Ο ύπνος σήμερα δε μας άφησε το δειλινό να χαρούμε.
Στις απαλές φτερούγες του μέσα
χάσαμε το ηλιοβασίλεμα,
το φεγγάρι νωρίτερα ξύπνησε από εμάς.
Σκοτείνιασε ο ουρανός,
έξω κρύο και στην καρδιά μας
και πίκρα που δεν έδυσε στον ήλιο πλάι.
Το χάσαμε το ηλιοβασίλεμα,
μας έχασε κι αυτό
και σ? άλλα μέρη θα μας ψάχνει τώρα ο ήλιος,
μάταια όμως,
αφού κάτω από τα σκεπάσματα κρυφτήκαμε
κι ούτε ο Χάρος δε μας είδε
που πέρασε κι άρπαξε νωρίς μια ανύποπτη ψυχή.
Γλιτώσαμε,
μας έχασε το ηλιοβασίλεμα,
μας έχασε ο Χάρος
κι ο ύπνος μας τύλιξε στις απαλές φτερούγες του
σε έναν ύπνο βαθύ που δεν ξυπνήσαμε το πρωί.
Κάτω από Ποίηση | 0 ΣχόλιαΠλανεύτρα μοναξιά!
Εσύ και το τραγούδι σου μάς τρυπήσατε το στήθος,
πληγή που αίμα καθαρό ανάβλυζε.
Στα παγωμένα δάχτυλά μας έσταξε η φωτιά
και τα? καψε,
ώσπου άρχισαν να τρίζουν τα κόκαλά μας,
έπειτα να τρίβονται, να χάνονται?
Πλανεύτρα μοναξιά!
Ο έρωτάς σου θάνατος, μαυρίλα
που σκοτεινιάζει ακόμα και το πιο λαμπερό φως.
Ίσως κάποτε να σου ξεφύγουμε, όμως για λίγο.
Πάλι στην αγκαλιά σου θα κλειστούμε?
λοιπόν? πλανεύτρα μοναξιά,
δε μένει παρά να πεθάνεις μαζί μας
αφού τόσο μας λατρεύεις?
Όμως το ειρωνικό, παγωμένο σου χαμόγελο?
πλανεύτρα μοναξιά? άσχημο παιχνίδι μας παίζεις.
Κάτω από Ποίηση | 0 ΣχόλιαΚάποιο πρωί
ο άνεμος με έφερε σε μια πολιτεία·
στις στέγες των χαμηλών σπιτιών,
στις ταράτσες των κτιρίων των ψηλών,
στα σκονισμένα κεφάλια των περαστικών
και πάνω σε ψηλές κολόνες πιασμένες χέρι χέρι
κατακάθισα.
Κι ήταν ο ύπνος τους βαρύς, πρωτόγνωρος για μένα
και ? την αλήθεια για να πω ? φοβήθηκα λιγάκι·
ποιος ξέρει, μονολόγησα, μπορεί να κάνω λάθος, μάλιστα φοβερό
για τέτοια ηλικία ? ήμουν μεγάλος βλέπετε
με τσάντα και γραβάτα?
Ο άνεμος με έσπρωξε παραπέρα(!)
Κάτω από Ποίηση | 0 ΣχόλιαΗ αναμονή με είχε τρελάνει!
Τα πάντα γύρω μου κλοιός,
οι τοίχοι, το ταβάνι, το πάτωμα με τα κόκκινα χαλιά,
τα έπιπλα? κι εγώ ο ίδιος.
Έξω η νύχτα απολάμβανε τις φωνές των ποιητών
που ως το ξημέρωμα θα την υμνολογούσαν.
Εκείνη την ώρα, υπολόγιζα? οι τοίχοι θα με έχουν πλακώσει.
Κάτω από Ποίηση | 0 ΣχόλιαΟλόγυρα, από κάθε γωνιά, παντού
μια φλόγα το δρόμο μας φράζει.
Κι απεγνωσμένα διέξοδο ζητάμε,
ψάχνουμε τη λύση, το μονοπάτι
που θα μας λυτρώσει με το κρυφό του πέρασμα
και το φονικό κλοιό θα ρεζιλέψει?
