Αρχείο κατηγορίας Χωρίς κατηγορία

Ιστορική επιστήμη, ιστορική μνήμη και πολιτική. Για τη γενοκτονία των Ποντίων

Της ΑΛΕΞΑΝΔΡΑΣ ΔΕΛΗΓΙΩΡΓΗ / Ομότιμης Καθηγήτριας Φιλοσοφίας· Συγγραφέα

Θέμα αυτού του άρθρου δεν είναι οι εντάσεις που προκάλεσε η δήλωση με την οποία ο υπουργός Παιδείας κ. Φίλης επανέλαβε την άποψή του περί εθνοκαθάρσεως των Ποντίων, αλλά το επιχείρημα της επιστημονικότητας που επικαλέστηκε για την υποστήριξή της.

Το θέμα της επιστημονικότητας απόψεων που άπτονται της ιστορικής μνήμης αξίζει να μας απασχολεί, γιατί ακόμη και αν, υπό την πίεση των αντιδράσεων της κοινής γνώμης, αποσύρονται προς στιγμήν, μπορούν και αξιώνουν την ισχύ τους, ενώ, την ίδια στιγμή, η κοινή γνώμη ελέγχεται ως υπερασπιζόμενη μύθους που ναι μεν εκφράζουν επώδυνες ιστορικές εμπειρίες, αλλά είναι άσχετοι με τα πορίσματα της ιστορικής έρευνας.

Το ζήτημα, επομένως, πότε και υπό ποιους όρους μια ιστορική άποψη είναι επιστημονική έχει τη σημασία του, αφού ο ρόλος της ιστορικής επιστήμης δεν είναι να κατασκευάζει μυθεύματα ή ιδεολογήματα, αλλά να περιορίζει την παρέμβασή τους όχι μόνο στην έρευνα αλλά και στον επηρεασμό της κοινής γνώμης, όταν μάλιστα η τελευταία παρεμποδίζει τη χάραξη μιας φωτισμένης και επωφελούς για την κοινωνία πολιτικής.

Το ζήτημα της επιστημονικότητας των ιστορικών απόψεων, αν και καθαρά επιστημολογικό, έχει σχέση με την πολιτική διαχείριση της ιστορικής μνήμης, πράγμα που γνωρίζουν οι πολιτικοί, αρκεί να διαθέτουν ευρύτερη μόρφωση, βαθύτερη παιδεία και στέρεη πολιτική συγκρότηση. Πορτογάλος συνάδελφος, το 2011, μου έλεγε εν προκειμένω ότι, παράλληλα με τις υποχρεώσεις του στο Νέο Πανεπιστήμιο της Λισαβόνας, δίδασκε φιλοσοφία και ρητορική σε σχολή πολιτικής∙ αντικείμενα άχρηστα για τον επαγγελματία πολιτικό, αλλά απαραίτητα για το λειτούργημα του πολιτικού που τον βοηθούν να αποφεύγει, μεταξύ άλλων, ολισθήματα που θίγουν την ιστορική αλήθεια και τη διερεύνησή της στο πλαίσιο της ιστορικής επιστήμης. Όταν, λοιπόν, ο πολιτικός επικαλείται την επιστημονικότητα της άποψης που υπερασπίζεται, εννοείται ότι γνωρίζει υπό ποιους όρους διαμορφώθηκε.

Κι εδώ ακριβώς κρίνεται αναγκαία η περιήγηση στην επιστημολογία, όπου διαπιστώνουμε ότι στο πεδίο των κοινωνικών επιστημών τρία διαφορετικά επιστημονικά παραδείγματα, με τη δική του λογική και τις δικές του εννοιολογικές κατηγορίες το καθένα, ερίζουν περί του τι ορίζει την επιστήμη, την απόβλεψή της και τα όρια των γνωστικών της δυνατοτήτων: Το θετικιστικό/εμπειρικό επιστημονικό παράδειγμα αποβλέπει στην πρόβλεψη (έλεγχο) των κοινωνικών φαινομένων, βάσει των νόμων που διέπουν τη λειτουργία τους. Διαφέρει, επομένως, από το ερμηνευτικό επιστημονικό παράδειγμα που αποβλέπει στην κατανόηση της ιδιαιτερότητας των κοινωνικών φαινομένων και από το διαλεκτικό επιστημονικό παράδειγμα που συνδυάζει την εξήγηση της λειτουργίας των κοινωνικών φαινομένων με την κατανόηση της δυναμικής τους και της ιδιαιτερότητας που αυτή συνεπάγεται.* Είναι λογικό, επομένως, να διίστανται οι απόψεις τους περί επιστημονικότητας.

Στο πεδίο της ιστορικής επιστήμης, που εδώ μας ενδιαφέρει, αναπτύχθηκαν πολλαπλές ιστορικές σχολές, οι οποίες, αντίθετες με ιστορικιστικές και τελεολογικές φιλοσοφίες της Ιστορίας, δεν αμφισβητούν το επιστημονικό στάτους της Ιστορίας και της ιστοριογραφίας. Σε όποια σχολή και αν ανήκουν, οι ιστορικοί επιστήμονες μελετούν είτε τις κοινωνικές, οικονομικές, πολιτικές δομές κοινωνιών του πρόσφατου ή απώτερου παρελθόντος είτε κρίσιμα ιστορικά συμβάντα και γεγονότα, για την αυστηρή τεκμηρίωση των οποίων ερευνούν το διαθέσιμο αρχειακό και άλλο υλικό. Με τη μελέτη δομών, συμβάντων και γεγονότων, η ιστορική επιστήμη διασώζει την Ιστορία ως τη μακροβιότερη επένδυση του ανθρώπου και εναντιώνεται στη λήθη ή στη σκόπιμη ιστορική αμνησία την οποία καλλιεργούν αντιδραστικές κατά κανόνα και αντιδημοκρατικές πολιτικές.

Η παρείσφρηση στην ιστορική έρευνα ιδεολογικών και πολιτικών θέσεων, η απόκρυψη αρχειακού υλικού, η παραποίηση ή η εξαφάνιση των ιστορικών μαρτυριών ως μέσο άσκησης εθνικής ή κοινωνικής πολιτικής που παρατηρείται σε καθεστώτα υπανάπτυκτων και πολιτικά εύθραυστων χωρών έδωσε λαβή ώστε στο πεδίο των κοινωνικών επιστημών, πέραν των τριών επιστημονικών παραδειγμάτων, να κάνει την εμφάνισή της, στη δεκαετία του 1970, στο πλαίσιο του μεταδομισμού, και του μεταμαρξισμού που τον ενστερνίσθηκε, η λεγόμενη μεταδομιστική κριτική.

Η μεταδομιστική κριτική επιδόθηκε στην αποδόμηση του λόγου που εκφέρει η ιστορική επιστήμη, και μέσω αυτής οδηγήθηκε στη θέση ότι η ιστορία με γνώμονα σκοπιμότητες, συμφέροντα ή ιδεολογίες κατασκευάζει αφηγήματα ανάλογα με εκείνα της φιλοσοφίας και της λογοτεχνίας. Είχε προηγηθεί, στα χρόνια του ’60, η ευρεία απήχηση του δομισμού στο πεδίο της εθνολογίας, που, σε συνεργασία με τη δομική γλωσσολογία και τη λακανική ψυχανάλυση, εγκαινίασε τη στροφή της επιστημονικής έρευνας από την τάξη πραγμάτων που καθόριζαν οι οικονομικές δομές μιας κοινωνίας στην τάξη του λόγου. Κι αυτό γιατί ο λόγος, μέσω της γλωσσικής συμβολοποίησης, μπορεί και επικαθορίζει όσα διαμείβονταν όχι μόνο στην υπερδομή (θεσμοί, ιδεολογικοί μηχανισμοί, πολιτικές πρακτικές κ.λπ.) αλλά και στην υποδομή της κοινωνίας (οικονομία).

Επικεντρωμένος στην τάξη του λόγου και στον γλωσσικό συμβολικό επικαθορισμό του πραγματικού, ο μεταδομισμός καθιέρωσε ως όργανο ανάλυσης την ντεριντιανή μέθοδο της αποδόμησης, που βρήκε απήχηση και στο πεδίο της ιστορίας και έστρεψε τους θιασώτες της ιστορικής αποδόμησης στη διεπιστημονική μελέτη της τάξης του λόγου. Την ίδια περίοδο, είχε αρχίσει να συγκροτείται ένα νέο επιστημονικό παράδειγμα, η λεγόμενη επιστήμη της πολυπλοκότητας, η οποία, με βάση τη μη αναγώγιμη πολυπλοκότητα των γνωστικών αντικειμένων, σωστά υποστήριζε ως αναγκαία τη διεπιστημονική συνεργασία πολλαπλών και διαφορετικών επιστημονικών κλάδων. Πράγμα που ώθησε τον μεταδομισμό να επιμείνει στο άνοιγμα της ιστορικής επιστήμης όχι τόσο στην κοινωνιολογία, όπως υποστήριξαν μαρξιστές και μη θεωρητικοί –από τον G. Gurvitch τη δεκαετία του ’60 έως τον Im. Wallertsein αργότερα–, αλλά στην πολιτισμική ανθρωπολογία και στην εθνογραφία, ως κατεξοχήν πεδία μελέτης της τάξης του λόγου. Ειδικά η εθνογραφία, ενώ στο παρελθόν μελετούσε τις λεγόμενες μη προμηθεϊκές κοινωνίες που λανθασμένα θεωρήθηκαν ανιστορικές επειδή δεν διέθεταν γραπτό λόγο, μπορούσε τώρα, σε συνεργασία με την ιστορία και την ιστοριογραφία, να μελετήσει το εθνογραφικό υλικό που έμενε εκτός έρευνας ως μη ενσωματώσιμο στους κυρίαρχους λόγους της κοινωνίας ή του συστήματος οργάνωσής της.

Οι μεταδομιστές ιστορικοί της αποδόμησης επέμεναν στη συνεργασία της ιστορίας και της ιστοριογραφίας με την πολιτισμική ανθρωπολογία και την εθνογραφία προκειμένου να αποφύγουν τη μέθοδο της διαλεκτικής άρνησης και το ρόλο που έπαιζε ως μοχλός μετασχηματισμού παραδεδομένων συστημάτων σκέψης. Στο σημείο αυτό, ακολούθησαν το εγχείρημα του Ζ. Ντεριντά να ενσωματώσει τον δομισμό στην Κριτική, καθιστώντας την όργανο αποδιάρθρωσης κυρίαρχων λόγων. Παραμερίζοντας τη μέθοδο της διαλεκτικής άρνησης, η ντεριντιανή κριτική αποδιάρθρωνε τα ήδη ισχύοντα μοντέλα ερμηνευτικής και διαλεκτικής προσέγγισης, χωρίς να αναδεικνύει νέους τρόπους ερμηνείας και εξήγησης.

