Αρχείο κατηγορίας Χωρίς κατηγορία

ΕΚΚΩΦΑΝΤΙΚΗ ΣΙΩΠΗ

Της Ίνγκα Λεονόβα

Πριν από τρία χρόνια ξέσπασε ένα σκάνδαλο. Το Σάββατο του Λαζάρου, ένας υποστηρικτής της υπεροχής της λευκής φυλής[1], ονομαζόμενος Ματθαίος Χάϊμπακ (Matthew Heimbach) έγινε μέλος της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Λίγες μέρες αργότερα, τη Δευτέρα της Διακαινησίμου, ο Χάϊμπακ και οι ακόλουθοί του στο «Δίκτυο Παραδοσιοκρατικής Νεολαίας»[2] (μία ομάδα λευκών εξτρεμιστών, υποστηρικτών της υπεροχής της λευκής φυλής που συνδέεται επίσης με την Ορθοδοξία) ξυλοκόπησαν έναν διαδηλωτή κατά τη διάρκεια ενός συλλαλητήριου μίσους, δέρνοντας τον με έναν ορθόδοξο ξύλινο σταυρό.

Η ιστορία σάρωσε το Διαδίκτυο. Υπήρξαν πολυάριθμα αιτήματα που σταλθήκαν στην Συνέλευση των Κανονικών Ορθοδόξων Επισκόπων των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής (Assembly of Canonical Orthodox Bishops of the United States of America) ζητώντας τους να αποκηρύξουν δημόσια και χωρίς περιστροφές τη θεωρία της λευκής υπεροχής και τον ισχυρισμό των ρατσιστών ότι η φυλετική ανωτερότητα συνιστά “οντολογικό” στοιχείο της Ορθοδοξίας.

Στο σημείο αυτό αξίζει να αναφερθούμε στα ίδια τα γραπτά του Χάϊμπακ:

“Ως ορθόδοξος χριστιανός πιστεύω στον διαχωρισμό των φυλών σε εθνοκεντρικές Εκκλησίες. Γι’ αυτό ακόμη και μέσα στην Ορθοδοξία υπάρχει, για παράδειγμα, η Ελληνική, Ρωσική, Ρουμανική, Σερβική κ,λπ. Ορθόδοξη Εκκλησία. Η τοπική και φυλετική ταυτότητα είναι μια θεμελιώδης αρχή του χριστιανισμού, όσο κι αν αυτό δεν αρέσει στους αριστερούς. Πιστεύω ότι οι μαύροι χριστιανοί πρέπει να έχουν τις μαύρες Εκκλησίες τους, με μαύρους ιερείς, να γεννούν μαύρα παιδιά, να πηγαίνουν σε μαύρα χριστιανικά σχολεία, κ.λπ.”

Απέναντι στη ρητορική αυτή, η Ορθόδοξη Αντιοχειανή Αρχιεπισκοπή (σημ. όπου και χρίστηκε Ορθόδοξος ο Χάϊμπακ) αντιμετώπισε το θέμα αθόρυβα, αφορίζοντας τον Χάϊμπακ και τον μέντορά του Ματτ Πάροτ[3](άλλον έναν χρισμένο Ορθόδοξο και αρχηγό του πολιτικού κόμματος λευκών ρατσιστών «Παραδοσιοκρατικοί Εργαζόμενοι»[4]), αναρτώντας μια ανακοίνωση στην ιστοσελίδα της πρώην ενορίας τους. Μέχρι σήμερα κανένας επίσκοπος, ούτε από την Αντιοχειανή Αρχιεπισκοπή ούτε από την Συνέλευση των Κανονικών Ορθοδόξων Επισκόπων των ΗΠΑ, δεν έχει εκδώσει δημόσια δήλωση περί του θέματος. Μέσα σ’ ένα χρόνο, ο Χάϊμπακ βρήκε πνευματική στέγη σε μια ομάδα Ορθοδόξων Ρουμάνων ενώ σήμερα το δίκτυό του συνεχίζει να διαθέτει ισχύ και να ευημερεί στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Στις 11 Αυγούστου 2017, ένα πλήθος ανθρώπων κρατώντας πυρσούς και φωνάζοντας ρατσιστικά συνθήματα προέλασε προς την πανεπιστημιούπολη του Πανεπιστημίου της Βιρτζίνια στο Σαρλότσβιλ (Charlottsville), πρωτοστατώντας σε μια από τις μεγαλύτερες συγκεντρώσεις λευκών ρατσιστών στην ιστορία των ΗΠΑ εδώ και δεκαετίες. Την επόμενη μέρα, στις 12 Αυγούστου, το συλλαλητήριο οδήγησε σε συγκρούσεις με αντιδιαδηλωτές και τελικά σε μια πράξη εγχώριας τρομοκρατίας, όταν ένα αυτοκίνητο οδηγούμενο από τον λευκό ρατσιστή Τζέιμς Φιλντς (James Fields) έπεσε πάνω σε ομάδα πεζών αντιδιαδηλωτών, σκοτώνοντας μια γυναίκα και τραυματίζοντας άλλα δεκαεννέα άτομα.

Ο Ματθαίος Χάϊμπακ παρήλασε στο Σαρλότσβιλ με την ομάδα «Παραδο[σιοκρατικοί] εργαζόμενοι» (TradWorkers), κυματίζοντας πανό στα οποία ήταν γραμμένο το σύνθημα «Ορθοδοξία ή Θάνατος». Την επόμενη μέρα, στις 14 Αυγούστου, εμφανίσθηκε έξω από το Δικαστικό Μέγαρο του Σαρλότσβιλ, το οποίο είχε μόλις απορρίψει το αίτημα απελευθέρωσης με εγγύηση του Φιλντς, και υποσχέθηκε ότι το Σαρλότσβιλ ήταν «μόνο η αρχή» και ότι οι νεοναζιστές θα είναι από δω και πέρα «πιο δραστήριοι από πριν». Το ίδιο Σαββατοκύριακο οι υπέρμαχοι της λευκής υπεροχής οργάνωσαν πορεία στο Σιάτλ[5], ενώ έχουν ανακοινωθεί διαδηλώσεις στη Βοστώνη, στο Νάσιοναλ Μολ[6] της Ουάσιγκτον, και σε άλλα μέρη.

Στις εβδομάδες που προηγήθηκαν της διαδήλωσης «Ενώστε τη Δεξιά» (“Unite the Right”), ακροδεξιοί Ορθόδοξοι –οι περισσότεροι από τους οποίους σχετίζονται με διάφορες Ορθόδοξες ενορίες στις νότιες πολιτείες που έχουν την κανονική τους αναφορά σε μία από τις Ορθόδοξες δικιαοδοσίες της Αμερικής– οργανώθηκαν χρησιμοποιώντας μέσα κοινωνικής δικτύωσης για να υποστηρίξουν ή να συμμετάσχουν στην συγκέντρωση. Ομάδες παρακολούθησης βρίσκονταν σε επαφή με κληρικούς και επισκόπους, επισημαίνοντας την ανάπτυξη ρατσιστικής και αντισημιτικής ρητορικής στα «συντηρητικά» Ορθόδοξα κοινωνικά μέσα, και τις σχέσεις μεταξύ των μελών αυτών των ομάδων και της οργάνωσης Χάϊμπακ/Πάροτ.

Ούτε μία δημόσια δήλωση δεν έχει εκδοθεί από τις Ορθόδοξες εκκλησιαστικές δικαιοδοσίες στις ΗΠΑ. Ούτε σε σχέση με αυτά τα ανησυχητικά γεγονότα, αλλά ούτε και σε σχέση με την ανάπτυξη του εθνικιστικού, ρατσιστικού, ισλαμοφοβικού και αντισημιτικού στοιχείου εντός της Αμερικανικής Ορθοδοξίας.

