1 Οκτώβριος 2008

Ερωτικό απόψε το κάλεσμα του ανέμου.

Φωνές άγνωστες μέσα στην πρόσκαιρη νύχτα.

Και κρύο? που κάνει τα σώματα να πάλλονται

σαν τα αδύναμα φύλλα των δέντρων.

 

Ο υγρός τοίχος ευλογεί τη σαπίλα που μας ντύνει

κι εύχεται κι άλλες τέτοιες νύχτες.

Εμείς, ανήμποροι, χαμογελούμε κάτω από το μάταιο νυχτερινό φως.

 

Ερωτικό απόψε το κάλεσμα του ανέμου,

το στεγνό του φιλί θα μας αποκοιμίσει.

Η παγωμένη του όμως αγκαλιά

πέρα, μακριά από εδώ θα μας ταξιδέψει.

Κι αλίμονο? θα βγούμε από τη μέση? λίγο πριν τα χαράματα.

1 Οκτώβριος 2008

Αν μπορούσα να πετάξω,

θα? φτανα μέχρι το γαλάζιο του ουρανού,

θα το τρυπούσα

και θα καλημέριζα τους αγγέλους με ένα παιδικό τραγούδι.

1 Οκτώβριος 2008

Ξαναγυρίζω πίσω στα παλιά σοκάκια,

στα καλντερίμια που δεν πέρασα

(κι έμεινα απ? έξω να συλλογίζομαι? τι άραγε να κρύβουν;)

και στο παιδάκι, που για να μεγαλώσει,

με παράτησε?

Λίγες θολές εικόνες,

σαν την αστραπή με ξαφνιάζουν.

Βαθιά θαμμένες μέσα μου

μοιάζουν να χάνονται,

κάτω από το βαρύ πέλμα του χρόνου.

Σκύβω από το ανοιχτό παράθυρο?

Δειλά οι ψιχάλες καταλήγουν στο νωπό έδαφος.

Μαζί τους θα μπλεχτεί και θα ποτίσει το χώμα

κι ένα δάκρυ,

που κατάφερε να γλιστρήσει

απ? τα πονεμένα μου μάτια.

?Ξαναγυρνώ πίσω στα παλιά σοκάκια, στο Ναύπλιο?

1 Οκτώβριος 2008

Γουργουρίζει ο βοριάς

πίσω από τις φαρδιές μας πλάτες.

Μας σπρώχνει μπροστά,

όμως το βήμα μας βαρύ, σχεδόν ασήκωτο

ανοίγεται στο δρόμο.

Φονικές υποψίες μας κυκλώνουν

και μας φράζουν τη στράτα.

Μοιάζουν να λένε

πως ο φονιάς ανάμεσά μας βρίσκεται.

Ο φονιάς; Ανάμεσα στον όχλο με τους αθώους;

Κι όλοι εύχονται?

το μοιραίο?

αν γίνεται, τυφλό να τους προσπεράσει.

1 Οκτώβριος 2008

Πίσω μου ένα παλιό ακορντεόν

μου γνέφει δειλά να σκύψω πάνω του,

οι ήχοι που βαθιά στο χθες ανάσταινε, να ακουστούν ξανά.

 

Σκύβω με τρυφερότητα μην το πονέσει η παρουσία μου

κι η ανάσα της πόλης που φέρνω απ? έξω.

Ο ήχος ακούγεται βραχνός, ο ήχος δε στάζει μέλι.

 

Το ακορντεόν γρήγορα αγκομαχά, μα δεν το βάζει κάτω.

Ώσπου στις νότες τις στερνές, το κύκνειο άσμα του?

διακόπτεται απότομα.

Το χαϊδεύω απαλά κι άθελά μου σκουπίζω ένα καυτό δάκρυ?

1 Οκτώβριος 2008

Ξεκινώ κι απόψε το μακρύ ταξίδι στο όνειρο,

λίγο πριν το ξημέρωμα.