Το κενό θετικότητας που δημιούργησε η αποδομητική κριτική προκαλούσε περισσότερα προβλήματα από όσα έλυνε, καθώς επέτρεπε τον εντοπισμό λανθασμένων τρόπων ερμηνείας και εξήγησης, αλλά δεν άνοιγε δρόμους για άλλους, αξιόπιστους και έγκυρους. Με την αποδόμηση, οι κοινωνικοί επιστήμονες μάθαιναν τι να μην κάνουν, αλλά όχι τι να κάνουν στο πλαίσιο της έρευνας. Αυτό το κενό θετικότητας ο Ντεριντά επιχείρησε να το καλύψει, στην ύστερη φάση του έργου του, με τα κείμενά του για τον ρατσισμό, τη φιλία, τη φιλοξενία, την επανάσταση κ.ά.

Την ίδια περίοδο, ο Μ. Φουκώ άσκησε κριτική στο ρόλο που παίζει η γνώση στην εδραίωση μιας τάξης λόγου, πράγμα που έθεσε εκ νέου το ζήτημα της εγκυρότητας και της ιστορικής επιστήμης, και κατ’ επέκταση της αξιοπιστίας της επίσημης ιστορίας που επέβαλε, αποσιωπώντας ή παραποιώντας εκείνες τις αθέατες όψεις της ιστορικής πραγματικότητας που μια εδραιωμένη τάξη του λόγου θεωρεί ασύμφορες ή και επικίνδυνες, επειδή ακριβώς αποκαλύπτουν τους μηχανισμούς εξουσίας που την επέβαλαν.

Ο Φουκώ, όπως και ο Ντεριντά, θεώρησε αναγκαία την κριτική της εξουσιαστικής γνώσης και των επιστημών που την παράγουν, διαμορφώνοντας, με τη μεσολάβησή της, πεδία μάθησης σε συμφωνία με τον κυρίαρχο λόγο και τους μηχανισμούς. Διακρίνοντας την εξουσιαστική γνώση από την αληθινή γνώση, ο Φουκώ απέδωσε την αληθινή γνώση στον ποιητικό λόγο, αφήνοντας έτσι να εννοηθεί ότι τα επιστημονικά παραδείγματα που κατορθώνουν να ισχύσουν έχουν περισσότερο σχέση με την άσκηση και την επιβολή της εξουσίας παρά με την αναζήτηση της αλήθειας∙ πράγμα που πίστευαν όχι μόνο οι ιδεαλιστές φιλόσοφοι αλλά και ο Μαρξ και η Κριτική Θεωρία της Σχολής της Φρανκφούρτης, που όριζαν υπό ποιους όρους η γνώση, αντί να εξουσιάζει, χειραφετεί.

Ο Φουκώ, αποδίδοντας στην εν γένει επιστημονική γνώση καθαρά εξουσιαστικό χαρακτήρα, άφηνε να εννοηθεί ότι, μέσω της κριτικής, μπορούμε να ξέρουμε τι είναι ψευδές, αλλά για το τι είναι αληθές, πιο σωστό είναι να ανατρέχουμε στις ποιητικές δημιουργίες της τέχνης, είτε αυτή είναι η τέχνη του λόγου είτε η ζωγραφική. Κι ενώ φάνηκε να στρέφεται εναντίον του θετικιστικού επιστημονικού παραδείγματος που προτάσσει τον έλεγχο, δεν απέφυγε, ακολουθώντας τον θετικισμό, να αναγνωρίσει ως αδιαμφισβήτητο το επιστημονικό στάτους των θετικών επιστημών ως των μόνων ικανών, με βάση τη μαθηματικοποίηση των δεδομένων τους, να περάσουν το κατώφλι της επιστημονικότητας. Δυνατότητα που αποκλειόταν εξ ορισμού στις κοινωνικές και ανθρωπιστικές επιστήμες.

Αυτήν τη σαφώς θετικιστική άποψη ο Φουκώ την ενέταξε στο πλαίσιο ενός «χαρούμενου», όπως τον απεκάλεσε, θετικισμού, σύμφωνα με τον οποίο οι μη επιστημονικές κοινωνικές και ανθρωπιστικές επιστήμες δεν θα είχαν άλλον λόγο ύπαρξης από την αυτοαποδόμησή τους.

Συνδέοντας την επιστημονική γνώση, αποκλειστικά και μόνο, με την άσκηση εξουσίας, ανεξαρτήτως του επιστημονικού παραδείγματος που την παράγει και μεταθέτοντας τη δυνατότητα αληθούς και χειραφετητικού λόγου αποκλειστικά στην ποίηση, ο Φουκώ άφηνε –και σωστά, άλλωστε– να καταρρεύσει το θετικιστικό αξίωμα περί της ουδετερότητας του επιστήμονα, χωρίς όμως να διασώζει το κύρος της ερμηνευτικής ή της διαλεκτικής επιστήμης από τις βολές που ο ίδιος εκτόξευε εναντίον της επιστήμης εν γένει για μη αντικειμενικότητα και μεροληψία. Αν όμως όλες οι θεωρίες σε οποιοδήποτε επιστημονικό παράδειγμα και αν υπάγονται, και ανεξαρτήτως των εννοιολογικών και μεθοδολογικών κατηγοριών τους, είναι εξουσιαστικές, τότε από την παραγωγή γνώσης κρίνεται παραγωγικότερη η κριτική αποδόμησή της.

Με αυτόν τον ριζικό σκεπτικισμό, ο Φουκώ απέφυγε να υιοθετήσει το πρίσμα της Κριτικής Θεωρίας της Σχολής της Φρανκφούρτης, γιατί, αν το έκανε, θα ήταν υποχρεωμένος να πάρει θέση ως προς την εγκυρότητα ή μη των επιστημονικών παραδειγμάτων που υπερασπίστηκαν οι θεωρητικοί και κοινωνικοί επιστήμονες της Σχολής της Φρανκφούρτης. Ο Φουκώ εγκαινίασε, έτσι, μια νέα παράδοση Κριτικής, που απέκλειε από την επιστήμη τη δυνατότητα αναζήτησης της αλήθειας, συνδέοντάς την εξ ορισμού με την άσκηση και την επιβολή εξουσίας.

Αυτή η νέα αρνητική Κριτική, αντί να κλείσει, άνοιγε πολλαπλά μέτωπα διαμάχης και έριδας μεταξύ των επιστημονικών θεωριών που, αποδομώντας η μια την άλλη, οδηγούνταν σε μιαν αμοιβαία αμφισβήτηση της επιστημονικότητας εαυτών και αλλήλων. Αποτέλεσμα ήταν να αποκαθηλώνονται τα ήδη διαμορφωμένα κριτήρια επιστημονικότητας, χωρίς όμως να επαναπροσδιορίζονται οι προϋποθέσεις για την παραγωγή αληθούς γνώσης και για την επεξεργασία αυστηρότερων κριτηρίων αποτίμησης και αξιοθέτισής της. Με τον τρόπο αυτόν, η αποδομητική Κριτική έσυρε τις κοινωνικές επιστήμες και τις Σχολές που αναπτύχθηκαν στο πεδίο τους σε μια γενική ανυποληψία, μηδενίζοντας το ρόλο που έπαιζαν μέχρι τότε η επιστημολογία και η φιλοσοφία των κοινωνικών επιστημών ως το μόνο αρμόδιο δικαστήριο εκδίκασης των υποθέσεων μη αληθούς γνώσης και των επιστημονικών παραδειγμάτων που ευθύνονταν για την παραγωγή της.

Το ζήτημα της αξιοπιστίας και της εγκυρότητας των ιστορικών απόψεων μετατέθηκε από το πεδίο της επιστημολογίας και της φιλοσοφίας της επιστήμης στο πεδίο της πολιτισμικής ανθρωπολογίας και της εθνογραφίας, όπου τα γνωστικά αντικείμενα (μύθοι, συναισθήματα, φαντασιώσεις, τραύματα, αφηγηματικές θεραπείες τους) λειτούργησαν τα ίδια ως κριτήρια αποτίμησης της γνώσης που παρήγαγε η προσέγγισή τους. Είναι όμως φαεινότερο του ηλίου ότι οι μέθοδοι που συγκροτούνται για τη μελέτη συναισθημάτων, τραυματικών βιωμάτων, φαντασιώσεων, υποκειμενικών προβολών κ.λπ. δεν μπορούν, ούτε θα είχε νόημα, να είναι συναισθηματικές, μια και δουλειά της επιστήμης είναι να προσδιορίζει τα αντικείμενα που μελετά με τρόπο κατά το δυνατόν αντικειμενικότερο, ακριβέστερο και πληρέστερο, αντίθετα με τη δουλειά της τέχνης και της λογοτεχνίας που είναι να συγκινεί, μεταδίδοντας το ξένο βίωμα και λυτρώνοντας τον αναγνώστη διά της καθάρσεως.

Τέτοιοι ισχυροί τριγμοί όσον αφορά την επιστημονικότητα των κοινωνικών και ανθρωπιστικών επιστημών, και ειδικότερα της ιστορικής επιστήμης και της ιστοριογραφίας που εδώ μας ενδιαφέρει, είχαν ως αποτέλεσμα οι ιστορικές γνώσεις να εμφανίζονται ως ιδεολογικά, μυθοποιητικά ή φαντασιωτικά αφηγήματα, και το αντίστροφο, τα μυθοποιητικά και φαντασιωτικά αφηγήματα να περνούν ως γνώσεις.

Στο γνωσιοθεωρητικό χάος που προέκυψε, είναι φυσικό να ξανατεθεί το ερώτημα περί του τι είναι η ιστορική επιστήμη και με ποιες μεθόδους διασώζει την ιστορική μνήμη και διαχειρίζεται τη λήθη, όποτε κρίνεται αναγκαίο ή πολιτικά σκόπιμο. Γιατί η αποδόμηση της ιστορικής επιστήμης, χωρίς αναδόμηση, αν δεν αποσκοπεί, έχει πάντως σαν αποτέλεσμα να κλονιστεί η εγκυρότητα και επομένως και η βαρύτητα των πορισμάτων των ιστορικών ερευνών, αφού αυτά δεν μπορούν να κριθούν ως αξιόπιστα και έγκυρα παρά μόνο στο σύστημα αναφοράς τους και στα συγκείμενά τους, κάθε φορά. Παρ’ όλα αυτά, τη νομιμότητά της η αποδομητική κριτική την εξασφάλιζε από τις δημοκρατικές αρχές του πλουραλισμού και της διαφοράς εννοούμενες ως προεκτάσεις των θεμελιωδών για τη δημοκρατία αρχών της ελευθερίας και της ισότητας.

Σε αυτό το μεταμοντέρνο υπερσχετικιστικό νοηματικό πλαίσιο, η εγκυρότητα των ιστορικών πορισμάτων δεν ελεγχόταν πλέον ως προς τις μεθόδους ανάλυσης και τεκμηρίωσής τους, αλλά ως προς την απήχηση που είχαν στην επιστημονική κοινότητα και, στη συνέχεια, στην ευρύτερη δημόσια σφαίρα τα αφηγήματα που συγκροτούσαν, συμβάλλοντας έτσι στη διαμόρφωση του δημόσιου συλλογίζεσθαι, και μέσω αυτού στη στήριξη ή στη χάραξη μιας διαφορετικής εσωτερικής ή εξωτερικής πολιτικής.

