ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΖΗΤΙΑΝΕΛΛΗΣ. (2017). Τόποι και άνθρωποι, Αθήνα: Ωκεανίδα

Γράφει ο ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ

ΕΝ ΠΡΩΤΟΙΣ θα ήθελα θερμά να ευχαριστήσω τον συγγραφέα για την τιμή που μου κάμει να μιλήσω ενώπιόν σας για το βιβλίο του[*]. «Δράστης», όμως, αυτής της πρόσκλησης είναι ο σεβαστός φιλόλογος καθηγητής και ιστορικός κ. Παναγιώτης Παρασκευαΐδης, ο οποίος με σύστησε στον συγγραφέα. Πέραν, όμως, αυτού του τιμητικού προς το πρόσωπό μου καλέσματος, αποδέχθηκα αυτήν την πρόσκληση και για έναν ακόμη λόγο. Το παρουσιαζόμενο εδώ απόψε βιβλίο του κ. Ζητιανέλλη, σε αρκετές σελίδες του, εν ολίγοις καταγράφει και στιγμές από την ιστορία του σχολικού κτηρίου που βρισκόμαστε, του γνωστού σ’ όλους μας Γυμνασίου Μυτιλήνης, κατά τη δεκαετία του 1950.

Δύο σύντομες διαπιστώσεις πιστεύω ότι θα μας βοηθήσουν να αποκτήσουμε οικεία σχέση με τον συγγραφέα και το λογοτέχνημά του, λογοτέχνημα γνωστό μεν στο είδος του – πρόκειται για αυτοβιογραφική αφήγηση – βιωματικό πέρα για πέρα και άκρως συγκινητικό δε. Η πρώτη διαπίστωση σχετίζεται με το γεγονός της μετανάστευσης, φαινόμενο τόσο παλαιό όσο κι ο άνθρωπος. Η δεύτερη σχετίζεται με την αυτοβιογραφία ως λογοτεχνικό είδος. Ας δούμε την πρώτη. Ως φαινόμενο και ως διαδικασία η μετανάστευση σφράγισε την πατρίδα μας τον 20ο αιώνα, για να περιοριστούμε μόνο σ’ αυτόν. Στην κυριολεξία συνέβαλε στη διαμόρφωση όχι μόνον της οικονομικής και κοινωνικής πραγματικότητας των μεταναστών Ελλήνων αλλά και της πολιτισμικής, πτυχή που όσοι ασχολούνται με τη μετανάστευση, πολλές φορές δεν λαμβάνουν και τόσο υπόψη. Στην προκειμένη περίπτωση οφείλουμε ιδιαίτερα να τονίσουμε τη διαγραφόμενη μεταλλαγή του μεταναστευτικού φαινομένου, στη μακρά διάρκεια του χρόνου, μιας και πάντοτε αποτελούσε και θα συνεχίζει να αποτελεί αναπόσπαστο μέρος των κοινωνιών και των ανθρώπων που τις απαρτίζουν. Στέκομαι για λίγο ακόμη στην πρώτη διαπίστωση επισημαίνοντας και κάτι άλλο, το οποίο έχει άμεση σχέση με το βιβλίο του κ. Ζητιανέλλη. Αν και οι διαπιστώσεις μπορεί να θεωρούνται σωστές, παραμένουν στείρες αν τις αποκόψουμε από τον ανθρώπινο παράγοντα. Όταν διαβάσετε το βιβλίο του κ. Ζητιανέλλη θα διαπιστώσετε και εσείς αυτήν τη μόνιμη πια επωδό που ακούγεται συχνά από Έλληνες που μετανάστευσαν σε κόσμους μακρινούς, σε Ανατολή και Δύση, σε Βορρά και Νότο: «όπου Έλληνας επί γης η ίδια πίκρα». Την καταγράφει άλλωστε και το τιμώμενο απόψε πρόσωπο στο βιβλίο του, ο κ. Ζητιανέλλης. Στην προσαρμογή του στη νέα πατρίδα, νεαρός στο πρώτο του Πάσχα στο Κέιπ Τάουν, τη Μητέρα Πόλη στη Νότια Αφρική, νιώθει την πίκρα της μοναξιάς. Γράφει: «Πάσχα. Το πρώτο μας στην Αφρική και το πρώτο μακριά απ’ το χωριό. Πολύ αναπάντεχα μας ήρθε. Καλά, στο μαγαζί δεν μιλούσε κανένας γι’ αυτό, αν και εγώ πήγα δυο φορές στην εκκλησία, μα ούτε οι ευωδίες της άνοιξης ούτε τα τιτιβίσματα των πουλιών, ούτε τα μύρια χρώματα στις πλαγιές και στους κάμπους, ούτε οι μυρωδάτες άχνες από τους φούρνους, κανένας προάγγελος δεν σήμανε τον ερχομό της Λαμπρής. Μόνο η κυρά Σταυρούλα σε μια από τις καθιερωμένες επισκέψεις του Σαββάτου μας ανακοίνωσε με επισημότητα: “Αύριο είναι των Βαΐων”». Επιμένω για λίγο ακόμη στην πρώτη διαπίστωση λέγοντας και ετούτο: ολάκερος ο Ελληνισμός της αποδημίας, της διασποράς, όπως αυτός αποτυπώνεται στο πρόσωπο του κ. Ζητιανέλλη, ξόδεψε τη ζωή του σε μακρινούς τόπους, ενθυμούμενος με πάθος πάντοτε τη μητρόπολη, τη μητέρα πατρίδα, το γενέθλιο τόπο. Έτσι ομόρφαιναν κι ομορφαίνουν τη ζωή τους οι Έλληνες, όπου γης.

Έρχομαι στη δεύτερη διαπίστωση και αμέσως μετά θα προσπαθήσω να σας μυήσω στη λογοτεχνική γραφή του κ. Ζητιανέλλη. Το βιβλίο του Τόποι και Άνθρωποι ανήκει σε εκείνα τα αφηγηματικά κείμενα που χαρακτηρίζονται αυτοβιογραφίες. Ο συγγραφέας γράφει την ιστορία της ζωής του ή μέρος αυτής. Και μιας και ομιλούμε για αυτοβιογραφία αξίζει να τονίσουμε το γεγονός ότι στις περισσότερες περιπτώσεις η αυτοβιογραφία γράφεται σε χρόνο αρκετά μεταγενέστερο από όσα εξιστορεί. Αυτή, άλλωστε, είναι και η λογοτεχνική της αξία, η οποία προϋποθέτει ένα συγκεκριμένο αναγνωστικό κοινό και, βέβαια, ένα συγκεκριμένο τρόπο ανάγνωσης, καθώς ο αναγνώστης εκ των προτέρων γνωρίζει ποιος είναι ο αφηγητής. Για να μιλήσω πιο συγκεκριμένα θα πω κι ετούτο: ο Θωμάς, ο κεντρικός ήρωας του βιβλίου γράφει για όλους, για όλες και για όλα. Θα ‘λεγα ότι είναι το όλον του Ελληνισμού της αποδημίας. Είναι αυτά που βλέπει, αυτά που ακούει, τα βιώματά του, οι εμπειρίες του, η οικογένειά του, οι φίλοι και οι φίλες του, η πατρίδα του και η ιστορία της. Εκπροσωπεί με άλλα λόγια κάθε Έλληνα που οδηγήθηκε κάτω από συγκεκριμένες περιστάσεις στη μετανάστευση. Υπ’ αυτή την έννοια, για να χρησιμοποιήσω το λόγο κι ενός φιλοσόφου, του Μάρτιν Χαϊντεγκέρ επάνω στο χρόνο του βίου μας, όπου γης, σ’ όποια πατρίδα, ο χρόνος είμαστε εμείς, συνεπώς η ιστορία του καθενός μας είναι η αυτοβιογραφική μας ιστορία.