Γνωρίζουμε ότι η Συνέλευση των Αμερικανών Ορθοδόξων Επισκόπων είναι απολύτως ικανή να μιλήσει με ενιαία φωνή όταν δοθεί η αφορμή. Οι επίσκοποί μας δεν έχουν κανένα πρόβλημα να διατυπώνουν τις πεποιθήσεις τους όταν πρόκειται για ζητήματα κοσμικού δικαίου και πολιτικών δικαιωμάτων, όπως άλλωστε το έχουν κάνει αρκετές φορές τα τελευταία χρόνια. Μέχρι σήμερα, ωστόσο, έχουν παραλείψει να υψώσουν τη φωνή τους ενάντια στον ρατσισμό και την ξενοφοβία που αναπτύσσεται ανάμεσα μας, στις ενορίες μας, απ’ όπου στη συνέχεια διαχέεται στο δημόσιο χώρο. Η μόνη περίπτωση στην ιστορία όπου ένας Αμερικανός Ορθόδοξος επίσκοπος συμμετείχε στον αγώνα κατά του ρατσισμού είναι η από κοινού πορεία του Αρχιεπισκόπου Ιακώβου με τον Μάρτιν Λούθερ Κινγκ – γεγονός το οποίο συνέβη το 1965 και για το οποίο ο Αρχιεπίσκοπος είχε επικριθεί. Είναι αυτή άραγε η μοναδική μαρτυρία που μπορεί να προσφέρει η Εκκλησία μας στην Αμερική; Είμαστε η Εκκλησία η οποία αποτελείται κατά το μεγαλύτερο μέρος από μετανάστες, που έχουν βιώσει στην Αμερική με διάφορους τρόπους την ξενοφοβία και το ρατσισμό. Αρνούμαστε, ωστόσο, να αναγνωρίσουμε την ανάπτυξη αυτού του καρκίνου μέσα στις ίδιες τις εκκλησίες μας, αυτού του καρκίνου που θεωρεί την εκκλησιαστική μας κληρονομιά ως καύσιμο για τις εμπρηστικές ιδέες του, αυτού του καρκίνου που συνεχίζει να αναπτύσσεται εκμεταλλεύομενος την εκκωφαντική σιωπή εκείνων των οποίων το καθήκον, όπως μας υπενθυμίζει η Θεία Λειτουργία, είναι να κηρύττουν τον «λόγο της αληθείας» του Χριστού…

*Translated by Katherine Chaffee.

[1] Λευκός ρατσιστής.

[2] Traditionalist Youth Network.

[3] Matt Parrott.

[4] Traditionalist Workers Party.

[5] Η μεγαλύτερη πόλη της πολιτείας Ουάσιγκτον.

[6] National Mall. Η ιστορική πλατεία στο κέντρο της Ουάσιγκτον. Ένα πάρκο ενάμισι χιλιομέτρου που στη μια άκρη καταλήγει στο Καπιτώλιο και στην άλλη στο Μνημείο του Ουάσιγκτον.

ΠΗΓΗ

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΘΕΟΛΟΓΙΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ

Με αφορμή τη γιορτή των Αγίων Επτά Παίδων εν Εφέσω (4 Αυγούστου)

Γράφει ο ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ

«Θα ήθελα να ήμουν ένας από τους Επτά Κοιμωμένους της Εφέσου. Οι χριστιανοί αυτοί αδελφοί, κατά τη διάρκεια του διωγμού του αυτοκράτορα Δεκίου (249-251) είχαν φυλακιστεί σε μια σπηλιά, της οποίας εν συνεχεία χτίστηκε το στόμιο. Στις αρχές του 5ου αιώνα, κατά τη βασιλεία ενός εκ των διαδόχων του Δεκίου, του Θεοδοσίου Β΄(408-450), ξύπνησαν για να διαφωτίσουν τον εν λόγω χριστιανό μονάρχη επί ενός σημείου του δόγματος που αφορούσε την έγερση των νεκρών. Φανταστείτε την έκπληξή τους όταν, μπαίνοντας στην πόλη, είδαν το Σταυρό τοποθετημένο πάνω από την κύρια πύλη, άκουσαν ανθρώπους να ορκίζονται ελεύθερα στο όνομα του Χριστού, είδαν να έχει χτιστεί μια εκκλησία, τον χριστιανικό κλήρο να ασχολείται με την επισκευή των τειχών της πόλης, και αντιλήφθηκαν ότι τα ασημένια νομίσματα των παγανιστών αυτοκρατόρων εξέπλησσαν τους ανθρώπους στην αγορά»[1]. Έτσι αρχίζει το βιβλίο του ο Peter Brown για την Ύστερη Αρχαιότητα, όρο που ο ίδιος καθιέρωσε, μελετώντας τη θρησκευτική κουλτούρα της ύστερης ρωμαϊκής αυτοκρατορίας[2], μιας εποχής που αργά και σταθερά σηματοδοτούσε το τέλος του παγανιστικού κοσμοειδώλου της. Από 1ο π.Χ., αιώνα μέχρι και τα μέσα του 4ου μ.Χ., στον ευρύτερο χώρο της Μεσογείου, με κέντρο πάντα τη Ρώμη, εκείνη η θρησκεία που κυριαρχούσε ήταν η ρωμαϊκή[3], η οποία σε αντίθεση με τη χριστιανική που ήταν υπό απηνή διωγμό, συντηρούνταν χάρη στον κρατικό μηχανισμό. Κατά τον Brown, οι πολλαπλές θρησκευτικές αλλαγές που συνέβησαν καθ’ όλη τη διάρκεια της Ύστερης Αρχαιότητας, «μπορούν να θεωρηθούν ανακατανομή και επανορχήστρωση συστατικών που επί αιώνες προϋπήρχαν στον μεσογειακό χώρο». Για τον εκκλησιαστικό ιστορικό που μελετά αυτήν την περίοδο, η παραπάνω άποψη είναι εξαιρετικά σημαντική, στη θεώρηση τόσο της παγανιστικής[4] όσο και της χριστιανικής μορφής της, ιδιαίτερα της χριστιανικής, όπου ο άνθρωπος αντιμετώπιζε το υπερφυσικό ως ένα σύνολο δοξασιών μέσω των οποίων εκδηλωνόταν η «θεία δύναμη»[5]. Ο Χριστιανισμός έκαμε την εμφάνισή του υιοθετώντας αρκετά στοιχεία από τον Ιουδαϊσμό, ταχύτατα όμως ήρθε σε επαφή και με τον κόσμο του Ελληνισμού, γεγονός που δείχνει την προσπάθεια των πρώτων ευσεβών χριστιανών να ξεχωρίζουν την ορθή πίστη από τις ποικίλες αιρέσεις. Υπ’ αυτήν την έννοια η σημερινή έρευνα κατατείνει στην άποψη ότι η χριστιανική πίστη, στην πρώιμη φάση της, ήταν ένα «εξελισσόμενο προϊόν της ιστορίας». Άλλωστε, δεν πρέπει να ξεχνάμε και το εξής: καθώς ο Χριστιανισμός «αναπτυσσόταν και προόδευε, είχε διαρκώς να αντιμετωπίσει νέες καταστάσεις και προβλήματα». Κορύφωμα αυτών προβλημάτων ήταν ο 3ος αιώνας, περίοδος συγκρούσεων και σχισμάτων «γύρω από την αντιμετώπιση εκείνων που είχαν λιποψυχήσει σε καιρούς διωγμών»[6].