Τη δεκαετία του 1990, και εν μέσω των εντάσεων που προκάλεσε το σκοπιανό ζήτημα, ένα ρεύμα Ελλήνων ιστορικών είχε ήδη ασπαστεί τη μεταμοντέρνα αποδομητική κριτική της Ιστορίας που ανήγε την ιστορική επιστήμη σε ένα corpus αφηγηματικών κατασκευών, παρά το γεγονός ότι έπληττε το κύρος της επιστημονικής ιστοριογραφίας, πράγμα που δεν είχαν διανοηθεί να κάνουν μέχρι τότε φωτισμένοι ιστορικοί, όπως λ.χ. ο Ν. Σβορώνος, κ.ά. Του λόγου το αληθές ότι η Ιστορία κατασκευάζεται επιβεβαίωναν τα μυθεύματα περί σκοπιανού Μεγάλου Αλεξάνδρου, περί Μακεδονίας των Σκοπίων, και άλλα ανάλογα, με βάση τα οποία καθυστερημένες παρά προηγμένες χώρες χαράζουν την πολιτική τους.

Με την ίδια λογική, ωστόσο, δεν άργησαν να διατυπωθούν και ελληνικά ιστορικά αφηγήματα που σχετικοποιούσαν την αλήθεια των ιστορικών γεγονότων, με την πρόθεση να επουλώσουν ιστορικά τραύματα ή να απαλύνουν το βάρος του τουρκικού ζυγού στην Τουρκοκρατία, και άλλα ανάλογα περί συνωστισμού στην καιγόμενη Σμύρνη, περί μη γενοκτονίας των Ποντίων, κ.λπ. Τα αφηγήματα αυτά εναντιώνονταν στο πνεύμα του ελληνικού μεγαλοϊδεατισμού και στον εθνικισμό που υπέθαλψαν γεγονότα του παρελθόντος που παρεμπόδιζαν την αποκατάσταση σχέσεων ειρήνης και φιλίας με τις γειτονικές χώρες, και κυρίως με την Τουρκία. Η πρόθεση ήταν να συμβάλουν στη χάραξη μιας εξωτερικής πολιτικής που θα βοηθούσε τη χώρα να μειώσει τις στρατιωτικές της δαπάνες, επενδύοντας σε άλλους νευραλγικότερους για την κοινωνία τομείς. Ωστόσο, φαίνονταν να παραβλέπουν ότι οι πολιτικές καλής γειτονίας και συνεργασίας των χωρών, για να ευοδωθούν και να καρποφορήσουν, προϋποθέτουν ως αναγκαία την αμοιβαία αναγνώριση των κοινών συμφερόντων τους. Κι αυτή την αμοιβαιότητα καμιά κριτική αποδόμηση δεν είναι σε θέση να την εξασφαλίσει.

Τέτοια αφηγήματα αναντίστοιχα με την αλήθεια των ιστορικών γεγονότων, κάνοντας την εμφάνισή τους στη δημόσια σφαίρα ούτε είκοσι χρόνια μετά την εισβολή στην Κύπρο, ξεσήκωσαν και ξεσηκώνουν ακόμη αντιδράσεις της κοινής γνώμης, αφού, χωρίς να έχουν τα θετικά αποτελέσματα που επιδιώκουν ή προσδοκούν, βοηθούν την προσπάθεια της Τουρκίας να σβήσει τα ίχνη των εγκλημάτων που διέπραξε για την εξόντωση Αρμενίων, Ποντίων και άλλων αλλοεθνών ή αλλόθρησκων μειονοτήτων και την υφαρπαγή των περιουσιών τους.

Ο Νίτσε έλεγε ότι όσα έχουν ιστορία δεν επιδέχονται ορισμό. Παρ’ όλα αυτά, σύμφωνα με τον ορισμό του ΟΗΕ η γενοκτονία είναι ένα μέσο εθνοκάθαρσης, ένα έγκλημα, δηλαδή, στην υπηρεσία ενός ευρύτερου εγκληματικού εγχειρήματος, με την ολοκλήρωση του οποίου αυταρχικά καθεστώτα επιδιώκουν και πετυχαίνουν την κυριάρχισή τους. Αυτό έγινε με τη γενοκτονία των Αρμενίων και των Εβραίων τον 20ό αιώνα, που αναγνωρίστηκαν διεθνώς.

Πώς είναι δυνατόν να μη γίνει το ίδιο και με τη γενοκτονία του ποντιακού ελληνισμού στα παράλια της Μαύρης Θάλασσας, που διασώζουν μαρτυρίες, χρονικά, μελέτες, έγγραφα, επιστολές, ακόμη και πρακτικά της τουρκικής βουλής, που επιδέχονται αυστηρή επιστημονική τεκμηρίωση;

Η Χάνα Άρεντ, έχοντας κατά νου τη δυνατότητα φαλκίδευσης των ιστορικών γεγονότων, είχε διακρίνει την αλήθεια των ιστορικών γεγονότων από την αλήθεια αξιωμάτων, ορθολογικών προτάσεων, επιστημονικών ανακαλύψεων ή θεωριών και υποστήριξε ότι οι αλήθειες των γεγονότων είναι πολύ πιο εύθραυστες, αφού, αντίθετα με τις αλήθειες του θεωρείν που εναντιώνονται στην άγνοια και την νικούν εντέλει, οι αλήθειες των ιστορικών γεγονότων έχουν να αντιπαλέψουν το ψέμα και την εσκεμμένη σφαλερότητα (H. Arendt, Verité et politique, σς. 293-295).

Αυτός ίσως είναι ο πλέον ουσιαστικός λόγος που, ασχέτως εάν η επίσημη ή η ανεπίσημη ιστορία κατασκευάζεται, η ιστορική επιστήμη οφείλει, αν θέλει να συνεχίσει να διασώζει την αλήθεια των ιστορικών γεγονότων, να βελτιώνει τις μεθόδους και τις τεχνικές τεκμηρίωσης του υλικού που μελετά και να επεξεργάζεται όσο το δυνατόν αντικειμενικότερα κριτήρια ικανά να εγγυηθούν την αμερόληπτη εξαγωγή των πορισμάτων της.

Μόνο με αυτούς τους όρους θετικότητας, η ιστορική επιστήμη μπορεί να υπάρξει ώστε σε θέματα ιστορικής μνήμης των λαών να έχει τον πρώτο λόγο, όπως θα όφειλε, άλλωστε, αφού η επιστημονική γνώση αναγνωρίζεται ως η κατεξοχήν παραγωγική και πολιτική δύναμη ικανή να αποτρέψει τη βία πολέμων, διώξεων και τρομοκρατίας.

Και πράγματι, η ιστορική επιστήμη, με βάση το αίτημα της αντικειμενικότητας και της ευρύτερης δυνατής απήχησης του δημόσιου συλλογίζεσθαι που υπηρετεί μπορεί, σε θέματα ιστορικής μνήμης, να έχει τον πρώτο λόγο, αφού τα ενθυμήματα που διασώζει με τρόπο αποδεικτικό μπορούν να γίνουν οδηγός πλεύσης και για τη χάραξη μιας δίκαιης και επωφελούς πολιτικής.

Έτσι, όσον αφορά την άποψη για τη μη γενοκτονία των Ποντίων που υπερασπίστηκε ο κ. Φίλης, το ερώτημα είναι αν πρόκειται για αποδεικτικό ενθύμημα που συμφωνεί με την αλήθεια των ιστορικών γεγονότων ή για απλό μύθευμα που γέννησαν οι διώξεις και η προσφυγιά του μικρασιατικού ελληνισμού.

Με γενικότερους όρους, το κρίσιμο ερώτημα είναι αν η ιστορία κατασκευάζει μνημονικά αφηγήματα, οπότε παύει να είναι επιστήμη, ή αν διασώζει την αλήθεια των ιστορικών γεγονότων, οπότε είναι επιστήμη. Μας ενδιαφέρει να υπάρχει επιστήμη ως διερεύνηση της αλήθειας στο μέτρο που μπορεί να διασφαλίζει τη δημοκρατία∙ πολίτευμα που είναι αδύνατο να υπάρξει και να ενισχυθεί χωρίς τη σύγκλιση θεωρίας και πράξης.

Πώς όμως η ιστορική επιστήμη και η πολιτική μπορούν να συγκλίνουν, τη στιγμή που η εποχή μας και η ιστορική εμπειρία της επιβεβαιώνει με τον σκληρότερο τρόπο το χάσμα θεωρίας και πράξης; Τόσο η συντηρητική φιλελεύθερη και νεοφιλελεύθερη πολιτική όσο και η λεγόμενη παραδοσιακή θεωρία που την νομιμοποιεί, στο πεδίο των κοινωνικών επιστημών, δεν προτάσσουν ως ευκταία και εφικτή τη σύζευξη θεωρίας και πράξης. Αντίθετα, την αποκλείουν εξ ορισμού, υποτιμώντας συστηματικά τον αναγκαίο κρίκο που διαμεσολαβεί για τη γεφύρωσή τους.

Ο αναγκαίος κρίκος που διαμεσολαβεί για τη σύζευξη επιστήμης και πολιτικής, θεωρίας και πράξης, είναι το κρίναι λόγω, που καμία σχέση, βέβαια, δεν έχει με τη γνωστή μας λογοκρισία. Το κρίναι λόγω έχει σχέση με την απαξιωμένη ορθοκρισία που διαμεσολαβεί ώστε τα αποδεικτικά ενθυμήματα που συγκροτεί η ιστορική επιστήμη να μπορούν να γίνονται βάση ή σύμβουλος για τις επιλογές και τις αποφάσεις στο πεδίο της πολιτικής.

Αν το κρίναι λόγω διαμεσολαβεί ώστε η κατεύθυνση και η προοπτική της πολιτικής να μπορεί να συνδεθεί με τη θεωρητική και την επιστημονική γνώση είναι γιατί αποτελεί τον ίδιο εγγενή όρο του πράττειν και του πάσχειν που κάνουν να προκύψει η Ιστορία. Και αν η αλήθεια των ιστορικών γεγονότων που διασώζει η Ιστορία έχει κεφαλαιώδη σημασία είναι γιατί χωρίς αυτήν δεν μπορούμε να κρίνουμε ορθά για το τι μπορεί να γίνει στο παρόν και στο μέλλον. Ούτε καν να πράξουμε μπορούμε, αφού δεν πράττουμε με το ένστικτο, αλλά με τη φρόνηση ή με την ακρισία που επιβάλλει η ωμή και άνευ όρων επιδίωξη του συμφέροντος. Το ίδιο ισχύει όχι μόνο για όσα έπραξε αλλά και για όσα υπέστη ένας λαός, που είναι αποτέλεσμα των όσων αποφασίζουν και πράττουν άλλοι εις βάρος του, για δικούς τους λόγους, βλέψεις, συμφέροντα.

