Ο Ομράν και ο Αϊλάν

Του ΠΑΝΤΕΛΗ ΜΠΟΥΚΑΛΑ

Από τη σωρεία των κλισέ δημοσιογραφικής χρήσεως, στην ομάδα των περισσότερο ξεθυμασμένων, των σχεδόν μηδενισμένων νοηματικά, ανήκει οπωσδήποτε το «οικουμενικό σοκ» καθώς και το «παγκόσμια συγκίνηση». Αν αλήθευαν έστω και μία στις δέκα φορές που τα βλέπουμε γραμμένα στο γυαλί ή στο χαρτί, και αν τη φημολογούμενη «παγκόσμια συγκίνηση» τη μοιράζονταν και οι κεφαλές του κόσμου, τότε ο κόσμος αυτός θα ήταν διαφορετικός. Ή, πιο μετρημένα, θα μπορούσε ν’ αλλάξει, κάπως να βελτιωθεί. Και τότε ο όρος «παγκοσμιοποίηση» ίσως αποκτούσε και μια δεύτερη σημασία, ηθικότερη από εκείνη που του προσδίδουν οι αριθμοί του εμπορίου, η «ελεύθερη αγορά» και τα συναφή.

Το βλέμμα ενός παιδιού τσακισμένου από τον πόλεμο, του πεντάχρονου Σύρου Ομράν Ντανκές, ο οποίος ανασύρθηκε ζωντανός, ματωμένος και κατασκονισμένος, μέσα από τα ερείπια που άφησαν πίσω τους οι οβίδες στο Χαλέπι, ένα βλέμμα πέρα και από τον φόβο, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί συγκλονιστικό αν πράγματι κλόνιζε έστω κι έναν από τους φανερούς και αφανείς πολεμόχαρους που διαμελίζουν επί πενταετία τη Συρία. Τον Άσαντ, τους αντικαθεστωτικούς, τους Ρώσους, τους Τούρκους, τους Αμερικανούς, τους Γάλλους, τους Σαουδάραβες – για τους φασίστες του Χαλιφάτου δεν γίνεται λόγος. Σε μια τέτοια περίπτωση, ίσως δεν ξαναβλέπαμε βομβαρδισμούς νοσοκομείων, ίσως δεν ξανακούγαμε για χρήση χημικών όπλων. Και μπορεί οι εγκλωβισμένοι στο Χαλέπι να είχαν μια ελάχιστη πιθανότητα σωτηρίας. Ακούμε βέβαια τώρα και διαβάζουμε για «διεθνή κατακραυγή», μετά την ανά τον κόσμο δημοσίευση της φωτογραφίας του Ομράν, και για «απαίτηση του ΟΗΕ και της Ε.Ε. να σταματήσουν αμέσως οι εχθροπραξίες στο Χαλέπι». Άλλη μία φορά. Η εικόνα όμως του Ομράν, που θέλουμε να πιστεύουμε ότι στοιχειώνει πια την οικουμενική συνείδηση, θα επηρεάσει τη φορά των πραγμάτων όσο και η επίσης εμβληματική εικόνα του άλλου μικρού Σύρου, του τρίχρονου Αϊλάν Κουρντί. Κλείνει χρόνος από τη μέρα που ο Αϊλάν, ένα προσφυγάκι ανάμεσα σε χιλιάδες, βρέθηκε άψυχος σε τουρκική παραλία. Ούτε οι μάχες στη Συρία κόπασαν ούτε οι μεγάλες και μικρομεσαίες δυνάμεις συγκινήθηκαν ιδιαίτερα ούτε οι πρόσφυγες έπαψαν να είναι ανεπιθύμητοι «λαθραίοι». Ετσι δεν λέει ο μητροπολίτης Χίου, ένας άνθρωπος του Θεού;

