Πίσω από κάποιο σπασμένο τζάμι
μετρώ τις στάλες της βροχής·
γεννούν λιμνούλες στις άδειες λακκούβες
και η λάσπη τρέχει να κρυφτεί.
Με προφύλαξη για τυχόν ματιές περίεργες
απλώνω το χέρι στον τρικυμισμένο αέρα,
η ξηρασία που το ντύνει να αφανιστεί
και η δροσιά να του φιλήσει τα δάχτυλα.
Τέλειωσε όμως νωρίς η βροχή
χωρίς να το πάρω χαμπάρι
και σαν μορφή παιδικού εφιάλτη απόμεινα τώρα·
η νύχτα το φτωχικό μου δωμάτιο πάγωσε·
νεογέννητα νυχτοπούλια με τρομάζουν με το κλάμα τους
και το σπασμένο τζάμι κόβει στα δύο το φεγγάρι?
Η καυτή μου ανάσα δεν αρκεί πλέον,
είναι τόσο λιγοστή, σταγόνα σε ηφαίστειο μοιάζει
κι η ράβδος του Χάροντα χτυπά τη σαπισμένη πόρτα.
Σύγκορμος τρέμω,
η ανάσα μου κόβεται,
το βλέμμα μου παγώνει,
για μια βροχή παρακαλώ, έστω παροδική ψιχάλα,
το χέρι μου να δροσιστεί,
λίγο πριν σπάσει το τζάμι που απόμεινε
και μπουν τα νυχτοπούλια και με κατασπαράξουν:
Φεγγάρι, σε ξορκίζω,Άπλωσε τα χέρια σου στα λιγοστά τα σύννεφα,Γνέψε τους γρήγορα
Και πες να στήσουν μοιρολόι.
Κάτω από Ποίηση | 0 ΣχόλιαΧωρίς αιτία πάνω σε ένα άσπρο άλογο
με ούριο άνεμο χωρίς επιστροφή
για ένα πέταγμα ψηλό
στις κορφές των βουνών,
στα σύννεφα και πιο ψηλά ακόμα,
στον ανεξερεύνητο γαλάζιο ουρανό,
στα αστέρια, στους πλανήτες,
τους μακρινούς τους κόσμους,
στο απέραντο της καρδιάς μου μυστήριο,
στον ίδιο τον Θεό?
Πάνω στους στίχους γλίστρησα
και σαν πορεία σε τσουλήθρα,
στο γραφείο μου πάνω ξύπνησα
με τα μαλλιά ανακατεμένα απ? το μακρύ ταξίδι.
Κάτω από Ποίηση | 0 ΣχόλιαΚλωτσάμε τα πεσμένα φύλλα στο πεζοδρόμιο
κι ο άνεμος τα κάνει ό,τι θέλει,
φεύγουν με τις σκέψεις μας για μακρινό ταξίδι.
Κατά μήκος του πεζοδρομίου κινούμαστε λοιπόν,
κόντρα στον άνεμο, κόντρα στα όνειρά μας.
Τα κλαδιά χαμηλώνουν και μας χαϊδεύουν το κεφάλι,
τις σκέψεις μας καθαγιάζουν, τις νυχτωμένες μας σκέψεις.
Και κατά μήκος του πεζοδρομίου κινούμαστε?
κι όπου μας βγάλει η άκρη, λέμε,
και στον περίπατο παραδινόμαστε.
Κάτω από Ποίηση | 0 ΣχόλιαΟ ύπνος σήμερα δε μας άφησε το δειλινό να χαρούμε.
Στις απαλές φτερούγες του μέσα
χάσαμε το ηλιοβασίλεμα,
το φεγγάρι νωρίτερα ξύπνησε από εμάς.
Σκοτείνιασε ο ουρανός,
έξω κρύο και στην καρδιά μας
και πίκρα που δεν έδυσε στον ήλιο πλάι.
Το χάσαμε το ηλιοβασίλεμα,
μας έχασε κι αυτό
και σ? άλλα μέρη θα μας ψάχνει τώρα ο ήλιος,
μάταια όμως,
αφού κάτω από τα σκεπάσματα κρυφτήκαμε
κι ούτε ο Χάρος δε μας είδε
που πέρασε κι άρπαξε νωρίς μια ανύποπτη ψυχή.