Αν λοιπόν το κρίναι λόγω, βασισμένο στην αλήθεια των ιστορικών γεγονότων που διασώζει η ιστορική επιστήμη, έχει κεφαλαιώδη σημασία είναι γιατί χωρίς κρίση βασισμένη σε αυτήν δεν μπορούμε να έχουμε συναίσθηση των όσων έγιναν στο παρελθόν, ούτε συνείδηση των όσων χρειάζεται να γίνουν τώρα ή στο μέλλον. Αφού η Ιστορία δεν τελειώνει, ούτε εξαντλείται στη γνώση του παρελθόντος, παρά μόνο αν τελειώσουν μια για πάντα πράξεις και παθήματα, πράγμα που προϋποθέτει και συνεπάγεται την εξαφάνιση του ανθρώπινου είδους και το τέλος του ανθρώπου.

Παρά τη σημασία που έχουν και για την πράξη και για τη μνήμη που την διασώζει, αποφεύγουμε τη διαμεσολάβηση στοχαστικών κρίσεων που γεφυρώνουν θεωρία και πολιτική με το πρόσχημα ότι, αντίθετα με τις επιστημονικές κρίσεις που είναι αντικειμενικές, οι κρίσεις που εκφέρουν οι λαοί για όσα έκαναν ή έπαθαν είναι υποκειμενικές. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι είναι τυχαίες, μεροληπτικές, και επομένως αστήρικτες. Γατί; Γιατί αντλούν τη βασιμότητα και την αμεροληψία τους από την αντικειμενικότητα της επιστημονικά τεκμηριωμένης αλήθειας των ιστορικών γεγονότων. Γι’ αυτό μπορούν και απηχούν το κοινό αίσθημα δικαίου που η ιστορική μνήμη τους βοηθά να διαμορφώσουν.

Βέβαια, το κοινό αίσθημα δικαίου, κατά κανόνα, παραβιάζεται από το δίκαιο του ισχυρότερου, που δεν έπαψε να υπηρετεί η πολιτική της dominatio αιώνες τώρα. Γι’ αυτό και μια δημοκρατική, και πολύ περισσότερο μια αριστερή δημοκρατική πολιτική που υπερασπίζεται το κοινό αίσθημα δικαίου έχει λόγο ύπαρξης σε μια κοινωνία που επενδύει ελπίδες στην άσκησή της.

Το κοινό αίσθημα δικαίου υπερασπίζονται οι ποντιακές κοινότητες διεκδικώντας την αναγνώριση της γενοκτονίας των πατέρων τους. Και αν η αναγνώριση των γενοκτονιών στην Ιστορία δεν έχει τη σημασία που αξιώνει να έχει, δεν θα αντιδρούσαν τόσο έντονα όσοι τις διέπραξαν.

Υ.Γ.: Το άρθρο αφιερώνεται στον κερασούντιο προπάππου μου Ιωάννη, που φυλακίστηκε και απαγχονίστηκε το 1915, και στον κερασούντιο παππού μου Αλέξανδρο, που σύρθηκε στις πορείες του λευκού θανάτου λίγα χρόνια μετά.

*Βλ. J. Habermas, Knowledge and Human Interests, Heinemann, Λονδίνο 1972, Α. Δεληγιώργη, Φιλοσοφία των κοινωνικών επιστημών θετικιστικού, ερμηνευτικού και διαλεκτικού τύπου, Ζήτη, Θεσσαλονίκη 2011.

ΠΗΓΗ

ΧΡΟΝΟΣ online περιοδικό με αφετηρία την Ελλάδα

Με αφορμή τη γιορτή του Αγίου Σπυρίδωνα του θαυματουργού· 12η Δεκεμβρίου

Του ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑ

ΟΥΡΑΝΟΥ ΚΡΙΣΙΣ. Ένα άγνωστο έργο του Αγίου Αθανασίου του Παρίου για τον Άγιο Σπυρίδωνα

ΟΥΡΑΝΟΥ ΚΡΙΣΙΣ ήτοι θαύμα φρικτόν και εξαίσιον του θαυματουργικωτάτου θείου Σπυρίδωνος, δι ου τας βουλάς των παρανόμων Παπιστών εματαίωσε, μη συγχωρήσας αυτοίς, να εγείρουν Αλτάριον, ήτοι  θυσιαστήριον, μέσα εις τον εν τη Κέρκυρα άγιον τον Ναόν, συντεθέν, μετά και ιεράς και επινικείου ακολουθίας, εις αυτό, παρά ζηλωτού τινός αδελφού, συν τούτω δε και ο θεοφεγγής βίος του ιερού Κλήμεντος του Βουλγαροκήρυκος και ομολογητού, εκδίδοται ετέρα κρίσις ουρανού, και ούτος ων, κατά των καινοτόμων Παπιστών, συντεθείς μεν, Ελληνιστί υπό του εν αγίοις Θεοφυλάκτου Αρχιεπισκόπου Βουλγαρίας, μετενεχθείς δε,  παρ’ ημών, εις την κοινήν ημών διάλεκτον χάριν των απλουστέρων λαών, δια την εξ αυτού ελπιζομένην κοινήν ωφέλειαν, ων ένεκα νυν δεύτερον πλήρης εκδίδοται, άτε κολοβωθείς τα καίρια παρά τινος,  ο πρότερον εν Βενετία τυπωθείς. Εκδίδονται δε και τα δύω εις εν τεύχος δια δαπάνης τίνων φιλαδέλφων  Χιοπολιτών. Eν Λειψία της Σαξωνίας. Eν τη τυπογραφία του Νάϋμπερτ Αωε’ (1805).

Αν και ανώνυμο το εν λόγω έργο, η μέχρι σήμερα έρευνα ως συγγραφέα του θεωρεί τον Άγιο Αθανάσιο Πάριο. Με αφορμή ένα θαύμα του Αγίου Σπυρίδωνος στην Κέρκυρα το 1718, ο Πάριος βρίσκει εδώ την κατάλληλη στιγμή να επικρίνει έντονα την Δυτική Εκκλησία και την Ευρώπη. Επαναλαμβάνει την πάγια θέση του, έναντι της «κακοδόξου, αιρετικής, δυσεβεστάτης και ακαθάρτου», όπως τη χαρακτηρίζει, Παπικής Εκκλησίας. Ο Άγιος Σπυρίδων κατατάσσεται δίπλα στον Μέγα Φώτιο, που «έγραψε κατά  Λατίνων», στον ιερό Σέργιο «οπού εξήλειψεν από τα δίπτυχα, του Πάπα το μνημόσυνον», στον Μάρκο Εφέσου που «ανέτρεψεν, εκατήργησε και εματαίωσε, τα κατά της Ευαγγελικής αληθείας, της Φλωρεντίας  σαπρομηχανήματα». Επιπλέον, ψέγει τα «έθνη των Λατίνων» γιατί έγιναν «εχθροί, άσπονδοι, της Ανατολικής Εκκλησίας» και τους παροτρύνει να δεχθούν «το ορθόδοξον δόγμα», εκβάλλοντας την προσθήκη από το Σύμβολο Πίστεως του Filioque, απορρίπτοντας τον άζυμο άρτο από τη Θεία Ευχαριστία και αποσιωπώντας το καθαρτήριο πυρ.

Για τον άγιο Αθανάσιο Πάριο, η Ανατολική Εκκλησία είναι ο κατεξοχήν ορθός φορέας έκφρασης των δογμάτων, γι’ αυτό και διαφοροποιείται από τη Δυτική. Χαρακτηριστική η εικόνα της Ορθόδοξης Ανατολικής Εκκλησίας, η οποία εκπροσωπεί το φως, έναντι της Δυτικής που αντιπροσωπεύει το σκότος: «σήμερον εκ δευτέρου ο Θεός των θαυμασίων, διεχώρισεν ανά μέσον του φωτός της Ανατολικής Εκκλησίας, και ανά μέσον του σκότους της Δυτικάς οχλαγωγίας ανά μέσον δηλαδή της φωτεινότατης αληθείας των ουρανίων δογμάτων, τα οποία, καθώς παρέλαβε ούτε φυλάττει, η Ανατολική εκκλησία, και ανά μέσου του σκοτεινότατου ψεύδους των σατανικών φρονημάτων τα οποία εφεύρε και κρατεί, η Δυτική Εκκλησία».

Ανάλογη είναι και η κριτική του κατά της «αθεωτάτης» Ευρώπης. Συστήνει στους ομογενείς του να αποκηρύττουν τους «χριστομάχους και θεωφωτίστους θεϊστές», να αποφεύγουν την ανάγνωση των βιβλίων τους και τους «παραλογισμούς του Βολταίρ». Αντίθετα, στη θέση αυτών συστήνει να μελετούν τον Απόστολο Παύλο, το θείο Σπυρίδωνα, τον ιερό Χρυσόστομο, τον Μέγα Βασίλειο, τον Γρηγόριο τον Θεολόγο, τον Μέγα Αθανάσιο. Έτσι, για άλλη μια φορά ο «βολταιρισμός» χτυπιέται αδυσώπητα θεωρούμενος ως «ρίζα και πηγή παρανόμου πράξεως».

Η έκδοση του έργου θα είχε γίνει σχεδόν μια δεκαετία πιο πριν από το 1805, δηλαδή το 1796, αλλά η καθυστέρηση αυτή οφειλόταν στον Θεοδώρητο Αγιαννανίτη, γνωστό στον κύκλο των Αντικολλυβάδων, τον οποίο ο Πάριος χαρακτηρίζει «φθορέα της κανονικής βίβλου», και σε κάποιον Θεόδωρο που αμέλησαν για την τύπωσή του. Ο Θεοδώρητος φαίνεται ηθελημένα καθυστέρησε την έκδοση, αφού στάθηκε αδιάλλακτος αντίπαλος των Κολλυβάδων.

Στη συνέχεια παραθέτω τη σύνθεση του έργου σε κεφάλαια:

Προμετωπίδα

«Πάσι τοις εντευξομένοις τω παρόντι βιβλιαρίω, εν Χριστώ μοι αδελφοίς, και τέκνοις της αγιωτάτης μητρός ημών Εκκλησίας της Ανατολικής, εγώ ο ταπεινός αυτού συγγραφεύς, εύχομαι, ει και ανάξιος, υγείαν, ειρήνην, και σωτηρίαν αιώνιον», (σσ. 3-6).

«ΟΥΡΑΝΟΥ ΚΡΙΣΙΣ ή φρικτόν του θαυματουργικωτάτου Σπυρίδωνος, δια του οποίου εματαίωσε τας βουλάς των παρανόμων Παπιστών, μη συγχωρήσας αυτοίς να κτίσουν Αλτάριον μέσα εις τον εν Κέρκυρα άγιον του Ναόν», (σσ. 7-38).

«KEΦ. A΄: Tην Διήγησιν του θαύματος περιέχον», (σσ. 11 –16).

«KEΦ. B΄: Ότι ο εμπρησμός της αποθήκης, όντως έργον εστάθη του ουρανού», (σσ. 16-23).

