1 Οκτώβριος 2008

Μισώ τους Ποιητές

και τις μικρές ή μεγάλες Συλλογές.

Όμως πιο πολύ μισώ αυτούς που έκαναν τους ποιητές

μικρές ή μεγάλες Συλλογές,

αυτούς τους τζιτζιφιόγκους δηλαδή.

1 Οκτώβριος 2008

Γλυκιά η νύχτα απόψε!

Σαν μέλι που από κερήθρα στάζει κάτω.

Γλυκιά και η ατμόσφαιρα μετά τη σύντομη μπόρα.

Ήρθε και άπλωσε το πέπλο της, βαρύ όπως πάντα,

η ομίχλη.

Η υγρασία βασίλεψε παντού,

γλυκιά είναι όμως απόψε η υγρασία,

δεν σου τρυπά τα κόκαλα

αλλά τον ύπνο τον βαθύ της πόλης ευλογεί.

Και μέσα στα χασμουρητά, στα όνειρα, στους ύπνους τους μακάριους

τα άγρυπνα μάτια μου μέσ? στο σκοτάδι ξεχωρίζουν.

Αυτό το άτιμο φίδι

κι απόψε ακούραστο σέρνεται στα λεηλατημένα μου σπλάχνα.

Ρίζες ψάχνει να βρει, κορμούς ψηλούς κι αδιάβατα μονοπάτια

στην καρδιά μου για να φτάσει,

το φαρμάκι του να αφήσει

κι άγρυπνο κι αυτή τη γλυκιά νύχτα

πάνω στο κρύο πάτωμα να με καληνυχτίσει

με το ειρωνικό του σφύριγμα?

Και ποιος θεός να βοηθήσει

το επόμενο θύμα του

με τούτη τη θολούρα στην ατμόσφαιρα, τη γλυκιά?

1 Οκτώβριος 2008

Σήμερα το πρωί

σαν να ξεχάστηκε ο Χειμώνας,

σαν να μην άκουσε τα κοκοράκια

που προμηνούσαν το ξημέρωμα,

σαν να παγιδεύτηκε μέσ? στα σκεπάσματά του

και σε όνειρα αξεδιάλυτα, θολά, βαρυφορτωμένα

κι έτσι? αυτό το πρωινό η άνοιξη το υποδέχτηκε

στις απαλές φτερούγες της,

η άνοιξη, που πολύ πριν την είχαμε ξεχάσει.

Η φύση με ολάνοιχτα τα μάτια ? απόρησε η καημένη ? σάστισε

με τα πολύχρωμα λιβάδια, με τα πουλιά να κελαηδούν

και με τον ήλιο να την λούζει στο φως.

Δείλιασε στην αρχή και πίσω τραβήχτηκε

από φόβο,

μην είναι όλα τούτα οπτασία απατηλή,

φριχτή παγίδα του γερο-χειμώνα,

στο στρώμα του για να πλαγιάσει.

Νωρίς όμως το γελαστό πρόσωπο της άνοιξης

πίσω από τα βουνά τα χιονοσκέπαστα

της έγνεψε

και την ψυχή της έκανε να φτερουγίσει από χαρά,

να λαχταρήσει ? έστω για λίγο ? και να γευτεί

αυτά που ο Χειμώνας τόσο νωρίς της έκρυψε κάτω από τη σκιά του.

Εμείς πίσω από παράθυρα κλειστά

και χοντρά παραπετάσματα

να νιώσουμε δεν μπορούμε το γλέντι το σημερινό·

η βαρυχειμωνιά μάς έχει πλακώσει

και μόλο που έξω η άνοιξη χορεύει στα ανάκτορα του κρύου,

δίπλα στο τζάκι που σιγοκαίει,

χωμένοι σε ζεστή πολυθρόνα

και με ρούχα χοντρά? περιμένουμε να βρέξει,

να χιονίσει, να παγώσει η φύση, τα πάντα να νεκρώσουν,

γιατί βαθιά πιστεύουμε

πως ο Χειμώνας παιχνίδι άσχημο μας παίζει

κι ο ακαμάτης, όπου να? ναι, θα φανεί?

Απ? τις γρίλιες μια ηλιαχτίδα με προσοχή γλιστρά,

πέφτει άγαρμπα πάνω στο πρόσωπό μας

και μια γκριμάτσα αποστροφής φωτίζει·

δεν μένει πολύ

κι αρχίζει να κόβει βόλτες στο σκοτεινό δωμάτιο

ξυπνώντας μέχρι και τους ψύλλους?

1 Οκτώβριος 2008

Ξύπνησα και τούτο το πρωί

χωρίς καθόλου κέφι.

Να σκύψω πάνω από ένα τριαντάφυλλο,

να κλέψω λίγη από τη δροσιά του,

λίγο από το άρωμά του και τη φρεσκάδα του

που άλλος δεν την έχει.

Ο κήπος όμως πεισματικά το κρύβει στην αγκαλιά του

και λακκούβες, αγκάθια σπέρνει στο δρόμο μου.

Το μυρωδικό λουλούδι πολύ μακριά μου βρίσκεται,

άλλος θα το χορτάσει, την ομορφιά του θα χαρεί.

