1 Οκτώβριος 2008

Πίσω από κάποιο σπασμένο τζάμι

μετρώ τις στάλες της βροχής·

γεννούν λιμνούλες στις άδειες λακκούβες

και η λάσπη τρέχει να κρυφτεί.

 

Με προφύλαξη για τυχόν ματιές περίεργες

απλώνω το χέρι στον τρικυμισμένο αέρα,

η ξηρασία που το ντύνει να αφανιστεί

και η δροσιά να του φιλήσει τα δάχτυλα.

 

Τέλειωσε όμως νωρίς η βροχή

χωρίς να το πάρω χαμπάρι

και σαν μορφή παιδικού εφιάλτη απόμεινα τώρα·

η νύχτα το φτωχικό μου δωμάτιο πάγωσε·

νεογέννητα νυχτοπούλια με τρομάζουν με το κλάμα τους

και το σπασμένο τζάμι κόβει στα δύο το φεγγάρι?

Η καυτή μου ανάσα δεν αρκεί πλέον,

είναι τόσο λιγοστή, σταγόνα σε ηφαίστειο μοιάζει

κι η ράβδος του Χάροντα  χτυπά τη σαπισμένη πόρτα.

 

Σύγκορμος τρέμω,

η ανάσα μου κόβεται,

το βλέμμα μου παγώνει,

για μια βροχή παρακαλώ, έστω παροδική ψιχάλα,

το χέρι μου να δροσιστεί,

λίγο πριν σπάσει το τζάμι που απόμεινε

και μπουν τα νυχτοπούλια και με κατασπαράξουν:

 Φεγγάρι, σε ξορκίζω,Άπλωσε τα χέρια σου στα λιγοστά τα σύννεφα,Γνέψε τους γρήγορα

Και πες να στήσουν μοιρολόι.

Αφήστε μια απάντηση

Αλλαγή μεγέθους γραμματοσειράς
Αντίθεση