«KEΦ. Γ΄: Ότι η θαυματουργία αύτη του θείου Σπυρίδωνος, είναι κατά αλήθειαν αδέκαστος κρίσις του ουρανού, μεταξύ των δύο Εκκλησιών, Ανατολικής και Δυτικής», (σσ. 23-30).

«KEΦ. Δ΄: Επίλογος παραίνεσιν έχων προς τους ομογενείς», (σσ. 31-33).

«Το σχέδιον».  Πώς, δηλαδή, το λείψανο του Αγίου Σπυρίδωνα έφτασε στην Κέρκυρα, (σσ. 34-38).

«Ακολουθία υμνητήριος, ήτις οφείλει ψάλλεσθαι υπό των ορθοδόξων, κατά την δωδεκάτην του Νοεμβρίου μηνός, δια την εν αυτή γενομένην φρικτήν θαυματουργίαν υπό του θείου Σπυρίδωνος δια πυρός και ολέθρου μεγίστου τους παπιστάς κωλύσαντος, του οικοδόμησαι εν τω σεβασμίω αυτού Ναώ Αλτάριον, ήτοι θυσιαστήριον, ως η βουληθήσαν γίνεται ουν, ει ενδέχεται αγρυπνία και εν τω μεγάλω εσπερινώ, μετά το μακάριος ανήρ, τι κύριε εκέκραξα, και ψάλλομεν τα παρόντα προσόμια εις στίχους η΄, ηχ. πλ. δ’, (σσ. 39-63).

«Διήγησις έργου παραδόξου και πανθαυμάστου». Πρόκειται περί διηγήσεως ενδιαφέρουσας ιστορίας, όπου γίνεται λόγος για την άρση απαγορευτικής αποφάσεως του Σουλτάνου Μουσταφά, όσον αφορά τον πανηγυρισμό στις 6 Αυγούστου του Αγιάσματος κοντά στο Σεράι Μπουρνού, (σσ. 64-70).

«Μηνί Νοεμβρίω κβ΄. Βίος Πανθαύμαστος του εν αγίοις Πατρός ημών Κλήμεντος αρχιεπισκόπου Αχριδών και πάσης Βουλγαρίας του ομολογητού, μεταφρασθείς  εκ  του ελληνικού ιδιώματος άνευ των προοιμίων,  και  μέχρι τινός. Όστις  κολοβωθείς  τα καίρια, και αχρειωθείς  παρά  τινός,  ως  η του παρόντος προς εκείνον παράθεσις, σαφώς δήλοι, ήδη άρτιος και ολόκληρος τύποις εκδίδοται», (σσ. 71-133).

«Ο ζηλωτής  ορθόδοξος, άπασι τοις ευσεβέσι  τέκνοις  της αγίας και θεοδοξάστου  Εκκλησίας  του Χριστού της Ανατολικής, υμίν τον εν Χριστώ ασπασμόν και το χαίρειν», (σσ. 73-82).

Ακολουθούν δύο επιγράμματα:

«Eις την ιεράν Mονήν του Προδρόμου, την έχουσαν την αγίαν κάραν του ιερού Kλήμεντος. Του Προδρόμου τέμενος, του Kλήμεντος θεολήπτον χάρην ον κενεόν πριν φρενός, ήτις έχες.

Tούτου νυν μαθέουσα νόον μέγαν αγγελόμητιν.

Kοινόν,  μητι κυνών, ποίεε τον βίο του».

«Eις την περίφανη Θεσσαλονίκην, την ενέγκουσαν τους θεοφόρους και ισαποστόλους Kήρυκας της Bουλγαρίας, Kύριλλον και Mεθόδιον, στίχοι πολιτικοί.

Oλβιωτάτη πάλαι συ, Πόλις Θεσσαλονίκη.

Πατρίς γαρ χρηματίσασα, των νέων Aποστόλων,

Aπάσας υπερήλασας, τας άλλως υφουμένας

Pάστα δε τούτο δείκνυσιν η νυν αναφανείσα

Iστοριών η θαυμαστή, και ξένων μυστογράφος

Όθεν και χαριστήρια, πάντων Bουγλάρων έθνη

Σοι δια Kύριλλον τον συν κασιγνήτω θύει».

Μεταξύ της σελίδας 82 και των επιγραμμάτων, παρεμβάλλεται ολοσέλιδη εικόνα του Αγίου Κλήμεντος, (σ. 33).

«Βίος και Πολιτεία του εν αγίοις Πατρός ημών Κλήμεντος Αρχιεπισκόπου Βουλγαρίας του ομολογητού μεταφρασθείς εις την κοινήν φράσιν εκ του ελληνικού, προς κοινήν ωφέλειαν των ορθοδόξων λαών», (σσ. 84-133).

ΕΚΔΟΣΕΙΣ: Πρώτη έκδοση του έργου έγινε στη Λειψία το 1805. Ο Ευλογίας Κουρίλας αναφέρει και δεύτερη το 1807, σε τυπογραφείο της Βενετίας ΑΝΤΙΤΥΠΑ: Αθήνα· Εθνική Θ. 7431. Γεννάδιος· Τ. 2128.1. Θεσσαλονίκη: Πανεπιστημιακή Βιβλιοθήκη. Καρπενήσι: Μονή Προυσού 72. Το αντίτυπο αυτό φέρει και την αφιέρωση του Νικοδήμου Αγιορείτου: «Το παρών αφιερώθη εις την ιεράν μονήν του Προυσού, την κειμένην μεν, κατά την επαρχίαν τον αγίου λιτσάς και αγράφων αφιερωμένην δε, εις μνήμην της Κυρίας ημών Θεοτόκου, παρά του Διδασκάλου Κυρίου Νικοδήμου του ναξίου εις μνημόσυνον αυτού τε την των Γονέων τον και ο δε αποξενώσας τούτο ή άλλο βιβλίον εκ της ρηθείσης μονής εχέτω αντίδικον την Kυρίαν Θεοτόκον. αωιθ’ Ιουλίου α’»· (διατηρώ την ορθογραφία του συγγραφέα).

Δεύτερη έκδοση: Αθήνα 1850· ΑΝΕΜΗ· Ψηφιακή Βιβλιοθήκη Νεοελληνικών Σπουδών

ΕΙΝΑΙ ΑΘΕΗ Η ΕΥΡΩΠΗ;

Του ΤΑΚΗ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΥ

Όταν το 2005 συναντήθηκαν στο Εδιμβούργο οι υπουργοί Εξωτερικών των 25 για να εγκρίνουν το σχέδιο του ευρωπαϊκού συντάγματος συμφώνησαν να απαλειφθούν δύο στοιχεία. Το πρώτο ήταν το προοίμιο που είχε εντάξει ο συντάκτης του σχεδίου Βαλερί Ζισκάρ ντ’ Εστέν, το γνωστό παράθεμα από τον Επιτάφιο του Περικλέους που έχει διασώσει ο Θουκυδίδης. «Το πολίτευμά μας καλείται δημοκρατία επειδή αποφασίζουν οι πολλοί». Το επιχείρημα για την απάλειψη θύμιζε προοδευτικό ιδεασμό: η αθηναϊκή δημοκρατία ήταν δουλοκτητική, σεξιστική και κατακτητική. Ως εκ τούτου δεν είναι δυνατόν να χρησιμοποιηθεί ως πρότυπο αναφοράς σε έναν πολιτικό οργανισμό ο οποίος έχει απαλλαγεί από τις παιδικές ασθένειες της Ιστορίας. Exit λοιπόν ο ελληνορωμαϊκός πολιτισμός.

Το δεύτερο στοιχείο που απαλείφθηκε ήταν μια αναφορά στις χριστιανικές ρίζες της Ευρώπης. Ζήτημα ανεξιθρησκίας. Με τα εκατομμύρια των μουσουλμάνων που ζουν στη Γαλλία, τη Γερμανία ή την Αγγλία οι ευρωπαϊκές δημοκρατίες, για λόγους αβρότητος αν μη τι άλλο, οφείλουν να ξεχάσουν τις χριστιανικές τους καταβολές. Αβρότητα ή ενοχές και φόβος; Οι μνήμες της 11ης Σεπτεμβρίου ήταν ακόμη νωπές και, ας μην ξεχνάμε ότι το καλοκαίρι του 2005 έγιναν οι μεγάλες τρομοκρατικές επιθέσεις στο κέντρο του Λονδίνου. Οπότε για να τακτοποιήσουν τις ενοχές τους και να έχουν και το κεφάλι τους ήσυχο ότι δεν προκαλούν τα θρησκευτικά αισθήματα των μουσουλμάνων αποφάσισαν να ξεχάσουν τις καταβολές τους. Exit και ο Χριστιανισμός.

Ως γνωστόν το σχέδιο του ευρωπαϊκού συντάγματος απερρίφθη μετά φανών και λαμπάδων. Η Ευρώπη όμως συνέχισε να οικοδομείται, να εκδίδει προδιαγραφές για τα αντιβιοτικά και την αλιεία της ρέγγας και να υπερηφανεύεται για τη δημοκρατία της και τον ανθρωπισμό της. Δεν της χρειαζόταν ούτε ο Θουκυδίδης, ούτε ο Παύλος, ούτε ο Ακινάτης. Δεν ενδιαφερόταν πια σε ποιο τοπίο φύτρωσε το καθεστώς της ανεξιθρησκίας και της πολιτισμικής ανοχής. Της αρκούσε που τα είχε επιτύχει. Ακολούθησε ο συστηματικός ακρωτηριασμός της εκπαίδευσης από τις κλασικές σπουδές. Τι να τον κάνεις τον Πλάτωνα όταν έχεις το ευρώ. Μπορείς να ζήσεις σε καθεστώς πολιτισμικού Αλτσχάιμερ με όπλο την ευημερία.

Όταν όμως σου λείψουν τα ευρώ και η ευημερία μεταμορφωθεί σε φάντασμα τότε τι κάνεις; Τότε η μικρή Ελλάς, καταχρεωμένη, πτωχευμένη και κατάκοπη επικαλείται την ευρωπαϊκή αλληλεγγύη. Και πού στηρίζεται η ευρωπαϊκή αλληλεγγύη εκτός από τον ΦΠΑ; Μα στις κοινές ευρωπαϊκές αξίες. Και από πού προκύπτουν οι ευρωπαϊκές αξίες; Από την Ιστορία. Και πώς θα καταλάβεις το τοπίο της ευρωπαϊκής Ιστορίας αν έχεις ξεχάσει τις χριστιανικές ρίζες και τον ελληνορωμαϊκό πολιτισμό; Μα είμαστε ανθρωπιστές, αγαπάμε όλον τον κόσμο «γιατί ζεις κι εσύ μαζί». Να θυμίσω επίσης ότι η ελληνική Αριστερά, και όχι μόνον, κρατικιστική, χωρίς δημοκρατική παιδεία, θυμάται τον φιλελευθερισμό μόνον όταν πρόκειται για τα θρησκευτικά.