Στον τρόπο που η χριστιανική πίστη αντιμετωπίστηκε από τους εθνικούς, ζήτημα ευρύ και ιδιαίτερα πολύπλοκο, κυρίαρχα θέματα της φιλονικίας δεν ήταν μόνο τα δογματικά αλλά και οι αντιλήψεις για το θείο, που δημιουργούσαν ανάμεσά τους μια «ψυχολογική διαχωριστική γραμμή». Η διαμάχη εμφανίστηκε σε πολλά κοινωνικά και πνευματικά επίπεδα, με ανθρώπους ιδιαίτερα μορφωμένους και καλλιεργημένους, όπως ο Ωριγένης από τη μερίδα των χριστιανών, ο Πορφύριος και ο Κέλσος από τη μερίδα των εθνικών. Σύμφωνα με τον E. R. Dodds, η σχέση χριστιανών και εθνικών πέρασε από τρεις καθοριστικές φάσεις. Στην πρώτη (2ος αιώνας), καμιά μερίδα, ούτε η παγανιστική ούτε η χριστιανική είχαν διαμορφωθεί ως ένα «κλειστό και ομοιογενές σύστημα». Από την πλευρά των εθνικών η ελληνική φιλοσοφία αναζητούσε τη σύνθεση, την οποία ολοκλήρωσε έναν αιώνα αργότερα ο Πλωτίνος. Από την πλευρά των χριστιανών «η ορθοδοξία δεν χωριζόταν από την αίρεση με σαφή όρια· ήταν εύκολο να γλιστρήσει κάποιος από τη μια στην άλλη, όπως ο Τάκιτος που προσχώρησε από την ορθοδοξία στον βολεντινιανισμό και ο Τερτυλλιανός που πέρασε στο μοντανισμό». Εδώ, σημαντική ήταν η συνεισφορά των Απολογητών Πατέρων προς τους μορφωμένους εθνικούς, για το άνοιγμα που έκαμαν προς αυτούς, ώστε να γνωρίσουν τη χριστιανική πίστη. Η δεύτερη φάση εκτείνεται από τις αρχές του 3ου αιώνα και φτάνει μέχρι τον διωγμό του Δεκίου το 249. Σ’ αυτή κυριαρχεί ο Ωριγένης και το έργο του Κατά Κέλσου. Για τη ρωμαϊκή αυτοκρατορία η περίοδος αυτή ήταν εποχή ανασφάλειας και αθλιότητας, ενώ για τον χριστιανισμό εποχή κάποιας ελευθερίας από το καθεστώς των διωγμών και, βέβαια, εποχή κάποιας αριθμητικής ανάπτυξης και εξέλιξης[7]. Αντίθετα η τρίτη φάση ήταν πολύ διαφορετική. Αρχίζει με το Δέκιο[8] και τελειώνει με το μεγάλο διωγμό του Διοκλητιανού το 311[9]. Ο Δέκιος, φανατικός διώκτης των χριστιανών, πίστευε ότι για την παρακμή της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας κύρια ευθύνη έφερε η νέα πίστη του Χριστιανισμού. Ο διωγμός των χριστιανών επί Διοκλητιανού εξαπλώθηκε σ’ όλη την αυτοκρατορία, από τις πόλεις της Αρμενίας και Μεσοποταμίας μέχρι τη Λισσαβώνα και από την Αραβία, την Αίγυπτο, τη Βόρεια Αφρική μέχρι τα βρετανικά νησιά. Σ’ αυτήν την περίοδο ο Πορφύριος γύρω στα 270 γράφει το επιθετικότατο βιβλίο του Κατά Χριστιανών και ο Ιεροκλής την πραγματεία με τίτλο Οι εραστές της αλήθειας, όπου εκθειάζεται ο Απολλώνιος ο Τυανεύς ως αντίπαλος του Χριστού. Υπ’ αυτές τις συνθήκες ξεκίνησαν οι σκληροί διωγμοί κατά των χριστιανών, χωρίς όμως να κλονίσουν τον σκληρό πυρήνα της νέας πίστης[10]. Στην περίπτωση αυτή σημαντικό είναι να τονιστεί το γεγονός πως η εξάπλωση και εδραίωση του Χριστιανισμού μέσα από αιματηρά μαρτύρια των πρώτων χριστιανών, για ένα διάστημα αρκετά μεγάλο – αυτό καλύπτει περίπου δυόμιση περίπου αιώνων (μέσα 1ου αιώνα –  Διάταγμα Μεδιολάνων 313)[11] – δεν ήταν μια αναπότρεπτη και σταδιακή διαδικασία. Θωρείται «αναπάντεχη» και «εντυπωσιακή» η εξάπλωση της Χριστιανικής Εκκλησίας γιατί έγινε υπολογίσιμη δύναμη κυρίως στις πόλεις της Μεσογείου. Αυτό, πάνω απ’ όλα, έγινε γιατί ο Χριστιανισμός ριζικά διέφερε από τις άλλες ανατολικές λατρείας, μυστηριακού κυρίως χαρακτήρα. Παρόλο που αυτές παρείχαν ειδικές διδασκαλίες για τη σωτηρία των πιστών τους, ποτέ δεν ωφελήθηκαν από τους διωγμούς των χριστιανών, κυρίως σ’ ότι αφορά την προσχώρηση πιστών. Η μεγαλύτερη πρόοδος που σημείωσαν οι χριστιανοί ήταν σε περιοχές της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας που θρησκευτικά ήταν ρευστές· σε αντίθεση με τις πόλεις της Μ. Ασίας όπου το χριστιανικό στοιχείο σχεδόν παρέμεινε ανέγγιχτο[12].

Γεγονός πάντως είναι ότι, η θρησκευτική ιστορία της περιόδου των τριών πρώτων χριστιανικών αιώνων, όπως αυτή καταγράφεται στις πηγές, η σύγκρουση παγανισμού και Χριστιανισμού ταυτόχρονα εκδηλωνόταν στο εσωτερικό και των δύο. Γνωρίζουμε ότι περί τα μέσα του 2ου μ.Χ., αιώνα στο στρατόπεδο των παγανιστών δύο «προφήτες» ο Αλέξανδρος ο «Ψευδομάντης» και ο Μοντανός ο «Ψευδοπροφήτης», προσπαθούσαν να καταδείξουν τι ήταν αυτό που έλειπε από το θρησκευτικό περιβάλλον της εποχής τους. Ο Δημήτρης Κυρτάτας υποστηρίζει πως ενώ ο «κόσμος της αρχαιότητας εισερχόταν στην τελική του φάση, αυτήν που συνηθίζουμε να αποκαλούμε ύστερη, υπήρχαν πολλοί άνθρωποι που επιθυμούσαν να δουν ένα θεό να γεννιέται ή ένα θεό να κατεβαίνει στη γη, όπως ακριβώς είχαν δει, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς τους, οι πρόγονοί τους». Στο αντίπαλο στρατόπεδο, του Χριστιανισμού, η «εσωτερική κρίση» ήταν πιο ορατή. Ενώ ο Μοντανός με τις προφητείες γοήτευε το ποίμνιό του, τα μέλη των χριστιανικών κοινοτήτων, χάρη στο απαράμιλλο σθένος των ηγετών τους, ανήκαν σε «καλά οργανωμένες θρησκευτικές ομάδες της αυτοκρατορίας. Διέθεταν ένα συγκροτημένο ιερατείο με ισχυρούς επισκόπους σε κάθε πόλη, και ένα δίκτυο επαφών που επεκτεινόταν σε ολόκληρη της Μεσόγειο». Κι αυτό οφείλονταν στο γεγονός ότι είχαν «ένα σαφώς προσδιορισμένο και κλειστό κανόνα ιερών γραφών»[13]. Η  εξέγερση που ακολούθησε εναντίον των μοντανιστών από τους ηγέτες των χριστιανών, έγινε όχι γιατί είχε τεθεί σε αμφισβήτηση η διδασκαλία της χριστιανικής Εκκλησίας, αλλά η δομή και η οργάνωσή της.

[1] PETΕΡ ΒΡΟWΝ, (2001), Η δημιουργία της Ύστερης Αρχαιότητας, μτφρ. Θεοδόσης Νικολαΐδης, Αθήνα: Εστία, σ. 21.

[2] ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ι. ΚΥΡΤΑΤΑΣ, (2003), Κατακτώντας την Αρχαιότητα. Ιστοριογραφικές διαδρομές, Αθήνα: Πόλις, σσ. 189-202.

[3] M. L. CLARKE, (2004), Το ρωμαϊκό πνεύμα. Ιστορία της ρωμαϊκής σκέψης από τον Κικέρωνα ως τον Μάρκο Αυρήλιο, μτφρ. Πολυξένη Δημητριάδου – Λεωνίδας Τρομάρας, Θεσσαλονίκη: University Studio Press, σσ. 139-154. PETER GARNSEY & RICHARD SALLER, (1999), Η Ρωμαιϊκή Αυτοκρατορία. Οικονομία, κοινωνία και πολιτισμός, μτφρ. Β. Αναστασιάδης, Ηράκλειο: Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, σσ. 227-246.

