1 Οκτώβριος 2008

Στο μπαλκόνι απόμεινα εκείνο το απόγευμα.

Ήδη η νύχτα άφηνε σιγά σιγά το μελανό της χρώμα

να στάζει στο ουράνιο στερέωμα.

Ωσότου όμως όλα να μαυρίσουν,

απόμεινα στο μπαλκόνι.

Ήμουν ψηλά, όροφος τρίτος.

Που και που διέσχιζαν το ελαφρύ αεράκι πουλιά,

πουλιά της πόλης, όχι της εξοχής,

πουλιά που τη νύχτα κάτω από προεξοχές κτιρίων

θα κοιμούνται κι όχι πάνω σε υγρά κλαριά,

πουλιά που σε κάποιο λακκάκι του δρόμου

την τελευταία τους πνοή θα άφηναν κι όχι πάνω στο κόκκινο χώμα.

Στα πόδια μου μια παλιά γειτονιά

κι ένα καφενείο ξεχασμένο στο χρόνο.

Λιγοστά αυτοκίνητα και σπάνια καμιά φωνή βαριεστημένη.

Απέναντι τα βουνά,

θλιβερά απομεινάρια μιας στάχτης που χώνεψε?

Το ελαφρύ αεράκι θα τα σκορπίσει με τον καιρό

και θα φανούν οι χρόνια κρυμμένες πολιτείες.

Χωρίς να το καταλάβω, μαύρισε ο ουρανός,

τα αστέρια βιάστηκαν να ξεχωρίσουν.

Από το ανοιχτό παράθυρο ακουγόταν ξεκάθαρα το ρολόι του τοίχου.

Στο μπαλκόνι απέμεινα εκείνη τη νύχτα

κι η δροσιά μου τραγούδησε κάποιο θρήνο,

το κρυφό νυχτερινό της παράπονο

στο μπαλκόνι εκείνη τη νύχτα.

Αφήστε μια απάντηση

Αλλαγή μεγέθους γραμματοσειράς
Αντίθεση