Αυτά σε απάντηση όσων απόρησαν πώς εγώ, ως ευρωπαϊστής, υπερασπίζομαι τη διδασκαλία των θρησκευτικών. Μα ακριβώς ως ευρωπαϊστής την υπερασπίζομαι. Επειδή πιστεύω ότι το ευρωπαϊκό οικοδόμημα για να σταθεί χρειάζεται τα υλικά του πολιτισμού του. Αλλιώς μην κλαίγεστε ότι το ευρώ έγινε ο θεός της Ευρώπης.

ΠΗΓΗ

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

ΓΙΑΤΙ ΧΡΕΙΑΖΟΝΤΑΙ ΤΑ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΑ

Του ΤΑΚΗ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΥ

Αν πρόκειται να περάσεις Πανελλήνιες, τρέχεις όλη μέρα από το σχολείο στο φροντιστήριο και ξέρεις πως αν μπορείς να γλιτώσεις μία ώρα την εβδομάδα, θα το κάνεις. Θα ζητήσεις απαλλαγή από τα θρησκευτικά κι ας μην είσαι άθεος ή ετερόδοξος. Θα αδιαφορήσεις και για τη λογοτεχνία από τη στιγμή που ξέρεις ότι δεν πρόκειται να εξετασθείς επί του θέματος. Αν μάλιστα έχεις συμπληρώσει τα 17 σου, άρα θεωρείσαι ενήλικος από τον νόμο, και δεν χρειάζεσαι καν τη συγκατάθεση των γονέων σου για να απαλλαγείς, τότε δεν το σκέφτεσαι. Βάσει αυτής της λογικής ο τελειόφοιτος έχει τη διακριτική ευχέρεια να διδάσκεται ό,τι τραβάει η όρεξή του. Τότε ποίο το νόημα της γενικής παιδείας;

Αυτή είναι η χρησιμοθηρική απάντηση στη συζήτηση που άνοιξε μια δήλωση της κ. Αναγνωστοπούλου σε ραδιοφωνικό σταθμό. Η ίδια προσπάθησε να την περιβάλλει με δημιουργική ασάφεια στη συνέχεια, όμως η συζήτηση άνοιξε. Γιατί χρειάζονται τα θρησκευτικά στην εκπαίδευση; Αλλέως πώς: σε τι χρειάζονται τα θρησκευτικά; Η απάντηση της επίσημης εκκλησίας είναι ότι η ορθοδοξία αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι του ελληνισμού. Θα συμφωνήσω, όπως θα συμφωνήσω ότι το παιδί από το δημοτικό θα πρέπει να αποκτά το αίσθημα της χριστιανικής ηθικής, τον διαχωρισμό του καλού και του κακού, τον σεβασμό στον πατέρα σου και τη μητέρα σου.

Η προαιρετική διδασκαλία των θρησκευτικών, με το επιχείρημα της ανεξιθρησκίας, μπορεί να τανύζει τις χορδές της προοδευτικής ψυχής, δεν παύει όμως να αποτελεί την άλλη πλευρά του νομίσματος. Όπως η αθεΐα είναι η άλλη πλευρά της πίστης. Το ζήτημα είναι λίγο πιο περίπλοκο. Η Βίβλος, η Παλαιά και η Καινή Διαθήκη, είναι ένας από τους πυλώνες του ευρωπαϊκού πολιτισμού. Οι επιστολές του Παύλου είναι από τα σημαντικότερα κείμενα της γλώσσας μας, κείμενα γραμμένα από Ρωμαίο πολίτη που έμαθε τα ελληνικά ως ξένη γλώσσα. Το ζήτημα δεν θα λυθεί αν αντικατασταθούν τα θρησκευτικά με τη θρησκειολογία ή την ιστορία των θρησκειών. Χριστιανισμός πρέπει να διδάσκεται.

Η Εκκλησία πρώτη θα έπρεπε να επεξεργαστεί τρόπους για να απαλλαγεί η διδασκαλία των Θρησκευτικών από την προσήλωση στη δογματική τυπολατρία. Θα μου πείτε όλο το εκπαιδευτικό σύστημα, από τον Πλάτωνα ως τον Βιζυηνό, κι από την Αλγεβρα ως τη Φυσική στηρίζεται στην τυπολατρική παπαγαλία. Γιατί να εξαιρεθούν τα θρησκευτικά; Και γιατί σε λίγα χρόνια, καιρού επιτρέποντος, να μη μετατραπεί και η διδασκαλία των αρχαίων σε προαιρετική; Λυπάμαι αλλά το ζήτημα που άνοιξε, αν άνοιξε, δείχνει την ανικανότητά μας όχι μόνον να σχεδιάσουμε, αλλά ακόμη και να σκεφθούμε πώς θα σχεδιάσουμε το ελληνικό σχολείο.

Η κ. Αναγνωστοπούλου, ως καθηγήτρια του Παντείου, έχει άποψη για το ελληνικό σχολείο. Δυστυχώς άποψη είχε και ο κ. Μπαλτάς. Δεν ξέρω αν έχει άποψη και ο κ. Φίλης. Εκείνο που ξέρω είναι ότι η εκπαίδευση, κυρίως η πρωτοβάθμια και η δευτεροβάθμια, θα πρέπει να απελευθερωθεί από τις ιδεολογικές εμμονές των προοδευτικών δογμάτων. Όπως τα αρχαία ελληνικά φέρνουν πιο κοντά τα Ελληνόπουλα στην ευρωπαϊκή παιδεία, έτσι και η διδασκαλία του χριστιανισμού. Αν μη τι άλλο, το σχολείο οφείλει να διδάσκει πως υπάρχουν γνώσεις οι οποίες υπερβαίνουν τη χρησιμοθηρία του φροντιστηρίου. Και αυτές στηρίζουν τον ανθρωπισμό μας.

ΠΗΓΗ

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Ο ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ ΣΤΗ “ΧΑΡΑΥΓΗ” ΤΗΣ ΜΥΤΙΛΗΝΗΣ. Ένα ερμηνευτικό σχόλιο

Γράφει ο ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ 

Ευθύς εξαρχής θα ήθελα να πληροφορήσω τον αναγνώστη ότι ανήκω στη γενιά που μεγάλωσε διαβάζοντας Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη. Η επί πολλά χρόνια τριβή και σπουδή μου στο έργο του μεγάλου Σκιαθίτη διηγηματογράφου, μ’ έχει κάμει να πιστεύω ότι μαζί με τον κυρ Φώτη Κόντογλου, ο κυρ Αλέξανδρος της Σκιάθου, προσέγγισε με συνέπεια τη μακρόσυρτη βυζαντινή και μεταβυζαντινή παράδοση. Αυτό μπορεί κανείς άνετα να το διαπιστώσει διαβάζοντας και ξαναδιαβάζοντας ολάκερο το έργο του. Όπως, επίσης, το ίδιο μπορεί να διαπιστώσει αν εντρυφήσει στις εμβριθέστατες μελέτες του εγκυρότερου μέχρι σήμερα παπαδιαμαντολόγου Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλου. 

Είναι γεγονός ότι το έργο του Α. Παπαδιαμάντη αντανακλά βαθύτερα ζητούμενα της νεοελληνικής ιστορίας και ιδεολογίας. Παλαιοτέρα ο Ζήσιμος Λορεντζάτος έθετε, απερίφραστα πιστεύω, το μοτίβο πλησιάσματος του Παπαδιαμάντη: «ή θα πάρουμε στα σοβαρά τον κόσμο που μας παρουσίασε, ολόκληρο όμως τον κόσμο της ελληνικής χριστιανοσύνης ως τις ακρότατες συνέπειές του, και τότε μόνο θα προσπαθήσουμε να καταλάβουμε τον Παπαδιαμάντη όχι μόνο ως λογοτέχνη, αλλά ως πνευματικό κεφάλαιο – αυτό δεν ισχυριζόμαστε πως είναι; – ή αλλιώς θα γυρίσουμε πίσω στις αισθητικές επιφάνειες ή στη «λογοτεχνία» ή στην ψυχολογία των διηγημάτων, και θα θερίσουμε ότι σπείραμε, την άσκοπη (l’ art pour art) νεροτριβή της ευαισθησίας μας»[1]

Στον ίδιο τόνο νεότερος δοκιμιογράφος, ο Χρήστος Βακαλόπουλος, ευφυής και οξυδερκής, κάπου στα γραπτά του έλεγε κι αυτός τα εξής σταράτα: «ο Παπαδιαμάντης δεν έγραψε για ν΄ αποδείξει κάτι, αλλά για να υπηρετήσει το κοινό αίσθημα, τον παράξενο τρόπο των Ελλήνων, αυτόν τον τρόπο που σήμερα πολεμάμε με όλες μας τις δυνάμεις, μπλεγμένοι στη άρνηση της ζωής και στην αισθητικοποίηση του θανάτου. Ο άνθρωπος αυτός δέχτηκε να σηκώσει ένα βάρος χωρίς να κερδίσει τίποτα, και η φήμη που του παραχωρούμε σήμερα περισσότερο δείχνει τι προσπαθούμε να κερδίσουμε εμείς χωρίς κανέναν απολύτως κόπο, όλοι εμείς που δεχόμαστε ότι υπάρχει κάποιο σημάδι ή κάποιο νήμα που να μας οδηγεί σ΄ αυτό που είμαστε κι όχι σ΄ εκείνο που θέλουμε να είμαστε βιάζοντας τον εαυτό μας. Με δύο λόγια, εμείς πρέπει να πλησιάσουμε τον Παπαδιαμάντη κι όχι να προσπαθήσουμε να τον φέρουμε στα νερά μας»[2]

Απλά και κατανοητά θα συμπλήρωνα ότι ο Παπαδιαμάντης συγκρότησε ότι και οι προγενέστεροί του συγγραφείς, βυζαντινοί και μεταβυζαντινοί, μια συνεχή αναφορά στην ελληνορθόδοξη πατρογονική κληρονομιά μας. Όπως σοφά παλαιότερα υπεδείκνυε κι ο πολύς Ν. Β. Τωμαδάκης: «υπέρ της Ορθοδοξίας εις τας τελετάς και συγγραφάς», στον τύπο και τη βίωση των «παραδεδομένων της Εκκλησίας, ακολουθιών, νηστειών, υμνογραφίας, εθών και εθίμων»[3]

Εξάλλου, κι αυτό δεν πρέπει να το ξεχνούμε, ο κυρ Αλέξανδρος ότι έγραψε το βίωσε με πάθος και κατάνυξη. Πέρα από κάθε όριο αισθητικής συγκίνησης, επιζητούσε από τους αναγνώστες του συνοδοιπορία στη βίωση της ελληνορθοδοξίας. Σ’ όλα τα γραπτά του διαρκώς προβάλλει τα φώτα της, υπενθυμίζοντάς μας διαρκώς ότι αυτή βλασταίνει μόνον όταν μπολιάζεται στα εκάστοτε πολιτισμικά δεδομένα, ειδεμή καταντά απλώς μια νεκρολογία. Για το λόγο αυτό την υπερασπίστηκε με όλες του τις δυνάμεις. Πιστεύω ότι οι παραπάνω θεωρήσεις έρχονται και επικυρώνουν με τον καλύτερο τρόπο το γεγονός ότι ο άλιος γέρων της Σκιάθου, σ’ όλη του τη ζωή ήταν γερά δεμένος στις ασκητικολειτουργικές πρακτικές της Ορθοδοξίας. 