Η διαπλοκή της αυτοβιογραφίας με τη λογοτεχνία, στο συγκεκριμένο βιβλίο του κ. Ζητιανέλλη, κυρίως μπορεί να εκληφθεί ως ένα ντοκουμέντο ή μια μαρτυρία του προσώπου που αυτοβιογραφείται. Η πρωτοπρόσωπη αφήγηση, η οποία ενώ φέρνει στην επιφάνεια πολλά αυτοβιογραφικά στοιχεία του συγγραφέα, τον οδηγεί συνάμα ως αφηγητή να επινοήσει ένα πλασματικό πρόσωπο για να γίνει ο διαμεσολαβητής ανάμεσα σ’ αυτόν και στον αναγνώστη· πρόκειται για τον Θωμά. Ετούτη η συνισταμένη φέρνει στο προσκήνιο ένα από τα βασικά προτερήματα του βιβλίου, την πλουσιότατη ηθογραφία των προσώπων με τα οποία έχει συναναστραφεί στη μέχρι τώρα ζωή του.  Έτσι, μέσα από τις πολλές πράξεις τους και τα σχόλια που τις συνοδεύουν, το διάλογο και τη σχέση που αναπτύσσει μαζί τους, άλλοτε με απλότητα, άλλοτε με έντονο συναισθηματισμό αλλά και αυθορμητισμό, ο κ. Ζητιανέλλης με επιτυχία καταφέρνει να καταγράψει τη ζωή του είτε στο μακρινό Κέιπ Τάουν, είτε στον γενέθλιο τόπο του. Το γεγονός αυτό γίνεται με παλινδρομικό τρόπο, από η στιγμή που θα μπει στο καράβι για να φτάσει στην Αθήνα κι από εκεί μετά από λίγες ημέρες με το αεροπλάνο στον τόπο που για χρόνια πολλά θα ριζώσει, οι σκηνές του βίου του περιγράφονται άλλοτε σε τωρινό κι άλλοτε παρελθόντα χρόνο. Εδώ, ο συναισθηματικός κόσμος είναι πλουσιότατος: ενθουσιασμός, υπερηφάνεια, φόβος, θλίψη, αγωνιστικότητα, επιθυμία, λαχτάρα, συνθέτουν το παζλ μιας προσωπικότητας, ενός Έλληνας της διασποράς, ωσάν η Ελλάδα να είναι μόνο ο καινούργιος μέγας κόσμος, που πάντα τολμούσε και θα συνεχίζει να τολμά εκείνο το αποφασιστικό βήμα: μετά την οικονομική επιτυχία και την κοινωνική αναγνώριση κάθε μετανάστη, κόμιζε και συνεχίζει να κομίζει βήμα μαρτυρίας του πολιτισμού των Ελλήνων, όπου γης. Προς αυτή την κατεύθυνση ετούτο το βιβλίο δείχνει έναν τρόπο ζωής. Ο ξεριζωμένος από το νησί του Έλληνας μετανάστης Θωμάς, στη νέα του πατρίδα, χάρη στο χαλύβδινο πείσμα του να πετύχει, τεντώνει και υψώνει ανάστημα υπεροχής: στο καθημερινό στίβο του κάματου, η γνωριμία του με πρόσωπα που συναναστρέφεται, τον Τσάρλι, τον Άλεξ, τη Βάλερι, τη Τζόι, τη Νόρμα, τον Ζακ, τον Πατρίκιο, τον Τόνι, τον Δανιήλ, άλλα πρόσωπα της δουλειάς κι άλλα του έρωτα, του ομορφαίνουν τη ζωή, αναπολώντας παράλληλα σημαντικές στιγμές από τη ζωή του στο χωριό. Σε μια από τις πολλές συζητήσεις του με τον Άλεξ του εκμυστηρεύεται ότι παραλίγο να γίνει παπάς. Γράφει με γλαφυρό, εξομολογητικό και αυθόρμητο ύφος, το οποίο μάλιστα εξασφαλίζει τη ζωντάνια της αφήγησης: «δεν εμβάθυνα ποτέ σε θεολογικά ζητήματα. Ό,τι είχα μάθει στα Θρησκευτικά, ό,τι άρπαξα από το κατηχητικό και ό,τι μου ‘μεινε από το παράδειγμα των δικών μου. Για βαθιά θεολογική συζήτηση ούτε λόγος. Ψαχνόμουν μόνος μου πολλές φορές μήπως και καταλήξω κάπου αλλά στο τέλος εγκατέλειπα την “έρευνα”. “Προτιμώ να πιστεύω παρά το αντίθετο”, εξήγησα στον Άλεξ. “Δεν μπορώ να φανταστώ τον εαυτό μου μακριά απ’ αυτά που έμαθα καθώς μεγάλωνα. Προτιμώ να είμαι προσκολλημένος σε μια σύνθετη και ανεξήγητη ιδέα παρά σε μια αβασάνιστη και εύκολη ελευθερία. Αισθάνομαι έτσι πιο στεριωμένος γιατί ανήκω κάπου και έχω πιο πολλές απαντήσεις σε ρωτήματα, παρά απελευθερωμένες ιδέες που δεν συνεπάγονται υποχρεώσεις – σαν φύλλο ξερό στον αγέρα που δεν ξέρεις που θα καταλήξει”». Αυτός ο ομοδιηγητικός αφηγηματικός τρόπος, ταύτιση δηλαδή του συγγραφέα – αφηγητή – πρωταγωνιστή Θωμά, παραπέμπει σε εκείνον το θρησκευτικό τρόπο ζωής των Ελλήνων μεταναστών όπου η ορθόδοξη παράδοση, ως πεποίθηση και βεβαιότητα διαφυλάσσεται ως κατόρθωμα ελευθερίας. Το αποδεικνύει, άλλωστε, ο ίδιος ο συγγραφέας όταν λέγει «προτιμώ να είμαι προσκολλημένος σε μια σύνθετη και ανεξήγητη ιδέα παρά σε μια αβασάνιστη και εύκολη ελευθερία».

Θα σας εκθέσω δύο ακόμη βασικά ζητήματα που θέτει το βιβλίο του κ. Ζητιανέλλη. Το ένα σχετίζεται με κοινωνιολογικές ιδέες, ενώ το άλλο – το άφησα τελευταίο γιατί καταπιάνεται με την ιστορία του Γυμνασίου Μυτιλήνης – έχει παιδαγωγικές διαστάσεις. «Παντού τα πάντα και χειρότερα»  είναι ο τίτλος ενός από τα μικρά κεφάλαια που απαρτίζουν το βιβλίο του κ. Ζητιανέλλη. «Ήταν παρανομία να περάσει ο μη Λευκός από μια πόρτα που πάνω είχε την ταμπέλα Μόνο για Λευκούς, ήταν έγκλημα να κολυμπά στην ίδια πισίνα ή θάλασσα με Λευκούς, ήταν έγκλημα να μην έχει ο Μαύρος ταυτότητα με τη σωστή υπογραφή, έγκλημα να μένει σε λάθος μέρος. Τελικά ήταν παράνομος και εγκληματίας γιατί ήταν Μαύρος. Με λίγα λόγια οι ιθαγενείς αντιμετωπίζονταν σαν διαφορετικά δημιουργήματα της φύσης, άνθρωποι μεν αλλά υποδεέστεροι. Κάτι μεταξύ ανθρώπου και ζώου». Όπως καταλαβαίνετε ο συγγραφέας έζησε από κοντά τις φυλετικές διακρίσεις στην αφρικανική ήπειρο, το γνωστό απαρτχάιντ, το οποίο άρχισε να εφαρμόζετε το 1948 και τερματίστηκε το 1991. Σε αρκετά σημεία του βιβλίου του ο κ. Ζητιανέλλης κάμει παρόμοιες αναφορές, για το χωρισμό σε φυλετικές κατηγορίες και οριοθετήσεις συγκεκριμένων περιοχών διαβίωσης για κάθε φυλή που ζει στο Κέιπ Τάουν, γεγονός που οδηγούσε σε βίαιες μετοικήσεις και συγκρούσεις, όπως λόγου χάριν η διαβόητη Συνοικία Έξι, εκείνο δηλαδή το «μελίσσι ανθρώπων κάθε ράτσας – εκτός των Λευκών – και κάθε ηλικίας που προπαντός τις νύχτες έκανε υπερωρίες σε κάθε λογής δραστηριότητα και ζούσε γύρω από έναν κεντρικό δρόμο που δεν περνούσε τα δύο χιλιόμετρα».

H φυγή από την πατρίδα πάντα φέρνει πόνο. Κι όταν αυτή η φυγή γίνεται σε δύσκολα χρόνια, όπως αυτά της δεκαετίας του 1950, τα πράγματα δυσκολεύουν ακόμη περισσότερο. Ο μετανάστης, νεαρός στην ηλικία Θωμάς, αναζητά στηρίγματα για την απόφασή του να ξεκινήσει μια καινούργια ζωής σε τόπο μακρινό. Αυτά δεν είναι άλλα από το στενό και ευρύτερο οικογενειακό περιβάλλον: μάνα, πατέρας, αδέλφια, ξαδέλφια. Πέραν, όμως, αυτών στηρίγματα είναι και οι δάσκαλοι, πρόσωπα αξιοπρόσεκτα για το παιδαγωγικό ήθος τους  αλλά και για την αφοσίωση στο διδακτικό έργο τους. Ένας εξ αυτών ο γυμνασιάρχης φιλόλογος Σταύρος Παρασκευαΐδης, ο οποίος δίδασκε Όμηρο στον κ. Ζητιανέλλη. Μυθικό πνευματικό ανάστημα είχε ετούτος ο δάσκαλος, έτσι όπως τον περιγράφει ο συγγραφέας: «πολλά καθίσματα… συμμαθητών μου».

Τελειώντας, οφείλω να σημειώσω κάτι που θεωρώ άκρως σημαντικό για τον ίδιο τον συγγραφέα. Το βιβλίο του Τόποι και άνθρωποι, καθώς είναι το πρώτο, δείχνει να το χαίρεται και να το διασκεδάζει που το έγραψε. Δεν κρύβει τη χαρά του, όπως και δεν κρύβει την αποστολή, το στόχο της γραφής του: κανένας δρόμος δεν είναι εύκολα στρωτός, ή εξ ορισμού παράδεισος. Ούτε εκείνος που τον οδήγησε στην ξενιτιά, ούτε βέβαια, αυτός που τον έφερε να κινείται στα όρια της λογοτεχνίας και της αυτοβιογραφίας με επιτυχία. Συστήνω να αγοράσετε και να διαβάσετε τους πολλαπλούς τόπους που διάβηκε ο συγγραφέας συναντώντας λογής – λογής ανθρώπους. Μα ας θυμηθούμε κι αυτό – αφού νοητά μεταφερθήκαμε από τη γενέθλια γη του συγγραφέα προς την γη που τον ανέδειξε σε επιτυχημένο άνθρωπο – κατά τον Παυσανία, οι Μούσες ήταν καταρχάς τρεις, η Αοιδή, η Μελέτη και η Μνήμη. Επειδή και οι τρείς είχαν σχέση με τη μουσική και το τραγούδι, δείχνουν ότι βοηθούν τον συγγραφέα με μουσικό τρόπο να αφηγείται τη ζωή του.

[*] Ομιλία που έγινε στην παρουσίαση του βιβλίου του κ. Δ. Ζητιανέλλη στην Αίθουσα Τελετών του Πειραματικού ΓΕ. Λ. Μυτιλήνης του Πανεπιστημίου Αιγαίου (28 Ιουνίου 2017). Στην εκδήλωση ακόμη μίλησαν ο κ. Π. Παρασκευαΐδης και ο ίδιος ο συγγραφέας. Συντονιστής ήταν ο κ. Γ. Διγιδίκης, Υποδιευθυντής του Πειραματικού ΓΕ. Λ. Μυτιλήνης του Πανεπιστημίου Αιγαίου.

Αποτέλεσμα εικόνας για ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΖΗΤΙΑΝΕΛΛΗΣ, (2017) Τόποι και άνθρωποι

Quis, quid, ubi, quibus auxiliis, cur, quomodo, quando?

