2 Οκτώβριος 2008

Το είπαν οι μάγοι φοβισμένοι,

το είπαν όλα τα ξωτικά.

Και οι λύκοι το κατάλαβαν

κι έφτασε η κραυγή τους ως εδώ:

Όχι μετά τις δώδεκα το βράδυ.

Όχι, μη φύγεις, σε παρακαλώ.

Άφησε να σε ταξιδέψει μακριά

ένα μικρό αστέρι

μέσα από στενά μονοπάτια

στην απέραντη χώρα.

Κι αν ο πόνος σού χαμογελά,

είναι γιατί σε κρατά από το χέρι.

Όχι μετά τις δώδεκα το βράδυ.

Όχι, μη φύγεις, σε παρακαλώ.

Όχι, την αποφράδα μέρα.

2 Οκτώβριος 2008

Μόλις την τελευταία στιγμή

πρόλαβε κι άγγιξε την ευτυχία

πριν αυτή τον κατασπαράξει.

2 Οκτώβριος 2008

Κοίταξα βαθιά μέσα στα μάτια σου

Γύφτισσες φλόγες στο σκοτάδι

Στο χαμόγελο τραγούδι ανέμελο που ξυπνά το γέλιο

Κι είδα την άνοιξη που έρχεται

Κι είδα την άνοιξη

Φωνές στον αγέρα

Στις πράσινες όχθες λουλούδια προσκυνούν στον ίσκιο σου

Και στριφογυρίζουν οι μέλισσες

Ακάνθινο στεφάνι στα μαλλιά σου

Γαλάζιοι ύμνοι αέρινοι

Βελάσματα προβάτων και μια μικρή φλογέρα

Ανασαίνουν στις κορφές

Και χάνονται στο διαμαντένιο μονοπάτι

Που βιάζεται να κατηφορίσει στο άπειρο

Κι είδα το καλοκαίρι που έρχεται

Κι είδα το καλοκαίρι

Κιτρινισμένη άνοιξη

Σε χρυσαφένια υφαντά

Κυλίστηκες

Κι ύπνος σε πήρε βαθύς

Και κίνδυνος μεγάλος και κραυγή

Και τρόμος και αίμα καυτό

Σαν του ήλιου τα κλάματα

Η αύρα σε ξέπλυνε με βράχια και κοχύλια

Κύμα δελφίνι γνώριμο στο στήθος σου

Στο ηλιοβασίλεμα πάνω από τις κορφές

Ξεχάστηκε το όνειρο

Κι είδα το φθινόπωρο που έρχεται

Κι είδα το φθινόπωρο

Ξεχασμένο καλοκαίρι

Βραχνό το ξύπνημα

Και ησυχία που ζωγραφίζουν οι ταξιδιώτες

Τσάκισαν τα πόδια σου κίτρινα φύλλα

Γυμνά κλαριά

Κι αφρισμένη η θάλασσα σε αγριοκοίταξε

Πριν ακουστεί το σπουργίτι ανήσυχο

Μέσα στα ζεστά σου χέρια ακούγεται

Ο βοριάς που κοιμάται

Ούτε να κλάψεις δεν μπορείς

Για κείνο που έφυγε

Γλυκιά ανάμνηση στο μαραμένο σου στόμα

Κι είδα το χειμώνα που έρχεται

Κι είδα το χειμώνα

Μεστωμένο φθινόπωρο

Κουλουριασμένη στη φωτιά

Αποκοιμήθηκες

Ζεστό ψωμί κρασί στα σπλάχνα σου

Από τα χείλη σου

Παγωμένα τα σφυρίγματα γλιστρούν στο χιόνι

Γκρίζες ανταύγειες

Ελπίδες μαυροντυμένες

Κι η τρελή μυγδαλιά

Βιαστική στολίζεται στο βρεγμένο ουρανό

Πλεγμένα άνθη στα μαλλιά σου

Μιας αρχέγονης ευτυχίας

Κι είδα την άνοιξη που έρχεται

Κι είδα την άνοιξη

Χειμώνα ξέγνοιαστο

Βαθιά μέσα στα μάτια σου

Ξεκούραστη πνοή

Μια σημαιούλα στο κατάρτι ανεμίζει

Στιγμή ακυβέρνητη στο άπειρο

Κι ένα χαμόγελο

Ένα χαμόγελο στα μάτια σου

Στερνή ηλιαχτίδα

2 Οκτώβριος 2008

Είχα ένα αρκουδάκι και έπαιζα μικρός,

το έφτυνα, το σκούπιζα, το έλουζε το φως.