ΠΗΓΗ

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Συναρπαστικό βιβλίο

Η πρώτη λέξη

Ο Μιλτιάδης, καθηγητής της συγκριτικής φιλολογίας στο Παρίσι, θα ήθελε πολύ να μάθει, πριν το θάνατο του, ποια ήταν η πρώτη λέξη που ξεστόμισε ο άνθρωπος. “Έτσι θα φύγω πιο ήσυχος”, λέει. Δυστυχώς πεθαίνει πριν προλάβει να την ανακαλύψει. Την ημέρα της κηδείας του η αδελφή του τού υπόσχεται να λύσει το αίνιγμα για λογαριασμό του. Θα συναντήσει επιστήμονες κάθε λογής, που θα της μιλήσουν για τον ανθρώπινο εγκέφαλο, τη γλώσσα των βρεφών, τους χιμπατζήδες και τους Ηοmo sapiens, τον Δαρβίνο και τους δημιουργιστές, τον Φρόιντ και το πείραμα του Φαραώ Ψαμμήτιχου. Επίσης, θα διασταυρωθεί με μια σειρά χαρακτήρες, οι οποίοι, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, θα φωτίσουν κάποια πτυχή του μυστηρίου της ανθρώπινης επικοινωνίας, χαρίζοντας στην ίδια πλήθος νέες γνώσεις και εμπειρίες.

Θα προχωρήσει την έρευνα της μέχρι το τέλος, γιατί αυτή η υπόσχεση είναι από αυτές που δεν μπορεί να μην κρατήσει κανείς. Ξέρει καλά ότι ο αδελφός της περιμένει μια απάντηση. Θα τα καταφέρει άραγε να του τη δώσει;

Τα “λογοτεχνικά μας σκουπίδια”

Γράφει ο ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ

Τι πανικός είναι αυτός με τα βιβλία της Μαντά, της Δημουλίδου και όλων αυτών των τυχάρπαστων συγγραφέων, που πολλές γκλαμουράτες κυρίες διαβάζουν, είναι ένα πρόβλημα που πρέπει σοβαρά να απασχολήσει τον μελλοντικό ιστορικό της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας. Επισκέπτεσαι ένα βιβλιοπωλείο, στοίβες οι τίτλοι των βιβλίων της Μαντά, της Δημουιλίδου και των συναφών δήθεν «λογοτεχνών». Απολαμβάνεις το μπάνιο σου στη θάλασσα και η ματιά σου πέφτει στα ίδια ονόματα και τους ίδιους τίτλους: Λένα Μαντά, Η εκδίκηση των αγγέλων, Χρυσηίδα Δημουλίδου: Οι δαίμονες δεν έχουν πνεύμα, και πάει λέγοντας.

Κι εύλογα αναρωτιέσαι: τελικά αυτή είναι η κατάσταση της Νεοελληνικής μας Λογοτεχνίας; Η απάντηση, νομίζω, ότι δεν είναι δύσκολη. Παραφράζοντας αυτά που γράφει ο Γιώργος Θεοτοκάς στο Ελεύθερο Πνεύμα, το δικαίως αποκαλούμενο μανιφέστο της γενιάς του ’30, καταλήγεις στο συμπέρασμα ότι όταν τελειώσεις το διάβασμα των παραπάνω βιβλίων, οι ήρωες και οι ηρωίδες των ιστοριών τους «διαλύονται σαν καπνός». Κι αυτή η λογοτεχνική αναιμική κατάσταση δεν αντέχεται πια άλλο.

ΑΛΕΞΗΣ ΑΚΡΙΘΑΚΗΣ, “Επανάσταση”, (ακρυλικό), Αθήνα 1967· Ιδιωτική Συλλογή.

Ο Χαντακωμένος

Του ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΠΑΝΤΟΥΛΑ

Στο χωριό του πατέρα μου μαγαζί λεν τον χώρο που λειτουργεί ως καφενείο, ως μπακάλικο κι ως χαρτοπαικτική λέσχη. Βρίσκεται στους πρόποδες του χωριού κι ανοίγει όποτε ξυπνήσει ο Γιώτης και κλείνει όποτε του αδειάσουν την γωνιά οι μεθυσμένοι και τα χαρτόμουτρα.