Μέσα στις λάσπες κι από τα αγκάθια πληγωμένος

θα το κρυφοκοιτάξω για τελευταία φορά

και με το παράπονο στα χείλη θα γυρίσω να φύγω.

Όνειρο ήταν και όνειρο θα μείνει?

σ? όλη μου τη ζωή? το τριαντάφυλλο με τα τρυφερά πέταλα.

1 Οκτώβριος 2008

Αφέντης μου η απόγνωση σε κάθε μικρό μου βήμα

κι η γεύση του τελειωμού στο μίζερο δωμάτιο·

απ? έξω η φθινοπωρινή αύρα προλέγει το χειμώνα

που και φέτος θα? ναι βαρύς.

Παιδικές φωνές στην αλάνα τρομάζουν την μπάλα

και τυφλή, μια εδώ και μια εκεί τραβάει.

Όλα μοιάζουν να με έχουν ξεχάσει·

μέχρι και η διαφεντεύτρα έμπνευση

φαίνεται πως πέταξε μαζί με τα χελιδόνια·

κι έμεινα με το μαράζι:

θα? ρθει ή δεν θα? ρθει η άνοιξη;

Δεν είναι όμως? δεν είναι αυτό

που τα σωθικά μου έχει κάνει να πλαντάξουν,

δεν είναι αυτή η ταραχή που το αίμα μου μολύνει.

Άλλο,? άλλο, άγνωστο ως τώρα, φάντασμα

τα απομεινάρια μου τα θλιβερά πολιορκεί απόψε

και γι? αυτό,

αφέντης μου η απόγνωση σε κάθε μικρό μου βήμα

κι η γεύση του τελειωμού στο μίζερο δωμάτιο,

που άλλο πια δεν με χωράει μέσα του?

Ύπουλα ζητά κι αυτό να με ξεχάσει.

1 Οκτώβριος 2008

Ο πόνος

που κάποτε μας φόβιζε,

ο πόνος

που μας έκανε και πονούσαμε φριχτά,

ο πόνος

που τα μάτια μας πλημμύριζε με κλάματα,

ο πόνος

ο παιδικός των πρώτων μας των χρόνων,

ο πόνος

ο ανθρώπινος μας ξέχασε κι αυτός.

1 Οκτώβριος 2008

Αμέριμνος κοιμάμαι?

Ξάφνου? τραγούδια, χοροί, παιχνιδίσματα, φωνές ακούγονται

και με ξυπνούν.

Τρομάζω. Τι να? ναι άραγε;

Στο ίδιο μου το σπίτι, στη μυστική μου τη φωλιά,

στο απόμερο λημέρι μου, στο άντρο μου το φτωχικό

τραγούδια, χοροί, παιχνιδίσματα και φωνές να ακούγονται;

Τι να? ναι άραγε;

Ποια φοβερή συμφορά μου χτυπά την πόρτα,

για άλλη μια φορά ζητά να με ξεσηκώσει;?

Γυρίζω πλευρό·

δεν πα να πνιγούν οι άχρηστοι!

Τίποτα αλήτες του δρόμου θα? ναι!

1 Οκτώβριος 2008

Η απελπισία με κυκλώνει σήμερα.

Μοιάζω αδύναμος για οτιδήποτε

μπροστά στο αηδιαστικό της χαμόγελο

που πλαταίνει,

όσο το άβουλο κορμί μου χώνεται βαθιά μέσα στην αγκαλιά της.

Το άγγιγμά της σήψη, μούχλα και θάνατο αποπνέει,

ώσπου λιπόθυμος, βορά σ? αυτήν προσφέρομαι,

θυσία ανώφελη για να καταβροχθίσει.

Αλίμονο? οι πανίσχυρες μασέλες της φριχτά με αφανίζουν?

Και χάνομαι,? κατρακυλώ? και πέφτω

εκεί που χέρι ανθρώπινο ποτέ του δεν θα φτάσει.

1 Οκτώβριος 2008

Αγχώνομαι πολύ.

Φοβάμαι μη γεράσω γρήγορα.

Παύω να το σκέφτομαι?

Αγχώνομαι όμως περισσότερο:

Φοβάμαι μήπως δε γεράσω!

1 Οκτώβριος 2008

Ο πιο πιστός μου φίλος κι ο θανάσιμος εχθρός μου.

 Το μοναδικό παρών στα πολλά μου απών.

Η κρυφή καταφυγή μου κι ο ανήλεος κυνηγός μου.

Η πρώτη μου αμφιβολία κι η στερνή μου πίστη.

Το καθαρό της φως μέσα στο πηχτό σκοτάδι.

Η καυτή ανάσα της στο στεγνό δωμάτιο.

Η ανακούφιση από την παρέα της.

Το μαγικό της σφύριγμα στην τρελή ησυχία,

που με καλεί να της ανοίξω την πόρτα?

Όλη κι όλη η λιγοστή ζωή μου

μέσα στα ανέκφραστα πρόσωπά της.

Η δίψα του έρωτα που σβήνει στο άγγιγμά της.

Το αξεπέραστο δίχτυ της το ξετύλιξε

και νήμα το? κανε, πάνω του να βαδίσω.

Ο μαύρος ίσκιος μου αχώριστος για πάντα?

Η περήφανη μοναξιά μου?

Αλλαγή μεγέθους γραμματοσειράς
Αντίθεση