ΧΡΥΣΑΥΓΗ ΚΟΥΤΣΙΚΟΥ, Άγνωστη εικόνα των Τριών Ιεραρχών με υπογραφή του Εμμανουήλ Τζάνε
Αρχείο κατηγορίας Χωρίς κατηγορία
Η προέλευση του Ισλαμικού Κράτους και οι επιδιώξεις του
Του ΒΑΓΓΕΛΗ ΚΟΡΟΒΙΝΗ
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
Ας μιλήσουμε και κάπως έτσι για τους πρόσφυγες
«Μύριζε η Εκκλησία λιβάνι κι αγριολούλουδα· από τα στενά παραθυράκια του τρούλου, με τα πολύχρωμα τζάμια, έμπαιναν πράσινες, κόκκινες, γαλάζιες οι στερνές αχτίδες του ήλιου και φώτιζαν τον Παντοκράτορα· τον είχε με τα ίδια του τα χέρια ζωγραφίσει, χρόνια τώρα, ανάσκελα ξαπλωμένος στις σκαλωσιές. Τον είχε στορίσει όχι άγριο κι οργισμένο, όπως τον θέλει η συνήθεια, παρά θλιμμένο, βασανισμένο και χλωμό, σαν πρόσφυγα. “Πρόσφυγας είμαι κι εγώ”, μουρμούρισε ο παπα-Γιάνναρος ζωγραφίζοντάς τον, “πρόσφυγας, μ’ έδιωξαν από τα χώματά μου, πέρα από την ήμερη γλυκοαίματη Θράκη, και σκαρφάλωσα εδώ, στ’ άγρια ηπειρώτικα βουνά, και μάχουμαι και δέρνουμαι να κάμω τα θεριά ανθρώπους. Πρόσφυγας είναι κι ο Χριστός στη γης ετούτη και πρόσφυγα θα τον ζωγραφίσω”. Πήρε κίτρινες και πράσινες μπογιές και του λίγνεψε τα μάγουλα και του ‘γειρε κάτω τα χείλια, του ‘βαλε ζάρες στο λαιμό – και μονάχα γύρα από τα μάτια του χάραξε μακριές χρυσές αχτίδες, που φώτιζαν και γέμιζαν ελπίδες το πολυτυραννισμένο του πρόσωπο”.
ΝΙΚΟΣ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ, Οι Αδερφοφάδες, εκδ. Ελένης Καζαντζάκη, Αθήνα 1982, 143.
Εγχειρίδιο εργασιοθεραπείας…
JOHN MAYALL: Ακόμη και στα 82 του χρόνια… συνεχίζει να μας συγκινεί…
Ο αξέχαστος Νίκος Γιανναδάκης
Του ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑ
Είναι ενθαρρυντικό το γεγονός ότι άνθρωποι που, ενώ δεν πέρασαν ποτέ από τα πανεπιστημιακά έδρανα της Θεολογίας, έχουν μια αντίληψη των ιστορικών και θεολογικών πραγμάτων άκρως σημαντική, μας «ξεστραβώνουν» θα έλεγα εμάς τους θεολόγους και κατ’ επέκτασιν τους ιστορικούς. Ο αξέχαστος Νίκος Γιανναδάκης, γνωστός διευθυντής του περιοδικού Παλίμψηστον, περιοδικό με πλούσιο υλικό από τις ανθρωπιστικές επιστήμες, αλλά και Έφορος της Βικελαίας Δημόσιας Βιβλιοθήκης στο Ηράκλειο της Κρήτης, με σημαντικότατο εκδοτικό έργο, ένας εξαίρετος άνθρωπος, που μας έφυγε κι αυτός νωρίς, σ’ ένα βιβλίο του με τίτλο: Δύο εκδοχές της Ιστορίας – κυκλοφόρησε στα 1999 από τις εκδόσεις Αρμός – στις σελίδες 38-40 γράφει τα εξής καταπληκτικά: «οι δύο από τις εκδοχές για ό,τι είναι δυνατόν να θεωρηθεί