DSC_9459_resize

Στον αυλόγυρο του μαγαζιού μαζευόμασταν τα καλοκαίρια οι πιτσιρικάδες και παίζαμε. Ο πατέρας μας κέρναγε πορτοκαλάδες κι οι χωριανοί μας χάιδευαν τα κεφάλια. Μετά της Παναγίας ο Γιώτης έψηνε και σουβλάκια. Όσοι δεν μας ήξεραν, μας ρώταγαν «τίνος είσαι εσύ;» κι εμείς δασκαλεμένοι δεν λέγαμε τα ονόματά μας αλλά «του ΒαγγελΠερεκλή» – ήτοι του Βαγγέλη, του γυιού του Περικλή. Πάλι μας χάιδευαν τα κεφάλια και μας έλεγαν περίεργες λέξεις όπως «παλιοζάγαρα», «χαϊβάνια» κι άλλα τέτοια.

Στο μαγαζί δεν κάθονταν γυναίκες. Αν καμιά ήθελε κάποιον, στεκόταν παράμερα κι έστελνε εμάς τα παιδιά να τον ειδοποιήσουμε: «Σύρε, ωρέ καμάρι, να μου φωνάξεις το θειό σου».

Αυτοκίνητα δεν υπήρχαν το χωριό. Τα λέγαν «κούρσες» και τα είχαν κάποιοι σαν εμάς που έρχονταν για διακοπές και τα φύλαγαν όλα μαζί στο προαύλιο του σχολείου. Ένα απόγευμαι ήρθε στο χωριό μια μεγάλη μερσεντές, που στάθηκε στο μαγαζί μπροστά και ξεφόρτωσε τρία ωραία κορίτσια με τα μπανιερά τους. Οδηγός της ήταν ένας χοντρός και γελαστός τύπος με μαύρα γυαλιά, φορτωμένος πολλά χρυσαφικά στο λαιμό και στα χέρια.

«Όλα απ’ εμένα» είπε όταν μπήκε στο μαγαζί και κάναμε ουρά η πιτσιρικαρία στον πάγκο του Γιώτη για επιπλέον πορτοκαλάδες. Κάποιοι ξεθάρρεψαν και πήγαν για τις επόμενες. Τους ακολούθησα κι εγώ.

Στο μεταξύ οι μεγάλοι είχαν εξαφανιστεί και τα κορίτσια γέλαγαν που πίναμε πορτοκαλάδες μέχρι να μας βγάλει η κοιλιά μας.

Στο σπίτι από κάτι μισόλογα καταλάβαμε πως ο οδηγός της μερσεντές είναι χωριανός μας. Χαμηλοκουβέντιαζαν γι’ αυτόν κι εμείς ξεκλέβαμε καινούργιες λέξεις: κωλομπαράς», «κωλογυναίκες» «κωλόμπαρο», «κωλόπαιδο». Το όνομά του δεν το μάθαμε. «Χαντακωμένο» τον έλεγε η γιαγιά κι ο παππούς έλεγε πως «έχει παράδες βρώμικους» αλλά εγώ κι ο αδερφός μου τον συμπαθούσαμε γιατί μας κέρναγε πορτοκαλάδες.

Πριν της Παναγίας έφευγε –«δεν τις σηκώνει τις παλιανθρωπιές ο τόπος»– και στο πανηγύρι ξανακατηφόριζε όλο το χωριό –κι οι γυναίκες ακόμη– στο μαγαζί που είχε κι όργανα.

Απ’ όταν πέθαναν οι γερόντοι δεν ξαναπήγα στο χωριό. Φέτος κάτι μ’ έπιασε κι είπα τον Δεκαπενταύγουστο, θα πάμε. Ντροπή να μην ξέρουν τα παιδιά πούθε κρατάει η σκούφια μας.

Είχε ερημώσει ο τόπος. Ένας Αλβανός μας έδειξε από πού να στρίψουμε για το μαγαζί. Τρόμαξαν να με γνωρίσουν κι οι χωριανοί. Εγώ πάντοτε τους μπέρδευα: Γιωργομήτσος, Μητσογιώτης, Κιτσοκώστας. Άκρη δεν έβγαζα. «Του Βαγγέλη είσαι;» δυσπιστούσαν. «Τα κούτσικα δικά σου είναι;». «Καλώς ορίσατε. Να πάτε και στο ταφείο να προσκυνήσετε. Κουφέτο τα ’χουν τα μνήματα οι γυναίκες».

