για να διαβάσετε το διήγημα πατήστε εδώ

Για να διαβάσετε το διήγημα πατήστε εδώ

Για να διαβάσετε το διήγημα πατήστε εδώ

                                               ΜΗΤΣΟΣ ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ(1900-1943)
                                                                         Μια λύπη
Είναι βαριά, πολύ βαριά, σα σύγνεφο η λύπη, σύγνεφο χινοπωρινό που βρίσκει αραξοβόλι, πάνω απ’ το ήσυχο χωριό κι απ΄ την πολύβουη πόλη με μια βροχούλα σιγανή να πει το καρδιοχτύπι.
Να ποτιστεί απ΄ το δάκρυ του και το έρμο περιβόλι, τα παραθύρια να χτυπά και από το τζάμι οι χτύποι να φέρνουν μες στην κάμαρη τη μνήμη αυτού που λείπει Κι έτσι η μια λύπη να σκορπά και να την νιώθουν όλοι.
Και πάει σ’ όλα τα πρόσωπα και στέκεται σαν άχνα και τα ματάκια υγραίνουνε και νιώθουνε τα σπλάχνα τον πόνο το γλυκόπικρο που φέρνει εκείνη η λύπη.
Κι είναι τα πάντα πένθιμα, τα πάντα λυπημένα στο καρδιοχτύπι που σκορπά η λύπη αυτού που λείπει κι είν’ όλα γνώριμα και κλαίν τη λύπη μου κι εμένα.
Μήτσος Παπανικολάου, Τα ποιήματα, Πρόσπερος, 1979

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ (1851-1911)        

                                       Ο πολιτισμός εις το χωρίον (απόσπασμα)
Ως προς την δευτέραν Στέργαιναν, δυστυχώς δεν ηλήθευσε το ρητόν, «η πρώτη δούλα, η δεύτερη κυρά». Η Θοδωριά, η πτωχή, υπέφερεν όλας τας αγγαρείας, όσας τής επέβαλλεν ο σύζυγός της. Ασβεστάς εκείνος, φουρνάρισσα αυτή. Το πτωχόν νήπιον, ο Ελευθέρης, δεν είχε χορτάσει το γάλα της μητρός του. Εφαίνετο γηράσασα ήδη, αν και μόλις είχεν υπερβεί το τριακοστόν πέμπτον έτος. Ο μπάρμπα-Στέργιος, δεκαπέντε έτη μεγαλύτερός της, την είχε πάρει εις δεύτερον γάμον, και μάλιστα με το σπαθί του˙ την έκλεψε. Ο μικρός Ελευθέριος, τετραέτης ήδη, ήτο ζαρωμένος, χλωμός, ζουριασμένος και η μήτηρ του ούτε να τον θρέψει ήτο ικανή ούτε να τον «αποκόψει» ηδύνατο. Οι μαζοί1 της, ως να είχαν παραψηθεί από την αντιλαμπήν του φούρνου, εκρέμαντο μαραμμένοι υπό την τραχηλιάν, και ο μικρός δυσκόλως εύρισκεν εκεί σταγόνα γάλακτος.
Της είχαν πεθάνει τα δύο πρώτα παιδιά της, το εν θήλυ, το άλλο μικρόν αγόρι, και τώρα όλαι αι ελπίδες της εκρέμαντο εις τον Λευθέρην. Αλλά μέγας φόβος την είχε κυριεύσει, διότι και αυτό της το παιδί ήτον άρρωστον. Α! η καρδούλα της ήτον καμένη! Καλύτερα να μη ’μβαίνει στον κόσμο άνθρωπος. Ενθυμείτο μετά σπαραγμού την στιγμήν, όταν «αγγελιάστηκε»2 το μικρόν κοράσιόν της. Πηγαίνει και το βρίσκει στην κούνια του, ξερό, μελανό, μισοπεθαμένο. Βάζει μια φωνή. Τρέχουν δυο γειτόνισσες. «Τι έχεις; Τι είναι;» «Το παιδί μου! Το παιδί μου!» Φωνάζουν το γιατρό. Όσο να ’ρθει ο γιατρός, το κορίτσι «έσωσε»3. Σε μια ώρα, μια ωρίτσα! Ήρθεν η γειτόνισσα η Κατερίνα η Μπροστινή, το σαβάνωσε4˙ η Θοδωριά έψαξε και ηύρε τα ρουχάκια του˙ έσκυφτε μες στην κασσέλα να τα εύρει, κ’ εμοιρολογούσε σιγανά! Η Κατερίνα την εμάλωνε, λέγουσα ότι δεν μοιρολογούν τον νεκρόν, πριν τον ενδύσουν. Το στόλισαν όμορφα-όμορφα, το ξάπλωσαν στο κιλίμι5, και το σκέπασαν να μην το βλέπει ο μικρός και κλαίει. Ο Χαραλαμπάκης ήτον δυο χρόνια μεγαλύτερος, κ’ ένοιωθε, τον επήραν οι γειτόνισσες και τον απεμάκρυναν, έως να γίνει η εκφορά. Ύστερα το βράδυ, όταν ο Χαραλαμπάκης ερωτούσε: «Πού ’ναι το Χρυσώ, μάννα, που πάει το Χρυσώ;» του απήντησαν ότι επήγε να κοιμηθή «στα λουλούδια». Κι η Κατερίνα η Μπροστινή του είπε ότι πάει «Στου παπά τ’ αλώνι – κι στο περιβόλι». Και ο μικρός εξηκολούθει να ερωτά: «Πότε θα ’ρθει, μάννα, πίσω το Χρυσώ μας;» έως ότου επέρασαν τρεις ημέραι και το εξέχασε. […]
Χριστουγεννιάτικα διηγήματα, 1891
1 μαστοί
2 ήταν στα τελευταία του
3 πέθανε
4 τύλιγμα του νεκρού με σάβανο (λευκό ύφασμα)
5 χειροποίητο χαλί