[4] Η νεότερη ιστορική έρευνα θεωρεί πως η χρήση του όρου παγανισμός, σ’ ό,τι αφορά τη θρησκευτικότητα της Ύστερης Αρχαιότητας, δεν είναι δόκιμη. Τα επιχειρήματα που χρησιμοποιούνται είναι δύο. Πρώτον, ο παγανισμός εάν δεν ήταν τόσο θρησκεία με όλες τις πρακτικές που συνθέτουν ένα θρησκευτικό φαινόμενο, τότε υπάρχει ο κίνδυνος θεώρησής του ως μιας παραπλανητικής και μονολιθικής εικόνας της ειδωλολατρίας. Και δεύτερον, επειδή ο όρος χρησιμοποιήθηκε ευρύτατα από τους ίδιους τους χριστιανούς, η λατινική λέξη paganus, που σημαίνει χωρικός και πολίτης, ενίσχυσε την αντίληψη ότι η ειδωλολατρία ήταν ιδιαιτέρως ισχυρή στην ύπαιθρο, σε αντίθεση με τις πόλεις όπου ο Χριστιανισμός είχε μεγαλύτερη απήχηση. Ως εναλλακτικός όρος προτείνεται ο πολυθεϊσμός, όρος που καλύπτει τις παραπάνω ενστάσεις. Βλ. Α. ΝΤΑΓΚ ΛΗ, (2000), Παγανιστές και Χριστιανοί στην Ύστερη Αρχαιότητα. Ένα ανθολόγιο πηγών, μτφρ. Χαρίκλεια Τσαλιγοπούλου, Αθήνα: Ενάλιος, σσ. 47-48.

[5] PETΕΡ ΒΡΟWΝ, (2001), Η δημιουργία της Ύστερης Αρχαιότητας, σσ. 29 κ.ε.

[6] ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΥΡΤΑΤΑΣ, (1992), Επίκρισις. Η κοινωνική δομή των χριστιανικών κοινοτήτων από τον πρώτο έως τον τρίτο αιώνα, Αθήνα: Εστία, σσ. 159-160.

[7] Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Κόμμοδου (180-192), ενός κακού αυτοκράτορα, του οποίου η στάση έναντι των χριστιανών εικάζεται πως ήταν εξαιρετικά ήπια. Σ’ αυτό τον επηρέαζε η ευνοούμενη παλλακίδα Μαρκία, που ήταν χριστιανή. Την πληροφορία διασώζει ο Ευσέβιος στην Εκκλησιαστική Ιστορία του.  Βλ. ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Ι. ΚΥΡΤΑΤΑΣ, (1999), «Η παλλακίδα, η τροφός και η βασιλομήτωρ», στο: Απόκρυφες ιστορίες. Μύθοι και θρύλοι από τον κόσμο των πρώτων χριστιανών, Αθήνα: Άγρα, σσ. 129-138.

[8] Σημαντικά είναι εδώ όσα γράφει ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΓΛΑΒΙΝΑΣ, (1992), Οι διωγμοί κατά της Εκκλησίας στην προκωνσταντίνεια εποχή, Κατερίνη: Τέρτιος, σσ. 161-181.

[9] Αυτόθι, σσ. 213-234.

[10] Και τις τρείς φάσεις αναλύει ο E. R. Dodds, (1995), Εθνικοί και Χριστιανοί σε μια εποχή αγωνίας. Όψεις της θρησκευτικής εμπειρίας από τον Μάρκο Αυρήλιο ως τον Μ. Κωνσταντίνο, μτφρ. Κώστας Αντύπας, Αθήνα: Αλεξάνδρεια, σσ. 161-211. Για την περίοδο των διωγμών σημαντικό είναι και το βιβλίο του C. E. M. DE STE. CROIX, (2005), Ο Χριστιανισμός και η Ρώμη. Διωγμοί, αιρέσεις και ήθη, μτφρ. Ιωάννα Κράλλη, επιλογή κειμένων – επιμέλεια – πρόλογος Δημήτρης Ι. Κυρτάτα, Αθήνα: Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης. Μολονότι το εν λόγω βιβλίο σ’ ό,τι αφορά το ζήτημα της ιδιοκτησίας και της δουλείας δέχθηκε σφοδρότατες επικρίσεις, φρονώ πως παρά τα όποια λάθη του συγγραφέα, παραμένει έργο αναφοράς. Θεώρησή του βλ. ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ι. ΚΥΡΤΑΤΑΣ, (2003), Κατακτώντας την Αρχαιότητα, σσ. 169-187.

[11] ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Ν. ΜΟΣΧΟΣ, (2008), Συνοπτική Ιστορία της Χριστιανικής Εκκλησίας. Η πρώτη χιλιετία, τ. Α΄, Αθήνα: Ακρίτας, σσ. 53-56.

[12] PETER BROWN, (1998), Ο κόσμος της Ύστερης Αρχαιότητας 150-750 μ.Χ., μτφρ. Ελένη Σταμπόγλη, Αθήνα: Αλεξάνδρεια, σ. 71.

[13] ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ι. ΚΥΡΤΑΤΑΣ, (επιμέλεια), (2001), Λουκιανός: Αλέξανδρος ή ο Ψευδομάντης. Μοντανός ο Ψευδοπροφήτης, εισαγωγή Δ. Ι. Κυρτάτας – P. E. Dauzat, Αθήνα: Άγρα, σσ. 39-40.

Ακριβός ποιητικός λόγος: σύνδεση με το χώρο του επέκεινα

ΑΝΔΡΕΑΣ ΠΟΛΥΚΑΡΠΟΥ, (2016), Απρόσωπα Φαγιούμ, Αθήνα: Βακχικόν.

Αποτέλεσμα εικόνας για απρόσωπα φαγιούμ

ΘΕΟΧΑΡΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ, Κοινωνικά, σιβυλλικά κι αλληγορικά

ΔΙΩΝΗ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ, Για τα Απρόσωπα Φαγιούμ του Αντρέα Πολυκάρπου

Η αδιαφορία και το μίσος

Του ΖΑΝ ΜΠΟΝΤΡΙΓΙΑΡ / Μετάφραση ΑΓΓΕΛΟΣ ΜΟΥΤΑΦΙΔΗΣ

Άλλοτε είχαμε αντικείμενα στα οποία μπορούσαμε να πιστεύουμε, αντικείμενα πίστης. Αυτά έχουν τώρα πια εξαφανιστεί. Όμως, είχαμε επίσης αντικείμενα στα οποία δεν πιστεύαμε –λειτουργία εξίσου ζωτική με την πρώτη. Αντικείμενα μεταβατικά, ειρωνικά κατά κάποιον τρόπο, αντικείμενα της αδιαφορίας μας, αλλά, παρόλα αυτά, αντικείμενα. Οι ιδεολογίες έπαιζαν αρκετά καλά αυτόν τον ρόλο. Κι αυτές έχουν εξαφανιστεί. Και δεν επιζούμε πλέον παρά μέσω ενός συλλογικού αντανακλαστικού ευπιστίας που συνίσταται όχι μόνο στο να απορροφούμε ό,τι κυκλοφορεί στον αστερισμό της πληροφορίας, αλλά και στο να πιστεύουμε στην αρχή (principe) και την υπερβατικότητα της πληροφορίας. Παραμένοντας, ωστόσο, βαθιά δύσπιστοι και εχθρικοί απέναντι σε αυτό το είδος αντανακλαστικής συναίνεσης. Όπως οι δούλοι δεν πίστεψαν ποτέ ότι ήταν δούλοι θεϊκώ δικαίω, έτσι κι εμείς δεν πιστεύουμε στην πληροφορία θεϊκώ δικαίω, αλλά κάνουμε σαν να ήταν έτσι. Πίσω απ’ αυτή τη βιτρίνα αναπτύσσεται μια αρχή γιγαντιαίας δυσπιστίας, μυστικής αποσύνδεσης και άρνησης κάθε κοινωνικού δεσμού.