Μόνο ο Γιώτης ήταν ίδιος – με βαμμένο κορακί μαλλί. Είχε φέρει και παγωτά. «Αύριο θα ρθει παπάς από τα Δερβίζιανα και θα ’χω κι όργανα το βράδυ», μας ενημέρωσε. «Ποτά και παγωτά δικά μου» είπε με ύφος που δεν σήκωνε αντίρρηση.

Άναψε τα κάρβουνα και ξεκίνησε να ψήνει σουβλάκια για τους πελάτες του που οι περισσότεροι χάζευαν αμίλητοι έναν αγώνα μπάσκετ σε μια τεραστίων διαστάσεων πλάσμα.

Μετά το σούρουπο ήρθε κι ο «Χαντακωμένος». Ξαναέζησα την ίδια σκηνή. Μερσεντές, κορίτσια, χρυσαφικά κι ένας χοντρός γέρος με ξανθό μαλλί. «Όλα απ’ εμένα».

Πιτσιρικάδες δεν ήταν στο μαγαζί για πορτοκαλάδες κι οι μεγάλοι δεν κινήθηκαν. Ο Γιώτης από το βάθος σήκωσε την μπύρα του. Τον μιμήθηκαν κι οι άλλοι.

«Στην υγειά σου άρχοντα».

018-napolewn

Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό: Φρέαρ

Ξύλινη γλώσσα, δυστυχώς…

Γράφει ο ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ

Πολλοί ήταν οι ιεράρχες που στη σημερινή γιορτή της Παναγιάς, μπροστά στα τηλεοπτικά κανάλια άδραξαν την ευκαιρία και με αφορμή την “εισβολή” των αντιεξουσιαστών σε ιερούς ναούς, δριμύτατα επιτέθηκαν σ’ αυτούς ζητώντας τους μάλιστα να αλλάξουν νοοτροπία και να μην βεβηλώνουν ιερούς θρησκευτικούς χώρους. Κανείς, βέβαια, απ’ όλους αυτούς τους ιεράρχες, που σφιχταγκαλιασμένοι με ποικίλου χρώματος πολιτικάντηδες, γιορτινή σήμερα μέρα δεν μπήκε στον κόπο πρώτα αυτός να ζητήσει συγνώμη για ότι στραβό και ανάποδο η γενιά του έχει κληροδοτήσει προς τους νέους. Η καταδίκη πάντοτε είναι εύκολη υπόθεση. Η συγνώμη, όμως, απαιτεί θάρρος και αυτοκριτική. Ευχής έργο θα ήταν ο κάθε ιεράρχης να στήσει τη δική του γέφυρα επικοινωνίας με κάθε αντίπαλο, ακόμη και με αυτούς που “μπουκάρουν” στους ιερούς ναούς και όλα τα σπάνε. Γέφυρα όπως ακριβώς την περιγράφει ο Ίβο Άντριτς στο παρακάτω κείμενό του: “από όλα εκείνα τα πράγματα που ένας άνθρωπος στρέφεται στο να διεκδικήσει στο πέρασμα του χρόνου, τίποτα στα μάτια του δεν είναι πιο ευαίσθητο και πολύτιμο από μια γέφυρα. Οι γέφυρες είναι πιο αναγκαίες, πιο ιερές, πιο επιθυμητές ακόμα κι από τους τόπους λατρείας. Ανήκοντας στον κάθε ένα, και όλες το ίδιο για όλους χρήσιμες, κτισμένες πάντα με ορθολογισμό σε ένα μέρος όπου ένας μεγάλος αριθμός ανθρώπων έχουν αποφασίσει, έχουν μεγαλύτερη διάρκεια από άλλα κτίσματα και δεν εξυπηρετούν σε τίποτα απόκρυφο ή καταραμένο. Παντού στον κόσμο, οπουδήποτε οι στοχασμοί μου αναζητούν ή θαυμάζουν κάτι, εκστατικά έρχονται ενώπιόν μου σιωπηλά γεφύρια σαν μια αιώνια και αδιάκοπα ανικανοποίητη επιθυμία να συνδέσει, να επανασυνδέσει και να ενώσει ότι ανθίζει μπροστά στα πνεύματα και στα μάτια μας, έτσι ώστε να μην υπάρχουν διαιρέσεις, αντιπαραθέσεις και μοιραστές. Συμβαίνει το ίδιο στα όνειρά μου και στην πολυμήχανη φαντασία μου. Ακούγοντας κάποτε την πιο πικρή αλλά πιο όμορφη μουσική που ένιωσα ποτέ μου, είδα ξαφνικά μπροστά μου ένα πέτρινο γεφύρι. Τελικά όλα εκείνα με τα οποία η ζωή βρίσκει δρόμο για να εκφραστεί – σκέψεις, χαμόγελα, λέξεις, σημεία, βλέμματα – οδηγούν σε μια άλλη όχθη μόνο με τη βοήθειά τους και μόνο εκεί αποκτούν το πραγματικό τους νόημα. Κάθε τι εκεί, είναι εκεί για να το υπερβείς ή για να το γεφυρώσεις: χάος, θάνατος, στέρηση νοήματος. Κάθε τι είναι μια μετάβαση. Μια γέφυρα που οι άκρες της είναι χαμένες στο άπειρο και που τελικά όλες οι γέφυρες αυτού του κόσμου μοιάζουν μπροστά της με παιδικά παιχνίδια, χλωμά σύμβολα. Και όλες μας οι ελπίδες, απλώνονται σε αυτή την άλλη πλευρά της γέφυρας.[*]

