2 Οκτώβριος 2008

Θαμμένοι στον πάτο

βαθιά εκεί κάτω

άπληστα ρουφώντας, μάτια μου, τη ζωή

μέχρι το θάνατο

κι ακόμη παραπέρα? στους γλάρους,

τα λεύτερα πουλιά?

2 Οκτώβριος 2008

Tρέχω και τρέχεις

με μάτια θολά,

τα χείλη σου στάζουν

μαύρο αίμα ξανά.

 

Ο αγέρας στα κάστρα

της φρίκης φυσά,

ξαφνικά δε μένει

ανάσα καμιά.

 

Ακίνητος στέκεσαι

στο βράχο ψηλά,

το βλέμμα σου σκίζει,

ένα πουλί που περνά.

 

Και τρέχω και τρέχεις

εγώ κι η σκιά μου,

πίσω μου τρέμεις,

ψηλώνεις μπροστά μου.

1 Οκτώβριος 2008

Καθάρισε ο χώρος από τους πολλούς καπνούς

και σα να μου φαίνεται πως ανάσταση μυρίζει

κι ούτε μπορούν οι αέρηδες και η βροχή να σβήσουν την αίσθηση τούτη,

την ανάσταση.

Ως και τα χελιδόνια με άγρυπνο μένουν μάτι,

ως και οι μέλισσες που άφησαν τα λουλούδια να ξαποστάσουν

και μέλι τώρα δεν τρυγούν.

Ως κι εγώ, βρε, νιώθω, όσο πάει, την αίσθηση τούτη,

την ανάσταση.

Αν γινόταν, προτού με απορροφήσει η υπόλοιπη ζωή μου,

θα? θελα να? μαι κι εγώ εκεί, στη φύση την αναστημένη,

στα χελιδόνια πλάι και στις μέλισσες?

στο ρυθμό τους, τ? ανάλαφρο πέταγμά τους?

 

Κι οι μέρες περνούν

κι η αίσθηση τούτη δεν παύει να με πολιορκεί,

το σώμα μου να κεντά με πευκοβελόνες,

με αιχμηρά τριανταφυλλάγκαθα.

Κάθε πρωί αετοί κατεβαίνουν απ? τα ψηλά βουνά,

πετούν για λίγο πάνω από το απόρθητο φρούριό μου

και κράζουν πως αγναντεύουν την ανάσταση,

πως η ανάσταση σιμώνει?

Τ? ανάλαφρο πέταγμά τους δάκρυα μου χαρίζει,

όμως και θλίψη στην καρδιά, στα στήθη.

Για λίγο ποθώ να πετάξω κι εγώ πέρα από το απόρθητο φρούριό μου,

ψηλότερα και από τις αετοφωλιές με τα μικρά αετόπουλα?

για λίγο όμως?

Ήδη στις κορφές άρχισε να διαλύεται η ομίχλη,

το γλυκό πρωινό φως του ήλιου χαμογελά μπρος την ανάσταση.

Οι πύλες όμως στο απόρθητο φρούριό μου μένουν κλειστές,

το ίδιο και τα χείλη φράζουν τους λυγμούς

που σαν ηφαίστειο ζητούν να εκραγούν?

Λίγο πριν η καρδιά μου σπάσει,

ο καημός μου συνταράζει το κορμί?

Αχ, αυτό το ανάλαφρο πέταγμά τους? κόβει τον αέρα στα δύο

για να ντυθεί με αυτόν η ανάσταση

και συντρίμμια η καρδιά μου στο απόρθητο φρούριό μου.

Ως το απόγευμα τίποτα δε θα αλλάξει·

το ανάλαφρο πέταγμά τους πάνω από το απόρθητο φρούριό μου, εκεί ψηλά?

1 Οκτώβριος 2008

Πριν την τελευταία μου λέξη,

πριν το στερνό αντίο

σε ένα καράβι θα μπω για ταξίδι μακρινό.

Άγκυρα θα σηκώσω και πανιά

και το υγρό λιμάνι θα αφήσω πίσω μου μέσ? στην ομίχλη

να το ξυπνούν οι μαύροι εργάτες.

Κι εσείς θα περιμένετε την τελευταία μου λέξη,

όμως οι μέρες θα περνούν.

 

Και μακριά από εσάς

ένα στεφάνι από λουλούδια της θάλασσας θα πλέξω

και στέμμα θα το βάλω στα δελφίνια

που θα πηδούν και τα μαλλιά μου θα φιλούν.

Κι εσείς θα περιμένετε την τελευταία μου λέξη,

όμως οι μέρες θα περνούν.

 

Εγώ στη φουρτούνα της νύχτας θ? αφεθώ,

θα πηδήξω στην αφρισμένη μαυροθάλασσα

και μέσα σε σκοτεινές σπηλιές,

κρυφά κι απ? τον Θεό, κρυφά κι απ? τους ανθρώπους,

θα κοιμηθώ σε ύπνο βαθύ

με το γλυκό νανούρισμα των ψαριών.