Με στοργή το φεγγάρι με οδηγεί

και θαρρετά από το κακό με προφυλάσσει.

Στο δρόμο ληστές, κακούργοι, φαντάσματα

χάνονται χωρίς επιστροφή.

Στη θέση τους φυτρώνουν κρίνα, λίμνες και δροσερά τριαντάφυλλα·

το μοσχοβόλημά τους μεθά το κίτρινο φεγγάρι

κι αυτό αρχίζει τραγούδι ανατολίτικο·

φορά κι ένα σκούφο κόκκινο και σαν παιδί χορεύει?

Το γέλιο του ακούγεται ατέλειωτο, σαν χωρίς σταματημό.

Η ανέμελη πρωτινή παιδική χαρά αρμενίζει

και πάνω της εμείς γνωρίζουμε τον κόσμο σε μια στιγμή.

Το γέλιο μου ακούγεται χαρούμενο,

απίστευτα χαρούμενο για να? ναι αληθινό.

Το γέλιο μου ακούγεται ονειρικό,

με το φεγγάρι ιδρωμένο να οργώνει το άπειρο?

χορεύοντας.

Το γέλιο μου πλέον? ακούγεται σαν κανονιά

που τον αέρα σχίζει? τρυπά το όνειρο

και μελαγχολικό, γεμάτο θλίψη

και μ? ένα πρόσωπο λουσμένο στα δάκρυα με ξυπνά.

1 Οκτώβριος 2008

Για ποιον να τραγουδήσω; Για ποιον;

Για ποιον παλιαγριάγκαθα

που υψωθήκατε αλαζονικά

και πνίξατε τον τρυφερό βασιλικό;

1 Οκτώβριος 2008

Μίσος με κυρίεψε

για τους ανθρώπους της γης.

 

Μίσος, που κάθε τρυφερό πέταλο μέσα μου,

αλύπητα σύντριψε.

 

Και τίποτ? άλλο δεν μου απόμεινε

εκτός από το προνόμιο της απελπισίας.

1 Οκτώβριος 2008

Οι μούμιες στέκονται ακίνητες, όρθιες ή ξαπλωτές.

Οι μούμιες με το παγωμένο τους βλέμμα κοιτούν.

Οι μούμιες εδώ και χρόνια έχουν σχεδόν τα πάντα ξεχάσει.

Οι μούμιες να κλάψουν, διόλου δεν μπορούν.

Οι μούμιες αντί να περπατήσουν πάνω στο νήμα της ζωής,

δέθηκαν με αυτό.

Μάλιστα, το? δεσαν τόσο σφιχτά, που έσκασαν.

Οι μούμιες δεν φοβούνται το θάνατο,

αφού είναι ήδη νεκρές.

Ίσα ίσα τρέμουν τη ζωή.

Οι μούμιες κάποιο απόγευμα στο στόμα θα μας φιλήσουν,

τα μάτια μας θα παγώσουν μονομιάς,

η σιωπή θα μας πλημμυρίσει.

Κι ο θάνατος, με τα σάλια του να τρέχουν,

θα? ρθει να μας τυλίξει με το νήμα της ζωής

που τόσο απότομα οι μούμιες θα? χουν κόψει.

Και τότε, κυρίες και κύριοι, θα? χουμε τελειώσει.

Αμετάκλητα.

1 Οκτώβριος 2008

Λίγο πριν τον πόλεμο, πριν την καταστροφή,

λίγο πριν το χάος,

άξαφνα ένα αηδόνι ακούστηκε.

 

Με φωνή μελαγχολική, σε ένα σκοπό άγνωστο

τραγούδησε.

Κι έμοιαζε το τραγούδι του με θρήνο,

το θλιβερό του τέλος προοιώνιζε.

 

Έπειτα πέταξε ψηλά, πολύ ψηλά,

αφήνοντας την ανυποψίαστη πόλη να βουλιάζει αργά?

στο βούρκο?

και χάθηκε?

Αλλαγή μεγέθους γραμματοσειράς
Αντίθεση