σήμερα ως “ιστορία” – εκδοχές τις οποίες απλώς σκιαγραφήσαμε και μόνον υπαινικτικά κρίναμε – παρουσιάζουν την ακόλουθη διαφορά, τούτην εδώ: η μία – η ελληνική-χριστιανική – είναι θεμελιωμένη στην παραδοχή του “αρρήτου” και στην εκ μέρους του ανθρώπου αναγνώριση του γεγονότος ότι η δια της λογικής πρόσβαση στην “ουσία” του “αρρήτου” είναι ένα εγχείρημα εξ ορισμού ατελέσφορο· η άλλη – δηλαδή εκείνη του ιστορικού υλισμού – παραπέμπει αδιάκοπα σε μιάν “αντικειμενική” και πάντα κλεισμένη μέσα στα όρια του “φυσικού” “αλήθεια”, της οποίας η κατοχή παρέχει αυτομάτως το δικαίωμα της παρέμβασης (συχνά με “όλα τα μέσα”) στη λεγόμενη σφαίρα της κοινωνικής πράξης με την πρόθεση να εκτραπούν τα πάντα προς μια και μοναδική κατεύθυνση· η μια πάλι – η ελληνική-χριστιανική – είναι σαν πλασμένη από χέρι αόρατο σε μια πολυαίωνη διαδρομή, στην οποία έχουν κατισχύσει διαδοχικά ποικιλόμορφα και εντελώς διαφορετικά μεταξύ τους κοινωνικά και πολιτικά καθεστώτα· η άλλη πάλι – δηλαδή εκείνη του ιστορικού υλισμού – είναι κατασκευασμένη από τον νου ορισμένων, οπωσδήποτε ιδιοφυών ανθρώπων, όμως δεν παύει να υφίσταται – όπως άλλωστε συμβαίνει με όλα τα ανθρώπινα – την επενέργεια την αναπόφευκτη του νόμου της γέννησης, της ανάπτυξης και της φθοράς· η μια τέλος – η ελληνική-χριστιανική -, με το να αναγάγει τον ανθρώπινο λόγο και την ανθρώπινη πράξη, σε κάτι το μη λογικά καθορισμένο και μη κωδικοποιημένο, σώζει διαρκώς το στοιχείο και της τραγικότητας και της ελευθερίας σε κάθε κρίσιμη ανθρώπινη εκλογή, ενώ, συνάμα, το μυστικό στοιχείο που ενέχεται στα γεγονότα της ύπαρξης, του έρωτος και του θανάτου, κατά κανέναν τρόπο δεν αναιρείται ούτε εξοστρακίζεται αλλά πάντοτε συνανήκει στη ζωή τούτη, που, κατά τον Schmemann, “δόθηκε στον άνθρωπο για να είναι ένα μυστήριο της παρουσίας του Θεού, για να είναι κοινωνία με τον Θεό”· η άλλη, τέλος – δηλαδή εκείνη του ιστορικού υλισμού -, με το να θεσπίζει για τον ανθρώπινο λόγο και την ανθρώπινη πράξη ως κριτήριο της αλήθειας ή της αξίας τους κάτι το φαινομενικά συγκεκριμένο, όπως αυτό οριοθετείται από την παραδοχή ότι η εξέλιξη της ανθρώπινης κοινωνίας διέπεται απόλυτα από “αντικειμενικούς” και επιδεκτικούς έλλογης περιγραφής “νόμους”, απολήγει συχνά και στη θέσπιση μιας εξουσιαστικής αρχής η οποία αποφαίνεται και γνωμοδοτεί για την εκάστοτε πολιτική “αλήθεια-οδηγό” της ανθρώπινης πράξης – “αλήθεια-οδηγό”, την οποία επιβάλλει τελικά».