Σ’ ένα άλλο επίπεδο τώρα, που αφορά στην υποδοχή που είχε το έργο του Παπαδιαμάντη στον περιοδικό Τύπο της εποχής ενόσω ζούσε, μας είναι ήδη γνωστή η συνεργασία του και οι δεσμοί του με τη Λέσβο. Προς το τέλος της δεκαετίας του 1910 και στις αρχές της επόμενης του 1920, ο κορυφαίος Σκιαθίτης διηγηματογράφος θα δημοσιεύσει κάποια διηγήματά του σ’ ένα από τα σημαντικότερα περιοδικά της πνευματικής κίνησης της Μυτιλήνης, τη Χαραυγή. Γι’ αυτή παλαιότερα ο αξέχαστος Παντελής Αργύρης είχε δημοσιεύσει μια πολύ ενδιαφέρουσα μελέτη, με τίτλο: «Η “Χαραυγή”. Ένα πρωτοποριακό περιοδικό της Μυτιλήνης», Λεσβιακά 10(1987)19-50. Ειδικότερα τώρα για τη θέση του Παπαδιαμάντη στη Λεσβιακή λογοτεχνική κίνηση ο Κ. Μίσσιος, ακάματος μελετητής της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας και ιδιαίτερα της Λεσβιακής Γραμματολογίας, το 1994 στο Σερραϊκό περιοδικό Γιατί τχ. 197-198 (Νοέμβριος – Δεκέμβριος) δημοσίευσε ένα άρθρο του με τίτλο: «Ο Παπαδιαμάντης και η συνεργασία του με το περιοδικό Χαραυγή της Μυτιλήνης». Στην ίδια τροχιά ο Στρατής Μολίνος, γνωστός λόγιος με ισχυρή παρουσία στα Λεσβιακά γράμματα, το 2003 δημοσίευσε ένα ενδιαφέρον βιβλίο με τίτλο: «Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης και οι λόγιοι της Αιολίδας», όπου καταγράφει την αγάπη πολλών Λέσβιων λογοτεχνών με το Σκιαθίτη ηθογράφο και διηγηματογράφο. Και οι τρεις αυτές μελέτες αποτελούν σημαντική συμβολή στη σχέση του Παπαδιαμάντη με τη Μυτιλήνη.

Τί όμως δημοσίευσε Παπαδιαμάντης στη Χαραυγή; Στο 1ο τχ. (15 Οκτωβρίου 1910) 3-5 ο Παύλος Νιρβάνας – γνωστός για την προσωπική φιλία του και για τη φωτογραφία που έβγαλε στο Παπαδιαμάντη στα 1906, εκείνη τη φωτογραφία με την «την χαρακτηριστικήν ασκητικήν θέσιν, με τα χέρια πλεγμένα εμπρός, με το κεφάλι σκυμμένον, με τα μάτια βασιλευμένα, ειρηνικά υπό τα μισόκλειστα βλέφαρα. Μια ευγένεια ασύλληπτος εχύνετο εις το πρόσωπόν του από το φως της δυούσης ημέρας» – εγκαινιάζει τη συνεργασία του συγγραφέα της Φόνισσας με το περιοδικό, προλογίζοντας ένα διήγημα του Παπαδιαμάντη: «Το γράμμα στην Αμερική»

Η συνεργασία του Παπαδιαμάντη, μετά από προσωπική πρόσκληση του εκδότη και διευθυντή της Χαραυγής Α. Π. Αλβανού, θα συνεχιστεί και σε επόμενα τεύχη. Στο 2ο τχ. (31 Οκτωβρίου 1910) 20-21, στο 5ο τχ. (15 Δεκεμβρίου 1910) 65-67, στο 7ο τχ. (15 Ιανουαρίου 1911), θα δημοσιευθούν τα παρακάτω διηγήματα: «Έρημο μνήμα», «Ο αντίκτυπος του νου», μέρος ενός μεγαλύτερου λογοτεχνικού κειμένου, το οποίο έμεινε ατελές, γιατί στις 2 Ιανουαρίου 1911 ο Παπαδιαμάντης πέθαινε, και «Οι μάγισσες», μαζί με ένα δοκίμιο του Νίκου Καστρινού «Εις τον ποιητήν». Ήδη τη χρονιά αυτή θα κυκλοφορήσουν και πολλά αφιερώματα στη μνήμη του, όπως αυτό στο Νέον Πνεύμα της Κωνσταντινούπολης και στον Καλλιτέχνη

Στην είδηση του θανάτου του Παπαδιαμάντη η Χαραυγή δεν έμεινε αμέτοχη. Στο 8ο τεύχος ο Φίλων Οφερέτης (ψευδώνυμο του γνωστού λογίου από το Μανταμάδο Μιχαήλ Στεφανίδη) γράφει ένα ποίημα με τίτλο: «Στον Παπαδιαμάντην». Παράλληλα στο ίδιο αφιερωματικό τεύχος δημοσιεύονται και πέντε διηγήματα του Παπαδιαμάντη: το «Όνειρο στο κύμα»«Το θαύμα της Καισαριανής», το «Υπό την βασιλικήν δρυν»«Ο πανδρολόγος» και «Η αποσώστρα». Ακόμη, ο Κωστής Παλαμάς από την εφημερίδα Ακρόπολις, αναδημοσιεύει μια κριτική μελέτη του με τίτλο: «Ο Παπαδιαμάντης». Η Χαραυγή κλείνει το αφιέρωμά της με άρθρο τού διευθυντή της Σμυρναϊκής εφημερίδας Ανατολή με τίτλο: «Η γλώσσα του Παπαδιαμάντη»

Ωστόσο, εκείνο που εδώ παρουσιάζει ενδιαφέρον είναι το γεγονός ότι η Χαραυγή αποτέλεσε τον προάγγελο της επονομαζόμενης Λεσβιακής Άνοιξης. Μια σειρά από σημαντικότατους λογοτέχνες όπως ο Στράτης Μυριβήλης, ο Αριστείδης Δελής, ο Ιωάννης Ολύμπιος, ο Δημήτριος Βερναρδάκης, ο Μίλτος Κουντουράς, ο Κώστας Φριλίγγος, ο Αργύρης Εφταλιώτης, κ.α., δημοσιεύουν κείμενά τους σ’ αυτή. Αυτά, στο σύνολό τους πρωτότυπα διηγήματα, ποιήματα και χρονογραφήματα, υπερασπίζουν τον δημοτικισμό. Εδώ η θέση του Παπαδιαμάντη υπήρξε καίρια. Αν και ο Παπαδιαμάντης έγραφε στην καθομιλούμενη καθαρεύουσα, η οποία κατά γενική ομολογία υπήρξε προσωπική και ιδιότυπη, και παρότι στους διαλόγους του χρησιμοποιεί την ομιλούμενη λαϊκή γλώσσα, υπάρχει ένα στοιχείο που συνήθως διαφεύγει σε όσους κατακρίνουν τη γλώσσα γραφής του. Κι αυτό αφορά στην πρόσμειξη στοιχείων της δημοτικής με την καθαρεύουσα, η οποία στις περιγραφές του επιφυλάσσει πολλές «λυρικές παρεκβάσεις». Ο Στρατής Μολίνος θεωρεί πως το παπαδιαμαντικό γλωσσικό ιδίωμα, που ενόχλησε τον Γιάννη Ψυχάρη και τον Αλέξανδρο Πάλλη, είναι ιδίωμα που αν κανείς το αφαιρέσει «τότες θα χάσει πολύ από την αξία του. Θα αποχρωματιστεί»[4]

Τα διηγήματα, λοιπόν, του Παπαδιαμάντης στην Χαραυγή αυτόν το σκοπό είχαν: η πληθωρική γραφή του γόνιμα να υπηρετήσει τη μετάβαση από την καθαρεύουσα στη δημοτική, αλλά και στο άνοιγμα νέων λογοτεχνικών ρευμάτων, όπως αυτή της «γενιάς του ‘30». Ο λόγος, εδώ, του Μάνου Ελευθερίου για τον Παπαδιαμάντη, στην «Αγρυπνία για το σκοτεινό τρυγόνι στην εκκλησία το προφήτη Ελισσαίου», είναι νομίζω απολαυστικός: «Παίρνει τα λόγια του, και κάθε λέξη τη στολίζει / με τα’ άνθη του επιταφίου, / κάθε ψηφίο με ακριβή πορφύρα και με μάλαμα / τους στίχους του κίτρα της θαλάσσης / ρίζα χρυσοπλόκοτατη είναι η ψυχή του τώρα»

[1] ΖΗΣΙΜΟΣ ΛΟΡΕΝΤΖΑΤΟΣ. (1994). Μελέτες, τ. Α΄. Αθήνα: Δόμος, σσ. 243-244. 

[2] ΧΡΗΣΤΟΣ ΒΑΚΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. (2001). «Για τη λογοτεχνία και τη γλώσσα», στο: Από το χάος στο χαρτί. Αθήνα: Εστία, σ. 200. 

[3] Ν. Β. ΤΩΜΑΔΑΚΗΣ. (2005). «Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης», στο: Εισαγωγή στην πεζογραφία του Παπαδιαμάντη. Επιλογή κριτικών κειμένων. Γεωργία Φαρίνου – Μαλαματάρη (πρόλογος – επιμέλεια). Ηράκλειο: Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, σ. 232. 

[4]ΣΤΡΑΤΗΣ ΜΟΛΙΝΟΣ. (1999). Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης και η Λεσβιακή Άνοιξη. Αθήνα: Φιλιππότη, σ. 42.

«Τα θεοτικά γράμματα και τα άθεα γράμματα»

Του ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑ

Ευθύς εξ αρχής οφείλω να ξεκαθαρίσω ότι τα παρακάτω γραφόμενά μου, κατά κύριο λόγο, συνιστούν μια απλή καταγραφή της νεότερης ιστορίας της ελληνικής εκπαίδευσης, όπως αυτή διαμορφώθηκε στην αμέσως την Επανάσταση του 1821 περίοδο, κυρίως την Οθωνική. Τις τελευταίες ημέρες, για δεύτερη φορά έχω καταπιαστεί με το διάβασμα ενός λογοτεχνήματος, το οποίο από την χρονιά που εκδόθηκε (1951· μετέπειτα γνώρισε πολλές επανεκδόσεις), αποδίδει και ερμηνεύει σωστά την παραπάνω εποχή. Πρόκειται για το μυθιστόρημα Ο Παπουλάκος του Κωστή Μπαστιά, γνωστού στο χώρο των νεοελληνικών γραμμάτων λογοτέχνη, δημοσιογράφου, εκδότη και αρχισυντάκτη μαχητικών λογοτεχνικών περιοδικών, όπως ήταν τα Ελληνικά Γράμματα.