[*] Μεταφρασμένο από τον Αντώνη Πλατανιά κείμενο του Ίβο Άντριτς, δημοσιευμένο στο περιοδικό Ίνδικτος, τχ. 9 (Καλοκαίρι 1999) 312-313. Ο Ίβο Άντριτς, Σερβοκροάτης στην καταγωγή, είναι ο συγγραφέας του εξαιρετικού μυθιστορήματος Το γεφύρι του Δρίνου, μτφρ. Χρήστος Γκούβης, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 1997, [οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου].

Κωνσταντίνος Παρθένης (1878-1967), Παναγία με βιβλίο. Ιδιωτική Συλλογή. Σ’ ένα ακαθόριστο χώρο η Παναγία, καθισμένη και ακουμπώντας σε τραπέζι διαβάζει την Αγία Γραφή. Πίσω της οι πτυχώσεις μίας κουρτίνας και ο γαλανός ουρανός με λευκά συννεφάκια· ΠΗΓΗ: eikastikon

Πάπας Φραγκίσκος: “Κάθε θρησκεία έχει πάντα φονταμενταλιστές”

Την ίδια στιγμή, ο Πάπας Φραγκίσκος, απευθυνόμενος στους νέους που συγκεντρώθηκαν στην Πολωνία προκειμένου να εορτάσουν την Παγκόσμια Ημέρα των Νέων, τους ζήτησε να προκρίνουν την προσευχή έναντι της ηλεκτρονικής συνομιλίας στο Διαδίκτυο και να κάνουν το Ευαγγέλιο πλοηγό τους στη ζωή. Ο Ποντίφικας χρησιμοποίησε τη γλώσσα της πληροφορικής στο κήρυγμά του κατά την τελευταία λειτουργία στο Μπρζέγκι, κοντά στην Κρακοβία. Κηρύττοντας την ελπίδα, κάλεσε τους νέους να απορρίψουν «τη θλίψη, έναν ιό που μολύνει και εμποδίζει τα πάντα και κλείνει όλες τις πόρτες».

ΠΗΓΗ

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Με αφορμή την «εισβολή» αντιεξουσιαστών στον Ιερό Ναό του Αγίου Γρηγορίου Παλαμά Θεσσαλονίκης

«Συγκλονιστική και συνάμα ανατριχιαστική η επιθετική αυτονομία του Κακού. Ο διάλογος του Χριστού με τον Σατανά είναι ο πιο συνταρακτικός της Καινής Διαθήκης – μοιάζει με τραγικό προοίμιο των αλησμόνητων για την ψυχή μας διαλόγων των Αγίων Παθών.