Σαφέστατα, εδώ, κι αυτό με παρρησία οφείλω να το ομολογήσω, πρόκειται για ένα βιβλίο που σύμφωνα με το επιμελητή του Σωτήρη Γουνελά, παρουσιάζει πρόσθετο ενδιαφέρον «καθώς η περίοδος που διανύουμε είναι αρκετά ταραγμένη. Η ταραχή αφορά αφ’ ενός το “σημείο μηδέν”, στο οποίο έχει φτάσει η ελληνική κοινωνία και πρέπει να το αντιληφθεί το γρηγορότερο, και αφ’ ετέρου τα σημεία τριβής ανάμεσα σ’ αυτό που λέμε πνευματική μας παράδοση και σε όλα τα άλλα με τα οποία μας βομβαρδίζει ο σύγχρονος κόσμος. Η σκέψη του Γιανναδάκη αναντίρρητα συμβάλλει στο ξεκαθάρισμα μα και στην περιλάλητη αυτογνωσία μας», (σ. 12).
Ωστόσο, όσοι έχουν έρθει σε επαφή με ολόκληρο το έργο του Γιανναδάκη, επίσης, θα έχουν προσέξει και κάτι ακόμη. Το αναφέρω εν τάχει. Έχει σχέση με το ευσύνοπτο και ουσιαστικό σημείωμά του στην έκδοση του έργου του Διονυσίου Αρεοπαγίτου, Περί Μυστικής Θεολογίας, με εισαγωγή του Vladimir Lossky, εκδ. Πολύτυπο, Αθήνα 1983. Σ’ αυτό ο αξέχαστος Κρητικός στοχαστής γράφει: «Η Μυστική Θεολογία του Διονυσίου Αρεοπαγίτου είναι ένα έργο που εισάγει στο χώρο της σιωπής, που σκοπεύει το ανείπωτο. Ο λόγος του δεν είναι “φιλοσοφικός” με τη σημερινή, τρέχουσα σημασία της λέξης, γιατί αφετηρία του έχει τον “φόβον” εκείνο που είναι η βασιλική προς την “σοφία” οδός. Η παρουσία αυτού του “φόβου” είναι άρρηκτα συναρτώμενη με αυτό που οι καιροί μας ασταμάτητα και μεθοδικά αποδιώχνουν: την επίγνωση του μυστηρίου. Και χωρίς την επίγνωση του μυστηρίου, ή, έστω, την υποψία για τα όρια της ανθρώπινης λογικής, ο λόγος αυτού του έργου δύσκολα γίνεται βατός», (σ. 9).
Οι θεολόγοι Δάσκαλοι, η διοικούσα Εκκλησία, το μάθημά μας (τα Θρησκευτικά) και οι… «κολλημένοι» στα Δελτία Τύπου
Γράφει ο Α. Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ
Άκρως λυπηρό το φαινόμενο. Απανωτά τα Δελτία Τύπου. Το θέμα τους, ποιος τελικά θα έχει το «πάνω χέρι» στα «καημένα τα θρησκευτικούλια μας». Πέραν του Διαδικτύου όπου μπορεί κανείς να τα διαβάσει, έρχονται και στα e-mails. Το ερώτημα καίριο: να απαντήσεις ή να τα διαγράψεις; Κι ενώ το Μάθημα των Θρησκευτικών (ΜτΘ), σε καιρούς ιδιαίτερα χαλεπούς αναζητά ξανά να επαναπροσδιορίσει την ταυτότητά του, το μύθο του, αυτοί που κρατούν το «ορθοδοξόμετρο» αναλίσκονται όχι στην ουσία των πραγμάτων, αλλά στο πως θα δείξουν ότι υπάρχουν.


ΣΠΥΡΟΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ, Ανοικτό παράθυρο, λάδι σε καμβά
Σε μια γενιά θεολόγων, που των περισσοτέρων η «θεολογία» εξασκείται μόνον σε ζητήματα συντεχνίας, έτσι άλλωστε κάνουν κι οι εργατοπατέρες – κοντά, βέβαια, σ’ αυτήν την νοοτροπία βάλτε και το «ορθοδοξόμετρο» – είναι ευτύχημα που υπάρχουν και φωνές που νοιάζονται για τον μύθο του Μαθήματος των Θρησκευτικών, μύθο όπως παραλλήλως τον περιγράφει το παρακάτω απόσπασμα, αντλημένο από ένα περιοδικό που δυστυχώς έπαψε να υπάρχει, να κυκλοφορεί. Τα γραφόμενα του συντάκτη αφορούν κυρίως όσους υστερούν στη βαθιά γνώση του μυστηρίου του κόσμου τούτου: «ο μύθος είναι η πρωταρχική έκφραση του ψυχολογικού βάθους και της βιοθεωρίας ενός λαού. Ως ιστόρημα φανταστικό, δεν εξαντλείται στην καταγραφή των φαινομένων, ούτε υπόκειται στους νόμους της λογικής. Αντίθετα κάνοντας χρήση φανταστικών, εξωλογικών και μεταϊστορικών στοιχείων κατατείνει σε μια “παράδοξη” ερμηνεία του πραγματικού. Στη μυθική αφήγηση αφορά μια ανάδυση του συλλογικού υποσυνείδητου ενός λαού, είναι ο τρόπος με τον οποίο αυτός βιώνει το ιστορικό του πετρωμένο, συνειδητοποιεί τις λανθάνουσες δυνάμεις και αφουγκράζεται το μέλλον του. Είναι κοινός τόπος πια πως κάθε μεγάλο ιστορικό κίνημα έχει ως αφετηρία του ένα μύθο και κάθε συγκλονιστικό ιστορικό γεγονός γεννά κάποιο μύθο. Η συνέχεια διαδραματίζεται στο καθαρτήριο της Ιστορίας και η επιτυχία ή η αποτυχία του ιστορικού πια εγχειρήματος εξαρτάται από την σύμμετρη πραγμάτωση των προτύπων του δοκιμαζομένου ιστορικά μύθου. Η διαδρομή της Ιστορίας ως μια σειρά ατελεύτητων γεγονότων γίνεται αντιληπτή κάτω από το φως του μύθου, αντίστοιχα και κάθε μύθος μόνο στην ιστορική του προοπτική μπορεί να κατανοηθεί», Γιάννης Χελιδώνης, «Ο Μαρμαρωμένος Βασιλιάς και οι μαθητευόμενοι μάγοι», Ερουρέμ, τχ. 1(Μάιος 1995)143-144.
Έλεος πια, φίλες και φίλοι θεολόγοι Δάσκαλοι, σεβαστοί πατέρες της διοικούσας Εκκλησίας, ανοίξτε τα παράθυρα να μπει καθαρός αγέρας.
Ευτυχώς η μνήμη του Ιωάννη Συκουτρή δεν χάθηκε…
ΤΑΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ, Βερονάλ, εκδ. Μεταίχμιο, Αθήνα 2015.
Γράφει ο Α. Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ
/s3.gy.digital%2Fmetaixmio%2Fuploads%2Fasset%2Fdata%2F5083%2F978-618-03-0351-3_1.jpg)
Η πρώτη ανάγνωση υπήρξε ιδιαίτερα απολαυστική. Ο συγγραφέας, γνωστός κι από άλλα βιβλία του, δεξιοτέχνης της γραφής. Τον διαβάζω συχνά και στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ.
Εδώ, σε 163 σελίδες, αφήνει στην άκρη τους κατά καιρούς ηθικολόγους και ηθικολάγνους που, δυστυχώς, είναι άφθονοι στον τόπο μας, και με κοφτερή λογοτεχνική γλώσσα αποκαθιστά την πολύπλευρη προσωπικότητα του Ιωάννη Συκουτρή (1901-1937), που δυστυχώς μέρος της πανεπιστημιακής κριτικής, κι όχι μόνον, του πρώτου μισού του 20ου αιώνα, επολέμησε.