Το έπιανα, το έσφιγγα,

το έπνιγα.

Το πέταγα στον τοίχο,

του έδινα κλωτσιές,

αργότερα το χάιδευα κι έψαχνα για πληγές.

Το έπλενα, το ξέπλενα

και του? δινα φιλιά.

Μύριζα τη φρεσκάδα του,

μα τώρα πια?

 

Σε κλινική με κλείσανε,

με είπανε τρελό.

Κι έρχεται το αρκουδάκι

και με κοιτά βουβό.

Του δείχνω τη γροθιά μου:

Δώσε μου μια μπουνιά!Κλώτσα με να πετάξω,να φύγω μακριά!

Μα το αρκουδάκι κάθεται

και με κοιτά βουβό

στον καναπέ μου όρθιο.

 Αρκουδάκι, αρκουδάκι,αρκουδάκι μου γλυκό,θα σε χάσω, θα μου φύγειςκαι περνάει ο καιρός.Σε θυμάμαι και δακρύζω?Είχα ένα αρκουδάκι κι έπαιζα μικρός.

2 Οκτώβριος 2008

Αν η ανάσα μου φταίει

και δε μου μιλάς,

αν η ανάσα μου φταίει

και είναι βαριά

κι εσύ φτερό στον άνεμο που πας να μου ξεφύγεις,

αν η ανάσα μου φταίει, λοιπόν,

τότε ή πλάσε με ξανά να μην ανασαίνω

ή διώξε τη σκιά σου από πάνω μου?

και δε θα ανασαίνω?

2 Οκτώβριος 2008

Θαμμένοι στον πάτο

βαθιά εκεί κάτω

άπληστα ρουφώντας, μάτια μου, τη ζωή

μέχρι το θάνατο

κι ακόμη παραπέρα? στους γλάρους,

τα λεύτερα πουλιά?

2 Οκτώβριος 2008

Tρέχω και τρέχεις

με μάτια θολά,

τα χείλη σου στάζουν

μαύρο αίμα ξανά.

 

Ο αγέρας στα κάστρα

της φρίκης φυσά,

ξαφνικά δε μένει

ανάσα καμιά.

 

Ακίνητος στέκεσαι

στο βράχο ψηλά,

το βλέμμα σου σκίζει,

ένα πουλί που περνά.

 

Και τρέχω και τρέχεις

εγώ κι η σκιά μου,

πίσω μου τρέμεις,

ψηλώνεις μπροστά μου.

1 Οκτώβριος 2008

Καθάρισε ο χώρος από τους πολλούς καπνούς

και σα να μου φαίνεται πως ανάσταση μυρίζει

κι ούτε μπορούν οι αέρηδες και η βροχή να σβήσουν την αίσθηση τούτη,

την ανάσταση.

Ως και τα χελιδόνια με άγρυπνο μένουν μάτι,

ως και οι μέλισσες που άφησαν τα λουλούδια να ξαποστάσουν

και μέλι τώρα δεν τρυγούν.

Ως κι εγώ, βρε, νιώθω, όσο πάει, την αίσθηση τούτη,

την ανάσταση.

Αν γινόταν, προτού με απορροφήσει η υπόλοιπη ζωή μου,

θα? θελα να? μαι κι εγώ εκεί, στη φύση την αναστημένη,

στα χελιδόνια πλάι και στις μέλισσες?

στο ρυθμό τους, τ? ανάλαφρο πέταγμά τους?