Ο Θεός δεν συντρίβει το Κακό, δεν εξουθενώνει τον Σατανά: συνδιαλέγεται και τον αναθεματίζει. Το “ύπαγε οπίσω μου” μήπως σημαίνει ότι τον δέχεται ως διαλεκτική ακολουθία του Καλού; Ωστόσο, ο τρομερός αυτός διάλογος – Πρόλογος σημαδιακός του δημόσιου βίου του Κυρίου – αναπτύσσεται στη ίδια ρίζα της Δημιουργίας όλης, ως διαλεκτικής δόμησης του κόσμου, αλλά και του Ανθρώπου.

Το Κακό δεν εξουδετερώνεται. Προς στιγμήν, περιθωριοποιείται, αλλά αγρυπνεί. Τολμά τα πάντα, ακόμη και να πειράξει τον Θεό. Για τούτο παραμένει τελείως απερινόητη και η αναγκαιότητα της δημιουργίας του Ανθρώπου και η λειτουργία του μέσα στον κόσμο όπου υψώνεται ως τί; Τί είναι, τελικά, ο Άνθρωπος και ενώπιον του Θεού και μπροστά στο Διάβολο, στο Κακό; Γιατί πλάστηκε να συνειδητοποιεί αυτό το δίλημμα, αυτή τη συγκλονιστικά εξουθενωτική ένταση ανάμεσά τους; Γιατί η αναγκαιότητα του Κακού;

Απομένει μονάχα η απάρνηση: το καθήκον της απελευθέρωσης του Ανθρώπου από την κατάστασή του, η λειτουργία του “αφέντες τα δίκτυα” των αγίων Αποστόλων. Ιερή η ελευθερία του ν’ αφήνεις, ν’ απαρνείσαι, να αναζητείς την ακεραιότητά σου σε όσα αρνείσαι – ποτέ σε όσα αποδέχεσαι και προσθέτεις. Η ύπαρξή σου συνειδητοποιεί τον εαυτό της με απαρνήσεις, με διαδοχικές απελευθερώσεις, ώσπου να φτάσει στο κατώφλι εκείνο από όπου ο κόσμος χάνεται πλήρως. Χρειάζεται ιερό θάρρος».

ΚΩΣΤΑΣ ΤΣΙΡΟΠΟΥΛΟΣ, (2007), Ανάγνωση του Κατά Ματθαίον Ιερού Ευαγγελίου, Αθήνα: Ο Μικρός Αστρολάβος, 18-20.

ΣΧΟΛΙΟ: Πολλά ειπώθηκαν και γράφτηκαν για την «εισβολή» των αντιεξουσιαστών στον Ιερό Ναό Αγίου Γρηγορίου Παλαμά της Μητέρας Θεσσαλονίκης. Όλα σχεδόν κινούνται στη λογική της καταδίκης, και δικαίως, αυτό ουδείς μπορεί να το αμφισβητήσει. Ωστόσο, υπάρχει και η άλλη πλευρά, εκείνη η αθέατη πλευρά που φέρνει στο προσκήνιο έναν διαφορετικό εκκλησιαστικό και θεολογικό λόγο αντιμετώπισης τέτοιων γεγονότων. Ακούγοντας και διαβάζοντας όσα ειπώθηκαν και γράφτηκαν γι’ αυτήν την «εισβολή», εκτός του παραπάνω κειμένου, το οποίο είναι άκρως διδακτικό και αφοπλιστικό, ήρθαν στο νου μου και δύο παραπλήσιες ιστορίες.