Γράφει ο Α. Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ

Επιτέλους ανακοινώθηκαν οι αξιολογικοί πίνακες των υποψήφιων διευθυντών σχολικών μονάδων, μετά τις περιβόητες συνεντεύξεις. Πολλοί εκ των υποψηφίων σήμερα ήταν στημένοι μπροστά στις οθόνες των Η/Υ και επί ώρες ανέμεναν την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων. Και τα αποτελέσματα ανακοινώθηκαν… Δεν χρειάζεται κανείς να έχει ντοκτορά για να τα αποτιμήσει. Το αποτέλεσμα, νομίζω, ότι είναι ερμηνεύσιμο αλλά και η διαπίστωση φανερή δια γυμνού οφθαλμού: στην πολύπλευρη κρίση που περνά αυτός ο τόπος, εδώ και δεκαετίες, κάπου υπάρχει κι εκείνη η κρίση που μπορεί να χαρακτηριστεί ως εκπαιδευτική. Τόσο σε ζητήματα διδακτικού έργου, όσο και σε ζητήματα διοίκησης. Κρίση με άλλα λόγια ηγεσίας, γιατί πως και να το κάνουμε, και η ηγεσία μιας σχολικής μονάδας παίζει το ρόλο της, παιδευτικό πάντα. Γιατί κι αυτή, έτσι άλλωστε λέγει η παιδαγωγική επιστήμη, χαράζει την πορεία κάθε σχολείου, του δίνει δηλαδή μια ταυτότητα. Ελάτε, όμως, που στην επιλογή των διοικητικών στελεχών, εδώ και χρόνια, κάτω απ’ το τραπέζι μαγειρεύονται πολλά. Και ποιο είναι το αποτέλεσμα, με ρωτούσε επίμονα σήμερα στον καφέ που πίναμε ένας φίλος, που χρόνια λείπει από το Ελλαδιστάν. Δεν είναι δύσκολο να το καταλάβει κανείς, του απάντησα: όπως και σε άλλους τομείς του βίου μας, πολιτικό, κοινωνικό, οικονομικό, πολιτιστικό, έτσι και στον εκπαιδευτικό, υπάρχει κρίση νοήματος. Ανεξαλείπτως την σφραγίδα τους και εδώ την αφήνουν οι «γνωστοί», οι «δικοί μας». Δυστυχώς είναι μια διαπίστωση, που ενώ χρόνια όλοι μας τη βλέπουμε, δεν κάμουμε τίποτα, την ανεχόμαστε. Όπως το λένε οι τρεις στίχοι του ποιήματος: «αγαπημένος και μισητός, τούτος ο τόπος / με τ’ άνθια τα λευκά, / που δεν τον επιλέξαμε», ΧΡΥΣΩ Ι. ΛΥΓΙΖΟΥ – ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ, (1998), «Λίκνισμα», στο: Ποιήματα, Αθήνα: Κώδικας, σ. 33.

Αποτέλεσμα εικόνας για Αγήνωρ Αστεριάδης βάζο με λουλούδια

ΑΓΗΝΩΡ ΑΣΤΕΡΙΑΔΗΣ, «Βάζο με λουλούδια»· λάδι σε μουσαμά επικολλημένο σε χαρτόνι, 51Χ48 εκ.

Ο άγιος Νικόδημος Αγιορείτης γράφει για τον Ευγένιο Βούλγαρι

Γράφει ο Α. Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ

Δύο πρόσωπα είναι οι πρωταγωνιστές αυτού του σύντομου αρθριδίου, ο άγιος Νικόδημος Αγιορείτης[1] – η μνήμη του τιμάται την 14η Ιουλίου – ο σημαντικότερος των Κολλυβάδων Πατέρων και ο κλεινός Ευγένιος Βούλγαρις[2], αμφότεροι λόγιοι του 18ου αιώνα. Αν και τα βήματά τους ίσως να μη διασταυρώθηκαν κάποια στιγμή στους ίδιους δρόμους, ο πρώτος έτρεφε σεβασμό για τη λογιοσύνη του δευτέρου.

Σ’ ένα από τα σημαντικότερα έργα του, την Ομολογία Πίστεως (Βενετία 1919), ο άγιος Νικόδημος απολογούμενος τρόπον τινά για τη συγγραφή αυτού του σπουδαιοτάτου βιβλίου του, γράφει τα εξής αποκαλυπτικά: «συνήθεια γαρ εξ αρχαίων χρόνων επικρατεί εις την του Χριστού Εκκλησίαν και όποιος κατηγορείται εις τα της Πίστεως, και να απολογήται εις α κατηγορείται […] Έτζι ο θείος Γρηγόριος ο Παλαμάς ιδίαν Ομολογίαν εξέθετο  εξέθετο Πίστεως […] και ο θείος Μάρκος ο Εφέσου, εν τη κατά Φλωρεντίαν Συνόδω […] έτζι και πολλοί των νεωτέρων Διδασκάλων εποίησαν, ως ο Κυρ Ευγένιος και άλλοι»[3]. Άξιο παρατήρησης είναι εδώ το γεγονός ό,τι δίπλα σε κορυφαίους αγίους (Γρηγόριο Παλαμά και Μάρκο Ευγενικό) τοποθετεί και τον Ευγένιο Βούλγαρι.

Αλλά και στο Νέον Μαρτυρολόγιον (1799)[4], ο άγιος Νικόδημος αναφέρει ότι ο άγιος Κοσμάς Αιτωλός εσπούδασε στην Αθωνιάδα Σχολή του Αγίου Όρους «υποκάτω εις τον διδάσκαλον Παναγιώτην Παλαμάν˙ μετά δε ταύτα παρέλαβε και την Λογικήν από τον διδάσκαλον Νικόλαον Τζαρτζούλιον τον εκ Μετζόβου, όστις εκεί εσχολάρχησε μετά τον σοφώτατον Ευγένιον»[5].

Πόσο σημαντική υπήρξε η φυσιογνωμία του αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου φαίνεται από το παρακάτω χαρακτηρισμό του B. Knös: «το έργο του Νικοδήμου είναι σημαντικό και πολύ δικαιολογημένα κατέχει διάσημη θέση στην ιστορία τόσο της Ελληνικής Εκκλησίας όσο και του Ελληνισμού»[6].

[1] Για τον άγιο Νικόδημο Αγιορείτη σημαντικές είναι οι μελέτες των: πρωτοπρ. Κ. ΚΑΡΑΪΣΑΡΙΔΗΣ, (1998), Ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης και το λειτουργικό του έργο, Αθήνα: Ακρίτας· G. MARNELLOS, (2002), Saint Nicodeme l’ Hagiorite (1749-1809), Θεσσαλονίκη: Πατριαρχικό Ίδρυμα Πατερικών Μελετών.

[2] Για τον Ευγένιο Βούλγαρι βλ. Α. Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ, (2011), Ευγένιος Βούλγαρις (1716-1806). Σκιαγράφηση των πολιτισμικών αλλαγών και των ιδεολογικών ζυμώσεων στον 18ο αιώνα. Διδακτορική Διατριβή. Θεσσαλονίκη: Θεολογική Σχολή ΑΠΘ, όπου και πλουσιότατη βιβλιογραφία.

[3] Ομολογία Πίστεως, στο: Π. Β. ΠΑΣΧΟΣ, (1996), Εν ασκήσει και μαρτυρίω. Ανέκδοτα Φιλοκαλικά και Κολλυβαδικά υμναγιολογικά κείμενα για τον Μοναχισμό, τους Νεομάρτυρες και την Παράδοση, των αγίων Νικοδήμου Αγιορείτου και Αθανασίου Παρίου. Στο επίμετρο εκδίδεται ολόκληρη η δυσεύρετη Απολογία και Ομολογία Πίστεως του αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου, Αθήνα: Αρμός, σ. 178. Και αλλού γράφει ξανά: «υπομνήσθητι, ότι και ο κατά φιλοσοφίαν περιβόητος Ευγένιος και παρά σου θαυμαζόμενος, επήγεν εις Πετζέρσκαν και προσεκύνησε τα λείψανα των εκείσε αγίων Ασκητών». Βλ. Αυτόθι, σ. 80.

[4] Όπως είναι γνωστό ο άγιος Νικόδημος Αγιορείτης ένα μεγάλο μέρος της συγγραφικής του δραστηριότητας το αφιέρωσε στην αγιολογία της Εκκλησίας με τη μορφή των συναξαρίων. Κι αυτό το έκαμε διότι πίστευε ότι τα συναξάρια αποτελούν πνευματική τροφή για κάθε πιστό με εποικοδομητικό και παιδαγωγικό ρόλο στη ζωή των χριστιανών. Ένα από έργα του συναξαριακού τομέα είναι και το Νέον Μαρτυρολόγιον. Μετά την πρώτη έκδοσή του στη Βενετία το 1799, γνώρισε δύο ακόμη εκδόσεις τη δεύτερη στην Αθήνα το 1856 και την τρίτη ξανά στην Αθήνα το 1961. Αξίζει, εδώ, να σημειωθεί ότι πρόθεση του αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου ήταν να προλάβει τον κίνδυνο αρνήσεως της πίστης πολλών χριστιανών, εξαιτίας των πιέσεων και βασανιστηρίων που γνώριζαν από τους αδίστακτους αλλόθρησκους κατακτητές. Το γεγονός αυτό παραπέμπει κατευθείαν στην πεμπτουσία των μαρτυρίων των Νεομαρτύρων: ετούτοι αποτέλεσαν τη δόξα και το αίνος της Εκκλησίας του Χριστού και έγιναν παράδειγμα υπομονής για όλους του ορθοδόξους, οι οποίοι υπέφεραν κάτω από το δυσβάστακτο ζυγό της οθωμανικής τυραννίας. Ως συντάκτες των συναξαρίων του Νέου Μαρτυρολογίου ο άγιος Νικόδημος καταγράφει τον Πέτρο, ιερέα από τη Σόφια της Βουλγαρίας, τον Νικόλαο Μαλαξό, τον Θεοφάνη από τη Θεσσαλονίκη, τον Νικόλαο Κύρκο, τον Γεώργιο Κορέσσιο, Χιώτη λόγιο του 17ου αιώνα, τον Μελέτιο, Επίσκοπο Κυθήρων, τον Καισάριο Δαπόντε, τον ιερομόναχο Ιωακείμ εκ Πάρου και τον Ιωνά τον Καυσοκαλυβίτη. Μαζί με τα συναξάρια, το Νέο Μαρτυρολόγιο περιλαμβάνει και επτά ακολουθίες αγίων. Από τα 81 συναξάρια που περιλαμβάνονται στο εν λόγω Μαρτυρολόγιο, τα 46 ανήκουν στο άγιο Νικόδημο, ενώ τα υπόλοιπα μας κάμει γνωστό το συγγραφέα και μερικές φορές τον τόπο όπου βρίσκονταν αυτά νωρίτερα. Σημαντικό στην περίπτωση αυτή είναι το γεγονός ότι το Νέον Μαρτυρολόγιον περιλαμβάνει συναξάρια Νεομαρτύρων που ανήκουν και σε άλλες Ορθόδοξες Εκκλησίες, όπως την Εκκλησία της Βουλγαρίας, την Εκκλησία της Ρουμανίας και την Εκκλησία της Ρωσίας, υποδηλώνοντας με τον τρόπο αυτό τον οικουμενικό και πανορθόδοξο χαρακτήρα των Νεομαρτύρων. [Απαραίτητη διευκρίνιση: αυτό το κείμενο της υποσημείωσης, αντλημένο από την ιστοσελίδα της Ιεράς Μητροπόλεως Μυτιλήνης, Ερεσού και Πλωμαρίου, ανήκει στον γράφοντα. Μαζί με άλλα κείμενα που αφορούν την αγιολογία αυτής της τοπικής Εκκλησίας γράφτηκαν όταν το Τμήμα Πολιτισμικής Τεχνολογίας και Επικοινωνίας του Πανεπιστημίου Αιγαίου σχεδίαζε τη λειτουργία της ιστοσελίδας της Ιεράς Μητροπόλεως. Απορίας άξιο είναι γιατί το όνομα του γράφοντα δεν αναφέρεται από τους σημερινούς διαχειριστές της ιστοσελίδας].

