1 Οκτώβριος 2008

Σήμερα το πρωί

σαν να ξεχάστηκε ο Χειμώνας,

σαν να μην άκουσε τα κοκοράκια

που προμηνούσαν το ξημέρωμα,

σαν να παγιδεύτηκε μέσ? στα σκεπάσματά του

και σε όνειρα αξεδιάλυτα, θολά, βαρυφορτωμένα

κι έτσι? αυτό το πρωινό η άνοιξη το υποδέχτηκε

στις απαλές φτερούγες της,

η άνοιξη, που πολύ πριν την είχαμε ξεχάσει.

Η φύση με ολάνοιχτα τα μάτια ? απόρησε η καημένη ? σάστισε

με τα πολύχρωμα λιβάδια, με τα πουλιά να κελαηδούν

και με τον ήλιο να την λούζει στο φως.

Δείλιασε στην αρχή και πίσω τραβήχτηκε

από φόβο,

μην είναι όλα τούτα οπτασία απατηλή,

φριχτή παγίδα του γερο-χειμώνα,

στο στρώμα του για να πλαγιάσει.

Νωρίς όμως το γελαστό πρόσωπο της άνοιξης

πίσω από τα βουνά τα χιονοσκέπαστα

της έγνεψε

και την ψυχή της έκανε να φτερουγίσει από χαρά,

να λαχταρήσει ? έστω για λίγο ? και να γευτεί

αυτά που ο Χειμώνας τόσο νωρίς της έκρυψε κάτω από τη σκιά του.

Εμείς πίσω από παράθυρα κλειστά

και χοντρά παραπετάσματα

να νιώσουμε δεν μπορούμε το γλέντι το σημερινό·

η βαρυχειμωνιά μάς έχει πλακώσει

και μόλο που έξω η άνοιξη χορεύει στα ανάκτορα του κρύου,

δίπλα στο τζάκι που σιγοκαίει,

χωμένοι σε ζεστή πολυθρόνα

και με ρούχα χοντρά? περιμένουμε να βρέξει,

να χιονίσει, να παγώσει η φύση, τα πάντα να νεκρώσουν,

γιατί βαθιά πιστεύουμε

πως ο Χειμώνας παιχνίδι άσχημο μας παίζει

κι ο ακαμάτης, όπου να? ναι, θα φανεί?

Απ? τις γρίλιες μια ηλιαχτίδα με προσοχή γλιστρά,

πέφτει άγαρμπα πάνω στο πρόσωπό μας

και μια γκριμάτσα αποστροφής φωτίζει·

δεν μένει πολύ

κι αρχίζει να κόβει βόλτες στο σκοτεινό δωμάτιο

ξυπνώντας μέχρι και τους ψύλλους?

Αφήστε μια απάντηση

Αλλαγή μεγέθους γραμματοσειράς
Αντίθεση