Ευθύς αμέσως τις αναφέρω. Η πρώτη έχει ως εξής: ο αλησμόνητος καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών Νικόλαος Νησιώτης στα 1984, κάνοντας ένα σχόλιο σε μια ομιλία του π. Ιωάννη Μέγιεντορφ στον Ιερό Ναό Αγίου Νικολάου Χαλανδρίου με θέμα: «Ο Χριστός Σωτήρας σήμερα», είχε αναφέρει το παρακάτω περιστατικό: «ήμουνα έξω από το Σαν Φραντσίσκο με τον π. Μύλλερ, τον πολύ γνωστό Καθολικό θεολόγο, μέσα σ’ ένα αυτοκίνητο που οδηγούσε ένας άλλος Καθολικός ιερέας. Πηγαίναμε σ’ ένα συνέδριο και πέρασε δίπλα μας ένα φορτηγό γεμάτο νέους. Ένας από αυτούς είδε τους κληρικούς, καθώς τα αυτοκίνητα σταμάτησαν δίπλα – δίπλα στον κόκκινο σηματοδότη και φώναξε από το φορτηγό: “Πάτερ, σου δίνω ένα μήλο, εσύ τί έχεις να μου δώσεις;”. Βρεθήκαμε σε αμηχανία. Ήταν τραγικές στιγμές. Όλος ο αγώνας μας σκέπτομαι ότι είναι πως εμείς οι Χριστιανοί θα μπορέσουμε να ζήσουμε αληθινά το Χριστό ως Σωτήρα και να τον προσφέρουμε ως Σωτήρα στο σημερινό κόσμο, που έστω και ζαλισμένος σαν κι αυτά τα παιδιά, πάντως μας Τον ζητάει». Το παραπάνω κείμενο, κυκλοφορεί ευρύτατα σε πολλά blogs. Εδώ είναι αντλημένο από το blog αγαπητού φίλου και συναδέλφου, του Ανδρέα Αργυρόπουλου: Ορθοδοξία και περιθωριακά κινήματα. Ορθόδοξη προσέγγιση στο κίνημα των punks

Η δεύτερη ιστορία μοιάζει λίγο με την προχθεσινή «εισβολή» των αντιεξουσιαστών. Μοιάζει, όμως, δεν είναι ταυτόσημη. Η εικόνα της είναι ποιητική. Δεν είναι εικόνα μπάχαλου, όπως αυτή των «εισβολέων» αντιεξουσιαστών. Αντλημένη από την ιστοσελίδα ενός ξεχωριστού συναδέλφου, του Χρυσόστομου Σταμούλη, Καθηγητή στη Θεολογική Σχολή Θεσσαλονίκης, αξίζει ιδιαίτερα να προσεχθεί: Ένα κορίτσι με μαγιό/ μπήκε στην εκκλησία. Ένα ανέκδοτο ποίημα – αναστεναγμός υπαινικτικός – του Κυριάκου Χαραλαμπίδη και η ουσία της θεολογίας

Όλα τα παραπάνω γράφονται ως αντίσταση στις συνήθεις κραυγές πολλών «χριστιανομαθημένων» συμπολιτών μας. ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ

Ιδιαιτέρα αξιόλογο βιβλίο

Οι βίοι του Ιώβ

Ο Ιώβ είναι ένα από τα πιο γοητευτικά και συγχρόνως πιο αινιγματικά πρόσωπα της Βίβλου. Πεσμένος πάνω σε έναν σωρό από στάχτες, με το γυμνό του σώμα γεμάτο πληγές, έχοντας χάσει τους δικούς του ανθρώπους και την περιουσία του, γίνεται το σύμβολο του ανθρώπου που καταδικάστηκε αυθαίρετα και αντιτάσσεται μόνος στη θεϊκή δικαιοσύνη.

Από τότε που γράφτηκε το Βιβλίο του Ιώβ, αυτή η ιστορία συναρπάζει και προκαλεί το ενδιαφέρον περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη. Γιατί άραγε; Αναζητώντας την απάντηση, ο Assouline ακολουθεί τα ίχνη του Ιώβ ανατρέχοντας στις πηγές αυτού του κειμένου που αγνοούμε τον συγγραφέα του, κάπου είκοσι πέντε αιώνες πίσω, κι ακόμα εξετάζει τα αναρίθμητα σχόλια και τις απεικονίσεις που έχει εμπνεύσει.

Ο δρόμος του ήταν μακρύς και τον οδήγησε σε βιβλιοθήκες και μουσεία σε όλο τον κόσμο, τον έφερε κοντά σε ανθρώπους συνηθισμένους και σπάνιους, κι από την περιήγησή του αυτή γεννήθηκε ένα βιβλίο, ούτε βιογραφία ούτε μυθιστόρημα, κάτι ανάμεσα στα δυο. Προσπαθώντας να ερμηνεύσει το πλήθος των προσώπων του Ιώβ, ο Assouline αναδεικνύει τη σημασία τους για τον πολιτισμό μας σήμερα και, κυρίως, αποκαλύπτει με ποιον τρόπο η ιστορία του Ιώβ έρχεται αρωγός στη δική μας ζωή.