Ευτυχώς που υπήρξαν ο Κωστής Παλαμάς κι ο Άγγελος Σικελιανός, που θρήνησαν τον πρόωρο χαμό του και αποτίμησαν θετικά το έργο του. Και ευτυχώς που και σήμερα, ένα σχεδόν αιώνα μετά την αξιοπρόσεκτη παρουσία του κορυφαίου κλασικού και βυζαντινού φιλολόγου στα ελληνικά γράμματα Ιωάννη Συκουτρή, υπάρχουν συγγραφείς, όπως ο Τάκης Θεοδωρόπουλος, που με λογοτεχνική μαστοριά αφηγείται την πολυκύμαντη ζωή του.
Άγιος Σεραφείμ του Σάρωφ. Διά χειρός κυρ Φώτη Kόντογλου
Ο ΠΟΛΥΑΠΗΜΕΝΟΣ ΑΓΙΟΣ
Σεραφείμ του Σάρωφ
Kάποιος καλός φίλος μου μού χάρισε ένα μικρό εικονισματάκι σε σμάλτο ρούσικο, ένα εγκόλπιο, που παριστάνει τον άγιο Σεραφείμ του Σάρωφ. Aπό το πίσω μέρος είναι καπλαντισμένο με βελούδο, και φαίνεται πως το φορούσε κατάσαρκα στο λαιμό του κανένας άγιος άνθρωπος της τσαρικής Pωσίας.
Mε πολλή συγκίνηση δέχθηκα αυτό το δώρο, γιατί αυτός ο άγιος είναι πολύ αγαπητός σε μένα, όπως είναι συμπαθέστατος και σε όσους τον ξέρουνε. Kρέμασα λοιπόν αυτό το εικονισματάκι στο εικονοστάσι μας, ανάμεσα στους άλλους αγίους, που τους παρακαλούμε στις περιστάσεις της ζωής μας, και που ανάμεσά τους ξεχωρίζουνε ο άγιος Nικόλαος κι’ ο άγιος Γιάννης ο Πρόδρομος, κ’ οι νέοι ή νεοφανείς άγιοι, όπως οι άγιοι μάρτυρες Pαφαήλ και Nικόλαος, ο άγιος Γεώργιος ο Xιοπολίτης, ο άγιος Γεώργιος Iωαννίνων, ο άγιος Δαυΐδ ο Γέρων, ο άγιος Nεκτάριος κ.ά. Συνέχεια
ΛΟΓΙΟΙ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑΣ
Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός, Επίσκοπος Εφέσου (1392-1444)
Του ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑ
Προλογικό Σημείωμα
Την ιστορική Μητρόπολη Εφέσου[1], αποστολική έδρα και σημαντικότατο κέντρο διάδοσης Χριστιανισμού – σ’ αυτήν το 431 έγινε η Γ΄ Οικουμενική Σύνοδος που καταδίκασε τον Νεστοριανισμό – της οποίας πολλοί μητροπολίτες ενεργά αναμείχθηκαν στα εκκλησιαστικά ζητήματα της καθ’ ημάς Ανατολής, εποίμανε ο Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός από το 1437 μέχρι την κοίμησή του, στις 23 Ιουνίου 1444 (μονή του Αγίου Γεωργίου Μαγγάνων[2] στην Κωνσταντινούπολη).
Ώσπερ ξένος και αλήτης ή Σάρκωση: η μετανάστευση της αγάπης…
Του ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑ
ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ, Ώσπερ ξένος και αλήτης ή Σάρκωση: η μετανάστευση της αγάπης, εκδ. Ακρίτας, Αθήνα 2010.