[5] Νέον Μαρτυρολόγιον, εκδ. Αστήρ, Αθήνα 31961, σ. 201.

[6] B. KNÖS, (1962).  L’ histoire néo-grecque, Uppsala σ. 522.

Tο μελανοδοχείο του οσίου Nικοδήμου του Aγιορείτου - τέλος 18ου αι. μ.Χ. - Mονή Bατοπαιδίου, Άγιον Όρος

Το μελανοδοχείο του αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου, (τέλος 18ου αιώνα)· Μονή Βατοπαιδίου. Άγιον Όρος.

Σχετική εικόνα

Ο Ευγένιος Βούλγαρις

Εράσμιος και Φιλόκαλος Πεντζίκειος λόγος

«Στην κορυφή του θόλου της Εκκλησίας του Μοναστηριού, ο Σταυρός του Χριστού, μόνος ξεδιαλύνει τα αξεδιάλυτα σκοτάδια.

Ορθρίζει η νέα μέρα.

Ο παπάς στο ιερό, συντροφιά με άλλους ιερείς, παπάδες και διάκους, που θυμιατίζουν, αναγνώστες που διαβάζουν: “Ταις των Αγίων πρεσβίαις, Χριστέ ο Θεός, ελέησον ημάς”. Μνημονεύει: Τον πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Νικηφόρο τον Ομολογητή, που εξορίστηκε. Τον πρώην ειδωλολάτρη ιερέα, που υπέρ Χριστού εσταυρώθη Λουκιλλιανό. Το Νήπιο με το βαπτιστικό όνομα Υπάτιος, που μέσα στη φυλακή εσφάγη. Το Μάρτυρα Άγιο Γελάσιο, που κατεξευτέλισε κάθε κοινωνική πλάνη κοροϊδεύοντας. Τον Άγιο Μάρτυρα Ταράσιο, που καθόλου δεν τον κατατάραξε η θέα του ξίφους. Την Αγία Μάρτυρα Καλλιόπη, που εκ της θέας της ομορφιάς των κτισμάτων υψώθηκε στην αντίληψη της θέας του Κτίστου. Την κανονική Παρθένο Αγία Θέκλα, που η φιλαργυρία του πνευματικού της αφήρεσε την Οσία της Κάρα. Τους Οσίους Κύρο, Κανίδη και Ονούφριο, που μέχρι τη λήξη των βίων των, την κατ΄ εικόνα προς τον Πλάστη ομοίωση του ανθρώπου διαφύλαξαν. Του Αγίους μάρτυρες Ίσαυρο και Φίληκα, που αντιμετώπισαν τις φάλαγγες των εναντίων νικηφόρα, όπως ο Όσιος Υπάτιος τους πειρασμούς της πορνείας και ο πρώην Τριβούνος Μάρτυς του Χριστού Υπάτιος που ειδοποιήθη για το τέλος του εξ ουρανού. Τη Μάρτυρα Αγία Λεωνίδα, που με θάρρος υπέμεινε το πυρ της Καμίνου. Τον Άγιο Μάρτυρα Πιέριο, που σφάγιο πάνω στα κάρβουνα, ψήθηκε ομολογώντας το Χριστό. Τον Όσιο Μάγνο, που παρέδωκε το πνεύμα ενώ προσεύχοταν. Τον εξ Αθηνών Νεομάρτυρα Μιχαήλ, που κατεκόπη με σπάθη στα 1740. Μηνός Ιουνίου 30. “Ιούνιος Μην λήξιν ώδε λαμβάνει, Θεώ δε δόξαν τω αλήκτω προσφέρει”».

ΝΙΚΟΥ ΓΑΒΡΙΗΛ ΠΕΝΤΖΙΚΗ, (1999), Πόλεως και Νομού Δράμας Παραμύθια, Αθήνα: Άγρα, σσ. 71-73.

Αποτέλεσμα εικόνας για Πόλεως και Νομού Δράμας Παραμύθια

Το «παιχνίδι» με τους ιερούς κανόνες

Γράφει ο ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ / Θεολόγος Καθηγητής

– Θέλεις να αποδείξεις ότι είσαι ο μόνος σωστός Ορθόδοξος Χριστιανός, υπερασπιστής και μαχητής της γνήσιας πίστης; (Άντε και μερικοί άλλοι με τους οποίους συγγενεύεις πνευματικά και διανοητικά…)

– Θέλεις να αποδείξεις ότι όσοι δεν «πας» – από τον Οικουμενικό Πατριάρχη μέχρι το γείτονα που δεν χωνεύεις – είναι οικουμενιστές και μεταπατερικοί, άσχετα αν δεν ξέρεις τι σημαίνουν οι όροι αυτοί;

Παίξε κι εσύ το «παιγνίδι» με τους ιερούς κανόνες. Υπάρχουν τρεις βασικοί όροι:

α) Επιλέγεις τους κανόνες που σε βολεύουν και αποφεύγεις έντεχνα και σιωπηρά αυτούς που δεν σε βολεύουν.

β) Αλλοιώνεις το κείμενο και το πνεύμα του κανόνα (είτε έντεχνα από σκοπιμότητα, είτε αυτονόητα από ημιμάθεια). Ίσως για να μη μπλέξεις και με πολλά, να παραθέσεις μόνο τον αριθμό του κανόνα κι ας γράφει αυτός ό,τι θέλει. Αν μάλιστα, αντί για νούμερο βάλεις γράμμα (δηλαδή αντί για 21ο κανόνα, πεις κα΄) αποκτάς καλύτερο θρησκευτικό prestige. Για παράδειγμα, σε ερώτηση για το αν η γυναίκα κατά την περίοδό της «ὀφείλει προσέρχεσθαι τοῖς μυστηρίοις», ο άγιος Τιμόθεος Αλεξανδρείας απαντά «οὐκ ὀφείλει» που σημαίνει ότι δεν είναι υποχρεωμένη, καθώς το ρήμα ὀφείλω + απαρέμφατο = είμαι υποχρεωμένος. Πού να μπλέκεις όμως; Βάλε εσύ τον αριθμό του κανόνα (ζ’ Τιμοθέου) και πες ότι ο κανόνας ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΙ και είσαι μέσα…

γ) Ο τρίτος κανόνας είναι ο πολυτιμότερος και ασφαλέστερος. Αν δεις ότι δεν τα καταφέρνεις καλά, ακολουθείς πιστά τον εξίσου ημιμαθή, ξερόλα και ιεροεξεταστή μέντορά σου (κατοικοεδρεύουν πολλοί και στο ιντερνέτι) και φτιάχνετε ένα Χριστιανισμό καταγγελτικό, στυγνό, στενόμυαλο και απάνθρωπο.

Τι μπορεί όμως να σού χαλάσει το «παιγνίδι»;

Κάποιοι που ψάχνουν λίγο παραπάνω, ίσως ξέρουν και λίγα περισσότερα και δεν βαριούνται να σού απαντήσουν, αν και ξέρουν ότι μάλλον μιλάνε στον τοίχο. Αυτοί θα σού προσφέρουν το κείμενο που επικαλείσαι – το οποίο καλά μάντεψες, δεν λέει αυτά που θέλεις – και ενδεχομένως να σού προσφέρουν και άλλους κανόνες που δεν σε βολεύουν.

Για παράδειγμα, τι χειρότερο για ένα δικομανή επίσκοπο που ζητά αποζημειώσεις και χτίζει το προφίλ του ανά την επικράτεια, να του θυμίσεις τον ιδ΄ Αποστολικό κανόνα και τον κα΄ Αντιοχείας περί απαγόρευσης μεταθετού, τον ε΄ κανόνα της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου περί μη αφορισμού κληρικού ή λαϊκού λόγω μικροψυχίας και εμπάθειας του επισκόπου, τον κ΄ κανόνα της Πενθέκτης που απαγορεύει σε επίσκοπο να διδάσκει έξω από τα όρια της περιοχής του, τον ι’ κανόνα της ίδιας Συνόδου για απαγόρευση εκζήτησης τόκων και τον δ΄ κανόνα της Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου να μην επινοεί ο επίσκοπος προφάσεις και «αφορισμούς» για να αποκτά χρηματικό κέρδος;

Τι χειρότερο για έναν υπερ-ορθόδοξο κληρικό, αμόλυντο καταγγέλτη, έτοιμο να βγει από το τείχος, να του θυμίσεις τους νε’, νστ’ και νζ’ Αποστολικούς κανόνες για απαγόρευση εξύβρισης επισκόπου, άλλου κληρικού ή ανθρώπου με αναπηρία, τους κβ’ και κγ’ κανόνες της Πενθέκτης για απαγόρευση σιμωνίας (εκζήτηση χρημάτων για την τέλεση των μυστηρίων), τους κδ’ και να’ για απαγόρευση σε κληρικούς να παρακολουθούν θεατρικά θεάματα, ορχήστρες και χορούς, μονομαχίες και ιππόδρομο (βλ. και γήπεδο ή …Survivor), τον ν’ της ίδιας Συνόδου για απαγόρευση τυχερών παιγνίων και αρκετούς άλλους κανόνες για ηθικά ζητήματα;

Τι χειρότερο για έναν υπερφίαλο λαϊκό που τοποθετεί τον εαυτό του στη θέση του ιεροεξεταστή και του σωτήρα της Εκκλησίας, να του θυμίσεις τον ξστ’ Αποστολικό κανόνα για απαγόρευση νηστείας το Σάββατο και την Κυριακή, τον ξθ’ κανόνα της Πενθέκτης για απαγόρευση εισόδου των λαϊκών στο ιερό χωρίς ειδική ευχή, τον ξ’ κανόνα για απαγόρευση προσποίησης κατοχής από πονηρό πνεύμα, τον ν’ για απαγόρευση τυχερών παιγνίων, τον ρ’ για απαγόρευση χρήσης ζωγραφικών πινάκων με άσεμνο περιεχόμενο σε σπίτια, τον κ΄ της Α’ Οικουμενικής Συνόδου και τον 90ο της Πενθέκτης για απαγόρευση γονυκλισίας την Κυριακή, τον 96ο της Πενθέκτης για απαγόρευση περιποίησης μαλλιών και αρκετούς άλλους κανόνες για ηθικά ζητήματα;

Οδηγεί κάπου αυτό το «παιγνίδι» ένθεν κακείθεν; Ίσως κάποιοι ακόμη να θυμάστε τον περιβόητο «Οδηγό Εξομολόγησης» που ήταν η πεμπτουσία του ανακριτικού, ευσεβιστικού, ηθικιστικού και εξουθενωτικού πνεύματος.