Διαβάστε εδώ τη συνέχεια του άρθρου: ανθρώπινο / τχ. 5ο

Για την έννοια της παιδείας

“[…] Τι συμβαίνει λοιπόν; Είναι μήπως επάγγελμα η διδασκαλία; Δάσκαλοι και κομμωτές είναι το ίδιο; Κι αν είναι το ίδιο, αν έτσι πλέον αντιλαμβάνεται το ρόλο του ο εκπαιδευτικός, τότε με ποιο δικαίωμα αξιώνει, επαγγελματίας της γνώσεως αυτός, σεβασμό από τους μαθητές-πελάτες του; Με τι δικαίωμα ο δασκαλέμπορος έχει αξιώσεις να τον σεβαστώ, να τον τιμήσω, περισσότερο απ’ όσο τον κρεοπώλη μου ή τον στιλβωτή μου; Όχι κύριοι! Εφ’ όσον θέλετε να παραμένετε λειτουργοί ενός ιδεώδους (γιατί, τέτοιο και μόνον είναι η παιδεία) τότε αυτό το ιδεώδες θα το υπηρετείτε, και οι όποιες θεμιτότατες διεκδικήσεις σας, δεν μπορεί να είναι, ή να έχουν μέσα που αντιστρατεύονται αυτό το ιδεώδες! Παραιτηθείτε! Το «μα αν θα παραιτηθώ θα πεινάσω», μπορεί να το πει ένας τραμβαγέρης, όχι ένας παπάς, όχι ένας δάσκαλος, όχι ένας στρατιωτικός! Αυτοί, διάλεξαν να υπηρετήσουν, όχι να εμπορευθούν. Κι ο σεβασμός που δικαιούνται, είναι σεβασμός στις προσφορές και στις θυσίες τους, όχι στην πραμάτεια τους! Μπορούμε εμείς να ταχθούμε κατά της θρησκείας και του Θεού — δεν δικαιούται ο παπάς. Μπορούμε εμείς ν’ αγωνισθούμε για την ειρήνη, τον αφοπλισμό, την κατάργηση των συνόρων — όχι ο στρατιωτικός. Μπορούμε εμείς ν’ αγωνισθούμε για μιαν άλλη παιδεία — όχι ο δάσκαλος. Τον σεβασμό, ούτε να τον διδάσκει ούτε να τον αξιώνει μπορεί, ένας επίορκος […]”.

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΔΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ, “Για την έννοια της Παιδείας”, Εποπτεία, τχ. 13-14, (Καλοκαίρι 1977), [απόσπασμα].

Χρυσόστομος Σταμούλης στην «Κ»: Το φιλότιμο και άλλοι νεοελληνικοί μύθοι…

Ο Χρυσόστομος Σταμούλης, καθηγητής της Δογματικής και Συμβολικής Θεολογίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο, μιλάει στην «Κ» για τις σύγχρονες ελληνικές «μυθολογίες» αλλά και τα όρια που θέτει η Ορθοδοξία σε ό,τι αφορά τον προσδιορισμό μας ως νεωτερικών ανθρώπων.

ΠΗΓΗ

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Με τριτοπρόσωπη αφήγηση…

“Έξω έβρεχε, έβρεχε αδιάκοπα, ανελέητα, με μια άγρια μοχθηρία, πολύ κοντινή στα ανθρώπινα πράγματα”.

Η Βροχή είναι ίσως η καλύτερη νουβέλα που έγραψε ο Σόμερσετ Μωμ. Συμμορφώνεται στον γνώριμο τρόπο που ο Μωμ αναπτύσσει τις ιστορίες του – με αρχή, μέση και τέλος.

Η δημοτικότητα της ιστορίας υπήρξε ιδιαίτερα ανθεκτική στο πέρασμα των χρόνων από την πρώτη δημοσίευσή της το 1921. Έχει περιληφθεί σε πάμπολλες ανθολογίες, έχει γίνει αρκετές φορές ταινία και έχει παρουσιαστεί επανειλημμένα στο θέατρο. Την ηρωίδα Σέηντι, μια πόρνη που αγαπά τις διασκεδάσεις, έχουν ενσαρκώσει στην οθόνη η Τζόαν Κρώφορντ, η Γκλόρια Σουώνσον και η Ρίτα Χέυγουερθ.

Ένα πλοίο με κατεύθυνση την Άπια των νήσων Σαμόα στον Νότιο Ειρηνικό αγκυροβολεί κοντά στο Πάγκο-Πάγκο, καθώς υπάρχει υποψία για επιδημία χολέρας, και επιβάλλεται καραντίνα για να αποφευχθεί η εξάπλωσή της.
Ανάμεσα στους επιβάτες υπάρχουν και δύο ζευγάρια που ταξιδεύουν στην πρώτη θέση. Ο Μακφαίηλ είναι ένας καλόκαρδος γιατρός, που προτιμά να αντιμετωπίζει τα πράγματα με ηρεμία και να μη χώνει τη μύτη του στις υποθέσεις των άλλων. Οι Ντέηβιντσον όμως αντιπροσωπεύουν το εντελώς αντίθετο: ως ιεραπόστολοι με θρησκευτικό φανατισμό, είναι άκαμπτοι ηθικολόγοι και ηχηρά ενάντιοι στα ήθη και τα έθιμα των ντόπιων. Ο ιερωμένος προσπαθεί απεγνωσμένα και βίαια να σώσει την Σέηντι, οι ισορροπίες όμως ανατρέπονται απροσδόκητα. Και εδώ, όπως και σε άλλα έργα του, ο Μωμ επιτίθεται στην ιεραποστολική ηθική και επικροτεί εκείνους που ζουν για τις απολαύσεις της ζωής.

Το αποπνικτικό περιβάλλον του νησιού και του ξενώνα όπου αναγκαστικά διαμένουν ενισχύεται από τη βροχή που πέφτει βασανιστικά όλη μέρα. Σαν να επαναλαμβάνει μονότονα και πεισματικά πως δεν υπάρχει διαφυγή απ’ ό,τι είναι προδιαγεγραμμένο και πως η φύση θα ακολουθήσει μοιραία την πορεία της.

Βροχή

ΧΡΥΣΑ ΣΠΥΡΟΠΟΥΛΟΥ. Μια βροχή σκεπάζει δύο κόσμους που συγκρούονται: Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΖΗΤΙΑΝΕΛΛΗΣ. (2017). Τόποι και άνθρωποι, Αθήνα: Ωκεανίδα

Γράφει ο ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ

ΕΝ ΠΡΩΤΟΙΣ θα ήθελα θερμά να ευχαριστήσω τον συγγραφέα για την τιμή που μου κάμει να μιλήσω ενώπιόν σας για το βιβλίο του[*]. «Δράστης», όμως, αυτής της πρόσκλησης είναι ο σεβαστός φιλόλογος καθηγητής και ιστορικός κ. Παναγιώτης Παρασκευαΐδης, ο οποίος με σύστησε στον συγγραφέα. Πέραν, όμως, αυτού του τιμητικού προς το πρόσωπό μου καλέσματος, αποδέχθηκα αυτήν την πρόσκληση και για έναν ακόμη λόγο. Το παρουσιαζόμενο εδώ απόψε βιβλίο του κ. Ζητιανέλλη, σε αρκετές σελίδες του, εν ολίγοις καταγράφει και στιγμές από την ιστορία του σχολικού κτηρίου που βρισκόμαστε, του γνωστού σ’ όλους μας Γυμνασίου Μυτιλήνης, κατά τη δεκαετία του 1950.