Τη νύχτα ο Θάνατος μας αγγίζει,
μας γλύφει η φλόγα η αχόρταγη
και φαίνεται πως έτοιμη είναι ,
μια χαψιά σχεδόν μας έχει, ολόκληροι,
απ? την κορφή ως τα νύχια δικοί της να γίνουμε?
Οι τελευταίες σκέψεις, οι αφορμές να μας καταβροχθίσει?
Το ξημέρωμα,
οι καπνοί που αναδύονται από τις στάχτες
στους περαστικούς τίποτα δε θυμίζουν.
Κάτω από Ποίηση | 0 ΣχόλιαΗ Αγάπη
μας ξέχασε,
στο δρόμο μάς παράτησε,
μας κορόιδεψε,
με τον πόνο μας γέλασε,
με τη χαρά μας πικράθηκε,
μας έφτυσε κατάμουτρα,
τον ήλιο μάς έκρυψε,
μας έκοψε τα όνειρα,
δεν μας ξύπνησε νωρίς το πρωί,
την αγωνία μας μάκρυνε,
το φόβο μας φούντωσε,
τα φτερά μάς έκοψε,
μας έκαψε τα μάτια,
φούχτωσε την καρδιά μας,
θρύψαλα την έκανε,
κρυφογελώντας έφυγε,
μα πάλι θα ξανάρθει,
ναι, πάλι θα ξανάρθει
κι ως φαίνεται, καθόλου δεν μας ξέχασε
η Αγάπη, η Αγάπη?
ξένη?
Κάτω από Ποίηση | 0 ΣχόλιαΝηνεμία?
Σειρές από αμαρτωλές ψυχές αυλακώνουν τα στήθη μας,
το βήμα τους πολύ αργό για να μας προλάβει
κι η ανάσα τους τιτίβισμα μικρού πουλιού
και τα ξεφωνητά τους, οι υπόκωφες κραυγές?
υπόκωφες μένουν, βουβές, σαν των ψαριών τον ύπνο.
Η οργή τους συννεφιά παροδική,
τα όπλα τους η απελπισία
μπροστά στη θάλασσα που ανοίγεται για να τους πνίξει.
Καταραμένε δήμιε,
αυτή την ύστατη στιγμή
που ο οίστρος στον παγωμένο ωκεανό βουλιάζει,
τούτο να ξέρεις:
?νηνεμία?
Κάτω από Ποίηση | 0 ΣχόλιαΣτο μπαλκόνι απόμεινα εκείνο το απόγευμα.
Ήδη η νύχτα άφηνε σιγά σιγά το μελανό της χρώμα
να στάζει στο ουράνιο στερέωμα.
Ωσότου όμως όλα να μαυρίσουν,
απόμεινα στο μπαλκόνι.
Ήμουν ψηλά, όροφος τρίτος.
Που και που διέσχιζαν το ελαφρύ αεράκι πουλιά,
πουλιά της πόλης, όχι της εξοχής,
πουλιά που τη νύχτα κάτω από προεξοχές κτιρίων
θα κοιμούνται κι όχι πάνω σε υγρά κλαριά,
πουλιά που σε κάποιο λακκάκι του δρόμου
την τελευταία τους πνοή θα άφηναν κι όχι πάνω στο κόκκινο χώμα.
Στα πόδια μου μια παλιά γειτονιά
κι ένα καφενείο ξεχασμένο στο χρόνο.
Λιγοστά αυτοκίνητα και σπάνια καμιά φωνή βαριεστημένη.
Απέναντι τα βουνά,
θλιβερά απομεινάρια μιας στάχτης που χώνεψε?
Το ελαφρύ αεράκι θα τα σκορπίσει με τον καιρό
και θα φανούν οι χρόνια κρυμμένες πολιτείες.
Χωρίς να το καταλάβω, μαύρισε ο ουρανός,
τα αστέρια βιάστηκαν να ξεχωρίσουν.
Από το ανοιχτό παράθυρο ακουγόταν ξεκάθαρα το ρολόι του τοίχου.
Στο μπαλκόνι απέμεινα εκείνη τη νύχτα
κι η δροσιά μου τραγούδησε κάποιο θρήνο,
το κρυφό νυχτερινό της παράπονο
στο μπαλκόνι εκείνη τη νύχτα.
Κάτω από Ποίηση | 0 Σχόλια