Λυσσομανά ο άνεμος μετά τη βροχή·
κρύος από τα βουνά κατέβηκε
και κύκλωσε την πόλη.
Σκόρπισε τα λιγοστά φθινοπωρινά φύλλα
και τα ανέβασε ψηλά,
εκεί που τα πανύψηλα κτίρια σταματούν.
Μετά πάλι ανώμαλα
στους βρεγμένους δρόμους τα προσγείωσε.
Τα ανύποπτα πέλματά μας τα τσαλαπάτησαν,
τα έκαναν ένα με τη λάσπη.
Και λασπωμένα εκεί, στους δρόμους,
λαχταρούν το πρώτο τους πέταγμα? και μοναδικό.
Κάπως έτσι κι οι ψυχές μας θα πετάξουν
και σε μια γωνιά παρατημένες
θα μείνουν να ξαποστάσουν.
Κάτω από Ποίηση | 0 ΣχόλιαΣταγόνα στον ωκεανό,
εγώ κι ο παραμορφωμένος μου ίσκιος
να στήνουμε μοιρολόι για το νεκρό μονοπάτι
που στους αιώνες θα μείνει αδιάβατο?
Και πίκρα
και πόνος
και θλίψη?
και κατάρες που φτάνουν ψηλά ως τον ουρανό
και τον τρυπούν και πάνε παραπάνω?
Οργή?
που ο αντίλαλος την έφερε στα αυτιά μας.
Κάτω από Ποίηση | 0 ΣχόλιαΞημέρωσε και σήμερα βρόχινη μέρα.
Ο γκρίζος ουρανός έχυσε αρκετό νερό στην απέραντη ύπαιθρο,
που δεν φάνηκε να διψούσε τόσο.
Απ? το πρωί, κατηφής, πήρα το δρόμο,
το δρόμο, που στο γυρισμό, στο σπίτι πάλι με έφερε.
Και μέχρι τη στιγμή που η κρύα νύχτα σκέπασε την πόλη,
σκεφτικός περνούσα την ώρα μου γράφοντας στίχους.
στίχους που η κρύα νύχτα πάγωσε,
στίχους σαν κρύσταλλα, σαν σταλακτίτες
που κρέμονται μακάβρια στους σκοτεινούς καιρούς μας.
Κάτω από Ποίηση | 0 ΣχόλιαΛίγο πριν το ξημέρωμα
απ? τον ύπνο πετάχτηκα
και μέσ? την αγωνία μου
σε μια επιθυμία υποτάχτηκα:
Το τελευταίο τραγούδι,
το τελευταίο τραγούδι να ακούσω, που? ναι λυπητερό.
Κι οι τοίχοι να σπάσουν,
συντρίμμια να γίνουν
και στάχτη στον άνεμο.
Κι ο θάνατος, που όλη τη νύχτα την πόρτα χτυπά,
με σκυφτό το κεφάλι να φύγει
κι ελεύθερος να πετάξω? σαν πουλί.
Κάτω από Ποίηση | 0 ΣχόλιαΜε τον καιρό,
μια ακατάσχετη θλίψη κατακάθισε στα άχρωμα πρόσωπά μας.
Άβουλοι κορμοί δέντρων σε μια ξαφνική καταιγίδα
και στην πλημμύρα που την ακολουθεί.
Γερασμένα κόκαλα με τις ψυχές που τα συνοδεύουν,
γυρεύουν να βρουν απάνεμο λιμάνι και καθαρό ουρανό.
Και σαν χωρίς σκοπό
τραβάμε κουπί για τον απέραντο ωκεανό?
Κάτω από Ποίηση | 0 ΣχόλιαΠίσω από τις γρίλιες των παραθύρων ο κόσμος ριγέ.
Και τα ριγέ όνειρά μας για έναν άλλο κόσμο
που ποτέ δεν ήρθε.
Και η γεύση του ανεκπλήρωτου βαθιά ριζωμένη στα σπλάχνα μας,
που έσκυψαν με στοργή στο όνειρό μας,
να το προφυλάξουν από τις κακουχίες.
Όμως αυτό, ευαίσθητο, δεν άντεξε
και σαν παπαρούνα αθόρυβα ήρθε κι αθόρυβα μας άφησε.
Πίσω από τις γρίλιες των παραθύρων ο κόσμος ριγέ?
σαν και πρώτα!
Κάτω από Ποίηση | 0 Σχόλια