Οι ιεροί κανόνες που υπάρχουν στη ζωή της Εκκλησίας, είτε Πατέρων είτε Συνόδων (τοπικών και Οικουμενικών) είναι για να διδάσκουν και να διαφυλάσσουν τη δογματική παράδοση της Εκκλησίας και για να εκκλησιαστικοποιούν την καθημερινότητα. Γι᾿ αυτό το λόγο, οι κανόνες με καθαρά ποιμαντικό και πρακτικό χαρακτήρα υπόκεινται σε ανανοηματοδότηση, βελτίωση, ακόμη και κατάργηση από το συνοδικό σύστημα της Εκκλησίας που εκφράζει την εκκλησιαστική ζωή, ενταγμένη στις ιστορικές και κοινωνικές συνθήκες της εποχής. Οι Πατέρες της Εκκλησίας, που ανά εποχές θέσπισαν κανόνες, σίγουρα δεν είχαν στο μυαλό τους την πιθανότητα να τους χρησιμοποιούμε εμείς σήμερα για να εξοντώνουμε και να «δαγκώνουμε» ο ένας τον άλλον, να κλείνουμε την πόρτα της Εκκλησίας και να προβάλουμε το Χριστιανισμό ως κλειστό club για όσους νομίζουν ότι είναι εξ ορισμού άξιοι, άσπιλοι και αμόλυντοι. Οι Πατέρες άφησαν κανόνες, όχι κανόνια.

Ο ερχομός του Χριστού στον κόσμο και το ευαγγελικό μήνυμα της ελευθερίας, της χαράς και της αγάπης είναι για να μάς απαλλάξει από το φορτίο και από τη δουλεία του Νόμου.

Η αλήθεια είναι ότι ο Σταυρός του Χριστού είναι ένα αποτελεσματικό φονικό όπλο. Τον κρατάς γερά από τη μεγάλη του άκρη και με τις άλλες τρεις ανοίγεις κεφάλια και εξολοθρεύεις τους «απίστους» για τη σωτηρία της ψυχής τους. Έλα όμως που δεν τον άφησε για αυτή τη δουλειά ο Χριστός στον κόσμο…

Υ. Γ. Προφανώς, φίλε αναγνώστη, κατάλαβες ότι το άρθρο αναφέρεται στην κατάχρηση και παράχρηση και όχι στη χρήση των κανόνων…

ΠΗΓΗ

ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΘΕΟΛΟΓΙΚΕΣ ΑΤΑΞΙΕΣ

ΣΧΟΛΙΟ

Ο αγαπητός συνάδελφος κ. Π. Ασημακόπουλος έχει απόλυτο δίκιο. Ουδείς μπορεί να αμφισβητήσει  αυτά που γράφει, ή μάλλον αυτοί που θα τα αμφισβητήσουν, θα προέρχονται από εκείνες τις σέκτες που αρνούνται να δούνε στην Εκκλησία και τη Θεολογία προοπτικές στο σήμερα που φωτίζουν την ιστορία τους. Εδώ, ας μου επιτρέψει ο αναγνώστης να του προτείνω, αν έχει την υπομονή, να δει τις εισηγήσεις του Διεθνούς Συνεδρίου με θέμα: “Κανόνες της Εκκλησίας και σύγχρονες προσκλήσεις”, το οποίο οργάνωσε η Ακαδημία Θεολογικών Σπουδών Βόλου (8 έως τις 11 Μαΐου 2014).

Συνδεθείτε για δείτε όλες τις εισηγήσεις εδώ: «Κανόνες της Εκκλησίας και σύγχρονες προκλήσεις»

Α. Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ

«Μπαμπά, είχαν οι Βυζαντινοί βεγγαλικά και πυροτεχνήματα, όπως εμείς;”· “Όχι, παιδί μου, είχαν την υμνογραφία τους».

Γράφει ο Α. Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ

Το παρακάτω κείμενο σε εικόνα προέρχεται από το blog «εθελουσία λήθη ένας χώρος για να (μη) ξεχνιόμαστε», του αγαπητού συναδέλφου Γιώργου Καπετανάκη: http://gkapetanakis.blogspot.gr/

Διαβάζοντας το κείμενο σκέφτηκα: να σχολιάσω ετούτο το αρθρίδιο ή να μην το σχολιάσω; Ομολογώ ότι τα γραφόμενα του αξιότιμου  κ. Παναγιώτη Ν. Γκουρβέλου (που παρακαλώ;) στον Ορθόδοξο Τύπο δεν μου ανοίγουν την όρεξη να γράψω μακροσκελές σχόλιο. Και εξηγούμαι γιατί. Η αντιπαραβολή και μόνον: από τη μια η Σύναξη· Τριμηνιαία Έκδοση Σπουδής στην Ορθοδοξία και από την άλλη ο Ορθόδοξος Τύπος· Εβδομαδιαία Έκδοσις της Πανελληνίου Ορθοδόξου Ενώσεως (γνωστή και ως ΠΟΕ) – υπάρχει και η Πανελλήνιος Ένωσις Θεολόγων (γνωστή και ως ΠΕΘ, μην το ξεχνάμε κι αυτό, μιας και «θεολογικά» είναι παράλληλες) – κατά την ταπεινή μου γνώμη συνιστά βεβήλωση της έννοιας διαβάζω, ενημερώνομαι δηλαδή, για κάτι που με ενδιαφέρει σ’ ότι αφορά στο μάθημα των Θρησκευτικών (μτΘ). Από τη μια, λοιπόν, η Σύναξη, τραπέζι λιτό με εδέσματα ανάλογα του Μυστικού Δείπνου. Κι από την άλλη ο Ορθόδοξος Τύπος, τραπέζι παραφορτωμένο με εδέσματα μπαγιάτικα που σου χαλούν την όρεξη να συμφάγεις με αυτόν που σε προσκαλεί· για το μτΘ ομιλώ. Το παρακάτω λογοπαίγνιο, αντλημένο από το βιβλίο του Γαβριήλ Νικολάου Πεντζίκη, υιού του αξέχαστου Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη, πιστότατου τέκνου της Εκκλησίας, «Το Βυζάντιο έχει ρεπό», ειλικρινά δεν γνωρίζω αν θα το κατανοήσει ο αξιότιμος κατήγορος των ΝΠΣ του μτΘ κ. Παναγιώτης Ν. Γκουρβέλος (για να μην παρεξηγηθώ, σεβαστές οι απόψεις του, όμως διαφωνώ σφόδρα): «Μπαμπά, είχαν οι Βυζαντινοί βεγγαλικά και πυροτεχνήματα, όπως εμείς;»· «Όχι, παιδί μου, είχαν την υμνογραφία τους».

Αποτέλεσμα εικόνας για Ψαλτήριο του Egbert

Ψαλτήριο του Egbert. Περγαμηνή, γ΄τέταρτο 10ου αιώνος, 233 φύλλα, 23,9χ17,8 εκ. Μονή Reichenau Cividale del Friuli, Museo Archeologico Nazionale

12η Ιουλίου Οσίου Παϊσίου του Αγιορείτου

Γράφει ο Α. Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ

Ένα από τα πολλά παράδοξα της εποχής μας είναι ότι αρνούμαστε να ομιλούμε για την αγιότητα. Πρόκειται για ένα πάγωμα της πίστης μας στον Χριστό και στους αγίους του. Πάρα ταύτα, όμως, ο άνθρωπος συνεχίζει να παραμένει θρησκευόμενο ον, έχει την ανάγκη να πιστεύει κάπου, έχει την ανάγκη για μια σταθερά, ένα σημείο αναφοράς, πάνω στο οποίο θα οικοδομεί το βίο του.

Η 12η Ιουλίου, ημέρα μνήμης του Οσίου Παϊσίου του Αγιορείτου, του και Καππαδόκη – η ακτινοβολία της αγιότητάς του έχει πια ξεπεράσει τα όρια της πατρίδας μας και έχει διαχυθεί σε Ανατολή και Δύση – καταδεικνύει ότι δεν μπορούμε να αντικρίσουμε το φως της δόξας αν εμείς οι ίδιοι δεν είμαστε φορείς αυτού του φωτός· όπως ακριβώς λέγει ο ψαλμωδός: «εν τω φωτί σου οψόμαθα φως», (Ψα. 35, 10). Κι ο Όσιος Παΐσιος ήταν φορέας αυτού του φωτός. Εξ’ ου και η αγιότητά του.

Η φιλολογική κατάρτιση και επάρκεια των μελλοντικών φιλολόγων, Φρέαρ, τχ. 19 (10 Ιουλίου 2017)

Του ΚΩΣΤΑ ΑΝΔΡΟΥΛΙΔΑΚΗ

[…] Αρχίζω με την περιγραφή της πραγματικής κατάστασης και υπενθυμίζω ορισμένα από τα κυριότερα προβλήματα:

1) Το κυριότερο πρόβλημα, από την άποψη που μας απασχολεί, συνιστά το γλωσσικό επίπεδο των φοιτητών. Δεν πρέπει να εξακολουθήσει να παραμένει εφτασφράγιστο μυστικό ότι μεγάλο μέρος των φοιτητών των Φιλοσοφικών Σχολών έχει σοβαρότατα προβλήματα όσον αφορά στα ελληνικά τους (αρχαία και νέα): ορθογραφία, γραμματική, σύνταξη, στίξη, συλλαβισμό, τονισμό – αφήνω στην έκφραση, λεξιλόγιο, γλωσσικό πλούτο (ή μάλλον γλωσσική πενία) ή σε ακόμη ειδικότερα πεδία, όπως η ετυμολογία. Το πρόβλημα αυτό δεν περιορίζεται, φυσικά, στους φοιτητές των Φ. Σ., αλλά αφορά και μεγάλο μέρος των σημερινών «μορφωμένων». Είναι, όμως, προφανές ότι οι ελλείψεις στην ελληνομάθεια και γενικότερα στην φιλολογική, ιστορική, ανθρωπιστική (ουμανιστική) κατάρτιση των μελλοντικών (και ικανού μέρους των σημερινών, ιδίως των νεωτέρων) φιλολόγων, είναι απαράδεκτες, ενώ οι σχετικές ελλείψεις σε άλλες κατηγορίες πολιτών είναι απλώς λυπηρές.