Δύο σύντομες διαπιστώσεις πιστεύω ότι θα μας βοηθήσουν να αποκτήσουμε οικεία σχέση με τον συγγραφέα και το λογοτέχνημά του, λογοτέχνημα γνωστό μεν στο είδος του – πρόκειται για αυτοβιογραφική αφήγηση – βιωματικό πέρα για πέρα και άκρως συγκινητικό δε. Η πρώτη διαπίστωση σχετίζεται με το γεγονός της μετανάστευσης, φαινόμενο τόσο παλαιό όσο κι ο άνθρωπος. Η δεύτερη σχετίζεται με την αυτοβιογραφία ως λογοτεχνικό είδος. Ας δούμε την πρώτη. Ως φαινόμενο και ως διαδικασία η μετανάστευση σφράγισε την πατρίδα μας τον 20ο αιώνα, για να περιοριστούμε μόνο σ’ αυτόν. Στην κυριολεξία συνέβαλε στη διαμόρφωση όχι μόνον της οικονομικής και κοινωνικής πραγματικότητας των μεταναστών Ελλήνων αλλά και της πολιτισμικής, πτυχή που όσοι ασχολούνται με τη μετανάστευση, πολλές φορές δεν λαμβάνουν και τόσο υπόψη. Στην προκειμένη περίπτωση οφείλουμε ιδιαίτερα να τονίσουμε τη διαγραφόμενη μεταλλαγή του μεταναστευτικού φαινομένου, στη μακρά διάρκεια του χρόνου, μιας και πάντοτε αποτελούσε και θα συνεχίζει να αποτελεί αναπόσπαστο μέρος των κοινωνιών και των ανθρώπων που τις απαρτίζουν. Στέκομαι για λίγο ακόμη στην πρώτη διαπίστωση επισημαίνοντας και κάτι άλλο, το οποίο έχει άμεση σχέση με το βιβλίο του κ. Ζητιανέλλη. Αν και οι διαπιστώσεις μπορεί να θεωρούνται σωστές, παραμένουν στείρες αν τις αποκόψουμε από τον ανθρώπινο παράγοντα. Όταν διαβάσετε το βιβλίο του κ. Ζητιανέλλη θα διαπιστώσετε και εσείς αυτήν τη μόνιμη πια επωδό που ακούγεται συχνά από Έλληνες που μετανάστευσαν σε κόσμους μακρινούς, σε Ανατολή και Δύση, σε Βορρά και Νότο: «όπου Έλληνας επί γης η ίδια πίκρα». Την καταγράφει άλλωστε και το τιμώμενο απόψε πρόσωπο στο βιβλίο του, ο κ. Ζητιανέλλης. Στην προσαρμογή του στη νέα πατρίδα, νεαρός στο πρώτο του Πάσχα στο Κέιπ Τάουν, τη Μητέρα Πόλη στη Νότια Αφρική, νιώθει την πίκρα της μοναξιάς. Γράφει: «Πάσχα. Το πρώτο μας στην Αφρική και το πρώτο μακριά απ’ το χωριό. Πολύ αναπάντεχα μας ήρθε. Καλά, στο μαγαζί δεν μιλούσε κανένας γι’ αυτό, αν και εγώ πήγα δυο φορές στην εκκλησία, μα ούτε οι ευωδίες της άνοιξης ούτε τα τιτιβίσματα των πουλιών, ούτε τα μύρια χρώματα στις πλαγιές και στους κάμπους, ούτε οι μυρωδάτες άχνες από τους φούρνους, κανένας προάγγελος δεν σήμανε τον ερχομό της Λαμπρής. Μόνο η κυρά Σταυρούλα σε μια από τις καθιερωμένες επισκέψεις του Σαββάτου μας ανακοίνωσε με επισημότητα: “Αύριο είναι των Βαΐων”». Επιμένω για λίγο ακόμη στην πρώτη διαπίστωση λέγοντας και ετούτο: ολάκερος ο Ελληνισμός της αποδημίας, της διασποράς, όπως αυτός αποτυπώνεται στο πρόσωπο του κ. Ζητιανέλλη, ξόδεψε τη ζωή του σε μακρινούς τόπους, ενθυμούμενος με πάθος πάντοτε τη μητρόπολη, τη μητέρα πατρίδα, το γενέθλιο τόπο. Έτσι ομόρφαιναν κι ομορφαίνουν τη ζωή τους οι Έλληνες, όπου γης.

Έρχομαι στη δεύτερη διαπίστωση και αμέσως μετά θα προσπαθήσω να σας μυήσω στη λογοτεχνική γραφή του κ. Ζητιανέλλη. Το βιβλίο του Τόποι και Άνθρωποι ανήκει σε εκείνα τα αφηγηματικά κείμενα που χαρακτηρίζονται αυτοβιογραφίες. Ο συγγραφέας γράφει την ιστορία της ζωής του ή μέρος αυτής. Και μιας και ομιλούμε για αυτοβιογραφία αξίζει να τονίσουμε το γεγονός ότι στις περισσότερες περιπτώσεις η αυτοβιογραφία γράφεται σε χρόνο αρκετά μεταγενέστερο από όσα εξιστορεί. Αυτή, άλλωστε, είναι και η λογοτεχνική της αξία, η οποία προϋποθέτει ένα συγκεκριμένο αναγνωστικό κοινό και, βέβαια, ένα συγκεκριμένο τρόπο ανάγνωσης, καθώς ο αναγνώστης εκ των προτέρων γνωρίζει ποιος είναι ο αφηγητής. Για να μιλήσω πιο συγκεκριμένα θα πω κι ετούτο: ο Θωμάς, ο κεντρικός ήρωας του βιβλίου γράφει για όλους, για όλες και για όλα. Θα ‘λεγα ότι είναι το όλον του Ελληνισμού της αποδημίας. Είναι αυτά που βλέπει, αυτά που ακούει, τα βιώματά του, οι εμπειρίες του, η οικογένειά του, οι φίλοι και οι φίλες του, η πατρίδα του και η ιστορία της. Εκπροσωπεί με άλλα λόγια κάθε Έλληνα που οδηγήθηκε κάτω από συγκεκριμένες περιστάσεις στη μετανάστευση. Υπ’ αυτή την έννοια, για να χρησιμοποιήσω το λόγο κι ενός φιλοσόφου, του Μάρτιν Χαϊντεγκέρ επάνω στο χρόνο του βίου μας, όπου γης, σ’ όποια πατρίδα, ο χρόνος είμαστε εμείς, συνεπώς η ιστορία του καθενός μας είναι η αυτοβιογραφική μας ιστορία.