Οι “Βίοι του Ιώβ” μπορούν να διαβαστούν ακόμα ως αφήγηση μιας εσωτερικής αναζήτησης. Ακολουθώντας έναν συγγραφέα που ο ήρωάς του τον κατοικεί και τον στοιχειώνει.

ΧΡΗΣΤΟΣ ΓΙΑΝΝΑΡΑΣ, Ο έρωτας και η πίστη

Για την πίστη ως εμπιστοσύνη και τον έρωτα ως «έξοδο από το εγώ» μίλησε και συζήτησε με το κοινό ο Χρήστος Γιανναράς σε εκδήλωση στο βιβλιοπωλείο “άΠΕΙΡΟΣ χΩΡΑ” στα Βριλήσσια  τον Ιούνιο του 2016.

Η εκδήλωση έγινε στο πλαίσιο επανέκδοσης των βιβλίων του:  Άσμα Ασμάτων και Αλφαβητάρι της Πίστης από τις εκδόσεις Ίκαρος.

ΠΗΓΗ

Αντίφωνο

Απολαυστικό βιβλίο…

ΕΛΙ ΒΙΖΕΛ, Ο καιρός των ξεριζωμένων, μτφρ. Γιώργος Ξενάριος, εκδ. Μεταίχμιο, Αθήνα 2003.

Ο καιρός των ξεριζωμένων

Ο Γκαμλιέλ, ένα μικρό Εβραιόπουλο θα χάσει τους οικείους του, την πίστη του, ακόμα και το όνομά του, όταν η μητέρα του, για να τον σώσει από τους Ούγγρους φασίστες θα τον εμπιστευτεί στα χέρια της Ιλόνκα, μιας νεαρής τραγουδίστριας που δουλεύει σε καμπαρέ της Βουδαπέστης. Τα χρόνια που θα ακολουθήσουν του επιφυλάσσουν όμως κι άλλες επώδυνες περιπλανήσεις. Ώσπου, στα τέλη του 20ού αιώνα, ο Γκαμλιέλ Φρίντμαν βρίσκεται στη Νέα Υόρκη και έχει αποκτήσει πλέον αμερικανική υπηκοότητα. Όταν η γιατρός Λίλι Ρόζενκρατς του ζητά να τη βοηθήσει με μια ηλικιωμένη ουγγαρέζα ασθενή της, η οποία μιλά μόνο ουγγρικά, το παρελθόν του ξυπνά. Η τρελή σκέψη ότι η άρρωστη μπορεί να είναι η Ιλόνκα, που έχει να τη δει από το 1956, όταν οι κάτοικοι της Βουδαπέστης εξεγέρθηκαν εναντίον των σοβιετικών δυνάμεων, θα σταθεί η αφορμή για να τον κατακλύσουν οι αναμνήσεις: τα παιδικά του χρόνια, ο αποτυχημένος γάμος του με την Κολέτ, οι δυο του κόρες, με τις οποίες δεν έχει πια καμία επαφή, οι παλιοί του φίλοι, οι σύντροφοι με τους οποίους μοιράζεται τη σκληρή μοίρα του ξεριζωμού, αλλά και οι ατάλαντοι συγγραφείς στους οποίους ο Γκαμλιέλ δανείζει τα κείμενα και το ταλέντο του, ενώ μοναδική του έγνοια είναι να τελειώσει το Μυστικό Βιβλίο του.

Μέσα σε μία μέρα ο Γκαμλιέλ, αυτός ο ισόβια ξεριζωμένος, συνειδητοποιεί ότι πρέπει να συμφιλιωθεί με το παρελθόν του, να ριζώσει κάπου. Πρέπει να πείσει τον εαυτό του ότι υπάρχει ακόμη χώρος στην καρδιά των ανθρώπων για το όνειρο και την ελπίδα.

Για τον Ελί Βιζέλ βλ. Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