Σκεπτόμενος εδώ και μέρες, τί θα μπορούσα να δημοσιεύσω σ’ αυτήν τη στήλη «Δράξασθε παιδείας», την οποία τα ΠΟΛΙΤΙΚΑ: http://www.politikalesvos.gr/  φιλόξενα μου προσφέρουν ανά δεκαπενθήμερο, κατέληξα τελικά στη σκέψη να καταγράψω κάποιους προβληματισμούς μου, για αν το σχετικό με την εκπαίδευση πύρινο κήρυγμα του Παπουλάκου, περί τα μέσα του 19ου αιώνα, μπορεί να επηρεάσει τα σημερινά εκπαιδευτικά μας πράγματα.

Ποιος, όμως, ήταν ο Χριστόφορος Παναγιωτόπουλος, ο επονομαζόμενος Παπουλάκος; Ολίγα τινά, πιστεύω ότι θα μας βοηθήσουν να κατανοήσουμε τη σπουδαιότητα του κινήματός του, και πώς αυτό συνεπήρε ολάκερο σχεδόν τον Ελληνισμό στα δύσκολα χρόνια συγκρότησης του νεοελληνικού κρατιδίου. Γι’ αυτόν τον φλογερό πατριώτη και κήρυκα επιστροφής στο πατροπαράδοτον, έχουν γραφεί πολλά· μέχρι και διδακτορικές διατριβές έχουν εκπονηθεί σε πανεπιστημιακές σχολές της Ελλάδας. Φρονώ ότι ο Παπουλάκος ανήκει σ’ εκείνη τη γενιά των Ελλήνων του πρώτου μισού του 19ου αιώνα, ο οποίος επάξια συνέχισε το έργο του Πατροκοσμά του Αιτωλού. Θεωρήσεις που στα μαθητικά μας χρόνια συχνά – πυκνά έρχονταν στο φως, ότι δηλαδή, ήταν ένας αμαθής και θρησκόληπτος καλόγερος, σε καμιά περίπτωση σήμερα δεν ευσταθούν, αφού η ιστορική έρευνα έχει αποδείξει το ακριβώς αντίθετο: το έργο του Παπουλάκου υπήρξε εγερτήριο σάλπισμα, ενάντια στην υπό το καθεστώς της Βαυαροκρατίας επιχειρούμενης τότε πνευματικής αλλοτρίωσης του Ελληνισμού. Στην προκειμένη περίπτωση, χαρακτηριστικό υπήρξε το εκπληκτικό του χάρισμα να συνεπαίρνει τον απλό λαό, μιλώντας στη γλώσσα του, παρακινώντας τον σε αγαθοεργίες και κοινωνική αλληλεγγύη. Ωστόσο, εκείνο που γοητεύει τον σημερινό ερευνητή της προσωπικότητας του Παπουλάκου είναι ο καταγγελτικός του λόγος ενάντια στον υπαλληλοποιημένο κλήρο, αλλά και στην κρατικοποιημένη την εποχή του εκπαίδευση, βασικοί δηλαδή πόλοι που συγκρότησαν το ελλαδικό κρατίδιο μετά το 1833.

Η καλύτερη απόδοση της δράσης του Παπουλάκου, πέραν των μελετών και των άρθρων που κατά καιρούς έχουν γραφεί, πιστεύω πως είναι το μυθιστόρημα του Κ. Μπαστιά. Αρκετοί από τους κριτικούς της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας – ενδεικτικά αναφέρω τους Κ. Θ. Δημαρά, Π. Χάρη, Β. Λαούρδα και Δ. Ρώμα – είδαν σ’ αυτό το μυθιστόρημα κάτι πολύ σημαντικό: το ζωντάνεμα της νεότερης ιστορίας μας.

Στο λογοτέχνημα του Μπαστιά στάθηκα κι εγώ πρόσφατα, ξαναδιαβάζοντάς το και διαβλέποντας σ’ αυτό το αριστούργημα τολμώ να πω, αρκετά στρεβλά που συμβαίνουν στη σημερινή εκπαίδευσή μας. Απ’ αυτό, βέβαια, το μυθιστόρημα άντλησα και τον τίτλο του σημερινού σημειώματός μου: «τα θεοτικά γράμματα και τα άθεα γράμματα». Όμως, προς αποφυγήν κάποιων παρεξηγήσεων, θα ήθελα να επισημάνω το εξής: τα λεγόμενα του Παπουλάκου για να έχουν τύχη και να επηρεάσουν θετικά το σημερινό εκπαιδευτικό μας σύστημα, οφείλουμε να τα δούμε και να τα κρίνουμε υπό το φως της εποχής που ειπώθηκαν. Σ’ αυτήν την προοπτική, μπορούν και σήμερα να ωφελήσουν και γόνιμα να προβληματίσουν πολλούς από εμάς που διακονούμε την εκπαίδευση, μιας και τα τελευταία χρόνια ζούμε σε καιρούς ραγδαίων εκπαιδευτικών αλλαγών, παρόμοιων θα ‘λεγα με την περίοδο δράσης του Παπουλάκου.

Ο Κ. Μπαστιάς στο λογοτέχνημά του Ο Παπουλάκος, με ρέουσα λογοτεχνική γλώσσα περιγράφει ένα γεγονός εξαιρετικής σημασίας. Σ’ ένα από τα πολλά χωριά της Πελοποννήσου που περιόδευε ο φωτισμένος κήρυκας της λαϊκής ευσέβειας και θρησκευτικότητας, λέγει τα εξής καταπληκτικά: «χριστιανοί είμαι το ίδιο αμαρτωλός σαν και σας και κανένας δεν είναι άγιος. Τα κρίματά μας ξεπερνάνε και την άμμο της θάλασσας κι ούτε καν υποψιαζόμαστε κάθε φορά που θα κολαστούμε. Για τούτο ένας δρόμος μας μένει προς σωτηρία. Ο λόγος του Χριστού. Τα Βαγγέλια, οι Ψαλμοί, το Χτοήχι. Σε τούτα τα βιβλία είναι μαζωμένη όλη σοφία του κόσμου, όλη η αλάθευτη γνώση, κι αυτά μονάχα μπορούν ν’ αποκριθούν στον άνθρωπο, που ρωτά και που διψά να μάθει. Όξω απ’ αυτά, γνώση κι αλήθεια δεν υπάρχουν. Να τα μάθετε λοιπόν γράμματα τα παιδιά σας, αλλά να τα μάθετε γράμματα του Θεού κι όχι γράμματα του διαβόλου. Υπάρχουν δυο λογιώ γράμματα, αδέρφια μου συνέχισε ο Παπουλάκος. Τα θεοτικά γράμματα και τα άθεα γράμματα».

Είναι προφανές ότι εδώ ο Παπουλάκος, δια της πένας του Κ. Μπαστιά, με τον καλύτερο δυνατό τρόπο αντιλαμβάνεται τον καημό προγενέστερων μεγάλων διδασκάλων του Γένους (Παχώμιου Ρουσάνου, Ευγένιου Βούλγαρη, Νικηφόρου Θεοτόκη, Αγίου Κοσμά του Αιτωλού, για να αναφέρω μερικούς), που στα δύσκολα χρόνια της σκλαβιάς στον Οθωμανό κατακτητή, πάλευαν να κρατήσουν ζωντανή τη γλώσσα και τη μακρόσυρτη ελληνορθόδοξη παράδοση του λαού μας. Επιφανειακή ανάγνωση των λεγομένων του Παπουλάκου σήμερα – και ομιλώ για κείνους που αρέσκονται σε θεωρήσεις του τύπου: όλα αυτά τυφλή θρησκοληψία είναι και άρνηση επιστημονικών επιτευγμάτων που η Δύση μας χάρισε τους τέσσερεις τελευταίους αιώνες – δεν μπορεί να γίνει. Για τον εξής απλό λόγο: στη σκέψη του Παπουλάκου, αλλά και κάθε αντίστοιχου σήμερα ανθρώπου που αγωνιά για την παρεχόμενη στα ελληνόπουλα εκπαίδευση, δεν διαβλέπουμε κανένα αντιδυτικισμό. Απεναντίας, ένας καλός γνώστης των ιστορικών δεδομένων και παραμέτρων της εποχής του, και της δικής μας βέβαια, ως ιστορικά παράλληλης, μιας και ακόμη ως λαός ψαχνόμαστε να βρούμε την ταυτότητά μας, άνετα θα μπορούσε να υποστηρίξει ότι καθετί που σήμερα θυμίζει ελληνορθόδοξη παράδοση, συνεχώς το υποβαθμίζουμε και το θέτουμε στην άκρη, ωσάν να είναι ξεπερασμένο, ωσάν να μην ταιριάζει στην ευρωληγούρικη κουλτούρα μας, ως καλοί μεταπράτες που είμαστε, όπως θα ‘λεγε κι ο αξέχαστος Κωστής Μοσκώφ.

Για να συνταιριάξω τα λεγόμενα του Παπουλάκου με τα σημερινά εκπαιδευτικά μας πράγματα, από την πλευρά του εκπαιδευτικού θα πω και τούτο: θεϊκή και κοσμική σοφία, σ’ ένα λαό όπως ο δικός μας, που η κληρονομιά του στηρίζεται σε δύο βασικούς πυλώνες, είναι απαραίτητες να διδάσκονται, υπό την προϋπόθεση ότι η μια δεν θα μηδενίζει την άλλη. Τίμιος και ειλικρινής διάλογος και των δύο, στο σημερινό εκπαιδευτικό μας σύστημα, μόνο μορφωτικά αγαθά μπορεί να προσφέρει στους νέους. Άλλωστε έτσι αποκτά βαρύνουσα σημασία και η θεώρηση σημερινού κορυφαίου διανοούμενου. Την αντιγράφω αυτούσια, όπως ακριβώς την παραθέτει σ’ ένα περισπούδαστο βιβλίο του: «Δίνοντας νόημα στην ιστορία, ορίζω τις προοπτικές της υπάρξεώς μου. Κάθε ερμηνεία του παρελθόντος, είναι μια πρόταση για το μέλλον. Αναφέρθηκα στην Ιστορία ωσάν σε χώρο όπου λειτουργούν ταυτοχρόνως αναγκαιότητες και υπερβάσεις. Επέμεινα, μάλιστα, στην οικουμενική διάσταση του χώρου. Συνεπώς, ζητώ να κατανοήσουμε πώς συνιστούμε ένα κόσμο με τη Δύση αλλά που δεν εκφράζουμε το ίδιο κέντρο μ’ αυτήν. Και πως, ακριβώς γι’ αυτό, όσο προσεγγίζουμε τη Δύση, τόσο πρέπει να ενισχύουμε την ιδιαιτερότητά μας. Πως εμείς δεν είμαστε ένας ακόμη από τους 10 ή 15 ευρωπαϊκούς λαούς, αλλά ο ένας και ο μοναδικός – δυστυχώς – φορέας του άλλου κέντρου της οικουμένης μας». Κάπου εδώ, σ’ αυτό το άλλο κέντρο της οικουμένης, προσωπικά τοποθετώ τον Παπουλάκο και την ιδιαίτερα καυστική γλώσσα του για τα θεοτικά κι άθεα γράμματα.