Η διαπλοκή της αυτοβιογραφίας με τη λογοτεχνία, στο συγκεκριμένο βιβλίο του κ. Ζητιανέλλη, κυρίως μπορεί να εκληφθεί ως ένα ντοκουμέντο ή μια μαρτυρία του προσώπου που αυτοβιογραφείται. Η πρωτοπρόσωπη αφήγηση, η οποία ενώ φέρνει στην επιφάνεια πολλά αυτοβιογραφικά στοιχεία του συγγραφέα, τον οδηγεί συνάμα ως αφηγητή να επινοήσει ένα πλασματικό πρόσωπο για να γίνει ο διαμεσολαβητής ανάμεσα σ’ αυτόν και στον αναγνώστη· πρόκειται για τον Θωμά. Ετούτη η συνισταμένη φέρνει στο προσκήνιο ένα από τα βασικά προτερήματα του βιβλίου, την πλουσιότατη ηθογραφία των προσώπων με τα οποία έχει συναναστραφεί στη μέχρι τώρα ζωή του.  Έτσι, μέσα από τις πολλές πράξεις τους και τα σχόλια που τις συνοδεύουν, το διάλογο και τη σχέση που αναπτύσσει μαζί τους, άλλοτε με απλότητα, άλλοτε με έντονο συναισθηματισμό αλλά και αυθορμητισμό, ο κ. Ζητιανέλλης με επιτυχία καταφέρνει να καταγράψει τη ζωή του είτε στο μακρινό Κέιπ Τάουν, είτε στον γενέθλιο τόπο του. Το γεγονός αυτό γίνεται με παλινδρομικό τρόπο, από η στιγμή που θα μπει στο καράβι για να φτάσει στην Αθήνα κι από εκεί μετά από λίγες ημέρες με το αεροπλάνο στον τόπο που για χρόνια πολλά θα ριζώσει, οι σκηνές του βίου του περιγράφονται άλλοτε σε τωρινό κι άλλοτε παρελθόντα χρόνο. Εδώ, ο συναισθηματικός κόσμος είναι πλουσιότατος: ενθουσιασμός, υπερηφάνεια, φόβος, θλίψη, αγωνιστικότητα, επιθυμία, λαχτάρα, συνθέτουν το παζλ μιας προσωπικότητας, ενός Έλληνας της διασποράς, ωσάν η Ελλάδα να είναι μόνο ο καινούργιος μέγας κόσμος, που πάντα τολμούσε και θα συνεχίζει να τολμά εκείνο το αποφασιστικό βήμα: μετά την οικονομική επιτυχία και την κοινωνική αναγνώριση κάθε μετανάστη, κόμιζε και συνεχίζει να κομίζει βήμα μαρτυρίας του πολιτισμού των Ελλήνων, όπου γης. Προς αυτή την κατεύθυνση ετούτο το βιβλίο δείχνει έναν τρόπο ζωής. Ο ξεριζωμένος από το νησί του Έλληνας μετανάστης Θωμάς, στη νέα του πατρίδα, χάρη στο χαλύβδινο πείσμα του να πετύχει, τεντώνει και υψώνει ανάστημα υπεροχής: στο καθημερινό στίβο του κάματου, η γνωριμία του με πρόσωπα που συναναστρέφεται, τον Τσάρλι, τον Άλεξ, τη Βάλερι, τη Τζόι, τη Νόρμα, τον Ζακ, τον Πατρίκιο, τον Τόνι, τον Δανιήλ, άλλα πρόσωπα της δουλειάς κι άλλα του έρωτα, του ομορφαίνουν τη ζωή, αναπολώντας παράλληλα σημαντικές στιγμές από τη ζωή του στο χωριό. Σε μια από τις πολλές συζητήσεις του με τον Άλεξ του εκμυστηρεύεται ότι παραλίγο να γίνει παπάς. Γράφει με γλαφυρό, εξομολογητικό και αυθόρμητο ύφος, το οποίο μάλιστα εξασφαλίζει τη ζωντάνια της αφήγησης: «δεν εμβάθυνα ποτέ σε θεολογικά ζητήματα. Ό,τι είχα μάθει στα Θρησκευτικά, ό,τι άρπαξα από το κατηχητικό και ό,τι μου ‘μεινε από το παράδειγμα των δικών μου. Για βαθιά θεολογική συζήτηση ούτε λόγος. Ψαχνόμουν μόνος μου πολλές φορές μήπως και καταλήξω κάπου αλλά στο τέλος εγκατέλειπα την “έρευνα”. “Προτιμώ να πιστεύω παρά το αντίθετο”, εξήγησα στον Άλεξ. “Δεν μπορώ να φανταστώ τον εαυτό μου μακριά απ’ αυτά που έμαθα καθώς μεγάλωνα. Προτιμώ να είμαι προσκολλημένος σε μια σύνθετη και ανεξήγητη ιδέα παρά σε μια αβασάνιστη και εύκολη ελευθερία. Αισθάνομαι έτσι πιο στεριωμένος γιατί ανήκω κάπου και έχω πιο πολλές απαντήσεις σε ρωτήματα, παρά απελευθερωμένες ιδέες που δεν συνεπάγονται υποχρεώσεις – σαν φύλλο ξερό στον αγέρα που δεν ξέρεις που θα καταλήξει”». Αυτός ο ομοδιηγητικός αφηγηματικός τρόπος, ταύτιση δηλαδή του συγγραφέα – αφηγητή – πρωταγωνιστή Θωμά, παραπέμπει σε εκείνον το θρησκευτικό τρόπο ζωής των Ελλήνων μεταναστών όπου η ορθόδοξη παράδοση, ως πεποίθηση και βεβαιότητα διαφυλάσσεται ως κατόρθωμα ελευθερίας. Το αποδεικνύει, άλλωστε, ο ίδιος ο συγγραφέας όταν λέγει «προτιμώ να είμαι προσκολλημένος σε μια σύνθετη και ανεξήγητη ιδέα παρά σε μια αβασάνιστη και εύκολη ελευθερία».

Θα σας εκθέσω δύο ακόμη βασικά ζητήματα που θέτει το βιβλίο του κ. Ζητιανέλλη. Το ένα σχετίζεται με κοινωνιολογικές ιδέες, ενώ το άλλο – το άφησα τελευταίο γιατί καταπιάνεται με την ιστορία του Γυμνασίου Μυτιλήνης – έχει παιδαγωγικές διαστάσεις. «Παντού τα πάντα και χειρότερα»  είναι ο τίτλος ενός από τα μικρά κεφάλαια που απαρτίζουν το βιβλίο του κ. Ζητιανέλλη. «Ήταν παρανομία να περάσει ο μη Λευκός από μια πόρτα που πάνω είχε την ταμπέλα Μόνο για Λευκούς, ήταν έγκλημα να κολυμπά στην ίδια πισίνα ή θάλασσα με Λευκούς, ήταν έγκλημα να μην έχει ο Μαύρος ταυτότητα με τη σωστή υπογραφή, έγκλημα να μένει σε λάθος μέρος. Τελικά ήταν παράνομος και εγκληματίας γιατί ήταν Μαύρος. Με λίγα λόγια οι ιθαγενείς αντιμετωπίζονταν σαν διαφορετικά δημιουργήματα της φύσης, άνθρωποι μεν αλλά υποδεέστεροι. Κάτι μεταξύ ανθρώπου και ζώου». Όπως καταλαβαίνετε ο συγγραφέας έζησε από κοντά τις φυλετικές διακρίσεις στην αφρικανική ήπειρο, το γνωστό απαρτχάιντ, το οποίο άρχισε να εφαρμόζετε το 1948 και τερματίστηκε το 1991. Σε αρκετά σημεία του βιβλίου του ο κ. Ζητιανέλλης κάμει παρόμοιες αναφορές, για το χωρισμό σε φυλετικές κατηγορίες και οριοθετήσεις συγκεκριμένων περιοχών διαβίωσης για κάθε φυλή που ζει στο Κέιπ Τάουν, γεγονός που οδηγούσε σε βίαιες μετοικήσεις και συγκρούσεις, όπως λόγου χάριν η διαβόητη Συνοικία Έξι, εκείνο δηλαδή το «μελίσσι ανθρώπων κάθε ράτσας – εκτός των Λευκών – και κάθε ηλικίας που προπαντός τις νύχτες έκανε υπερωρίες σε κάθε λογής δραστηριότητα και ζούσε γύρω από έναν κεντρικό δρόμο που δεν περνούσε τα δύο χιλιόμετρα».

H φυγή από την πατρίδα πάντα φέρνει πόνο. Κι όταν αυτή η φυγή γίνεται σε δύσκολα χρόνια, όπως αυτά της δεκαετίας του 1950, τα πράγματα δυσκολεύουν ακόμη περισσότερο. Ο μετανάστης, νεαρός στην ηλικία Θωμάς, αναζητά στηρίγματα για την απόφασή του να ξεκινήσει μια καινούργια ζωής σε τόπο μακρινό. Αυτά δεν είναι άλλα από το στενό και ευρύτερο οικογενειακό περιβάλλον: μάνα, πατέρας, αδέλφια, ξαδέλφια. Πέραν, όμως, αυτών στηρίγματα είναι και οι δάσκαλοι, πρόσωπα αξιοπρόσεκτα για το παιδαγωγικό ήθος τους  αλλά και για την αφοσίωση στο διδακτικό έργο τους. Ένας εξ αυτών ο γυμνασιάρχης φιλόλογος Σταύρος Παρασκευαΐδης, ο οποίος δίδασκε Όμηρο στον κ. Ζητιανέλλη. Μυθικό πνευματικό ανάστημα είχε ετούτος ο δάσκαλος, έτσι όπως τον περιγράφει ο συγγραφέας: «πολλά καθίσματα… συμμαθητών μου».

