία κάμει ο κορυφαίος Αμερικανός ανθρωπολόγος Clifford Geertz, (2003), Η ερμηνεία των πολιτισμών, Θεόδωρος Παραδέλλης (μτφρ.), Αθήνα: Αλεξάνδρεια, σσ. 95-131. Πρβλ. Lionel Obadia, (2008), Η ανθρωπολογία των θρησκειών, Ντάνα Παπαχρίστου, (μτφρ.), Αθήνα: Πολύτροπον.

[8] Νικόλας Βερνίκος – Σοφία Δασκαλοπούλου, (2002), Πολυπολιτισμικότητα. Οι διαστάσεις της πολιτισμικής ταυτότητας, Αθήνα: Κριτική, σ. 314.

[9] Το σώμα του ζώντος Χριστού. Μια ορθόδοξη ερμηνεία της Εκκλησίας, (1999), Ι. Κ. Παπαδόπουλος, (μτφρ.), Αθήνα: Αρμός, σ. 68.

[10] Για μια πρώτη επαφή με τη σύγχρονη θεολογική σκέψη και το πώς αυτή σήμερα διαλέγεται με τον κόσμο βλ. Ηλίας Βουλγαράκης, (1999), Χριστιανισμός και κόσμος. Αναζητώντας ένα σύγχρονο χριστιανικό λόγο, Αθήνα: Αρμός, σσ. 101-157.

[11] Μικρό βιβλίο για μεγάλα όνειρα, (1987), Αθήνα: Κέδρος, σ. 43.

[12] Θανάσης Παπαθανασίου, (2005), «Γινόμαστε περισσότερο ο εαυτός μας», στη: Σύναξη, τχ. 96 (Οκτώβριος – Δεκέμβριος), σ. 4.

[13] Αυτόθι. Για το θέμα αυτό, επίσης, εξαιρετικό ενδιαφέρον παρουσιάζει το άρθρο του Ευθύμιου Παπαταξιάρχη, (2014), «Ο αδιανόητος ρατσισμός. Η πολιτικοποίηση της “φιλοξενίας” την εποχή της κρίσης», στο: Σύγχρονα Θέματα, τχ. 127, (Οκτώβριος – Δεκέμβριος), σσ. 46-62.

[14] Θανάσης Παπαθανασίου, (2004), Ο Θεός μου ο αλλοδαπός, σσ. 43-44.

[15] Ιωάννης Χρυσόστομος, Περί ελεημοσύνης, PG. 51, 269-270.

[16] Θανάσης Παπαθανασίου, (2005), «Γινόμαστε περισσότερο ο εαυτός μας», σ. 4.

[17] Χρυσόστομος Σταμούλης, (2005), «Ώσπερ ξένος και αλήτης η Σάρκωση: η μετανάστευση της αγάπης», στη: Σύναξη, τχ. 96 (Οκτώβριος – Δεκέμβριος), σ. 15.

[18] «Η ζωή δεν έχει ουτοπίες. Κι αυτοί που μιλάν για ουτοπίες δεν έχει μέσα τους ολοκληρωθεί πλέρια συνείδηση ανθρώπου», Ασημάκης Πανσέληνος, (1974), Τότε που ζούσαμε…, Αθήνα: Κέδρος, σσ. 374-375, [2η έκδοση].

[19] Αντώνιος Κ. Παπαντωνίου, (2005), «Η μεταναστευτική πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Μια σύντομη αποτίμηση», στη: Σύναξη, τχ. 96 (Οκτώβριος – Δεκέμβριος), σ. 26.

[20] Θανάσης Παπαθανασίου, (2005), «Γινόμαστε περισσότερο ο εαυτός μας», σ. 4.

[21] Βασίλειος Ν. Μακρίδης, «Μετανάστευση και ανοχή στη σύγχρονη Ευρώπη», στη: Σύναξη, τχ. 96 (Οκτώβριος – Δεκέμβριος), σ. 48. Και για να μιλήσουμε ολίγον και θρησκειολογικά, η διάδοση πολλών θρησκειών, κατά το απώτερο αλλά και το εγγύτερο παρελθόν, εν πολλοίς οφείλεται σε μεταναστευτικά ρεύματα. Κλασικό παράδειγμα το Ισλάμ, το οποίο από τον 9ο έως τον 12ο αιώνα αστραπιαία διαδόθηκε στον ευρύτερο μεσογειακό και ευρωπαϊκό χώρο, διαλεγόμενο δημιουργικά με τον χριστιανικό κόσμο. Βλ. Fernand Braudel, (2001), Γραμματική των πολιτισμών, Άρης Αλεξάκης (μτφρ.), Αθήνα: Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, σσ. 138-152.

[22] Ζίγκμουντ Μπάουμαν, (2002), Η μετανεωτερικότητα και τα δεινά της, Γιώργος –  Ίκαρος Μπαμπασάκης, (μτφρ.), Αθήνα: Ψυχογιός.

[23] ΖΙΓΚΜΟΥΝΤ ΜΠΑΟΥΜΑΝ, (2008), Ρευστοί καιροί. Η ζωή την εποχή της αβεβαιότητας, Αθήνα: Μεταίχμιο, σσ. 77, 82-83.

[24] Μάικλ Ιγκνάτιεφ, (2004), Τα ανθρώπινα δικαιώματα ως πολιτική και ως ειδωλολατρία, Ελένη Αστερίου, (μτφρ.), Αθήνα: Καστανιώτη.

[25] Βασίλειος Μακρίδης, (2005), «Μετανάστευση και ανοχή στη σύγχρονη Ευρώπη», στη: Σύναξη, τχ. 96 (Οκτώβριος – Δεκέμβριος), σ. 53.

[26] Περί ανεκτικότητας, σσ. 82-87.

[27] Θανάσης Παπαθανασίου, (2005), «Γινόμαστε περισσότερο ο εαυτός μας», στη: Σύναξη, τχ. 96 (Οκτώβριος – Δεκέμβριος), σ. 4.

[28] Για μια πανοραμική ερμηνεία της συνύπαρξης από θρησκειολογική κυρίως πλευράς, σημαντικό είναι το τελευταίο βιβλίο του Αρχιεπισκόπου Τιράνων, Δυρραχίου και πάσης Αλβανίας Αναστασίου (Γιαννουλάτου), (2015), Συνύπαρξη, Ειρήνη, φύση, φτώχεια, τρομοκρατία, αξία. Θρησκειολογική θεώρηση, Αθήνα: Αρμός.

ΠΡΟΣΦΥΓΙΑ ΚΑΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗ. Προς μια κοινωνία ετεροτήτων· θεολογική θεώρηση