 

Κι οι μέρες περνούν

κι η αίσθηση τούτη δεν παύει να με πολιορκεί,

το σώμα μου να κεντά με πευκοβελόνες,

με αιχμηρά τριανταφυλλάγκαθα.

Κάθε πρωί αετοί κατεβαίνουν απ? τα ψηλά βουνά,

πετούν για λίγο πάνω από το απόρθητο φρούριό μου

και κράζουν πως αγναντεύουν την ανάσταση,

πως η ανάσταση σιμώνει?

Τ? ανάλαφρο πέταγμά τους δάκρυα μου χαρίζει,

όμως και θλίψη στην καρδιά, στα στήθη.

Για λίγο ποθώ να πετάξω κι εγώ πέρα από το απόρθητο φρούριό μου,

ψηλότερα και από τις αετοφωλιές με τα μικρά αετόπουλα?

για λίγο όμως?

Ήδη στις κορφές άρχισε να διαλύεται η ομίχλη,

το γλυκό πρωινό φως του ήλιου χαμογελά μπρος την ανάσταση.

Οι πύλες όμως στο απόρθητο φρούριό μου μένουν κλειστές,

το ίδιο και τα χείλη φράζουν τους λυγμούς

που σαν ηφαίστειο ζητούν να εκραγούν?

Λίγο πριν η καρδιά μου σπάσει,

ο καημός μου συνταράζει το κορμί?

Αχ, αυτό το ανάλαφρο πέταγμά τους? κόβει τον αέρα στα δύο

για να ντυθεί με αυτόν η ανάσταση

και συντρίμμια η καρδιά μου στο απόρθητο φρούριό μου.

Ως το απόγευμα τίποτα δε θα αλλάξει·

το ανάλαφρο πέταγμά τους πάνω από το απόρθητο φρούριό μου, εκεί ψηλά?

1 Οκτώβριος 2008

Πριν την τελευταία μου λέξη,

πριν το στερνό αντίο

σε ένα καράβι θα μπω για ταξίδι μακρινό.

Άγκυρα θα σηκώσω και πανιά

και το υγρό λιμάνι θα αφήσω πίσω μου μέσ? στην ομίχλη

να το ξυπνούν οι μαύροι εργάτες.

Κι εσείς θα περιμένετε την τελευταία μου λέξη,

όμως οι μέρες θα περνούν.

 

Και μακριά από εσάς

ένα στεφάνι από λουλούδια της θάλασσας θα πλέξω

και στέμμα θα το βάλω στα δελφίνια

που θα πηδούν και τα μαλλιά μου θα φιλούν.

Κι εσείς θα περιμένετε την τελευταία μου λέξη,

όμως οι μέρες θα περνούν.

 

Εγώ στη φουρτούνα της νύχτας θ? αφεθώ,

θα πηδήξω στην αφρισμένη μαυροθάλασσα

και μέσα σε σκοτεινές σπηλιές,

κρυφά κι απ? τον Θεό, κρυφά κι απ? τους ανθρώπους,

θα κοιμηθώ σε ύπνο βαθύ

με το γλυκό νανούρισμα των ψαριών.

1 Οκτώβριος 2008

Μια χαραμάδα φως φτάνει για όλο τον κόσμο μας.

Ο ήλιος μπορεί πλέον να πάει αλλού,

να φωτίσει ευρύχωρες αυλές,

λουλούδια λογής λογής χρωμάτων,

δέντρα και δροσερούς καρπούς.

Κι ο ουρανός, γαλάζιος όσο ποτέ, θα καμαρώνει για το στολίδι του,

τους θησαυρούς που κάτω από τη δική του σκέπη βρίσκονται.

Όσο για μας?

μια χαραμάδα φως φτάνει για όλο τον κόσμο μας,

μια χαραμάδα φως στον υγρό μας τάφο

να μας φέρνει τον αντίλαλο

αυτών που δε μας βρήκαν και μας έχασαν.

Αλλαγή μεγέθους γραμματοσειράς
Αντίθεση