Ας μου επιτραπεί εδώ να μιλήσω πιο συγκεκριμένα. Η βαθμολόγηση των γραπτών των φοιτητών κατά τις εξετάσεις αλλά και άλλων εργασιών τους αποτελεί μια δεινή εμπειρία, χωρίς υπερβολή, ένα ψυχικό τραύμα. Πολλά γραπτά (πιθανώς τα περισσότερα) βρίθουν από τερατώδη γλωσσικά σφάλματα (γραμματικά, συντακτικά, λεξιλογίου, εκφραστικά). Αμέτρητες φορές, όταν βλέπεις λάθη βαριά σε στοιχειώδη πράγματα (π.χ. στην ορθογραφία, στις κλίσεις των ουσιαστικών, των επιθέτων ή των ρημάτων, αλλά και στον συλλαβισμό ή στην στίξη, αφήνω στον τονισμό), αναρωτιέσαι: Μα είναι ποτέ δυνατόν, είναι επιτρεπτό, οι άνθρωποι αυτοί να διδάξουν φιλολογικά μαθήματα; Στην εκ πρώτης όψεως εύλογη παρατήρηση: «Μα, για να διοριστούν, θα πρέπει να δώσουν εξετάσεις μέσω ΑΣΕΠ», οφείλομε δυστυχώς να απαντήσομε: Ούτε οι ‒ασφαλώς απαραίτητες‒ εξετάσεις του ΑΣΕΠ αποτελούν επαρκή εγγύηση. Όπως κατάφεραν να «περάσουν» τα μαθήματά τους στο Πανεπιστήμιο, έτσι θα τα καταφέρουν οι περισσότεροι κάποτε και στο ΑΣΕΠ. Και η ζημιά θα εξακολουθήσει να γίνεται επ’ άπειρον εις βάρος άλλων. […]

[Απόσπασμα από εκτενές κείμενο που δημοσιεύεται στο Φρέαρ, τχ. 19, που μόλις κυκλοφόρησε και περιλαμβάνει αφιέρωμα στην κρίση των ανθρωπιστικών σπουδών στο σημερινό σχολείο. Υπενθυμίζουμε ότι η ύλη του έντυπου περιοδικού είναι εντελώς άλλη από την ύλη που δημοσιεύεται καθημερινά στην ιστοσελίδα μας.]

ΠΗΓΗ

Φρέαρ

O ΙΩΑΝΝΗΣ ΜΟΥΤΖΟΥΡΗΣ ΩΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟΣ ΙΣΤΟΡΙΚΟΣ

Με αφορμή την έκδοση του βιβλίου: Ιωάννης Μουτζούρης 12 χρόνια μετά, Αθήνα 2016[*]

Γράφει ο ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ

Πικρότατος είναι ο λόγος του Αναξιμάνδρου: ότι έχει αρχή, υποχρεώνεται να έχει κι ένα τέλος. Σ’ αυτήν την προοπτική και ο άνθρωπος που έχει μια γέννηση, έχει και ένα θάνατο. Αλλά κι ολάκερος ο κόσμος που κάποτε άρχισε, θα έχει ένα τέλος. Συναχθήκαμε όλοι εδώ απόψε για να τιμήσουμε έναν άνθρωπο των Γραμμάτων, ο οποίος αν και γεννήθηκε στη Λέσβο, το έργο του έγινε γνωστό σ’ ένα μεγάλο κύκλο του πνευματικού κόσμου της πατρίδας μας, από τις αρχές της δεκαετία του 1950 μέχρι και σήμερα. Είναι ο Ιωάννης Μουτζούρης, ο «παππούς της ιστορίας», όπως συχνά τον έλεγα, μιας και με το συγγραφικό του έργο πολλές φορές κατά την τελευταία εικοσαετία στις προσωπικές μου θεολογικές και ιστορικές έρευνες αναμετρήθηκα. Ο Ιωάννης Μουτζούρης ήταν ο δεύτερος «παππούς της Ιστορίας» που έτυχε προσωπικά να γνωρίσω, από την εποχή της δεκαετία του 1990, όταν άρχιζα τις μεταπτυχιακές και διδακτορικές μου σπουδές στην Ιστορία του Νέου Ελληνισμού. Ο πρώτος ήταν ο κορυφαίος των νεότερων ιστορικών, ο «πατριάρχης του Νέου Ελληνισμού», ο αφανής σε πολλούς αλλά ακούραστος ερευνητής της εποχής της Τουρκοκρατίας και του 19ου αιώνα Απόστολος Βακαλόπουλος. Επιτρέψτε μου εδώ τον εξής αυθόρμητο λόγο, αυθόρμητος μεν, απολύτως διακριβωμένος με τη δεοντολογία που διέπει την ιστορική επιστήμη. Για την τοπική ιστοριογραφία το ιστορικό έργο του Ιωάννη Μουτζούρη είναι εφάμιλλο με του Απόστολου Βακαλόπουλου. Και οι δύο τους ασχολήθηκαν με γεγονότα και πρόσωπα της περιόδου της Τουρκοκρατίας, που εμείς οι νεότεροι ερευνητές έχουμε χρέος πάντα να συμβουλευόμαστε κατά την έρευνά μας. Και των δύο το ιστορικό έργο έχει ομόκεντρους κύκλους: Λέσβος, Βόρειο Αιγαίο, Νέος Ελληνισμός για τον Ιωάννη Μουτζούρη, Θεσσαλονίκη, Μακεδονία, Νέος Ελληνισμός για τον Απόστολο Βακαλόπουλο. Στην ίδια ομάδα, άλλωστε, ανήκουν κι άλλα πρόσωπα που ασχολήθηκαν με την ιστορία του Νέου Ελληνισμού. Αναφέρω ενδεικτικά ακόμη έναν, τον εκ Δημητσάνας Τάσο Γριτσόπουλο. Θεωρώ αυτούς τους παραλληλισμούς αναγκαίους για να κατανοήσουμε πόσο σημαντική προσωπικότητα ήταν ο Ιωάννης Μουτζούρης.

Έτσι, δώδεκα χρόνια μετά το θάνατό του συνεχίζει να μας εμπνέει. Αυτή η έμπνευση σε καμιά περίπτωση δεν συνιστά μιάν απλή ενθουσιαστική και συναισθηματική υπερβολή. Αντιθέτως, συνιστά χρέος προς το τιμώμενο εδώ απόψε πρόσωπο. Γιατί ο μεγάλος κίνδυνος του ανθρώπου, πάντα θα είναι ο σωματικός θάνατος του, δηλαδή να μην υπάρχει κανείς στον κόσμο αυτό. Τι όμως διασώζει τη παρουσία ενός ανθρώπου των Γραμμάτων μετά το σωματικό θάνατό του; Μα φυσικά το συγγραφικό του έργο και αντοχή που αυτό έχει όταν εκείνος που αναφέρεται σ’ αυτό καλείται να φωτίσει άγνωστες πτυχές της έρευνάς του.

Ο Ιωάννης Μουτζούρης δεν ήταν μόνο ιστορικός, ήταν και θεολόγος. Μιας, όμως, ομιλώ για Ιστορία και Θεολογία οφείλω με παρρησία να επισημάνω το εξής: η Ιστορία και η Θεολογία είναι «θετικές» επιστήμες. Είναι αυθύπαρκτες επιστήμες, όσο κι αν σχετίζονται και με άλλες επιστήμες, όπως η Κοινωνιολογία και η Ψυχολογία. Προσωπικά πιστεύω ότι ο καλός ιστορικός, ο καλός θεολόγος πρέπει να επιμένει στην έρευνα θετικών στοιχείων κι όχι να κάμει Ιστορία και Θεολογία με αοριστίες.  Στην πραγματικότητα, λοιπόν, η ιστορική και η θεολογική γλώσσα, όπως η γλώσσα κάθε επιστήμης είναι γλώσσα ιερή, είναι αποκαλυπτική. Διότι μας ομιλεί και μας πείθει θα ‘λεγα για τα αθέατα, τα πνευματικά, τα οποία είναι πιο πραγματικά από την πραγματικότητα που λέμε ότι μόνον αυτή είναι αισθητή.