Τελειώντας, οφείλω να σημειώσω κάτι που θεωρώ άκρως σημαντικό για τον ίδιο τον συγγραφέα. Το βιβλίο του Τόποι και άνθρωποι, καθώς είναι το πρώτο, δείχνει να το χαίρεται και να το διασκεδάζει που το έγραψε. Δεν κρύβει τη χαρά του, όπως και δεν κρύβει την αποστολή, το στόχο της γραφής του: κανένας δρόμος δεν είναι εύκολα στρωτός, ή εξ ορισμού παράδεισος. Ούτε εκείνος που τον οδήγησε στην ξενιτιά, ούτε βέβαια, αυτός που τον έφερε να κινείται στα όρια της λογοτεχνίας και της αυτοβιογραφίας με επιτυχία. Συστήνω να αγοράσετε και να διαβάσετε τους πολλαπλούς τόπους που διάβηκε ο συγγραφέας συναντώντας λογής – λογής ανθρώπους. Μα ας θυμηθούμε κι αυτό – αφού νοητά μεταφερθήκαμε από τη γενέθλια γη του συγγραφέα προς την γη που τον ανέδειξε σε επιτυχημένο άνθρωπο – κατά τον Παυσανία, οι Μούσες ήταν καταρχάς τρεις, η Αοιδή, η Μελέτη και η Μνήμη. Επειδή και οι τρείς είχαν σχέση με τη μουσική και το τραγούδι, δείχνουν ότι βοηθούν τον συγγραφέα με μουσικό τρόπο να αφηγείται τη ζωή του.

[*] Ομιλία που έγινε στην παρουσίαση του βιβλίου του κ. Δ. Ζητιανέλλη στην Αίθουσα Τελετών του Πειραματικού ΓΕ. Λ. Μυτιλήνης του Πανεπιστημίου Αιγαίου (28 Ιουνίου 2017). Στην εκδήλωση ακόμη μίλησαν ο κ. Π. Παρασκευαΐδης και ο ίδιος ο συγγραφέας. Συντονιστής ήταν ο κ. Γ. Διγιδίκης, Υποδιευθυντής του Πειραματικού ΓΕ. Λ. Μυτιλήνης του Πανεπιστημίου Αιγαίου.

Αποτέλεσμα εικόνας για ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΖΗΤΙΑΝΕΛΛΗΣ, (2017) Τόποι και άνθρωποι

Quis, quid, ubi, quibus auxiliis, cur, quomodo, quando?

Γράφει ο Α. Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ

Επιτέλους ανακοινώθηκαν οι αξιολογικοί πίνακες των υποψήφιων διευθυντών σχολικών μονάδων, μετά τις περιβόητες συνεντεύξεις. Πολλοί εκ των υποψηφίων σήμερα ήταν στημένοι μπροστά στις οθόνες των Η/Υ και επί ώρες ανέμεναν την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων. Και τα αποτελέσματα ανακοινώθηκαν… Δεν χρειάζεται κανείς να έχει ντοκτορά για να τα αποτιμήσει. Το αποτέλεσμα, νομίζω, ότι είναι ερμηνεύσιμο αλλά και η διαπίστωση φανερή δια γυμνού οφθαλμού: στην πολύπλευρη κρίση που περνά αυτός ο τόπος, εδώ και δεκαετίες, κάπου υπάρχει κι εκείνη η κρίση που μπορεί να χαρακτηριστεί ως εκπαιδευτική. Τόσο σε ζητήματα διδακτικού έργου, όσο και σε ζητήματα διοίκησης. Κρίση με άλλα λόγια ηγεσίας, γιατί πως και να το κάνουμε, και η ηγεσία μιας σχολικής μονάδας παίζει το ρόλο της, παιδευτικό πάντα. Γιατί κι αυτή, έτσι άλλωστε λέγει η παιδαγωγική επιστήμη, χαράζει την πορεία κάθε σχολείου, του δίνει δηλαδή μια ταυτότητα. Ελάτε, όμως, που στην επιλογή των διοικητικών στελεχών, εδώ και χρόνια, κάτω απ’ το τραπέζι μαγειρεύονται πολλά. Και ποιο είναι το αποτέλεσμα, με ρωτούσε επίμονα σήμερα στον καφέ που πίναμε ένας φίλος, που χρόνια λείπει από το Ελλαδιστάν. Δεν είναι δύσκολο να το καταλάβει κανείς, του απάντησα: όπως και σε άλλους τομείς του βίου μας, πολιτικό, κοινωνικό, οικονομικό, πολιτιστικό, έτσι και στον εκπαιδευτικό, υπάρχει κρίση νοήματος. Ανεξαλείπτως την σφραγίδα τους και εδώ την αφήνουν οι «γνωστοί», οι «δικοί μας». Δυστυχώς είναι μια διαπίστωση, που ενώ χρόνια όλοι μας τη βλέπουμε, δεν κάμουμε τίποτα, την ανεχόμαστε. Όπως το λένε οι τρεις στίχοι του ποιήματος: «αγαπημένος και μισητός, τούτος ο τόπος / με τ’ άνθια τα λευκά, / που δεν τον επιλέξαμε», ΧΡΥΣΩ Ι. ΛΥΓΙΖΟΥ – ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ, (1998), «Λίκνισμα», στο: Ποιήματα, Αθήνα: Κώδικας, σ. 33.

Αποτέλεσμα εικόνας για Αγήνωρ Αστεριάδης βάζο με λουλούδια

ΑΓΗΝΩΡ ΑΣΤΕΡΙΑΔΗΣ, «Βάζο με λουλούδια»· λάδι σε μουσαμά επικολλημένο σε χαρτόνι, 51Χ48 εκ.

Εράσμιος και Φιλόκαλος Πεντζίκειος λόγος

«Στην κορυφή του θόλου της Εκκλησίας του Μοναστηριού, ο Σταυρός του Χριστού, μόνος ξεδιαλύνει τα αξεδιάλυτα σκοτάδια.

Ορθρίζει η νέα μέρα.

Ο παπάς στο ιερό, συντροφιά με άλλους ιερείς, παπάδες και διάκους, που θυμιατίζουν, αναγνώστες που διαβάζουν: “Ταις των Αγίων πρεσβίαις, Χριστέ ο Θεός, ελέησον ημάς”. Μνημονεύει: Τον πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Νικηφόρο τον Ομολογητή, που εξορίστηκε. Τον πρώην ειδωλολάτρη ιερέα, που υπέρ Χριστού εσταυρώθη Λουκιλλιανό. Το Νήπιο με το βαπτιστικό όνομα Υπάτιος, που μέσα στη φυλακή εσφάγη. Το Μάρτυρα Άγιο Γελάσιο, που κατεξευτέλισε κάθε κοινωνική πλάνη κοροϊδεύοντας. Τον Άγιο Μάρτυρα Ταράσιο, που καθόλου δεν τον κατατάραξε η θέα του ξίφους. Την Αγία Μάρτυρα Καλλιόπη, που εκ της θέας της ομορφιάς των κτισμάτων υψώθηκε στην αντίληψη της θέας του Κτίστου. Την κανονική Παρθένο Αγία Θέκλα, που η φιλαργυρία του πνευματικού της αφήρεσε την Οσία της Κάρα. Τους Οσίους Κύρο, Κανίδη και Ονούφριο, που μέχρι τη λήξη των βίων των, την κατ΄ εικόνα προς τον Πλάστη ομοίωση του ανθρώπου διαφύλαξαν. Του Αγίους μάρτυρες Ίσαυρο και Φίληκα, που αντιμετώπισαν τις φάλαγγες των εναντίων νικηφόρα, όπως ο Όσιος Υπάτιος τους πειρασμούς της πορνείας και ο πρώην Τριβούνος Μάρτυς του Χριστού Υπάτιος που ειδοποιήθη για το τέλος του εξ ουρανού. Τη Μάρτυρα Αγία Λεωνίδα, που με θάρρος υπέμεινε το πυρ της Καμίνου. Τον Άγιο Μάρτυρα Πιέριο, που σφάγιο πάνω στα κάρβουνα, ψήθηκε ομολογώντας το Χριστό. Τον Όσιο Μάγνο, που παρέδωκε το πνεύμα ενώ προσεύχοταν. Τον εξ Αθηνών Νεομάρτυρα Μιχαήλ, που κατεκόπη με σπάθη στα 1740. Μηνός Ιουνίου 30. “Ιούνιος Μην λήξιν ώδε λαμβάνει, Θεώ δε δόξαν τω αλήκτω προσφέρει”».

ΝΙΚΟΥ ΓΑΒΡΙΗΛ ΠΕΝΤΖΙΚΗ, (1999), Πόλεως και Νομού Δράμας Παραμύθια, Αθήνα: Άγρα, σσ. 71-73.

Αποτέλεσμα εικόνας για Πόλεως και Νομού Δράμας Παραμύθια