Γλιτώσαμε,
μας έχασε το ηλιοβασίλεμα,
μας έχασε ο Χάρος
κι ο ύπνος μας τύλιξε στις απαλές φτερούγες του
σε έναν ύπνο βαθύ που δεν ξυπνήσαμε το πρωί.
Κάτω από Ποίηση | 0 ΣχόλιαΠλανεύτρα μοναξιά!
Εσύ και το τραγούδι σου μάς τρυπήσατε το στήθος,
πληγή που αίμα καθαρό ανάβλυζε.
Στα παγωμένα δάχτυλά μας έσταξε η φωτιά
και τα? καψε,
ώσπου άρχισαν να τρίζουν τα κόκαλά μας,
έπειτα να τρίβονται, να χάνονται?
Πλανεύτρα μοναξιά!
Ο έρωτάς σου θάνατος, μαυρίλα
που σκοτεινιάζει ακόμα και το πιο λαμπερό φως.
Ίσως κάποτε να σου ξεφύγουμε, όμως για λίγο.
Πάλι στην αγκαλιά σου θα κλειστούμε?
λοιπόν? πλανεύτρα μοναξιά,
δε μένει παρά να πεθάνεις μαζί μας
αφού τόσο μας λατρεύεις?
Όμως το ειρωνικό, παγωμένο σου χαμόγελο?
πλανεύτρα μοναξιά? άσχημο παιχνίδι μας παίζεις.
Κάτω από Ποίηση | 0 ΣχόλιαΚάποιο πρωί
ο άνεμος με έφερε σε μια πολιτεία·
στις στέγες των χαμηλών σπιτιών,
στις ταράτσες των κτιρίων των ψηλών,
στα σκονισμένα κεφάλια των περαστικών
και πάνω σε ψηλές κολόνες πιασμένες χέρι χέρι
κατακάθισα.
Κι ήταν ο ύπνος τους βαρύς, πρωτόγνωρος για μένα
και ? την αλήθεια για να πω ? φοβήθηκα λιγάκι·
ποιος ξέρει, μονολόγησα, μπορεί να κάνω λάθος, μάλιστα φοβερό
για τέτοια ηλικία ? ήμουν μεγάλος βλέπετε
με τσάντα και γραβάτα?
Ο άνεμος με έσπρωξε παραπέρα(!)
Κάτω από Ποίηση | 0 ΣχόλιαΗ αναμονή με είχε τρελάνει!
Τα πάντα γύρω μου κλοιός,
οι τοίχοι, το ταβάνι, το πάτωμα με τα κόκκινα χαλιά,
τα έπιπλα? κι εγώ ο ίδιος.
Έξω η νύχτα απολάμβανε τις φωνές των ποιητών
που ως το ξημέρωμα θα την υμνολογούσαν.
Εκείνη την ώρα, υπολόγιζα? οι τοίχοι θα με έχουν πλακώσει.
Κάτω από Ποίηση | 0 ΣχόλιαΟλόγυρα, από κάθε γωνιά, παντού
μια φλόγα το δρόμο μας φράζει.
Κι απεγνωσμένα διέξοδο ζητάμε,
ψάχνουμε τη λύση, το μονοπάτι
που θα μας λυτρώσει με το κρυφό του πέρασμα
και το φονικό κλοιό θα ρεζιλέψει?
Τη νύχτα ο Θάνατος μας αγγίζει,
μας γλύφει η φλόγα η αχόρταγη
και φαίνεται πως έτοιμη είναι ,
μια χαψιά σχεδόν μας έχει, ολόκληροι,
απ? την κορφή ως τα νύχια δικοί της να γίνουμε?
Οι τελευταίες σκέψεις, οι αφορμές να μας καταβροχθίσει?
Το ξημέρωμα,
οι καπνοί που αναδύονται από τις στάχτες
στους περαστικούς τίποτα δε θυμίζουν.
Κάτω από Ποίηση | 0 Σχόλια