Ο Ιωάννης Μουτζούρης, λοιπόν, διακόνησε τη θεολογική επιστήμη με τις αντίστοιχες αναφορές στον ιστορικό της τομέα, αυτόν που ονομάζουμε Εκκλησιαστική Ιστορία. Δεν προτίθεμαι εδώ να σας απαριθμήσω τα αυτοτελή βιβλία του κ. Μουτζούρη, ούτε τα πολλά δημοσιεύματά του σε επιστημονικά περιοδικά και εφημερίδες. Αυτά μπορεί κανείς να τα δει στο παρουσιαζόμενο εδώ απόψε βιβλίο, εργογραφία με κόπο συγκεντρωμένη από τον γιό του Κωνσταντίνο. Νομίζω ότι μια τέτοια απαρίθμηση θα ήταν κουραστική αφού θα παρέθετε μόνο τίτλους βιβλίων και άρθρων. Άλλωστε στην παρουσίαση ενός βιβλίου για ένα συγγραφέα άλλα είναι τα πρωτεύοντα. Να προσεγγιστεί το έργο του και να αναδείξει το συγγραφέα του σε πρώτο ανάστημα των Γραμμάτων, στη μακρά διάρκεια του χρόνου. Ετούτη τη διάσταση της προσωπικότητας και του έργου του Ιωάννη Μουτζούρη επιθυμώ απόψε σύντομα να διατρέξω, διότι φρονώ ότι ο αείμνηστος «παππούς της Ιστορίας», αν και δεν είναι ανάμεσά μας, δημιούργησε για τον τόπο που τον γέννησε, το Μεγαλοχώρι, το Πλωμάρι, τη Λέσβο και κατ’ επέκταση την πατρίδα του Ελλάδα, Σχολή Γραμμάτων, αυτήν που οφείλουμε να καθιερώσουμε απ’ αυτήν εδώ την αίθουσα απόψε με τον όρο Σχολή της Λέσβου. Πρόκειται για μια πρόταση που στοχεύει στην ανάδειξη εκείνων των δεδομένων που ως ιστορικά τεκμήρια συγκροτούν την τοπική μας ιστορία, η οποία εντάσσεται στο ευρύτερο πλαίσιο σύνολης της ελληνικής ιστορίας, στην χρονική διάρκεια της περιόδου της Τουρκοκρατίας, με τις αντίστοιχες ιστορικές αναγωγές και προς τη βυζαντινή.  Αυτό π.χ., μπορεί κανείς να το διαπιστώσει όταν μελετήσει και τα 63 λήμματα που έγραψε ο Ιωάννης Μουτζούρης για τη Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαίδεια, λήμματα που κυρίως αφορούν την Εκκλησιαστική Ιστορία της βυζαντινής και τουρκοκρατούμενης Λέσβου. Τι συνιστά η Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαίδεια για την ιστορική και θεολογική έρευνα, νομίζω ότι όσοι από εμάς έχουμε ασχοληθεί με εκκλησιαστικά πρόσωπα και γεγονότα είναι αδύνατον να μην αρχίσαμε την έρευνά μας απ’ αυτήν. Τις πρώτες βιβλιογραφικές πληροφορίες από την περίφημη ΘΗΕ, όπως συντομογραφικά τη λέμε, τις πήραμε. Στέκομαι σε δύο παραδείγματα για να γίνω πιο σαφής. Και τα δύο σχετίζονται με προσωπικότητες που διαδραμάτισαν πρωταγωνιστικό ρόλο στην αφύπνιση του υπόδουλου Ελληνισμού. Πρόκειται για τον άγιο Ιγνάτιο τον Αγαλλιανό και τον Δωρόθεο Λέσβιο, για τους οποίους ο Ιωάννης Μουτζούρης στη ΘΗΕ, στον 6ο και 5ο τόμο αντίστοιχα, αφιερώνει τέσσερις στήλες στο βίο και το ανακαινιστικό τους έργο. Οποιαδήποτε μετέπειτα μελέτη γι’ αυτούς τους δύο λογίους, είναι αδύνατον να μην έχει βιβλιογραφική αναφορά στα λήμματα του κ. Μουτζούρη.

Ταξινομώντας κανείς σήμερα όλα τα επιστημονικά δημοσιεύματα του Ιωάννη Μουτζούρη – ένας πρώτος καλός οδηγός είναι αυτός που επιχειρεί ο γιός του Κωνσταντίνος στο παρουσιαζόμενο εδώ από βιβλίο, έστω και με αυτή τη μορφή της φωτοτυπικής παράθεσης κρίσεων για το έργο του – νομίζω ότι είναι σε θέση να κάμει τις εξής επισημάνσεις. Ο Ιωάννης Μουτζούρης διακρίθηκε για την πλούσια συγγραφική του παραγωγή. Σ’ ότι αφορά τη θεολογική επιστήμη και τον τομέα της Εκκλησιαστικής Ιστορίας, δειγματοληπτικά σημειώνω την συγγραφή πάνω από τριάντα μελετών, αυτοτελών και άρθρων, δίχως να συμπεριλαμβάνω τα λήμματα στη ΘΗΕ, τα οποία, όπως παραπάνω επισήμανα, κυρίως σχετίζονται με την Εκκλησιαστική Ιστορία της Λέσβου. Στις πάνω από τριάντα μελέτες συγκαταλέγεται η διδακτορική του διατριβή, με τίτλο: Τα χαριστικά και ελεύθερα μοναστήρια, (Θεολογική Σχολή ΑΠΘ,1964), με συμβούλους – επόπτες καθηγητές τον Ιερώνυμο Κοτσώνη, μετέπειτα Αρχιεπίσκοπο Αθηνών, και τον Παναγιώτη Χρήστου, διδάσκαλο στον οποίο εμείς οι νεότεροι θεολόγοι, όσοι τουλάχιστον κατά τις δεκαετίες 1980 – 1990 τον είχαμε καθηγητή σε σεμινάρια Πατρολογίας και Παλαιογραφίας στο Πατριαρχικό Ίδρυμα Πατερικών Μελετών και στο Κέντρο Αγιολογικών Μελετών στην Αγία Θεοδώρα Θεσσαλονίκης, του οφείλουμε πολλά, τόσο στη θεολογική σκέψη όσο και στη μεθοδολογία της θεολογικής έρευνας, κυρίως της πατερικής. Αξιοσημείωτη είναι εδώ η υπόμνηση ότι η διατριβή του κ. Μουτζούρη δημοσιεύθηκε σε δύο συνέχειες, στον 34ο και 35ο τόμο του επίσημου περιοδικού της Εκκλησίας της Ελλάδος, τη Θεολογία. Τι, όμως, είναι τα χαριστικά και ελεύθερα μοναστήρια, με τα οποία επιτυχώς και μετά επαίνου ασχολήθηκε ο Ιωάννης Μουτζούρης, ίσως αναρωτηθεί κάποιος. Απαντώ: πρόκειται για μονές της βυζαντινής περιόδου, μετά τη λήξη της Εικονομαχίας, στις οποίες ίσχυσε ο θεσμός του χαριστικίου, δηλαδή της χαριστικής δωρεάς που στόχευσε στην ανάπτυξη των εγκαταλειμμένων μονών και στον έλεγχο της περιουσίας τους. Αυτή η δωρεά, η χαριστική, αποτελούσε παραχώρηση μονών σε ιδιώτες για συγκεκριμένο σύντομο χρονικό διάστημα, με σκοπό αυτοί να φροντίσουν για την επισκευή, τη συντήρηση και την αξιοποίηση της ακίνητης περιουσίας τους. Μολονότι η χαριστική και οι ευνοημένοι πολλές φορές χαριστικάριοι προέβαιναν σε οικονομικές καταχρήσεις για δικό τους όφελος, ο θεσμός του χαριστικίου παρέμεινε ενεργός μέχρι το τέλος της βυζαντινής αυτοκρατορίας. Στην ίδια σχεδόν κλίμακα ανήκουν και τα ελεύθερα, αυτοδέσποτα, ή αυτεξούσια μοναστήρια. Η διδακτορική, λοιπόν, διατριβή του κ. Μουτζούρη άνοιξε την έρευνα γύρω από μοναστηριακούς θεσμούς της βυζαντινής περιόδου, η οποία πρόσφατα συμπληρώθηκε με την ωραία μεταπτυχιακή εργασία του Μοναχού Αιμιλιανού Σιμωνοπετρίτη με τίτλο: Τα αυτοδέσποτα και ελεύθερα μοναστήρια  σύμφωνα με τα βυζαντινά μοναστηριακά τυπικά, Θεολογική Σχολή ΑΠΘ, Θεσσαλονίκη 2013).

Σημαντική εξ απόψεως Εκκλησιαστικής Ιστορίας, άμεσα συνδεόμενη με τη διδακτορική του διατριβή υπήρξε και η μελέτη του: Ο μοναχισμός της Λέσβου. Συμβολή στην ιστορία και στη μοναστηριολογία, που εκδόθηκε από την Εταιρεία Λεσβιακών Μελετών το 1989, και επανεκδόθηκε το 2015, με εισαγωγικό σημείωμα του ομιλούντα. Πρόκειται για το βασικότερο βιβλιογραφικό τεκμήριο  που ο ενδιαφερόμενος για την ιστορία του μοναχισμού στη Λέσβο, από την πρωτοβυζαντινή περίοδο μέχρι και σήμερα, μπορεί να συμβουλευτεί. Τολμώ να πω ότι η εν λόγω μελέτη, με  άμεση πρόσβαση στις σχετικές με το θέμα της πηγές, είναι αξεπέραστη ως σήμερα.

Η επιστημονική κατάρτιση και εγκυρότητα του Ιωάννη Μουτζούρη παρέμεινε αδιαμφισβήτητη ως το κλείσιμο της συγγραφικής του δραστηριότητας, όχι μόνο σε μελέτες ιστορικού περιεχομένου, όπως λόγου χάριν το βιβλίο του με τίτλο: Το Πλωμάρι επί Τουρκοκρατίας. Ιστορικά σύμμεικτα, (Αθήνα 1998), αλλά και σε μελέτες όπου η θεολογική και ιστορική επιστήμη είναι άρρηκτα δεμένες. Κλασικό παράδειγμα σταθερού, περιεκτικού και σαφούς εκκλησιαστικοϊστορικού λόγου το βιβλίο του με τίτλο: Βενιαμίν ο Λέσβιος. Οι κατήγοροι των ιδεών του και η Μεγάλη Εκκλησία, (Αθήνα, 1982), το οποίο συνιστά υποδειγματικό εργαλείο έρευνας για τον μεγάλο Πλωμαρίτη λόγιο του τέλους του 18ου και των αρχών του 19ου αιώνα, επειδή δεν περιορίζεται μόνο στην παράθεση πληροφοριών για το έργο του, αλλά και στην ερμηνευτική προσέγγιση ζητημάτων που σχετίζονται με τις διώξεις που υπέστη από τους κατηγόρους του, κυρίως από τον κολυβά Αθανάσιο Πάριο, προσφάτως άγιο της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Μολονότι η νεότερη ιστορική έρευνα έχει φέρει στο φως περισσότερα στοιχεία αυτής της διένεξης, και μολονότι παλαιότερα ο ομιλών σε άρθρο του με τίτλο: «Ο Βενιαμίν Λέσβιος στη θεώρηση της Λεσβιακής ιστοριογραφίας», Αιολικά Χρονικά, 7(2005)190-196, είχε εκφράσει επιφυλάξεις για τις αρνητικές αξιολογικές κρίσεις του Ιωάννη Μουτζούρη για τον Αθανάσιο Πάριο – επιτρέψτε μου εδώ να αναφέρω ότι ο συγκεκριμένος λόγιος, σφοδρός κατήγορος του Βενιαμίν Λεσβίου, αποτέλεσε το θέμα της μεταπτυχιακής μου διατριβής, η οποία κατά ομολογία των καθηγητών που την επόπτευσαν άνοιξε το δρόμο της έρευνας για αποκατάσταση του Αθανασίου Παρίου στις ιδεολογικές ζυμώσεις του 18ου αιώνα, γνωστού ως Νεοελληνικού Διαφωτισμού – πιστεύω πως αυτό το βιβλίο του κ. Μουτζούρη για τον Βενιαμίν Λέσβιο, εξακολουθεί να είναι βιβλίο αναφοράς.