Όπως κάθε μέρα, έτσι και σήμερα, περνώντας από το αγαπημένο βιβλιοπωλείο της Μυτιλήνης, για να πάω στο σχολείο μου, στάθηκα στη βιτρίνα του. Εκείνο που αμέσως τράβηξε την προσοχή μου ήταν ο τίτλος ενός βιβλίου: Ώσπερ ξένος και αλήτης ή Σάρκωση: η μετανάστευση της αγάπης. Ο συγγραφέας γνωστός από τα φοιτητικά μου χρόνια στη Θεολογική Σχολή Θεσσαλονίκης, σήμερα πετυχημένος πανεπιστημιακός δάσκαλος, με σειρά εξαιρετικών και ρωμαλέων βιβλίων: ο Χρυσόστομος Σταμούλης. Στα χνάρια, βέβαια, του δασκάλου μας, του αξέχαστου Νίκου Ματσούκα. Αγόρασα το βιβλίο και σε ένα ωριαίο κενό του σχολείου που διδάσκω το μάθημα των Θρησκευτικών, κάθισα και το διάβασα. Ανακουφίστηκα! Για άλλη μια φορά γεύτηκα καθάρια θεολογική γλώσσα.
Το έδωσα και σε μια συνάδελφο φιλόλογο, να το διαβάσει. Έμεινε έκπληκτη από το ακριβό λόγο του συγγραφέα λέγοντάς μου ορθά κοφτά: «βιβλίο αναφοράς για κάθε κατατρεγμένο του κόσμου». Θυμήθηκα τα λόγια του Μπερδιάγιεφ: «ο άνθρωπος δεν ζει για το ψωμί, αλλά ζει με το ψωμί και πρέπει όλοι να ‘χουν ψωμί. Μόνο όταν η κοινωνία αναδομηθεί έτσι που ο καθένας θα ‘χει ψωμί, τότε πια θα τεθεί το πνευματικό πρόβλημα ενώπιον του ανθρώπου με τη μεγαλύτερη οξύτητά του». Στην προκειμένη περίπτωση, το βιβλίο του Χρυσόστομου Σταμούλη προτάσσει αυτό που σήμερα διακυβεύεται και είναι πολύ απλό: έχει πολλές φορές επισημανθεί το γεγονός ότι, στον «σύνθετο πλανήτη» που ζούμε, αυτόν των πολλών πολιτισμών, των πληροφοριών, των αντίρροπων δυνάμεων, για να «γίνουμε περισσότερο ο εαυτός μας», απαιτείται πάνω απ’ όλα να «διευρύνουμε την ύπαρξή μας», να ανοιχθούμε προς τον άλλο, όσο κι αν αυτός είναι διαφορετικός από εμάς. Η χριστιανική αγάπη, για να έχει αληθινό περιεχόμενο, δεν μπορεί να είναι μια αφηρημένη έννοια, αλλά να συνδέεται με τον πλησίον, τον οποιοδήποτε πλησίον, τον άλλο, είτε αυτός είναι αλλόφυλος κι αλλόθρησκος είτε ετερόδοξος.
Στην Ορθοδοξία, όταν αυτή δεν στρεβλώνεται από επίπλαστους εθνικισμούς κι άλλους -ισμούς, ο άλλος είναι φίλος. Οι συνήθεις κραυγές που αυτάρεσκα οικειοποιούνται τον εθνικό και θρησκευτικό μύθο περί καθαρότητας φυλής και θρησκείας, έρχονται σε πλήρη αντίθεση με την πρωταρχική έγνοια των Ελλήνων Πατέρων της Εκκλησίας, οι οποίοι στην προσπάθειά τους να νοηματοδοτήσουν την έννοια του πλησίον, ρητά και απερίφραστα λέγουν πως κάθε άρνηση προσφοράς προς αυτόν, αποτελεί άρνηση προσφοράς προς τον ίδιο το Χριστό. Το βιβλίο προλογίζει ο Μητροπολίτης Νιγηρίας Αλέξανδρος και διατίθεται από τις πάντα φροντισμένες εκδόσεις Ακρίτας. Διαβάστε το.
Βλ., και τα όσα γράφει η ΛΙΤΣΑ ΧΑΤΖΗΦΩΤΗ στο περιοδικό ΕΦΗΜΕΡΙΟΣ: antidosis ~ Χρυσόστομος Σταμούλης