1 Οκτώβριος 2008

Μια χαραμάδα φως φτάνει για όλο τον κόσμο μας.

Ο ήλιος μπορεί πλέον να πάει αλλού,

να φωτίσει ευρύχωρες αυλές,

λουλούδια λογής λογής χρωμάτων,

δέντρα και δροσερούς καρπούς.

Κι ο ουρανός, γαλάζιος όσο ποτέ, θα καμαρώνει για το στολίδι του,

τους θησαυρούς που κάτω από τη δική του σκέπη βρίσκονται.

Όσο για μας?

μια χαραμάδα φως φτάνει για όλο τον κόσμο μας,

μια χαραμάδα φως στον υγρό μας τάφο

να μας φέρνει τον αντίλαλο

αυτών που δε μας βρήκαν και μας έχασαν.

1 Οκτώβριος 2008

Πάντα μέσα στους καπνούς,

η καμπουριασμένη μορφή του

με μια μαγκούρα να τον στηρίζει,

σκοτεινός, ένα μεγάλο αίνιγμα

που η λύση του χρονίζει

και μια ανάμνηση περασμένης γλύκας?ο Χειμώνας.

1 Οκτώβριος 2008

Πίσω από κάποιο σπασμένο τζάμι

μετρώ τις στάλες της βροχής·

γεννούν λιμνούλες στις άδειες λακκούβες

και η λάσπη τρέχει να κρυφτεί.

 

Με προφύλαξη για τυχόν ματιές περίεργες

απλώνω το χέρι στον τρικυμισμένο αέρα,

η ξηρασία που το ντύνει να αφανιστεί

και η δροσιά να του φιλήσει τα δάχτυλα.

 

Τέλειωσε όμως νωρίς η βροχή

χωρίς να το πάρω χαμπάρι

και σαν μορφή παιδικού εφιάλτη απόμεινα τώρα·

η νύχτα το φτωχικό μου δωμάτιο πάγωσε·

νεογέννητα νυχτοπούλια με τρομάζουν με το κλάμα τους

και το σπασμένο τζάμι κόβει στα δύο το φεγγάρι?

Η καυτή μου ανάσα δεν αρκεί πλέον,

είναι τόσο λιγοστή, σταγόνα σε ηφαίστειο μοιάζει

κι η ράβδος του Χάροντα  χτυπά τη σαπισμένη πόρτα.

 

Σύγκορμος τρέμω,

η ανάσα μου κόβεται,

το βλέμμα μου παγώνει,

για μια βροχή παρακαλώ, έστω παροδική ψιχάλα,

το χέρι μου να δροσιστεί,

λίγο πριν σπάσει το τζάμι που απόμεινε

και μπουν τα νυχτοπούλια και με κατασπαράξουν:

 Φεγγάρι, σε ξορκίζω,Άπλωσε τα χέρια σου στα λιγοστά τα σύννεφα,Γνέψε τους γρήγορα

Και πες να στήσουν μοιρολόι.

1 Οκτώβριος 2008

Είναι

η άγνωστη  μπόρα

της χθεσινής βραδιάς

με τους φοβερούς κεραυνούς

που τα σωθικά μας

στάχτη έκαναν,

ανάμνηση θλιβερή

της πρώτης θύελλας

που στο μπουντρούμι αυτό,

τον υγρό τάφο, μάς βύθισε.

1 Οκτώβριος 2008

Χωρίς αιτία πάνω σε ένα άσπρο άλογο

με ούριο άνεμο χωρίς επιστροφή

για ένα πέταγμα ψηλό

στις κορφές των βουνών,

στα σύννεφα και πιο ψηλά ακόμα,

στον ανεξερεύνητο γαλάζιο ουρανό,

στα αστέρια, στους πλανήτες,

τους μακρινούς τους κόσμους,

στο απέραντο της καρδιάς μου μυστήριο,

στον ίδιο τον Θεό?

Πάνω στους στίχους γλίστρησα

και σαν πορεία σε τσουλήθρα,

στο γραφείο μου πάνω ξύπνησα

με τα μαλλιά ανακατεμένα απ? το μακρύ ταξίδι.

1 Οκτώβριος 2008

Κλωτσάμε τα πεσμένα φύλλα στο πεζοδρόμιο

κι ο άνεμος τα κάνει ό,τι θέλει,

φεύγουν με τις σκέψεις μας για μακρινό ταξίδι.

Κατά μήκος του πεζοδρομίου κινούμαστε λοιπόν,

κόντρα στον άνεμο, κόντρα στα όνειρά μας.

Τα κλαδιά χαμηλώνουν και μας χαϊδεύουν το κεφάλι,

τις σκέψεις μας καθαγιάζουν, τις νυχτωμένες μας σκέψεις.

Και κατά μήκος του πεζοδρομίου κινούμαστε?

κι όπου μας βγάλει η άκρη, λέμε,

και στον περίπατο παραδινόμαστε.

Αλλαγή μεγέθους γραμματοσειράς
Αντίθεση