Κυρίες και κύριοι, ξέρω πως πιο ψύχραιμοι από εσάς θα βρουν υπερβολικό τον ενθουσιασμό μου, να ομιλώ απόψε για ένα Λέσβιο άνθρωπο των Γραμμάτων. Πιστέψτε με, ίσως, να είμαι υπερβολικός στους χαρακτηρισμούς για τον Ιωάννη Μουτζούρη, γιατί μολονότι δέχομαι τη σοφία του «μέτρον άριστον» (κι όχι το κακοποιημένο «πάν μέτρον άριστον»), πιστεύω ακράδαντα όμως αυτό που με σοφία έλεγε ο Μανόλης Ανδρόνικος: «ο κόσμος δεν πάει μπροστά με τα μέτρα αλλά με τα άμετρα». Ο αξέχαστος Ιωάννης Μουτζούρης με την άψογη μεθοδολογία, την εξαντλητική αξιοποίηση των πηγών και των αρχειακών τεκμηρίων, μας άφησε ένα έργο ιδιαιτέρα σημαντικό, που χρήζει περαιτέρω αξιοποίησης.

Αν απόψε συναχθήκαμε εδώ για να τιμήσουμε τη μνήμη του, για να μη θεωρήσουμε πως έχουμε φτάσει στον ιδανικό στόχο, οφείλουμε να πούμε πως όλη ετούτη η θαυμάσια συλλογή της εργογραφίας του και των κριτικών γι’ αυτήν, είναι ένα θαρραλέο ξεκίνημα, έστω κι αν κανείς μπορεί να επισημάνει κάποιες αδυναμίες. Όμως θα ήταν άδικο να σταθούμε σ’ αυτές και να παραγνωρίσουμε την προσπάθεια να ξεκινήσει μια πιο συστηματική καταγραφή και αξιολόγηση του έργου του. Ποιος ή ποιοι θα την αναλάβουν, νομίζω ότι δεν μπορεί να είναι πρόβλημα. Από την πλευρά μου, θα ήταν τιμή για εμένα να μου ανατεθεί αυτό το έργο.

[*] Ομιλία που έγινε στην παρουσίαση του βιβλίου: Ιωάννης Μουτζούρης, 12 χρόνια. Αίθουσα Θεάτρου και Τεχνών του Φ.Ο.Μ. (Κυριακή 28 Μαΐου 2017).

Συντηρητισμού εγκώμιον

Του ΤΑΚΗ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΥ

Όταν οι μισοί αντιμετωπίζουν την κλασική αρχαιότητα σαν βάρος και οι άλλοι μισοί σαν εθνικό φυλαχτό, ιερό σκήνωμα, είναι φυσικό η μετάδοση της γνώσης της να κακοποιείται με τον τρόπο που την κακοποιεί η μέση εκπαίδευση. Κάποτε τουλάχιστον στο σχολείο μπορεί να μην εμβαθύναμε στα πολιτισμικά επιτεύγματα των Ελλήνων και των Ρωμαίων, τουλάχιστον όμως μαθαίναμε κάποια αρχαία ελληνικά. Άλλοι περισσότερα άλλοι λιγότερα. Η δικτατορία που κατήργησε την μεταρρύθμιση του Παπανούτσου επανέφερε τη διδασκαλία της αρχαίας Ελληνικής από την Α΄ γυμνασίου. Δεν ήμουν άριστος μαθητής, απλώς καλός, και μέσα μου ήμουν διχασμένος. Ο αριστερός συρμός της ηλικίας μου τα αντιμετώπιζε ως τμήμα της ιδεολογίας του καθεστώτος, πλην όμως κυκλοφορούσαν και βιβλία του Λεκατσά, ο περίφημος «Επίκουρος» του Θεοδωρίδη, τα οποία κάθε άλλο παρά «δεξιά» μπορούσαν να χαρακτηρισθούν. Μυριζόμασταν ότι το ζήτημα ήταν πολυπλοκότερο από ό,τι μας υποχρέωνε να πιστέψουμε ο πολιτικός μας μανιχαϊσμός.

Τα αρχαία ελληνικά έμαθα να τα εκτιμώ στη διάρκεια των σπουδών μου στο Παρίσι. Στον πρώτο κύκλο είχα γραφτεί στο τμήμα Συγκριτικής Λογοτεχνίας, κοινώς σύγχρονης, παρ’ όλ’ αυτά οι αναφορές στην αρχαία ελληνική και τη λατινική γραμματεία ήσαν συνεχείς. Τη δεύτερη δεν την είχα ποτέ διδαχθεί, η πρώτη όμως, παρά τα κενά, μου ήταν οικεία. Είναι από τα λίγα πράγματα για τα οποία έχω μετανιώσει στη ζωή μου. Αν ξανάρχιζα σπουδές, θα γραφόμουν στα «Κλασικά Γράμματα». Εκεί, αν μη τι άλλο θα βελτίωνα τα λατινικά μου, παρ’ ό,τι ήταν ένα από τα υποχρεωτικά μαθήματα και στη Συγκριτική Λογοτεχνία. Κι όμως, με τα αρχαία ελληνικά που έμαθα στο ελληνικό λύκειο της εποχής, έγινα δεκτός για διδακτορικό από τον Βιντάλ Νακέ στο τμήμα «Κοινωνικής ανθρωπολογίας του ελληνορωμαϊκού κόσμου». Με λίγη παραπάνω προσπάθεια μπορούσα να διαβάσω και Ιπποκράτη και Ευριπίδη στο πρωτότυπο. Το θέμα της διατριβής μου ήταν «H γυναίκα και η νόσος στους τραγικούς», οπότε μου χρειάζονταν και οι δύο.

Τα πράγματα δεν έχουν αλλάξει και πολύ από τότε. Ένα από τα δεινά που μας κληροδότησε η δικτατορία είναι ότι έθεσε τους όρους των αντιθέσεων και των συγκρούσεων που μας ταλαιπώρησαν στα χρόνια της μεταπολίτευσης. Η διδασκαλία των αρχαίων ελληνικών θεωρήθηκε προπύργιο συντηρητισμού, πολιτικού, πολιτισμικού. Όταν στη δεκαετία του ογδόντα ετέθη πρώτη φορά το θέμα της κατάργησης της διδασκαλίας τους, ένας από τους σημαντικότερους κλασικούς φιλολόγους, μεταφραστής του Ομήρου συν τοις άλλοις, ο Δημήτρης Μαρωνίτης, την υπερασπίσθηκε. Καταλαβαίνω πώς ένας γλωσσολόγος σαν τον Εμμανουήλ Κριαρά, που πίστευε ότι η σύγχρονη ελληνική γλώσσα δεν έχει καμία σχέση με την αρχαία, να θέλει να καταργήσει τη διδασκαλία της, όμως ένας κλασικός φιλόλογος γιατί; Το ζήτημα ήταν ιδεολογικό. Η εκπαίδευση όφειλε να απαλλαγεί από τα συντηρητικά της κατάλοιπα και να αφεθεί στον χορό της προόδου.

Δυστυχώς και ο Μαρωνίτης και ο Κριαράς είναι πλέον μακαρίτες και τους έχουν διαδεχθεί διάφοροι ημιεγγράμματοι έως αγράμματοι, οι οποίοι, μη έχοντας ιδέα από την κλασική παιδεία, ενδιαφέρονται μόνον για τη λεγόμενη πρόοδο. Τα αποτελέσματα είναι ορατά διά γυμνού οφθαλμού. Οι απόφοιτοι της Μέσης Εκπαίδευσης όχι μόνον δεν μπορούν να αποκτήσουν αναγνωστική εμπειρία των αρχαίων κειμένων, αλλά και όσα μαθαίνουν για τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό τα μαθαίνουν από τα κακογραμμένα εγχειρίδια. Όσοι δε υποστηρίζουν πως τα αρχαία ελληνικά πρέπει να διδάσκονται στο γυμνάσιο και το λύκειο κατατάσσονται αυθωρεί και παραχρήμα στις τάξεις των συντηρητικών, οι οποίες ταυτίζονται με τον σκοταδισμό και διάφορα άλλα δυσάρεστα και κακόηχα.

Κατ’ αρχάς, να ξεκαθαρίσω κάτι. Συντηρητικός είναι αυτός που θεωρεί ότι έχει μεγαλύτερη δύναμη η γονιμοποίηση των παραδεδεγμένων αξιών από την καταστροφή τους στο όνομα νέων, τις οποίες δεχόμαστε ως αξίες, μόνον και μόνον επειδή είναι νέες. Απ’ αυτήν την άποψη, είμαι συντηρητικός. Και το πρώτο πράγμα που αντιλαμβάνεσαι όταν αρχίσεις να μελετάς στα σοβαρά την κλασική σκέψη είναι ότι οι αξίες δεν κρίνονται από όρους «συντηρητικού ή προοδευτικού».

Αντιλαμβάνομαι την ορμή ορισμένων φιλελεύθερων που αντιμετωπίζουν ό,τι συντηρητικό ως απαξία. Έζησαν κι αυτοί στην παρανομία της μεταπολίτευσης, όπως και η Αριστερά έζησε στην παρανομία της δικτατορίας. Όταν υποστηρίζω τη διδασκαλία των αρχαίων ελληνικών, όταν υποστηρίζω ότι το φύλο δεν είναι θέμα επιλογής, ή ότι ο χριστιανισμός είναι πυλώνας του ευρωπαϊκού πολιτισμού, με αποκαλούν νεο-συντηρητικό, σεξιστή ή σχεδόν ρατσιστή. Είναι μια πνευματική ασθένεια, την οποία την έχουμε ζήσει με την Αριστερά και την ξαναζούμε με τους νεόκοπους φιλελεύθερους. Η σκέψη τους έχει εξοκείλει στο τέναγος του χρόνου, όπως και της Αριστεράς που θεωρεί ότι η σκέψη ξεκινάει από τον Μαρξ και τον 19ο αιώνα. Τους λείπει η κλασική παιδεία, κοινώς για έναν συντηρητικό όπως εγώ, η παιδεία.

Είναι και ευρωπαϊστές. Απλώς αν θεωρείς ότι η Ευρώπη νομιμοποίησε τον γάμο των ομόφυλων ζευγαριών επειδή είναι η σημερινή Ευρώπη, χωρίς να λάβεις υπ’ όψιν σου την παράδοση και την ιστορία τόσων αιώνων, τότε δεν έχεις καταλάβει τίποτε απ’ την Ευρώπη.

Τόσες Κυριακές έχει το καλοκαίρι. Έπεται συνέχεια, και για τα θρησκευτικά, και για τις έμφυλες ταυτότητες, και για την Ευρώπη.

ΠΗΓΗ

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